Impressions #3

Ενώ οι θάλασσες της Δύσης βρέχουν πόλεις που χορεύουν σε ρυθμούς Halloween, εμείς ψάχνουμε τα soundtrack ενός ακόμα αναποφάσιστου Οκτώβρη. Μικρές θλίψεις και μουσικοί σκελετοί πετάγονται από τα ηχεία μας.

  • Οι Vespero από τη Ρωσία φτιάχνουν καιρό τώρα το όνομά τους ως μια υπολογίσιμη δύναμη στο psych/space rock και η συνεργασία τους με τον Ισπανό fusion κιθαρίστα Angel Ontalva στο Carta Marina (VMS) δημιουργεί έναν απρόσμενο κι εντυπωσιακό δίσκο που ήδη λατρεύεται από πολλούς.
  • Όλοι όσοι γουστάρουν blackgaze, θα πρέπει να τσεκάρουν άμεσα το ντεμπούτο των Avast με τίτλο Mother Culture (Dark Essence). Μέχρι κι εγώ, που δεν είναι το στιλ μου, καταλαβαίνω ότι αυτό που κάνουν το κάνουν πολύ σωστά.
  • Μετά το σοκ του Statues, οι Black Peaks επιστρέφουν με το All that divides (Rise Records) κάνοντας τα πάντα σωστά: μουσική φτιαγμένη για μεγάλα φεστιβάλ, για χαρούμενους οπαδούς και κριτικούς. Αν τους ευνοήσει η συγκυρία και το promotion, λογικά αυτή είναι μια μεγάλη μπάντα της επόμενης δεκαετίας. Η προσωπική μου σχέση μαζί τους είναι ακόμα υπό διερεύνηση…
  • Εκ πρώτης όψεως, η συνεργασία ανάμεσα σε δυο κολοσσιαίους μπασίστες όπως οι Colin Edwin & Lorenzo Feliciati θα έπρεπε να αφορά μόνο τους εραστές του τετράχορδου θηρίου. Κι όμως, το Twinscapes Vol 2: A modern approach to the dancefloor (RareNoise Records) θα γκρουβάρει και τους ουδέτερους και θα τους αιχμαλωτίσει σε μια μεγάλη κοσμική λούπα.
  • Επιστροφή στους καλούς δίσκους για τους Crippled Black Phoenix, με το Great Escape (Season of Mist) να διαθέτει όλα τα συστατικά τους σε μεγάλες δόσεις. Παρ’ όλα αυτά, η αύρα που είχαν όταν ξεκίνησαν έχει φύγει μακριά και δεν μπορώ να καταλάβω πώς και πότε την έχασαν.
  • Το Be All End All των Manes με είχε λίγο απογοητεύσει, όχι λόγω του electronica pop ήχου του αλλά λόγω της ποιότητάς του. Για του λόγου το αληθές, το κινούμενο στο ίδιο στιλ Slow motion death sequence (Debemur Morti Productions) είναι απρόσμενα καλό. Οι παλιοί λύκοι δεν το βάζουν κάτω με τίποτα, αν και η παραγωγή εξακολουθεί να είναι πολύ φτωχή.
  • Δισεκατομμυριούχος δημιουργός από την Καλιφόρνια θρηνεί για τον χαμό του παλιού του συνεργάτη. Ο Mike Shinoda (ηγέτης των Linkin Park) κάνει πανάκριβο, ατμοσφαιρικό hip hop και δεν θα έπρεπε να ασχολούμαι μαζί του. Έλα όμως που το Post Traumatic (Warner) είναι πολύ συμπαθητικό!
  • Εντυπωσιακό παικτικά και υπερτεχνικό death metal που έχει τα πάντα εκτός από σκοτάδι. Οι Cynic παραμένουν οι βασιλιάδες, αλλά οι Obscura στο Diluvium (Relapse), να, καταφέρνουν να συμπεριλαμβάνονται στην ίδια παράγραφο.
  • Αντικειμενικά, ίσως το σημαντικότερο άλμπουμ για το progressive rock/metal φέτος είναι το Wasteland (Inside Out Music) των Πολωνών Riverside, κι εγώ πρώτη φορά είμαι τόσο συγχρονισμένος μαζί τους. Εδώ, ο θρήνος για τον χαμένο φίλο/συνεργάτη είναι ευπρεπής.
  • Ένα από τα πιο συναρπαστικά και εικονοπλαστικά post metal στην πιάτσα είναι το Love in shadow (Thrill Jockey Records) των Sumac, κι εμείς, τέλος πάντων, αγαπάμε Aaron Turner για πολλούς λόγους – το ότι ακόμα χαράζει νέα μονοπάτια είναι ένας από αυτούς.
  • Άργησα πολύ να ανακαλύψω τους The Necks, αλίμονό μου. Το απίθανο jazz/ambient που περιέχεται και στο Body (Rer Megacorp) είναι τόσο καλό που σε αναγκάζει να δημιουργήσεις ή να εφεύρεις συγκεκριμένες στιγμές για να το βιώσεις. Το πρόβλημα είναι ότι η γλυκιά δυτική μας ζωή δεν αφήνει περιθώρια για πολλές τέτοιες ακροάσεις.
  • Εδώ και 10 χρόνια, κάθε φορά που οι The Pineapple Thief βγάζουν καινούριο δίσκο πιέζω τον εαυτό μου να τους αγαπήσει και το είχα σχεδόν καταφέρει στο Your Wilderness του 2016. Το Dissolution (Kscope Records) μεγαλώνει κι άλλο το όνομά τους, όμως εγώ τα παρατάω. Αποτυγχάνουν να γίνουν ένα πολύ καλό prog ή πραγματικά μελαγχολικό γκρουπ, αμφιταλαντεύονται κάπου στη μέση και παραμένουν σχετικά μέτριοι για τις προσδοκίες μου.

While the Western seas meet cities that are getting prepared for another Halloween, we are still looking for the perfect soundtracks of a, still undecided, October. Small sorrows and musical skeletons pop out of our speakers.

  • Vespero from Russia have been building a very powerful name in psych/space rock for a while now and their collaboration with Spanish fusion guitarist Angel Ontalva in Carta Martina (VMS) results in an unexpected and impressive album, already adored by many.
  • Everyone involved with blackgaze should immediately check out Avast’s debut album entitled Mother Culture (Dark Essence). Though this style is not my cup of tea, I can realise that whatever they are doing, it is very well done.
  • After the shock that came with Statues, Black Peaks return with their sophomore album All That Divides (Rise Records) doing everything in the appropriate way: ideal music for big festivals, for happy fans and critics alike. If they are favored by circumstances and promotion, they may be one of the next decade’s biggest acts. My personal connection with them is still being explored…
  • At first glance, the collaboration between two colossal bass players like Colin Edwin & Lorenzo Feliciati should concern the 4 stringed enthusiasts only. Yet, Twinscapes 2: A modern approach to the dancefloor (RareNoise Records) will even shake the “neutrals”, capturing them in a groovy cosmic loop.
  • Crippled Black Phoenix return to very good albums and The Great Escape (Season of Mist) presents all their ingredients in great proportions. Still, the aura surrounding them in their beginnings has vanished and I can’t understand how and when they lost it.
  • Manes Be All End All was slightly disappointing, not because of its electronica/pop sound but because of its lack of quality. Slow Motion Death Sequence (Debemur Morti Productions) has the same directions but is amazingly good. These old wolves won’t give up, though the production is still very poor.
  • A billionaire artist from California grieves for the loss of his old partner. Mike Shinoda (leader of Linkin Park) creates luxurious and atmospheric hip hop and I shouldn’t spend my time with him but Post Traumatic (Warner) is actually quite likeable!
  • Death metal of impressive playability and extreme technique that has everything but darkness. Cynic are still the kings, but Obscura’s Diluvium (Relapse), well, manages to put them in the same sentence.
  • Objectively speaking, Wasteland (Inside Out Music) by Polish masters Riverside is probably this year’s most important album for prog rock/metal and I find myself perfectly synchronized with them, for the first time. Here, mourning comes with strong dignity.
  • Sumac’s Love in Shadow (Thrill Jockey Records) is one of the most fascinating and iconoclastic post metal albums out there and, anyway, we still love Aaron Turner for many reasons – for carving new roads being one of them.
  • Alas! I discovered The Necks from Australia too late. This amazing jazz/ambient included in Body (Rer Megacorp) is so good that forces you to create or invent the right moments to experience it in its entirety. Unfortunately, our “sweet” western lifestyle doesn’t leave more room for such listenings.
  • For the last 10 Years, every time The Pineapple Thief release an album, I push myself to love them and I was almost there in 2016’s Your Wilderness. This year’s Dissolution (Kscope Records) further grows their popularity, but I finally give up. Failing to become a truly great prog band or to truly dive in melancholy, they balance somewhere in the middle and I still find them slightly mediocre compared to my expectations.

Antonis Kalamoutsos

 

The Necks – Unfold (Ideologic Organ)

necks.againstthesilence

Σε αρκετές περιπτώσεις, ένας παράγοντας που συνυπολογίζεται σε μια κριτική είναι αυτός της ιστορίας ενός συγκροτήματος ∙ η ιστορία δεν αφορά, ή τουλάχιστον δεν αφορά αποκλειστικά, την ηλικία ή τα χρόνια δραστηριότητας του συγκροτήματος, αλλά κυρίως την δισκογραφική του παραγωγή, το έργο που εκθέτει σε δημόσια ακρόαση και/ή θέα.

Οι Αυστραλοί The Necks βρίσκονται αισίως στο 30ο έτος της ζωής τους ως συγκρότημα, κι έχουν πίσω τους μεγάλη δισκογραφία – όχι τόσο εκτενή σε σχέση με άλλες μπάντες με την ίδια «ηλικία», αλλά αρκετή έτσι ώστε να μπορούμε κάλλιστα να θεωρήσουμε ότι είναι ένα καθιερωμένο, από δημιουργική σκοπιά, συγκρότημα. Η κριτική του πρόσφατου υλικού τους, που κυκλοφόρησε υπό τον τίτλο Unfold, αναπόφευκτα θα λάβει υπόψη του ότι δεν πρόκειται για μια δουλειά που προσπαθεί να προσεταιριστεί σύγχρονες μουσικές τάσεις, αλλά για μια δουλειά που εντάσσεται στην συνολική δισκογραφία της μπάντας, μια δουλειά που έρχεται ως συνέχεια, κι ως συνέπεια, της τριακονταετούς δημιουργικής της ιστορίας.

Το Unfold είναι ο 15ος στουντιακός δίσκος των The Necks, ή ο 20ος τους δίσκος όσον αφορά την γενική τους δισκογραφία (μετρώντας τα live albums, ένα soundtrack, και μια συμμετοχή με κομμάτι σ’ ένα ακόμη soundtrack). Το πρόβλημα της κριτικής, έτσι, έγκειται στο γεγονός ότι οφείλει πρωτίστως να εξετάσει την κάθε δουλειά (στην προκειμένη περίπτωση το Unfold) μεμονωμένα, παραβλέποντας, σε πρώτο τουλάχιστον στάδιο, τον παράγοντα της ιστορικής συνέχειας της δημιουργικής διαδικασίας ∙ κι επίσης, να αποφανθεί, θετικά ή αρνητικά, επί της μεμονωμένης δουλειάς με τρόπο που να μην θέτει υπό συνολική αμφισβήτηση αυτή την ιστορική συνέχεια – ή το μέλλον της – και να μην καταφεύγει σε βολικές «νοσταλγίες», ειδικά εάν πρόκειται για συγκροτήματα με μεγάλη δισκογραφική παραγωγή.

Το Unfold αποτελείται από 4 κομμάτια που έχουν ως κοινό τους συνθετικό μοτίβο τον αυτοσχεδιασμό πάνω από ένα φαινομενικά στατικό οργανικό υπόβαθρο. Κυρίαρχο όργανα είναι το πιάνο και τα πλήκτρα, τα οποία αυτοσχεδιάζουν μελωδικά με φόντο τα μινιμαλιστικά τύμπανα και το ακόμη πιο μινιμαλιστικό μπάσο. Οι αλλαγές στον ήχο των πλήκτρων αντανακλούν την ατμόσφαιρα και τις διαθέσεις του κάθε κομματιού ∙ παραδείγματος χάριν, δύο από τα τέσσερα κομμάτια, τα rise και blue mountain, χρησιμοποιούν πιάνο, ενώ το δεύτερο κομμάτι, με τίτλο overhear, χρησιμοποιεί το Hammond, και ο ήχος ανακαλεί τα ‘60’s και τον ελεύθερο πειραματισμό της δεκαετίας εκείνης. Το τέταρτο και τελευταίο κομμάτι, το timepiece, χρησιμοποιεί ένα sample από ξυπνητήρι, που επανέρχεται σε τακτά διαστήματα κατά την ανάπτυξη της σύνθεσης.

Το αποτέλεσμα είναι άκρως ατμοσφαιρικό, έως και μυσταγωγικό, ή τελετουργικό: είναι σαν να αποτυπώνεται σε νότες η διαρκής κίνηση και αλλαγή σε ένα ακίνητο, ουσιαστικά αμετάβλητο τοπίο – ή ο αντίκτυπος της ανθρώπινης δραστηριότητας σ’ έναν προκαθορισμένο χρόνο, όπου όλα κινούνται την μία στιγμή και αποσυντίθενται την άλλη, χωρίς να ασκήσουν κάποια επίδραση, έως ότου όλα παύσουν ταυτόχρονα και αμετάκλητα (με το τέλος του κομματιού).

Απ’ αυτή την άποψη, το Unfold διέπεται από την μέχρι τώρα συνθετική φιλοσοφία των The Necks – άρα, μένει πιστό και εντάσσεται στην ευρύτερη ιστορία και συνέχεια του συγκροτήματος. Το πρόβλημα, όμως, είναι αλλού: όσο κι αν επαινέσεις τις αρετές του δίσκου, όσο κι αν κατανοήσεις τη λογική και την φιλοσοφία των συνθέσεων αλλά και της δουλειάς συνολικά, η μεγάλη διάρκεια των κομματιών λειτουργεί αρνητικά, και σε αποτρέπει απ’ το να τα βιώσεις, όπως τουλάχιστον είναι ο σκοπός τους. Το rise, το πρώτο κομμάτι του Unfold, έχει διάρκεια δεκαπέντε λεπτών – και είναι το μικρότερο κομμάτι του δίσκου. Η κούραση είναι αναπόφευκτη ∙ εάν τα κομμάτια είχαν τη μισή διάρκεια, ο δίσκος συνολικά θα απογειωνόταν. Ίσως τα κομμάτια να λειτουργούν καλύτερα σε ζωντανό περιβάλλον – έχω ακούσει ότι οι The Necks σύντομα θα επισκεφτούν την Ελλάδα, οπότε όσ@ τους δουν, θα μπορούν να κρίνουν για του λόγου το αληθές. Όσον αφορά το στουντιακό αντικείμενο, το Unfold είναι μια δουλειά που η φιλοσοφία και η συνέχεια της μάλλον λειτουργούν αρνητικά στο καθαρά πρακτικό σκέλος του εγχειρήματος, ή τουλάχιστον, λειτουργούν αρνητικά από ένα σημείο και μετά.

ΑΤΜ