Live Zu/s̶i̶s̶t̶e̶r̶

Συνήθως, όταν κάθομαι μέσα λόγω κρυολογήματος (και όχι μόνο) για κάποιες ημέρες, με το που βγαίνω από το σπίτι, εντυπωσιάζομαι με τα πάντα. Μια πόλη για ελάχιστο χρόνο μακρινή μου φαντάζει, νέα και γεμάτη περιπέτειες. Αυτήν τη βραδιά όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αδιάφορες εικόνες, αδιάφορος κόσμος, αδιάφορη εποχή που δεν ξέρει αν αξίζει να φέρει την τρέλα της άνοιξης ή την σοβαρότητα του χειμώνα. Ως εκ τούτου, η διάθεση μου δεν ήταν η ιδανική για να παρακολουθήσω μια συναυλία με την όρεξη ενός αμούστακου έφηβου, αλλά τελικά, όλα αυτά στο τέλος δεν είχαν καμία σημασία παρά μόνο για να αποτελέσουν μια βιωματική και -παραλίγο- λογοτεχνική εισαγωγή στη συγκεκριμένη συναυλιοκριτική, όπως εξάλλου, αρμόζει να πράττουμε σε όλες.

Πριν όμως, από κάθε τέλος υπάρχει η αρχή κι αυτή έγινε με τους ημεδαπούς s̶i̶s̶t̶e̶r̶ που αποτελούνται από συνομήλικους μου, οι οποίοι έχουν κυκλοφορήσει το ντεμπούτο τους πριν κάτι μήνες και εμφανίστηκαν ως το κλασσικό κιθαριστικό τρίο συν έναν τρομπετίστα. Ο δε κιθαρίστας τύχαινε να είναι γνωστή φυσιογνωμία και το γεγονός ότι τον είχα δει με μια παλιά του μπάντα σε ένα αντιρατσιστικό φεστιβάλ να παίζει σε encore μια διασκευή σε Fugazi, με προδιέθετε για κάτι πολύ καλό με το νέο του σχήμα. Όπερ και συνέβη, καθώς οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ αποδείχθηκαν μια μεστή μπάντα, με απλές και όχι απλοϊκές ιδέες στις συνθέσεις τους, οι οποίες είχαν στοιχεία από διάφορες δεκαετίες και είδη (surf, indie, noise rock) συμπυκνωμένες σε ένα δικό τους ορχηστρικό ήχο. Η προσφορά του τρομπετίστα ήταν ιδανική, σε τέτοιο βαθμό που, με το που αποχώρησε για να παίξουν τα κομμάτια στα οποία δεν τον είχαν συμπεριλάβει, θα έλεγες ότι άκουγες μια άλλη μπάντα που κάτι της έλειπε! Την άλλη Παρασκευή παρουσιάζουν στο Underflow το δίσκο τους συν νέο υλικό, δηλαδή ένα μεγαλύτερο των 45 λεπτών σετ που μας παρέδωσαν εδώ, οπότε η στήριξη μας μένει αδιαπραγμάτευτη.

Για τους Ιταλούς Zu τώρα, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να πω πολλά για τον ήχο τους, όχι γιατί είναι γνωστοί (μα σχεδόν όλ@ οι φίλ@ να μην τους ξέρουν;!), αλλά γιατί ο ήχος τους είναι απίστευτα δύσκολο να προσδιοριστεί. Το ξέρουν εξάλλου και οι ίδιοι, οπότε θα αρκεστώ στο ότι είναι μια hardcore μπάντα, με την ευρεία έννοια, που πιάνει τα σχήματα που ξεπερνούν τον ήχο που θεωρούμε εμείς καθιερωμένο. Ευτυχώς, τους είχα ήδη δει άλλη μια φορά, οπότε ήξερα τι θα δω και τι θα ακούσω, δηλαδή ένα τρίο μπάσο-ντραμς-βαρύτονο σαξόφωνο που θα έπαιζε το Carboniferous ολόκληρο, μιας και το είχαν βγάλει πριν δέκα χρόνια. Αλλά και πάλι, αυτή η μπάντα έχει το μαγικό ραβδάκι να σε εντυπωσιάζει με τις δυνατότητες της, καθώς είναι τέτοιες οι δυναμικές της, οι ιδέες και το δέσιμο της, που νομίζεις ότι τζαμάρουν οι Converge με τον Colin Stetson! Απλώς να σημειώσω, ότι πέραν της μαγικής αρχής τους είχαμε και ένα μαγικό φινάλε, με την μπάντα να έχει μια διαολεμένη όρεξη και να μας δίνει ένα λόγο να πείσουμε τον μουσικό μας κύκλο να καταλάβει πόσο λάθος έκανε που δεν μας συνόδεψε στη συναυλία τους.

Κάποιο -ελαφρώς- λογοτεχνικό φινάλε στο κείμενο; Μπα, έξω επανήλθε η αδιαφορία με μιας και έμεινε μόνο το σουρεαλιστικό γεγονός ότι δύο από τις ελάχιστες παρέες που πέτυχα μέχρι να φτάσω στο σταθμό του τρένου μίλαγαν ιταλικά! Σαν να έπαιζαν στα μέρη τους, σκέφτηκα, αλλά μήπως οι Zu, μιας και κατάγονται από μια γειτονική χώρα, θα μπορούσαν να είναι από τα μέρη μας; Βλέποντας τι έχουν πετύχει και σε τι επίπεδο βρίσκονται ακόμη και τώρα, ομολογώ ότι δύσκολα μια τόσο ανοιχτόμυαλη και τολμηρή μπάντα, όπως οι Zu, να έβρισκε κάποιο χαμένο διδυμάκι εδώ που ζούμε. Το γιατί, ξεπερνά ακόμη και τα όρια ενός ολόκληρου λογοτεχνικού πονήματος.


Μπάμπης Κολτράνης

Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.