God Is An Astronaut – Sonar with David Torn – Toundra

God is an astronaut – Epitaph (Napalm records)

Με δεδομένο ότι το post rock που αντιπροσωπεύουν οι God is an astronaut είναι αρκετά ξεπερασμένο στιλιστικά και τελματωμένο ποιοτικά, οι πιθανότητες για έναν εξαιρετικό δίσκο έμοιαζαν λιγοστές. Σε μια από αυτές τις εκπλήξεις/ανατροπές που καμιά φορά επιφυλάσσει η μουσική όμως, οι Ιρλανδοί μάστορες δεν κυκλοφορούν απλώς την πιο γεμάτη τους δουλειά από το All is violent, all is bright του 2005, αλλά πιθανόν και τον πιο ποιοτικό δίσκο της καριέρας τους, τουλάχιστον κατά το ταπεινό γούστο του γράφοντα. Επίσης, έχοντας ποντάρει όλα μου τα λεφτά στο τελευταίο Primordial, έμεινα πανί με πανί στην παρτίδα “υποψήφιο ιρλανδικό άλμπουμ της χρονιάς”.

Ενώ από το ντεμπούτο τους το 2002 οι συνθέσεις έχουν σταθερό χαρακτήρα, κάποια πράγματα δείχνουν να έχουν αλλάξει. Τα περιγράμματα της μουσικής παραμένουν ανοιχτά, τουλάχιστον ως προς τον ηχητικό τους προσανατολισμό κι η μουσική ροή γραμμική, όπως θυμάσαι από πάντα. Παρ’ όλα αυτά, η post αντίληψή τους καταφέρνει παραδόξως να ακούγεται μελωδικότερη, βαρύτερη και πλουσιότερη ταυτόχρονα. Μελωδικότερη ως προς το ότι τα πιάνα και τα σύνθια αποτελούν την εμπροσθοφυλακή των συνθέσεων, βαρύτερη γιατί οι κιθάρες σε έξυπνα τοποθετημένα σημεία-καθάρσεις ακούγονται σκληρότερες, ακουμπώντας ίσως φευγαλέα μεταλλικές επιφάνειες, και πλουσιότερη γιατί η κινηματογραφικότητα των συνθέσεων είναι αδιαμφισβήτητη ως προς την ποιότητα και την ευγένεια της αισθητικής της. Τελικά επιτυγχάνεται μια σπάνια ισορροπία στη συγκρότηση ενός άλμπουμ που χρησιμοποιεί στο έπακρο τα ατού του, χωρίς να τα καταχράται ούτε στιγμή. Αυτό δεν είναι που λέμε ωριμότητα; Κάθε μία από τις 7 συνθέσεις είναι ένα φιλμ από μόνο του, ένα φιλμ γεμάτο από εκείνες τις leitmotif ονειροπολήσεις που εύκολα ξεχνάς αλλά υποσυνείδητα βιάζεσαι να ξαναζήσεις. Το post rock μπορεί να πέθανε, κάποιοι θαρραλέοι του ήρωες όμως προελαύνουν ακόμα.

 

 

Sonar with David Torn Vortex (RareNoise records)

Ο καθένας κάτι κυνηγάει, γούστο του και καπέλο του. Εγώ ας πούμε, δυόμισι δεκαετίες ψάχνω να βρω μια μέτρια ελβετική μπάντα, κάτι που ακόμα δεν κατάφερα. Ας το ξεκαθαρίσουμε αμέσως: το Vortex είναι άλμπουμ που αφορά λίγους και ψαγμένους ακροατές και ιδιαιτέρως εκείνους που αρέσκονται σε ένα prog που επιθυμεί την εξερεύνηση καινούριων ηχητικών τόπων. Ας ξεκαθαρίσουμε και κάτι ακόμα: σε ό,τι αφορά την ηλεκτρική κιθάρα ως όργανο, τα όρια, τις δυνατότητες και την ξεχωριστή της ταυτότητα, αυτό εδώ αποτελεί σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άλμπουμ που μπορεί κανείς να ακούσει. Από τη μία οι Ελβετοί Sonar, των οποίων οι κιθάρες είναι tritone (παίζουν μόνο με τις τρεις λεπτές χορδές), και από την άλλη ο Αμερικάνος τζαζ/πειραματιστής David Torn, ένας από τους καλύτερους “γονατάκηδες’’ του πλανήτη. (Γονατάκιας= ο μουσικός, συνήθως κιθαρίστας, που στα live του περνάει περισσότερο χρόνο σκυμμένος στα γόνατα πειράζοντας τα εφέ του παρά όρθιος.)

Ό,τι κι αν θα ήλπιζε κανείς από μια τέτοια σύμπραξη κορυφής θα το βιώσει στο έπακρο. Mid-tempo μακροσκελείς και πολυπρισματικές συνθέσεις, που αποτελούνται ισόποσα από ακραιφνή κιθαριστικό/τεχνολογικό πειραματισμό και ένα rhythm section πραγματική πανδαισία, που τελειοποιεί το δόγμα “εύκολο να το ακούς, πανδύσκολο να το μετρήσεις”. Οι 6 σοφές σπαζοκεφαλιές που θα παρουσιαστούν εδώ μοιάζουν με φευγαλέες ματιές σε ένα αχαρτογράφητο βασίλειο, όπου ηγεμονεί η αιώνια κληρονομιά του instrumental μέρους του “Starless” (King Crimson) πριν αυτό μολυνθεί και βιαστεί (ανεπανόρθωτα;) από τις χολιγουντιανές κιθάρες των βαρβάρων (Tool). Άνετα από τους εξυπνότερους δίσκους εκεί έξω, σε περιμένει για ένα μουσικό trip ικανό να σου ανανεώσει την πίστη σε αυτή τη ρημάδα και γεμάτη κουρέλια κιθαριστική μουσική.

 

 

Toundra – Vortex (Inside out)

Το πέμπτο άλμπουμ των Ισπανών Toundra δικαιολογεί απόλυτα την ολοένα και αυξανόμενη φήμη τους και την εκτίμηση του κοινού. Το ότι αντιμετωπίζονται ως post rock με βρίσκει να διαφωνώ ριζικά βέβαια, αφού στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πλούσια ηχητικά γκρουπ στον ευρύτερο χώρο του σύγχρονου rock. Το πνεύμα της περιπέτειας, της συνεχούς εναλλαγής σε θέματα και ατμόσφαιρες και το στοιχείο του απρόβλεπτου χαρακτηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος των συνθέσεων. Να το πω διαφορετικά, εκεί που τα περισσότερα instrumental συγκροτήματα επιλέγουν να χτίζουν συνθετικά πάνω σε κάποιο είδος ατμόσφαιρας, αποσπώντας το ενδιαφέρον του ακροατή από την έλλειψη φωνητικών, οι Toundra μοιάζουν να φτιάχνουν ένα αρκετά περίπλοκο περιβάλλον, που είναι υπέρ το δέον αρκετό για να σου κρατάει το ενδιαφέρον. Από αυτήν την άποψη, οι Toundra συγκλίνουν όλο και περισσότερο με την κοσμοθέαση του progressive rock και μάλιστα ενός prog μοντέρνου και heavy.

Εξαντλώντας την αυστηρότητά μου, εδώ βρίσκω και το μόνο μειονέκτημα. Λείπει κάποιο κέντρο βάρους, κάποιο τεχνητό ζύγισμα, μια οριστική ισορροπία. Νιώθω σαν να κοιτάζω έναν εντυπωσιακά όμορφο σαν ολότητα πίνακα, αλλά αφού τον κοιτάξω πολλή ώρα παρατηρώ ότι το βλέμμα μου δεν ξεκουράζεται κάπου. Ίσως αυτή η παραξενιά μου μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός ότι το περσινό τους project των Exquirla (οι Toundra σε συνεργασία με τραγουδιστή…) ήταν ένα ημι-αριστούργημα, στα απολύτως top της χρονιάς. Ο πήχης είναι πολύ ψηλά από τους ίδιους, λοιπόν. Ας μην κολλάμε όμως στους περφεξιονισμούς. Το Vortex είναι παρακαταθήκη κι ένα τρανταχτό επιχείρημα για όσους πιστεύουν ότι το instrumental rock έχει τον τρόπο να είναι ακόμα συναρπαστικό.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Summoning – With Doom We Come (napalm records)

Πάντα με γοήτευε η απορία τι κάνει έναν μουσικό, μια μπάντα, έναν καλλιτέχνη, μυστηριώδη, αινιγματικό, ποθητό ως και λατρεμένο. Είναι το παρελθόν του που έχει χτιστεί όπως το ήθελες; Είναι το στωικό περίμενε της κάθε επόμενης δισκογραφικής δουλειάς; Είναι αυτό το λίγο με σταθερή αργοπορία που σου προσφέρει; Η αλήθεια είναι πως όταν κάτι σου προσφέρεται αδιάκοπα και συνεχόμενα δεν έχεις τη λαχτάρα. Δεν περιμένεις και δεν μετράς τον χρόνο.

Οι Αυστριακοί Summoning άργησαν για άλλη μια φορά να εμφανιστούν και κατά τα λεγόμενα των πιστών οπαδών τους είναι και αυτό που τους λείπει. (Για μένα πάντως σαν μαγικό λειτουργεί όλο αυτό με την αναμονή.) Σταθεροί από το 1993 στο black metal γέννημά τους, παίζει να είναι από τα λίγα σχήματα που δεν έχασαν τον δρόμο τους. Πιστοί και στο έργο τους σαν γνήσιοι κληροδότες . Το 1995 εμφανίζονται πια και επίσημα δισκογραφικά με το Lugburz κάτω από τις φτερούγες της Napalm Records. Η lo-fi παραγωγή και η ωμή ακουστική έβαλαν τα θεμέλια. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν συνοδεύουν προβλήματα, αργοπορίες και καθυστερήσεις. Αυτό όμως όχι μόνο δεν βάζει σε κίνδυνο τη φήμη τους, που ήδη έχει αρχίσει να ανεβαίνει με πολλούς φανατικούς οπαδούς, αλλά η διαρκής αναμονή καινούριου υλικού συναρπάζει. Ταγμένοι στη φαντασία, στις ιστορίες και στους μύθους, πλάθουν τις μουσικές τους όπως θέλουν και σαν ιππότες συνοδεύουν ίσως μια από τις μεγαλύτερες μορφές μυθοπλασίας και φαντασίας, αυτή του Μεγάλου J.R.R. Tolkien. Αμέσως ακολουθεί το Minas Morgul, με τους πρώτους ατμοσφαιρικούς πειραματισμούς να ηγούνται χωρίς όμως να χάνουν κάτι από την πρωταρχική ταυτότητά τους. Και κάπως έτσι σμιλεύτηκε η κορώνα των Summoning δημιουργιών.

Demos, split albums, compilation albums, singles, EPs και 7 studio album είναι ο δισκογραφικός απολογισμός τους. Σήμερα πια, Ιανουάριος του 2018, έρχεται το With Doom We Come να γίνει το όγδοό τους (και διαδέχεται το Old Mornings Dawn – 2013). Δεν απευθύνομαι σε φανατικούς ή περίεργους, πολύξερους ή είρωνες. Δεν με ενδιαφέρουν. Απευθύνομαι πραγματικά σε φιλόμουσους, ανοιχτόμυαλους και δεκτικούς ανθρώπους που μπορούν απλώς ή να απολαύσουν κάτι ή να το βάλουν στην άκρη.

Στο With Doom We Come δεν θα ανακαλύψεις το απρόβλεπτο, θα πέσεις όμως στη μυσταγωγία της μυθοπλασίας. Το υλικό έρχεται από τα έγκατα της Μέσης Γης. Μοιράζει ατμόσφαιρες γεμάτες υγρασία. Αγωνίες και φόβους. Περιπέτειες. Οι επικές και υπνωτικές συνθέσεις ισορροπούν μεταξύ προοδευτικού black metal, και μεσαιωνικών παραδόσεων. Τα φωνητικά βγαίνουν καθαρά με την προσθήκη χορωδιακών φωνητικών. Το βάρος πέφτει στις κιθάρες, που σε σημεία βγαίνουν απόκοσμες και μάλλον έτσι πρέπει. Τα πλήκτρα (dungeon synth στο μεγαλύτερο ποσοστό) έχουν αναλάβει περισσότερους ρόλους από αυτούς που τους πρέπει, δίνοντάς σου την παραπλανητική εντύπωση ότι συμμετέχουν στην ηχογράφηση πολλά περισσότερα όργανα –πνευστά και έγχορδα– από αυτά που πιστεύεις. Το ότι τα πραγματικά τύμπανα δεν έχουν θέση –για άλλη μια φορά– σε άλμπουμ μού προκαλεί μια μικρή θλίψη (που και η επίπεδη παραγωγή μού προκαλεί επίσης), αλλά αντισταθμίζεται όμως με τη συγκίνηση που μου προσφέρουν οι συνθέσεις, οι ιστορίες και το μοναδικό ηχοτοπίο.

Ίσως και για αυτόν τον λόγο οι δημιουργοί θεωρούν τους εαυτούς τους συνθέτες και όχι μουσικούς. Μάλιστα, δεν κάνουν ποτέ πρακτική/πρόβα πριν τις ηχογραφήσεις (!). Ο κιθαρίστας Protector δεν διαθέτει δική του κιθάρα και χρησιμοποιεί δανεικές για κάθε ηχογράφηση από το Dol Guldur και μετά και αν θες να έχεις κάποια επικοινωνία με τον Silenius μπορείς να του γράψεις… γράμμα (πάλι ένα “!”). Προσδοκία για live εμφανίσεις υπαρκτές.

Αφέσου στο ονειρικό, απόλυτο φανταστικό ταξίδι των Summoning. Ξέρεις πού θα σε πάνε.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson