Godspeed You! Black Emperor – Luciferian Towers (constellation)

 Υπάρχουν δύο ενδεδειγμένοι τρόποι για να γράψεις κάτι που αφορά τη μουσική των GY!BE. Είτε σε πιάνει μια ποιητική διάθεση ακούγοντάς τη, νοσταλγώντας τον παλιό σου εαυτό την πρώτη φορά που τους άκουσες, είτε απαριθμείς τα κατορθώματά τους, καθώς και τα νέα τεκταινόμενα στην μπάντα, αφήνοντας τη μουσική να πει τα υπόλοιπα και συνήθως τα πιο σημαντικά. Λογικά, θα μαντέψατε σωστά ότι έχουμε ακολουθήσει και τις δύο οδούς, γράφοντας για τα αντίστοιχα δύο τελευταία τους άλμπουμ, δηλαδή αυτά που φτιάχτηκαν μετά την επανενεργοποίηση της μπάντας. Οπότε τώρα τι μένει; Συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις βάζεις τον νέο δίσκο να παίζει και το χέρι απλώς καταγράφει αυτό που συμβαίνει εντός σου.

 Στην περίπτωση όμως του Luciferian Towers, η γραφή δεν ρέει και τόσο αβίαστα. Τι να γράψεις άλλο για τον τρόπο που επιλέγουν να απλώσουν τα λυρικά τους θέματα πάνω στον ήχο-σφραγίδα της μπάντας, όταν δεν διακρίνεις κάποιο στιβαρό λυρισμό και όταν ο ήχος έχει παλιώσει για τα καλά. Πάνε οι εποχές που ήταν μοναδικοί στο είδος τους, μιας και εδώ δεν υπάρχει καν είδος με τη μορφή που το γνωρίσαμε. Αυτό όμως διόλου απασχολεί την μπάντα, αν και θα έπρεπε, κάνοντάς τους να ακούγονται σαν να διασκευάζουν άγαρμπα τους εαυτούς τους. Δεν είναι τα μελωδικά θέματα που για άλλη μια φορά κινούνται κυκλικά, όπως συνέβη και στον τελευταίο τους δίσκο, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο βάθος, αλλά υπάρχει μια νότα παλιών Pink Floyd με κακή παραγωγή και αυτό δεν είναι σίγουρα για καλό. Θα έλεγα μάλιστα ότι λείπει το συναίσθημα και παραμένει αυτή η heavy αίσθηση που, ναι μεν σε κάνει να κινείσαι στους ρυθμούς της μουσικής ανά στιγμές, αλλά που δεν οδηγεί σε καμία ιδιαίτερη κορύφωση.

 Από την άλλη, το άλμπουμ χαρακτηρίζεται από μια έντονη πολιτική χροιά, η οποία θυμίζει ποιητικές αναγνώσεις κειμένων του Black Block! Εδώ μάλιστα ταιριάζει αυτό που έλεγε ο Κινέζος αναρχοσυνδικαλιστής στο βιβλίο του Paco Ignacio Taibo Η Σκιά της Σκιάς για το γεγονός ότι πάντα η ποίηση των αναρχικών στους λόγους τους είναι μέτρια (χαριτολογώντας βέβαια). Προσωπικά δεν αμφιβάλλω για την τήρηση αυτών που είχαν θέσει ως μπάντα από την απαρχή τους, αλλά, όσο να ’ναι, τίτλοι όπως “Κρεμασμένα Αφεντικά” ακούγονται κάπως… ξύλινοι. Κάτι σαν ποίηση χωρίς ποίηση, λοιπόν, κυριαρχεί στα συμφραζόμενα και τα σημαινόμενα του δίσκου και σε κάποιο σημείο κλείνει η ακρόασή του με έναν πάταγο, όχι με έναν λυγμό. Οι “Πύργοι του Εωσφόρου” παραμένουν όμως άθραυστοι.

Μπάμπης Κολτράνης