Live Nihvek

Πέμπτη βράδυ στο κέντρο μιας πόλης άστατης. Όλος ο κόσμος φαινόταν να τα “έχει πάρει” για κάποιο δικό του λόγο, πάντως όχι για κάποιο κοινό, αλλιώς θα είχαμε βρει όλοι μαζί τη λύση. Προσωπικά, τα τελευταία νέα από τη Βόρεια Ελλάδα με τις εκδηλώσεις ρατσισμού ακόμη και από πιτσιρικάδες με έκαναν να νιώθω άβολα ως προς την οποιαδήποτε επαφή με το έξω, το οποίο απέχει χιλιομετρικά από το βορρά αλλά κοινωνικά είναι τόσο πολύ κοντά. Από την άλλη βέβαια, καθώς μιλάμε για την περιοχή της Ομόνοιας, αυτό το έξω επρόκειτο να είναι γεμάτο με πρόσωπα που είναι δυνητικά οι δέκτες του προαναφερόμενου χυδαίου μίσους και λειτουργούν ως ένα αντίβαρο απέναντι στην κοινωνία που οι φασίστες επιθυμούν να έχουν. Καμιά φορά, λοιπόν, είναι σημαντικό να αναγνωρίζεις ότι δεν είναι όλα μουσική και πως υπάρχουν πλευρές της καθημερινότητας που την ξεπερνάν κι εσύ οφείλεις να να μην τις αφήσεις να ξεπεράσουν και σένα μαζί.

Σε αυτή τη συγκυρία, η εμφάνιση της Liz Harris, ως Nihvek αυτή τη φορά, στην Αθήνα δεν αποτελούσε κάτι το καταπραϋντικό, αλλά μάλλον κάτι το περαστικό. Βέβαια, όταν η πρώτη συναυλία της σεζόν για τον γράφοντα ανήκει σε μια μουσικό, που έχει αποθεωθεί από τον ίδιο σε σχεδόν κάθε τελευταία της κυκλοφορία, την λες και δώρο. Για την ακρίβεια επρόκειτο για ένα σχετικά δαπανηρό δώρο, με το αντίτιμο να ξεπερνά το ψυχολογικό όριο του “τσοντάρουμε κι εμείς για να βγει το αεροπορικό της εισιτήριο”. Επίσης, ο “κατάλληλα διαμορφωμένος χώρος” της Διπλάρειου σχολής δεν ήταν τίποτα άλλο παρά μια μεγάλη,στενόμακρη αίθουσα, η οποία δημιουργούσε την εντύπωση ότι μερικές φορές ο μινιμαλισμός φέρνει πιο πολύ σε προχειρότητα, παρά σε άποψη.

Η Liz μπροστά σε διψήφιο αριθμό ακροατηρίου εμφανίστηκε με αυτοπεποίθηση παρουσιάζοντας το φετινό της άλμπουμ, το οποίο, για να πούμε την αλήθεια, “πέρασε και δεν ακούμπησε” σε μια, έτσι κι αλλιώς, πλούσια μουσικά χρονιά. Επί τω έργω, όμως, δεν πολυφάνηκε η αδυναμία του άλμπουμ, καθώς αυτό που ακουγόταν ζωντανά ήταν έντονα ατμοσφαιρικό και κατά στιγμές απόλυτα υποβλητικό. Σίγουρα σε αυτό βοήθησε το γεγονός ότι βλέπαμε τον τρόπο που χειρίζεται τα δικά της μέσα για να βγάλει τους ήχους αυτού του δύσκολου άλμπουμ, όπως επίσης και η επιλογή της να κόψει τα κουραστικά του σημεία. Το αποτέλεσμα, βέβαια, ήταν να διαρκέσει η συναυλία μόλις 45 λεπτά, κάτι που μετρίασε αρκετά τις θετικές μας εντυπώσεις.

Η έξοδος, τέλος, στην άδεια πλατεία Θεάτρου σε μια ώρα που άλλες συναυλίες ξεκινούν, δημιουργούσε μια αμηχανία, καθώς θύμιζε ένα κενό θεατρικό σκηνικό, το οποίο περιμένει το δικό του κύμα gentrification. Όλοι και όλα κάτι περιμένουν εξάλλου κι αν εμείς περιμέναμε η μουσική εκείνης της βραδιάς να δώσει την απάντηση σε κάτι, θα κάναμε εξαρχής λάθος.

Μπάμπης Κολτράνης