Hamferð – Támsins Likam (metal blade)

Τελικά επιδράει το τοπίο στη μουσική; Είναι ικανή η γη να συνθέτει μαζί με τον συνθέτη; Άλλο ένα ρητορικό ερώτημα από αυτά που οι καμμένοι μόνο από τους μουσικόφιλους/κριτικούς θα σπαταλήσουν χρόνο να απαντήσουν. Απάντηση: συνήθως όχι. Πώς αλλιώς θα υπήρχαν φαινόμενα όπως νορβηγικό black από Βραζιλιάνους, gangsta rap από Έλληνες, LA glam από Σουηδούς και δεν ξέρω γω τι άλλο; ΌΜΩΣ. Καμιά φορά το τοπίο παίζει ρόλο, αν ο δημιουργός επιθυμεί να το κουβαλήσει στις νότες του και όταν αυτό συμβαίνει, συμβαίνει για καλό. Οι Hamferd είναι από τα νησιά Φερόε και κουβαλούν μαζί τους τη γη και τη θάλασσά τους. Όχι μόνο επειδή τραγουδάνε στη μητρική τους γλώσσα, αλλά κυρίως γιατί οι νότες που γεννάνε κουβαλούν μαζί τη δύναμη, την απομόνωση και την αλμύρα της μικρής βορινής τους πατρίδας.

Το πολύ αργό και πολύ βαρύ μουσικό ταξίδι τους έχει επικεφαλίδα και γράφει doom metal. Ένα doom όμως που έχει προσέξει πολύ τις καταβολές και τις ισορροπίες του. Είναι σπαρακτικό αλλά δεν κλαψουρίζει, επικό χωρίς να γίνεται ρεζίλι, ατμοσφαιρικό χωρίς να καταντάει post υποκρισία και σκοτεινό χωρίς να επιθυμεί να σε πλακώσει. Αυτό είναι και το πρώτο κερδισμένο στοίχημα της μπάντας. Η μουσική τους μοιάζει να αποτελείται από όλα τα στιλιστικά τους ζητούμενα ακριβώς στις δόσεις που πρέπει. Στέκει μόνη ψηλά σε ένα στενό βράχο και το ατένισμα είναι επικίνδυνο. Ένας λάθος άνεμος είναι ικανός να την παρασύρει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Δεν είναι εύκολο να φτάσεις σε αυτόν τον βράχο. Μακάρι να μείνουν εκεί όσο περισσότερο μπορούν.

Το μονίμως αργό tempo παραδόξως δεν βάζει τρικλοποδιές στη σωστή ροή του άλμπουμ. Αντιθέτως. Ριφολογικά η μπάντα ακολουθεί περισσότερο μια λογική ακόρντων, συνοδεύοντας τη σπουδαία φωνή του Jon Aldara. Υποψιάζομαι ότι αν βγάλεις τις παραμορφώσεις, θα μπορούσαν άνετα να φτιάξουν ένα μελαγχολικό ηλεκτροακουστικό άλμπουμ τύπου 90 watt sun. Δεν το κάνουν όμως και το ενδιαφέρον μένει αμείωτο εξαιτίας λεπτών τρικ: αν παίζεις στα 70 bpm, μια άρση μοιάζει με το να κουνάς τον άξονα του πλανήτη. Εναλλαγές βαριών και soft μερών. Ενίοτε ritual rhythm section. Και κυρίως εξαιρετικά φωνητικά, τόσο στα καθαρά όσο και στα brutal death του. Δεύτερο κερδισμένο στοίχημα, τα διπλά φωνητικά συνήθως κρύβουν τη μετριότητα σε κάποιο από τα δύο – ή και στα δύο. Ο Jon Aldara όντως δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, το χρώμα και ο λυρισμός της φωνής του είναι σχεδόν συντριπτικά.

Μόνη μου ανησυχία μήπως εδώ έχουμε άλλο ένα φαινόμενο τύπου Solstafir, ξέρεις, μην το γυρίσουν στο Nordic rock στο επόμενο, γίνουν πασίγνωστοι και κάποιοι από εμάς λέμε “τα παλιά ήταν καλύτερα” και μας μείνει η ρετσινιά του κακού ξερόλα δεινόσαυρου. Αιτία της ανησυχίας το “Frosthvarv’’. Μην παρεξηγηθώ, πρόκειται για φοβερό track, απλώς, να, ψυλλιάζομαι ότι προς τα εκεί θα το πάνε. Οι Solstafir είναι γκρουπάρα, αλλά δεν χρειαζόμαστε άλλους. Και οι Hamferð γκρουπάρα είναι και τους χρειαζόμαστε έτσι.

Σάλπαρε μαζί τους σε αυτό το χωρίς ελπίδα ταξίδι. Θα βρεθείς σε μια κρύα και γκρίζα θάλασσα, χωρίς ορίζοντα τριγύρω. Δεν θα σε χτυπήσουν καταιγίδες, αλλά θα πλέεις σχεδόν ακίνητος, χωρίς άνεμο, τα πανιά σου δεν θα φουσκώσουν. Θα γευτείς την ανάμνηση, τη δίψα, το δάκρυ, την ελπίδα και την απόγνωση, και δεν θα σε νοιάξει αν τελικά θα επιβιώσεις. Ακόμα κι αν δεν πιάσεις ποτέ ξανά στεριά, έχεις ήδη κερδίσει. Ακόμα κι αν πιάσεις στεριά, έχεις ήδη χάσει.

 

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος