Against a silent 2018 – This year’s top records

 

α. Aνασκοπώντας το 2018 ως μουσική συνθήκη, διαπιστώνουμε ότι η πληθώρα νέων κυκλοφοριών και η παρουσίαση νέων σχημάτων δεν συνέπεσε απαραίτητα με τις εξίσου ζητούμενες ποιότητες και τη χαρτογράφηση πρωτοποριακών προσεγγίσεων. Εντούτοις, η ανθηρή παραγωγή δίσκων ως σημείο των καιρών εξασφάλισε μια αναγκαία οριζόντια ποικιλομορφία και σποραδικές εκλάμψεις αυθεντικής έμπνευσης που διέρρηξαν συντηρητικά μοτίβα και τάσεις στείρας αναβίωσης, με μια πιο ελπιδοφόρα οπτική. Ένεκα απολογισμού, λοιπόν, στέκομαι σε μια ενδεικτική λίστα ακουσμάτων όπου επιβραβεύονται οι παράτολμοι πειραματισμοί, δικαιώνεται η απαιτούμενη δουλειά μυρμηγκιού και οι χαμηλοί τόνοι και, κυρίως, ανοίγουν διαρκή αιτήματα ως παρακαταθήκη για το προσεχές μέλλον.

1. Anna von Hausswolff – Dead Magic (City Slang)

 

2. The Soft Moon – Criminal (Sacred Bones Records)

 

3. Panopticon – The Scars Of Man On The Once Nameless Wilderness, Part I and II (Bindrune Recordings/ Nordvis Produktion)

 

4. Drew McDowall – The Third Helix (Dais Records)

 

5. Tribulation – Down Below (Century Media Records)

 

kudos: The HIRS Collective – Friends. Lovers. Favorites. (SRA Records/ Get Better Records)

 

Pantelis Daskalakis

 

β. Θέτοντας έναν απλό κανόνα, θα όριζα το 2017 ως έτος 1. Συνακόλουθα, ο χρόνος που τελειώνει συντόμως, αντιστοίχως αποτελεί το έτος 2. Έτος αντίθεσης, κατά βάση μα και ως ουσία, θαρρώ. Σε ό,τι αφορά τις μουσικές κυκλοφορίες, ο ως άνω ορισμός μεταφράζεται ως εξής: μεγάλος αριθμός κυκλοφοριών, οι οποίες ωστόσο κινήθηκαν κοντά στη μετριότητα. Το γεγονός ότι οι κυρίαρχες στιλιστικές τάσεις των περασμένων ετών είχαν ήδη οδηγηθεί σε τέλμα εξηγεί εν μέρει αυτήν τη ροπή προς την αδιαφορία, η οποία ήταν πασιφανής, ιδίως στις δουλειές καθ’ όλα καταξιωμένων σχημάτων και καλλιτεχνών. Όμως, κάτω από το πέπλο της φαινομενικής νηνεμίας, μια πλειάδα ρηξικέλευθων σχηματισμών δείχνει να ξεπηδά από το underground στερέωμα, προσθέτοντας μια δόση σπουδαιότητας, μα και ζωντανής αντίληψης στο ήδη υπάρχον μείγμα.

Προς το παρόν, βέβαια, τα σημάδια αυτής της υπόγειας κίνησης ελάχιστα έχουν γίνει αισθητά. Γεγονός που φρονώ πως θα λάβει χώρα στα αμέσως επόμενα έτη, δημιουργώντας –ή αναζωπυρώνοντας, ενίοτε– νέους διαύλους σύνδεσης με το Επέκεινα. Οι πύλες έχουν ανοίξει, τρόπον τινά: οι κινήσεις αυτές ήδη συντελούνται. Κι αυτό ενδεχομένως αποτελεί το μόνο χαρμόσυνο συμβάν, σε μια κατά τα άλλα βαρετή χρονιά, μουσικά μιλώντας. Άνυδρη την είχα χαρακτηρίσει σε άλλη περίσταση. Έχω την αίσθηση πάντως ότι το 2018 ήταν μια ολόπλευρα κρίσιμη χρονιά. Κάτω από την επιφάνεια, τέθηκαν ισχυρές βάσεις. Αυτό που απομένει, είναι η σύνθεση. Το διακύβευμα της νέας εποχής της οποίας τμήμα είμαστε, φρονώ. Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγα πως ανακάλυψα λίγες μα γοητευτικές ηχητικές αφηγήσεις, που με συνάρπασαν, αν μη τι άλλο. Ανυπομονώ για τη συνέχεια, απεχθάνομαι όμως τις προγνώσεις. Στο παρόν, ακολουθεί μια συνοπτική λίστα, η οποία περιλαμβάνει κάποιες φετινές κυκλοφορίες που βρήκα απολαυστικές, προσωπικά.

1. Michael Idehall – Prophecies Of The Storm (Ant-Zen) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Arkouzis – This Hollow World Knows Only Death (Sphingidae)

 

3. Moonshine Effect- Our Eyes Should Meet (Moonshine Effect Recordings) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Cyclothymics- s/t (Είσοδος Κινδύνου) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Christina Vantzou- No. 4 (Kranky) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

kudos: Disequilibrium – Material Substratum (The Throat) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Γιώργος Καναβός

 

γ. Σκατοχρονιά από πολλές απόψεις, αλλά μουσικά όλο και βρίσκονται ήχοι να κατευθύνουν τη συναισθηματική μας πορεία, να οξύνουν την αντίληψη της πραγματικότητας ή να μας παίρνουν μακριά της. Αυτό, λοιπόν, είναι το δικό μου τοπ 5, αποτελούμενο όχι απαραίτητα από τους υπερκαινοτόμους δίσκους ή από τις πιο άγνωστες μπάντες, αλλά από μουσικές που άκουσα και ξανάκουσα και που σίγουρα θα συνεχίσω ν’ ακούω για καιρό.

1.Rolo Tomassi – Time Will Die And Love Will Bury It (Holy Roar)

 

2. Selofan – Vitrioli (Fabrika)

 

3. Imarhan – Temet (city slang)

 

4. Idles – Joy as an act of Resistance (Partisan) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Once Upon A Winter – .existence (Snow Wave)

 

Kudos: Ghostland – Dances On Walls (Manic Depression) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

phren

 

δ. Το 2018 ήταν πλούσιο σε πολιτικοκοινωνικά γεγονότα σε παγκόσμιο επίπεδο με το μούδιασμα και την εσωστρέφεια να επικρατούν, παράλληλα με μια απροσδιόριστη αναμονή για αυτό το κάτι που θα σπάσει αυτήν την κατάσταση και θα ταράξει τα λιμνάζοντα νερά. Η κατάσταση αυτή δεν θα μπορούσε να μην αντανακλάται και στα μουσικά δρώμενα, με κυρίαρχη την αίσθηση της απώλειας μουσικού οράματος από τους δημιουργούς. Η παραγωγή μουσικών υπήρξε αριθμητικά μεγάλη, μαζική έως και εργοστασιακή, αλλά χωρίς αυτό το κάτι που θα κάνει τη δημιουργία ξεχωριστή στο κοινό. Μέσα σε αυτό, όμως, πάντα υπάρχουν μουσικές που ξεχωρίζουν και που αξίζουν την προσοχή μας. Αυτές οι μουσικές που συντροφεύουν τις σκέψεις μας, προκαλούν το συναίσθημά μας και συντροφεύουν τις στιγμές μας.

1. Birds In Row – We Already Lost The World (Deathwish Inc) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

 

3. Gatherers – We Are Alive Beyond Repair (equal vision) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. MESSA – Feast For Water (Aural Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. KEN mode – Loved (Season of Mist) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Ghostland – Dances on Walls (Manic Depression)

Sylvia Ioannou

 

ε. Το 2018 ήταν μουσικά ακόμα μία χρονιά στην οποία δεν μπόρεσε να ξεφυτρώσει κάποιο “κίνημα” ή έστω κάποιο album που θα συσπειρώσει/ενώσει μια μεγάλη μερίδα μουσικόφιλων, “ποιοτικής” μουσικής ή μη. Στον αντίποδα, ήταν ακόμα μια χρονιά που σηματοδότησε τον θρίαμβο του προσωπικού γούστου: υπάρχουν πολλές, άπειρες καλές μουσικές και αξιόλογοι δημιουργοί για άλλα τα γούστα, ακόμα και τα πιο εκκεντρικά, η ανακάλυψη των οποίων, όμως, προϋποθέτει χρόνο κι επίπονη έρευνα. Ο μουσικόφιλος πορεύεται μέσα σε μια σχεδόν αδιαπέραστη ζούγκλα πληροφορίας και υπερπαραγωγής, απλώς για να βρει μια δική του μυστική γωνίτσα. Αν αξίζει τον κόπο; Ο καθένας έχει τη δική του απάντηση. Σίγουρα, πάντως, η μουσική του ’18 ταιριάζει με τον συνολικό συμβολισμό της εποχής του Υδροχόου: αυξανόμενη χαλάρωση των κοινωνικών δομών –ακόμα και στην λειτουργία της Τέχνης– και στροφή όλο και πιο έσω, σε ένα μεγάλο, περήφανο μα και μπερδεμένο Εγώ.

1. The Ocean Collective – Phanerozoic I: Paleozoic (Pelagic Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Perfect Beings – Vier (Inside Out Music) (διαβάστε την κριτική εδώ)

3. Τhe End – Svarmod Och Vemod Ar Vardesinnen (RareNoise Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Boss Keloid – Melted On The Inch (Holy Roar Records)

 

5. Oak – False Memory Archive (Karisma Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Antonis Kalamoutsos

 

ζ. Δεν πιστεύω καθόλου στις λίστες και τους απολογισμούς. Η εμπειρία μού έχει δείξει ότι δεν χρειάζεσαι μια απαρίθμηση ή πέντε σημειώσεις για να κρατήσεις στον νου και την καρδιά σου τη γεύση μιας οποιαδήποτε χρονιάς. Οι μεμονωμένες στιγμές που είχαν ένα απόηχο να αφήσουν έδρασαν αυτοστιγμεί και η όποια εκ των υστέρων καταγραφή ωχριά μπροστά σε αυτό το βίωμα.

Μου πήρε δύο λεπτά να γράψω αυτές τις γραμμές, ενώ κάθε ακρόαση των παρακάτω δίσκων με βοήθησε να περάσω λίγο πιο ήρεμα, λίγο πιο θαρρετά ολόκληρους μήνες. Τι να συγκριθεί με αυτό; Ο επόμενος μουσικός χρόνος, ευελπιστώ.

1. Τhe Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (Thrill Jockey) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

3. The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici d’ailleurs) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. Medicine Boy – Lower (Fuzz Club Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Cataya – Firn (Moment Of Collapse Records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Kudos: Forever House – Eaves (Infrequent Seams) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

η. Το ’18 δεν ήταν μια σημαδιακή χρονιά για τίποτα. Ενώ πολλά συνέβησαν σε παγκόσμιο επίπεδο, μια αόρατη σκούπα τα έβαζε κάτω απ’ το χαλάκι. Οπότε όλα βαίνουν καλώς χαζεύοντας τις οθόνες μας και γιγαντώνοντας τον παθητικό ναρκισσισμό μας. Όλο αυτό δεν θα μπορούσε να μην ακουμπά και τη μουσική. Για άλλη μια χρονιά βγήκαν άπειρα άλμπουμ χωρίς ουσία τα οποία και ήταν από τα πριν καταδικασμένα να βουλιάξουν στον χαμό που συγκρότησαν οι δημιουργοί τους και τα αντίστοιχα label τους. Ιδιαίτερα φέτος διαφάνηκε μια πιο έντονη εμμονή στην αυτοπροβολή που είχε ως αποτέλεσμα να βγαίνει μπροστά το μουσικό εγώ ως μια άλλη σέλφι. Λίγα άλμπουμ ξεχώρισαν σε αυτό το περιβάλλον και ακόμη πιο λίγα κατάφεραν να ξεπροβάλλουν στο προσκήνιο κουβαλώντας κάτι το νέο. Αυτά παραθέτω ελπίζοντας ότι μπορούν αυτά στο μέλλον να αλλάξουν κάτι από τη στασιμότητα αυτών που ακούμε και ζούμε.

1. Fire! – The Hands (rune grammophon) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

2. Christina Vantzou – No4 (kranky)

3. Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

4. The Black Book (iDEAL) (διαβάστε την κριτική εδώ)

 

5. Caterina Barbieri – Born Again In The Voltage (important)

 

kudos : Cold Leather – Smart Moves (adagio830)
(διαβάστε την κριτική εδώ)

 

Μπάμπης Κολτράνης

Cataya – firn (Moment Of Collapse Records)

Θα έχετε ίσως παρατηρήσει ότι για ορισμένα έργα τέχνης πολύς κόσμος δυσκολεύεται να μιλήσει με τεχνικούς όρους ή να μείνει για πάνω από ένα λεπτό στην καλλιτεχνική αρτιότητα της δομής τους. Από το επόμενο λεπτό τον χώρο κατακλύζει η ανάγκη να μιλήσουμε για συναισθήματα, για το πού βρισκόμασταν και τι κάναμε όταν μας “χτύπησε” αυτή η πρώτη νότα.

Παραδόξως, πίστευα ότι θα μου ήταν πολύ πιο εύκολο να γράψω πέντε λόγια για τον νέο δίσκο των Cataya, μια που στο Against The Silence έχουμε τη χαρά να τους παρακολουθούμε από την πρώτη τους κιόλας κυκλοφορία, ενώ κομμάτι τους έχει στο παρελθόν συντροφεύσει συλλογή μας. Εις μάτην!

Η “όμορφη και διαβρωτική μέχρι το τέλος” μελαγχολία του Sukzession (2015) έχει λάβει πλέον απροσδιόριστα συγκινησιακές διαστάσεις στο νεόκοπο firn . H μπάντα φαίνεται να έχει μετουσιώσει τις post-black εκρήξεις του πρωτόλειου έργου της σε συναισθηματικό φορτίο εφάμιλλο της μουσικής των This Will Destroy You. Το εναρκτήριο κομμάτι “destiny” φέρνει στον νου τη “μυρωδιά” ενός φθινοπωρινού πρωινού ενδοσκόπησης και αναστοχασμού τόσο οικείου που ακόμα και ο κυνικότερος από εμάς δεν μπορεί να απαρνηθεί.

Στο δε “madera sagrada”, που είχε ήδη κυκλοφορήσει ως single τον Αύγουστο, βρίσκουμε πράγματι το χαρακτηριστικότερο κομμάτι του δίσκου, αυτό που απηχεί την πρόθεση των Cataya να αποδώσουν το συνθετικό τους εύρος με τέτοιο δυναμισμό ώστε να νιώσουμε απροστάτευτοι μπροστά στο απρόσμενο πέρασμα στην black ατμόσφαιρα του “vis-à-vis”.

Με τη συνήθη για το είδος κάθαρση του αποχαιρετιστήριου “ausblick”, η εσωτερική φόρτιση του περασμένου μισαώρου βρίσκει τη δίοδό της. Ο απόηχός της μένει για μέρες στον νου και το θυμικό μας δεν μπορεί παρά να κρατήσει μόνο ένα συνονθύλευμα συναισθημάτων, των οποίων τα μεμονωμένα ονόματα και οι εντάσεις εκμηδενίζονται μπροστά στην ωμότητα του βιώματος.


You may have noticed that when it comes to certain works of art, people find it difficult to describe them in technical terms or maintain the conversation around the excellence of their structure for more than a few minutes. Shortly after an overwhelming urge to talk about our feelings takes over – we focus on where we were and whatever it was we were doing at that very moment that the first note struck our ears.

Paradoxically, it was my impression that I would find it simpler to write a few words about Cataya’s new release, since Against The Silence has had the pleasure of being acquainted with their music from their first release, whilst they’ve contributed with a song in one of our previous compilations. In vain!

“The beautiful and corrosive to the end” melancholy they introduced themselves with in their debut Sukzession (2015) has taken indefinitely emotional proportions in firn. The band seems to have denatured their post-black explosive moments of their debut into an emotional load much like that of This Will Destroy You. The starting point of the new album, the track “destiny” “smells” like a morning in the fall – full of introversion and retrospection. A scenery so familiar that even the most cynic of us could not argue against.

In “madera sagrada”, the single that Cataya released in August, the band presents us with the album’s most characteristic composition – the one that states their intention to show us their synthetic range with such force that we feel unprotected when confronted with the unexpectedly black atmosphere of “vis-à-vis”.

This genre is known to provide us with a catharsis and this is what we get during “ausblick”. All our emotional load finds a passage, but its echo remains close to heart for days. On an emotional level, you cannot but hold on to a mixture of feelings whose separate names and intensity is nullified in the sight of this experience’s crudeness.

 

 

Viktoria L./ Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Ten New Songs Countdown, 55

Dekalogoi55

Oiseaux-Tempête – I Don’t Know What Or Why (feat. Tamer Abu Ghazaleh)

Μετά το Utopyia? οι OT προχωράνε προς Ανατολάς για να αφουγκραστούν τις τεράστιες και βίαιες αλλαγές που συντελούνται εκεί. Συμπράττοντας με Άραβες μουσικούς και ηχογραφώντας μέρος του δίσκου στη Βηρυτό βγάζουν ένα ζοφερό δίσκο που απηχεί αυτό που συμβαίνει εκεί όσον αφορά την προσφυγιά, τους πολέμους και την ανείπωτη δυστυχία. Για την ιστορία ο δίσκος θα βγει μέσα Απρίλη.

Brokeback – Cairo Levee

Τέσσερα χρόνια πέρασαν από το τελευταίο άλμπουμ των Brokeback, της μπάντας που ηγείται ο Douglas McCombs, μέλος των Tortoise. Μετά από πολλά στάδια δοκιμής διαφόρων συνθέσεων στην μπάντα επιστρέφουν με κάτι ανεβαστικό και σχεδόν πρωτότυπο. Κάπως σαν να ακούμε μια post rock μπάντα να παίζει κάτι γκρούβυ με το μυαλό της πάντα κολλημένο στη σκηνή του Σικάγο. Σε λίγες ημέρες βγαίνει ο δίσκος και θα έχουμε την ευκαιρία να ακούσουμε και τα υπόλοιπα κομμάτια του.

Cataya – Vis-a-vis

Άγνωστο πότε θα βγει το νέο άλμπουμ των Cataya, αλλά φαίνεται ότι ο ορυμαγδός που προκάλεσε η πρώτη τους κυκλοφορία στα αόρατα γραφεία του ats, θα έχει και συνέχεια. Το νέο τους άσμα πατάει πάνω στο ήδη κατατεθειμένο τους υλικό με τις κιθάρες μόνο στα βαριά σημεία να έχουν μια περισσότερο άγρια-ξερή υφή από τα προηγούμενα τους. Πάντως, όπως φαίνεται, η ευρεία τους αναγνώριση στους κόλπους του ορχηστρικού ήχου δεν θα αργήσει να συμβεί. (view)

Pissed Jeans – The Bar Is Low

Πάντα στο όριο να θυμίζουν αρκετά τους The Jesus Lizard τα κατουρημένα τζιν πείθουν για άλλη μια φορά ότι μπορούν να γράψουν ένα άρρωστο και εκρηκτικό κομμάτι. Το ακούς και νομίζεις ότι είσαι μέσα στο ηχείο εν ώρα συναυλίας τους. Και μη χειρότερα!

The Black Angels – The Currency

Άλλη μια δισκογραφική επιστροφή που θα συζητηθεί από μουσάτους, τύπισσες με τατουάζ και λοιπά κομψά όντα της νύχτας και του rock n roll. Το νέο τραγούδι των TBA έχει όλα αυτά τα στοιχεία που τους έχουν κάνει να ξεχωρίσουν και μάλλον θα αναδειχθεί και σε νέο αγαπημένο συναυλιακό ύμνο. Τον Απρίλη ο νέος τους δίσκος. (view)

Clark – Peak Magnetic

Τσαλακωμένη φάτσα σε ένα περίεργο φόντο και ένα μπιτ που τρέχει σε λιβάδια πριν από μια καταιγίδα. Αυτά και άλλα πολλά συμβαίνουν στο νέο κομμάτι του Clark και ως συνήθως το επερχόμενο του άλμπουμ είναι καταδικασμένο να ακουστεί μετά μανίας. Η όλη δύναμη του συγκεκριμένου κομματιού κρύβεται στη μελωδία που εμφανίζεται στα μισά του και κορυφώνεται στο τέλος. Τί άλλο να θέλουμε;

The Tiger Lillies – Cold Night In Soho

Κρύα νύχτα και μια ιστορία παίζει μπροστά σε φώτα παρκαρισμένου αυτοκινήτου που έχουν ξεχαστεί ανοικτά. Ένα περιφερόμενο τρυπημένο κορμί αποζητά τρεις τελείες, ούτε ερωτήματα, ούτε απαντήσεις. Μια μοναξιά που ζυγίζει όσο μια τελευταία ανάσα πριν την τελευταία αυγή. Για όλα αυτά υπάρχει μια μπάντα που μπορεί να τα ερμηνεύσει με μαγεία και αυτή είναι οι The Tiger Lillies. (listen)

Kassel Jaeger Jim O’Rourke – Wakes On Cerulean (excerpt)

Άμεση η χαλαρωτική επίδραση του πρώτου δείγματος της συνεργασίας των δυο αυτών μουσικών. Στα ανοιχτά μιας πειραματικής διάθεσης που εμπεριέχει ηχογραφήσεις από θάλασσα, βυθίζεται ολοένα η μουσική σε μια χαοτική και γαλήνια φύση όπως αυτή των κυμάτων ή των σύννεφων σε αργή κίνηση. Λογικά όλος ο δίσκος θα κινείται σε αυτό το μοτίβο.

Christina Vantzou & John Also Bennett – Chione

Άλλη μια συνεργασία υψηλού επιπέδου στο χώρο της πειραματικής σκηνής. Οι δυο τους προσφέρουν ένα κινηματογραφικό ηχητικό κύμα στη συλλογή Disquiet vol. I της οποίας τα έσοδα θα πάνε όλα σε οργανώσεις που μάχονται υπέρ των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, των γυναικών, της ελεύθερης δημοσιογραφίας και άλλων σύγχρονων θεμάτων. Για καλό σκοπό λοιπόν…

Evan Caminiti – Toxic Tape (Love Canal)

Η πόλη έχει τη δική της φωνή η οποία αποτελείται από οτιδήποτε πέφτει από τα χείλη μας άψυχο κάτω. Όσον αφορά τη σύνδεση της Νέας Υόρκης με το επερχόμενο άλμπουμ του Evan, μέλους των Barn Owl, αυτό το φαινομενικά χαμένο στο χάος περνά από μια ιδιότυπη ανακύκλωση προς μουσική τέρψη. Κάτι σαν το νομοτελειακό σκοπό του κάθε θορύβου να γίνει ήχος τελικά. 

Cataya – Sukzession (Moment of Collapse Records)

Ένα από τα χαρακτηριστικά της μοντέρνας κοινωνικότητας είναι το αίσθημα της μελαγχολίας. Σιωπηλή, όχι σαν έκπληξη αλλά μάλλον σαν μια τελετουργική διαδικασία. Ξέρεις ότι κάποια στιγμή θα το ζήσεις, το περιμένεις αλλά δεν γνωρίζεις την ακριβή χρονική στιγμή. Και η στιγμή παραμένει και μεταμορφώνεται σε κομμάτι του εαυτού σου.

Το ίδιο συμβαίνει και με τον δίσκο των Cataya, Sukzession. Η μελαγχολία διακρίνεται από την αρχή. Όμορφη και διαβρωτική μέχρι το τέλος. Μια νοσταλγική νότα που θυμίζει μπάντες τύπου Daturah, Red Sparowes και Amenra. Αλλά κάπου έχουν βάλει την δικιά τους πινελιά. Κάπου μέσα στη μελαγχολία του, το υποκείμενο αναζητά μια ψεύτικη κάθαρση. Η τελετουργία της προσμονής της μελαγχολίας έρχεται κόντρα με τον χαοτικό προγραμματισμό της. Η έγχρωμη στατική υπόβαθρή μελωδία διακρίνεται σε κάθε κομμάτι και λειτουργεί προσθετικά με την διαφορετικότητα των υπόλοιπων κομματιών. Ο διαχωρισμός  επιβάλλεται για τυπικούς λόγους αλλά ακούγοντας τον δίσκο, θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο κομμάτι 45 λεπτών. Η κολλητική ταινία είναι η μελωδία που προαναφέρθηκε και το οινόπνευμα είναι η black αισθητική που δίνει η μπάντα από ένα σημείο και μετά. Σαν μια επάλειψη σε μια πληγή που τελικά δεν θα επουλώσει ποτέ. Θα αφήσει την ουλή και η ουλή θα παραμείνει στο δέρμα. Να θυμίζει το ο,τι παλιό.

Τα ξεσπάσματα ορίζουν την διαφορετικότητα της στιγμής αλλά εντέλει το black είναι ενδημικό, είναι γενεαλογικό. Η μελαγχολία αποκαλύπτεται μέσα από τη διαδικασία της αυξανόμενης έντασης και δεν είναι τίποτα άλλο από το άλλο μισό του παράξενου ουρανού της. Η εσωτερίκευση του συναισθήματος μπορεί να βγει σαν υπαρξιακό βίωμα αλλά η αντίθετη περίπτωση, ενδέχεται να βγάλει έναν εχθρό του υποκειμένου. Και εκεί ακριβώς έρχεται το μαύρο στοιχείο του δίσκου. Η μελαγχολία των παλιών έρχεται και παντρεύεται παράδοξα και απρόσμενα με ένα διαφορετικό στοιχείο.

Ο φόρος τιμής βγαίνει μέσα από την συναισθηματική ένταση της πρώτης και δεύτερης κιθάρας και η πραγματική αγάπη φαίνεται στο δέσιμο με τα τύμπανα και το διακριτικό μπάσο. Η μεθοδευμένη τελετουργία των οργάνων έρχεται και συγκλίνει και με αυτή της μελαγχολίας. Και νομίζω ότι η επιτηδευμένη κίνηση έβγαλε σωστά το συναίσθημα. Από μια post-rock tribute μπάντα μετατράπηκαν σε μια πανέμορφη γοητεία. Και στον τερματικό σταθμό η γοητεία ανακατεύεται με τους ήχους μιας ξεχασμένης μπάντας (Lvmen). Η δομή του δίσκου επιβάλλεται στο τέλος σαν το αναπόφευκτο συναίσθημα της μελαγχολίας.

 

 

 

Ichie