Idles – The You & What Army Faction – Boss Hog

Idles – Brutalism (Balley Records)

Έχετε βαρεθεί τις νέες μοδάτες μπάντες του κιθαριστικού ήχου που παίζουν ξεψυχισμένα τραγουδώντας τα ίδια και τα ίδια; Προφανώς ναι, οπότε οι Idles από το Μπρίστολ είναι το τέλειο αντίδοτο. Για την ακρίβεια, αυτήν την άποψη φαίνεται να την μοιράζονται όλα τα έγκριτα ή μη μουσικά ιστολόγια μιας και το ντεμπούτο τους εκθειάζεται παντού!

Η συνταγή είναι η γνωστή: πρωτοεμφανίζεται μια μπάντα με μια σειρά εκρηκτικών EPs, βγάζει το ντεμπούτο της με βάση αυτό το υλικό, κοτσάρει και ένα εμπνευσμένο βίντεο και η επιτυχία είναι δεδομένη. Δύσκολο να μη σ’ αρέσει το τρομερό παίξιμο της μπάντας που δένει τέλεια με την a la David Yow παραφροσύνη του τραγουδιστή. Βέβαια, για να λέμε και του κουφού το δίκιο, κάπου κουράζει το συνεχές κοπάνημα της μπάντας και δυστυχώς μόνο το τελευταίο άσμα του δίσκου φανερώνεται μια άλλη, πιο βαθυστόχαστη μουσικά, πλευρά της μπάντας. Επίσης λείπουν σε κάποιο βαθμό οι μεγάλες μελωδίες που θα απογειώσουν το σφιχτοδεμένο υλικό τους. Σε αντιπαράθεση με όλα αυτά, φαντάζει διόλου ευκαταφρόνητο το γεγονός ότι ένας μοντέρνος punk rock δίσκος ακούγεται οξυδερκής, φρέσκος και συνάμα σουξεδιάρικος . Αναμένουμε και ανάλογη συνέχεια.

The You And What Army Faction – Rite (Sweetohm Recordings)

Για τη συγκεκριμένη αθηναϊκή μπάντα έχουμε ξαναγράψει οπότε περνάω αμέσως στο παρασύνθημα. Εξάλλου στο νέο τους άλμπουμ υπάρχει αυτή η αμεσότητα από την πρώτη του κιόλας νότα όπου χωρίς πολλά-πολλά γεύεσαι ευθύς τον πρωτότυπο ήχο τους. Πρωτότυπο όχι με την έννοια ότι αυτά που παίζουν δεν τα έχεις ξανακούσει (αχ αυτά τα 9o’s), αλλά ότι συνεχίζουν να παράγουν κάτι που συνολικά θυμίζει μόνο τις προηγούμενες δουλειές τους.

Υπάρχουν δυο πλευρές που αφορούν το άλμπουμ αυτό στις οποίες θα ήθελα να σταθώ. Η μια είναι η παραγωγή του που καθορίζει τον χαρακτήρα του σε έντονο βαθμό. Οι κιθάρες χαρακτηρίζονται από έναν ήχο κοφτερό και ευφάνταστο, αλλά στα υπόλοιπα όργανα κρέμεται η μέγγενη της ελληνικής παραγωγής με ότι μπορεί να σημαίνει αυτό. Τουτέστιν όλα ακούγονται κάπως αποκομμένα μεταξύ τους και τα ντραμς ανά στιγμές αδύναμα. Με το ταλέντο της, όμως, η μπάντα καταφέρνει να καλύψει σε ορισμένες στιγμές τις όποιες προαναφερθείσες αδυναμίες.

Αυτό που δεν καταφέρνει να καλύψει είναι το αδιέξοδο που χαρακτηρίζει αρκετές συνθέσεις του δίσκου. Τα τραγούδια ηχούν σαν γέφυρες οι οποίες τραβάνε σε πλάτος και αντί να οδηγούν σε κορύφωση, ρέπουν προς μια νωχελικότητα. Όλα ακούγονται σαν να παίζονται σε αργή ταχύτητα και αυτό σφραγίζεται και από την μονόχρωμη ερμηνεία του τραγουδιστή που θυμίζει ψιθύρους στη νύχτα. Σε θεωρητική βάση όλα αυτά δεν θα ακουγόντουσαν κατ’ ανάγκη προβληματικά, αλλά στην πράξη μου μένει μια γεύση ότι άλλο σχεδίαζε η μπάντα να βγάλει στο Rite και άλλο τελικά της βγήκε.

Boss Hog – Brood X (in the red records)

Οι Boss Hog δείχνουν να μην έχουν κανένα άγχος επιστρέφοντας από το πουθενά. Από σπόντα φτιάχτηκαν το 1989, όποτε ήθελαν έβγαζαν δίσκο, κατά λάθος υπέγραψαν σε πολυεθνική το 1995 και γενικά αυτό που τους ένοιαζε ήταν μόνο να παίζουν αυτό το βρώμικο και φάνκι rock n’ roll τους. Ότι έβγαλαν νέο δίσκο φέτος μπορεί να θεωρηθεί από μόνο του ως μια επιτυχία, αλλά όπως φαίνεται το ζεύγος των Christina Martinez και John Spencer (ναι, αυτός) δεν αρκείται σε νεκραναστάσεις.

Φανταστείτε μια τρελοπαρέα που ξαναπιάνει τα όργανα της και κλείνεται ένα διήμερο για να ηχογραφήσει νέο υλικό. Κάπως έτσι ηχεί το Brood X. Το εξώφυλλο με την τεντωμένη γυμνή πλάτη υποδηλώνει ότι η μουσική τους για άλλη μια φορά βιώνεται ως χορευτικό και σαρκικό κάλεσμα. Η μουσική τους που θυμίζει James Brown, The Cramps και Lydia Lunch, η χροιά της φωνής, η γκρούβα που δεν σταματά ποτέ παραμένουν τα βασικά χαρακτηριστικά της μπάντας. Όλος ο δίσκος θυμίζει μεθύσι προς τιμή της αναπόλησης των παλιών κακών ημερών και όπως ένα τέτοιο, δεν διαθέτει αποκλειστικά σπινθηροβόλες στιγμές και εμπνευσμένες ατάκες. Μερικές φορές, όμως, σου μένει μόνο ένας στίχος όπως αυτό στο μυαλό: “What’s wrong baby?”… “Everything” και δεν χρειάζεται να απαιτήσεις κάτι παραπάνω από τις στιγμές διαύγειας της προηγούμενης νύχτας.

Μπάμπης Κολτράνης