Σκέτος καφές (The Man Who Died In His Boat)

Κάτι άγνωστο συμβαίνει εντός μου και πριν το καταλάβω ανοίγω τα μάτια. Το φως έξω αμυδρό και μετά από κάθε ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων η φωτεινότητα μεγαλώνει. Αργά όλα αποκαθίστανται στην τάξη, τα χρώματα, οι κινήσεις, όχι όμως και οι σκέψεις. Αυτές περιμένουν τον σκέτο καφέ. Σηκώνομαι και στέκομαι μπροστά σε μια μηχανή που μπορώ να την υποκαταστήσω με ποτήρια και πετσέτες, αλλά δεν μπορώ να την ανταγωνιστώ σε ταχύτητα και εξυπνάδα. Τον χειμώνα μέτρια η δοσολογία στον καφέ, το καλοκαίρι λίγο πιο βαρύς με ένα παγάκι μέσα, ποτέ ζάχαρη, ποτέ γάλα. Τα σήματα καπνού πάνω από το μηχάνημα κόπασαν και γεμίζω το ποτήρι προσεκτικά. Με την πρώτη γουλιά το μυαλό μαρσάρει και κάτι σαν έμπνευση μου χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει όμως κανείς και αυτή τα μαζεύει και φεύγει.

Με μια χριστουγεννιάτικη ή βερολινέζικη κούπα στο χέρι μεταβαίνω στο γραφείο με τη χαρτούρα για ντεκόρ περιπέτειας. Πατάω το on χωρίς να το βλέπω και η οθόνη από μαύρη, γίνεται μπλε και μετά πολύχρωμη. Τσεκάρω το κινητό μην τυχόν η ώρα πέρασε. Η ίδια ώρα φαίνεται στην κάτω δεξιά γωνία της οθόνης, όλα σε τάξη λοιπόν για αρχή. Ανοίγω την πρώτη σελίδα όπως το παράθυρο της κουζίνας, που πάντα δείχνει σπίτια σχεδόν ακατοίκητα και περαστικούς σχεδόν περίεργους που με κοιτάνε αδιάφορα. Στα mail όλα υπό έλεγχο, ο αριθμός τους δεν αυξάνεται με απειλητικό ρυθμό. Στο fb άπειρες ειδοποιήσεις για να χαθώ καθώς έχω ξεχάσει που είχα μείνει χτες. Μηνύματα λίγα, αλλά επίμονα. Το πρώτο «καλημέρα» γυαλίζει μπροστά μου, ααα, το έγραψα εγώ πρώτος. Μην ξεχάσω να στείλω για την ομάδα, να ρωτήσω τι συνέβη εκεί που δεν πήγα, να δηλώσω ενδιαφέρον για μια εκδήλωση που δεν θα πάω, να σαπορτάρω μια μουσική που δεν έχω ακούσει, να πατήσω like σε ένα κομμάτι που δεν θα ακούσω, να μιλήσω με ένα άτομο που ποτέ δεν θα γνωρίσω… πιθανόν.

Η ώρα περνά, ο καφές λιγοστεύει ευτυχώς πιο αργά από αυτήν και ανοίγω το στερεοφωνικό που είναι συνδεδεμένο με το pc για να δω τι μου έχουν στείλει από μουσικές. Καλό-εντάξει-αδιάφορο-γιατί μου το έστειλαν, σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα βγαίνει η βαρύνουσα απόφαση. Πάμε παρακάτω! Φάκελοι στον (πολύ) σκληρό, γαμώτο, πού είναι το άλλο που ψάχνω; Αυτό γιατί υπάρχει δυο φορές; «Όταν σβήνεις κάτι αυτό μπορεί να χάνεται, αλλά ο χώρος που είχε καταλάβει δεν αδειάζει», τι το ήθελες, φίλε μηχανικέ, με τη φιλοσοφική σου ρήση, πιο πολύ με μπέρδεψες, παρά με βοήθησες. Επιλέγω κάτι ήπιο, πρωί είναι. Αν ξεκινήσουμε με τα άγρια, το μεσημέρι θα έχουμε απογειωθεί. Πατάω «αναπαραγωγή» αν και δεν προβλέπονται γεννητούρια. Ο καθαρός ήχος γεμίζει το δωμάτιο. Επιστροφή στις συνομιλίες, στις ειδήσεις, σε κάποιο κείμενο που τις αναιρεί, στα βίντεο με ζωάκια, στα αστεία δημοτικού, στις διαφημίσεις παντού, από πάνω , από κάτω, από δίπλα. Ο σύντομος δίσκος που δεν ήταν δίσκος τελείωσε. Τι μου έμεινε από δαύτον; Για να τον αφήσω να παίξει ολόκληρος κάτι θα έλεγε, αλλά αυτό είναι το θέμα; Τι γίνεται με την πεμπτουσία της μουσικής, το βίωμα, το συναίσθημα, τη συγκίνηση. Η προσήλωσή μου έχει εξασθενήσει με τόσα μπροστά μου, ο ήχος του υπολογιστή με προστάζει να τον ταΐζω συνέχεια εντολές με το πληκτρολόγιο και το ποντίκι (και δεν έχω πλέον γατί στο σπίτι). Δηλαδή πριν την ύπαρξή του ακούγαμε με τον καφέ βινύλια; Αυτά τα σκονισμένα αντικείμενα του πόθου που όσο δεν τα παίζεις μαραζώνουν; Προσωπική μου θεωρία αυτή, που την έβγαλα όταν είδα έναν δίσκο μου ελληνικής παραγωγής να βγάζει κάτι μικρά εξογκώματα, του είχα υποσχεθεί να τον παίζω πιο συχνά και μπορεί να μην ανάρρωσε ποτέ, αλλά οι κακοήθεις όγκοι σταμάτησαν να επεκτείνονται. Άλλος ένας διάλογος κατ’ ιδίαν με τη μουσική που είχε happy end, γιατί με αυτή στο τέλος οι καλοί νικούν, ο πλανήτης σώζεται, η πίτα είναι ολόκληρη και ο σκύλος (που δεν είχα ποτέ) είναι πάντα χορτάτος.

grouper.coffee

Με μια αποφασιστική κίνηση νοκ-άουτ τα κλείνω όλα και ανοίγω το πικάπ. Διαλέγω το The Man Who Died In His Boat της Grouper. Κάπου είχα διαβάσει ότι πολύς κόσμος προτιμά τη μουσική της για νανούρισμα, αλλά εμένα καμία μουσική δεν με νανουρίζει, καθώς τρυπά στα εγκεφαλικά κύτταρα μαλώνοντας πάντα με τον Μορφέα για το ποιος θα επιβληθεί πάνω σε αυτά. Οι ήχοι της με βάζουν στον καναπέ να κοιτάζω το εξώφυλλο που η ίδια έχει σχεδιάσει και να κάνω ότι διαβάζω τους στίχους της που δεν υπάρχουν σε κανένα εσώφυλλο. Σκέφτομαι τα πρωινά που τον πρωτάκουσα στους -15 βαθμούς Κελσίου στον Βορρά, σε ένα βαγόνι και το πώς αυτή η αίσθηση του τότε δένει με το άσχετο τώρα. Το τότε το αγκαλιάζει, ερωτοτροπεί μαζί του και στο τέλος τα δυο τους αφού έχουν χαλαρώσει αποχωρίζονται για να τραβήξει το καθένα τον δρόμο του. Είναι η στιγμή που ο δίσκος τελειώνει, μαζί και ο καφές και έρχεται η ώρα που μου λέει ο ήλιος να ετοιμαστώ για τη δουλειά. Ευτυχώς αυτήν τη φορά θα έχω να ακούω κάτι στον εγκέφαλο μου όλη τη μέρα!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Oliver Coates – Shelley’s on Zenn-La (rvng. intl.)

Τελικά είναι ο σύγχρονος τρόπος ζωής που μας εμποδίζει να αυτοσυγκεντρωθούμε στις νέες μουσικές αγαπώντας τες όπως τις παλιές ή μήπως η ίδια η σύγχρονη μουσική ζορίζεται κάπως να μας κρατήσει το ενδιαφέρον; Την απάντηση μπορεί να προσπαθούμε να τη δώσουμε μελετώντας τα νέα άλμπουμ που σας παρουσιάζουμε εδώ στο ats, αλλά την ίδια στιγμή υπάρχουν και περιπτώσεις δίσκων, όπως το τρίτο προσωπικό άλμπουμ του Oliver Coates, που αδιαφορούν για το αν κερδίζουν κάποιο στοίχημα, την προσήλωσή μας ή το να ξεχωρίσουν μέσα στον σωρό.

Η αθωότητα του δίσκου μάλλον είναι και το δυνατό του στοιχείο. Αρχικά εκπλήσσει με την παρολίγον ρετρό idm αίσθηση και την ξεκάθαρη μελωδικότητα που γεμίζει όλο τον δίσκο. Ήχοι ευφορίας πάνω σε ρυθμούς σχεδόν αρχαϊκούς μας κάνουν να ξεχνάμε τι χρονιά έχουμε! Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το υλικό εδώ είναι τόσο χειροπιαστό και μικρούτσικο (κούτσικο που έλεγε κι η γιαγιά μου) που θαρρείς και χωρά στη χούφτα σου, αν και αποφεύγει την lofi λούμπα της νέας εποχής. Οι πραγματικές συνθέσεις μέσα στην απλότητά τους προχωράνε σαν πασχαλίτσες πάνω στην παλάμη σου κι εσύ, προσπαθώντας να μην τις ενοχλήσεις, τις φωτογραφίζεις στη μνήμη σου πριν πετάξουν και χαθούν. Εντέλει μπορεί να μην απομνημονεύεται κάθε στιγμή του άλμπουμ, αλλά συνθέσεις όπως το “A Curch” γεννήθηκαν για να σου φτιάχνουν τα πρωινά!

Ίσως να ’ναι αυτή η τυχαιότητα στη ροή των κομματιών που μόνο τυχαία δεν είναι, η οποία κάνει το υλικό να ακούγεται σαν να συναρμολογήθηκαν όπως τα έφερε ο χρόνος και η στιγμιαία έμπνευση του δημιουργού που ενίοτε αυτή εμπεριέχεται εντός του. Αυτός όμως ποτέ δεν σταματά και περνώντας αφήνει ένα αποτύπωμα της δουλειάς του Oliver Coates που όσο ταπεινό κι αν ακούγεται, άλλο τόσο επιφυλάσσει ενδιαφέρουσες ακροάσεις στο κοντινό ή ασυνεχές μέλλον. Μια ερώτηση στο τελευταίο άσμα του δίσκου και το πώς αυτό μας επαναφέρει στην αρχή του αρκεί!


Is modern life preventing us from concentrating on new music and to love and embrace it as we do with oldies, or does contemporary music fail to catch our attention? Here on ats, we are trying to provide an answer through our studies and our reviews, but at the same time there are some records, like the third album of Oliver Coates, that seem not to care if they are winning a bet, our attention or if they are, in the end, standing out.

The naivety of this album is somehow its strong element. Its almost retro idm feeling and its clean melodies, that fill the album, come as a surprise upon first hearing. Sounds of euphoria on ancient rhythms loosen and distort the notion of time, rendering it rather difficult to remember what year it is! But it’s not only that. The material here is so tangible and tiny that it could easily fit in your hands, even though the lofi production of the new age is clearly avoided. These real compositions in their simplicity walk like ladybugs in the palm of your hands and as you strive not to disturb them, you take a mental picture before they disappear. Eventually not all moments of the album are memorable, but songs like “A Church” were created to cheer you up in the morning!

Maybe it’s the randomness of the tracks’ flow, which is not random at all, that makes them sound as if they were composed naturally and by the momentary inspiration of the artist who carries it inside them. Time doesn’t stop and as it flows it leaves a footprint of Oliver Coates’ work that, as humble as it sounds, it has many interesting listens in store for us in the near or non-continuous future. Just one question on the last song and how it guides us back to the beginning of the album, is enough.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Else Marie Pade – Iannis Xenakis

Στην εποχή της σύγχυσης που ζούμε, δεν θα μπορούσε να μην ισχύει και για τους καλλιτέχνες και δημιουργούς το ό,τι δηλώσεις είσαι, αντί του να δηλώνεις ό,τι είσαι. Όλ@ ανεβαίνουν σε ένα αόρατο βάθρο για να δηλώσουν αφενός ότι είναι πολιτικά σκεπτόμενα άτομα ενώ απέχουν από την πολιτική δράση και αφετέρου ότι είναι κοινωνικά ευαίσθητα, χωρίς να επεμβαίνουν κοινωνικά κάπου. Στη μόδα επανέρχονται συνεχώς οι ταμπέλες, όχι ως στοιχείο που οφείλουμε να ξεπεράσουμε ώστε να μιλήσουμε μια κοινή γλώσσα αλλά ως παράσημα ενός αόρατου πολέμου που μάλιστα σημειώνει κερδοφόρες μάχες. Μην τον ενοχλείτε αυτόν τον κόσμο, εξάλλου ούτε αυτός ενοχλεί αυτό που ζούμε.

Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Πέρα ακόμη και από το φαινόμενο της στρατευμένης τέχνης, έντονο σε προηγούμενες δεκαετίες, το οποίο έφτασε νωρίς στα όριά του και χωρά εξάλλου αρκετό προβληματισμό ως ζήτημα, έχουμε παραδείγματα ανθρώπων που πολέμησαν πραγματικά για έναν διαφορετικό κόσμο που είχαν στις καρδιές τους. Το ενδιαφέρον στοιχείο στα δύο παραδείγματα που θα αναφέρουμε, πέραν της σημαντικότητάς τους, είναι ο χώρος από τον οποίο προήλθαν μουσικά και στιγμάτισαν με το έργο τους στη συνέχεια. Δεν πρόκειται για κάποιον χώρο που θεωρείται (ή θεωρούταν για την ακρίβεια) κατεξοχήν επαναστατικός, αλλά για τη σύγχρονη πειραματική μουσική που για τον περισσότερο κόσμο θεωρείται ακαδημαϊκή και απολίτικη, πεποίθηση που και οι ίδιοι οι φορείς της προωθούν συνειδητά ή μη σήμερα. Κλείνοντας την εισαγωγή να σημειωθεί ότι δεν θα καταπιαστούμε με το συνολικό έργο τους, αλλά θα εστιάσουμε στην πολιτική τους δράση που καθόρισε τη σκέψη τους και την πορεία τους, χωρίς να αποτελέσει απλώς τις δάφνες ενός επαναστατικού παρελθόντος.

Η Else Marie Pade, πριν γίνει το πρώτο άτομο στη Δανία που ασχολήθηκε με την ηλεκτρονική μουσική και μία από τις κρυφές πρωτοπόρους του είδους, είχε πάρει μέρος στην αντίσταση εναντίον των Ναζί. Πιτσιρίκα ακόμη, έφτυσε ένα απόσπασμα Γερμανών που παρέλαυνε στο Aarhus, τον τόπο καταγωγής της, και κατάφερε να ξεφύγει καταδιωκόμενη από αυτούς στα στενά της πόλης. Το 1943 εντάσσεται σε μια γυναικεία αντιστασιακή ομάδα που είχε ως σκοπό τη διανομή παράνομου υλικού. Στη συνέχεια, εκπαιδεύτηκε στα όπλα και στα εκρηκτικά, ώστε σε περίπτωση αγγλικής επέμβασης αυτή και η ομάδα της να σαμποτάρουν τις γραμμές τηλεπικοινωνίας του κατακτητή. Τους πρόλαβε η επέμβαση στη Νορμανδία, και στα είκοσί της συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο καθώς παρακολουθούσε κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων από μια οροφή ενός κτιρίου. Λόγω του εγκλεισμού της κλονίζεται η υγεία της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί στη συνέχεια της ζωής της να συνεχίσει το πιάνο, αλλά να αφοσιωθεί στην πρώιμη ηλεκτρονική μουσική. Ως έγκλειστη, συνθέτει το πρώτο της κομμάτι καθώς βλέπει ένα άστρο να φωτίζει από το παράθυρο του κελιού της, το οποίο καταγράφει με κομμάτι της αλυσίδας της στον τοίχο. Δυστυχώς, το “You and I and The Stars” είναι δυσεύρετο για να πάρουμε μια γεύση από αυτό, αλλά υπάρχει μια άλλη σύνθεση που αναφέρεται σε έναν άλλο πόλεμο και είναι διαθέσιμη. Λέγεται “Se Det I Øjnene”, κυκλοφόρησε το 1970 και λογοκρίθηκε, γιατί, γραμμένο ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, έλεγε στους στίχους του “Ο Χίτλερ είναι ζωντανός, ζει μέσα στον Νίξον”.

 

 

Ο Γιάννης Ξενάκης ήταν τυχερός να κερδίσει την αναγνώριση εν ζωή ως ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της σύγχρονης κλασικής και πειραματικής μουσικής, αλλά ήταν ακόμη πιο τυχερός να ζήσει μετά από οβίδα των Άγγλων που σχεδόν τον πέτυχε στα Δεκεμβριανά το 1944 στα Εξάρχεια όντας στρατιώτης του ΕΛΑΣ και τον άφησε τυφλό από το ένα μάτι και παραμορφωμένο! Πριν από αυτό το γεγονός, είχε πολεμήσει στο μέτωπο της Αλβανίας, μετά ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και πρόεδρός της στο Πολυτεχνείο και ενεργό μέλος της Αντίστασης.

Το 1947, λόγω της σκλήρυνσης του δεξιού καθεστώτος απέναντι στην Αριστερά, αναγκάζεται να φύγει για Ιταλία και έπειτα να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Το γεγονός αυτό τον σημαδεύει, μιας και θεωρεί ότι όφειλε πολλά στον κόσμο που άφησε πίσω του αγωνιζόμενο, φυλακισμένο και βασανισμένο. Αυτό ήταν και η κινητήριά του δύναμη για να δημιουργήσει κάτι που να έχει σημασία και να μείνει στην ιστορία. Μετέπειτα, ο ίδιος κατέκρινε τον σταλινισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και έφτασε το 1974 να αμνηστευθεί από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς εκκρεμούσαν βαριές ποινές στο όνομά του λόγω της πολιτικής του δράσης.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Second Still – Equals (weyrd son records)

Το ότι οι νέες μπάντες δύσκολα προξενούν έναν πάταγο συγκινήσεων και ενθουσιαστικών σχολίων το έχουμε καταλάβει. Η εμμονή στην αναβίωση παλαιών και διαφόρων τάσεων μόδας (άραγε έχει μείνει καμία ακόμη αναξιοποίητη, κουφάλα καπιταλισμέ;) και οι καταραμένες νοσταλγίες σε συνάρτηση με την συμπίεση του χρόνου μεταβάλλει τη σχετική όρεξη για ψάξιμο νέων ακουσμάτων σε μια εξωτική πολυτέλεια. Μιλάμε όμως για μια αδικία έναντι των νέων ονομάτων που ορισμένα εξ αυτών αξίζουν την προσοχή και τη στήριξη μας, μιας και χωρίς αυτές δεν θα έχουν τα φόντα να συνεχίσουν.

Οι Second Still κέρδισαν το στοίχημα της πρώτης γνωριμίας με το περσινό ντεμπούτο τους και με το νέο τους EP όχι απλώς φαίνεται να αντέχουν, αλλά πάνε και για το ένα βήμα παραπάνω. Τι μπορεί αυτό να σημαίνει; Αρχικά, τα πέντε συν ένα μπόνους κομμάτια αποπνέουν μια μουσική αυτοπεποίθηση. Η μπάντα γνωρίζει ότι έχει πάρει τον σωστό δρόμο με βάση αυτό που έχει να εκφράσει. Οι ρυθμοί είναι πιο Drab Majesty και λιγότερο post punk τυποποιημένοι, οι μελωδίες αναπτύσσονται με έναν ευάερο τρόπο και υπάρχουν σαφή δείγματα απαγκίστρωσης από ξεκάθαρες επιρροές του παρελθόντος, αν και το ντεμπούτο των Chameleons κάπου χαμογελά στο βάθος! Απόδειξη της καλής δουλειάς τους είναι ότι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, το εξάλεπτο “Ashes”, αποτελεί και την κορυφαία και πιο αφοπλιστική στιγμή του δίσκου (ή της κασέτας αν προτιμάτε, μιας και διατίθεται και σε αυτή τη μορφή).

Συνολικά μιλάμε για συνθέσεις που κάθε μια έχει τη δική της ταυτότητα χτίζοντας μια κυκλοφορία που άνετα χαρακτηρίζεται ως ένα ολοκληρωμένο δισκογραφικό βήμα, ένεκα και της σχεδόν 30λεπτης διάρκειας της. Το που θα οδηγήσει στο μέλλον αυτό είναι άγνωστο, αλλά αξίζει να πορευθούμε μαζί. Η μοναξιά σε τέτοιες περιπτώσεις σκοτώνει (τις μπάντες)!

 

ΥΓ: Οι Second Still θα εμφανιστούν στις 2 Ιούνη στην Αθήνα!

Μπάμπης Κολτράνης

 

Inwolves – Color In The Zoo (Consouling Sounds/Vynilla Vinyl)

Ξεκίνημα με μια σιωπή, όπως συμβαίνει σε όλα. Μόνο που αυτή διαρκεί λίγο παραπάνω από το αναμενόμενο. Κάτι σαν μια ανείπωτη εισαγωγή σε ένα ρυθμικό κομμάτι που δεν οδηγεί πουθενά παρά σε ένα ξώφαλτσο ξέφωτο. Το Color In The Zoo ανοίγει τις πύλες του διάπλατα, χωρίς να πιάνεις εξαρχής το νόημα. Αρχή στο χάος ή αναζήτηση της γοητείας του;

Το νέο άλμπουμ των Inwolves, του σχήματος της Karen Willems, η οποία διαθέτει πάντα πολύτιμους συμπορευτές δίπλα της, αποτελεί ένα όμορφο αίνιγμα. Αντί να σε βάλει να πλάσεις ποιητικές εικόνες για να το αναπαραστήσεις θυσιάζοντάς τες στον βωμό της μουσικοκριτικής, γίνεται το ίδιο ποίηση. Το υλικό μεταμορφώνεται σε κάτι απροσδιόριστο, το οποίο σε περιβάλλει σαν μια θερμή αγκαλιά. Χωρίς να το κοιτάς στα μάτια, νιώθεις την θαλπωρή του.

Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό. Πρώτον, η γλώσσα που μιλά είναι σαν να προϋπήρχε από πάντα, χαμένη κάπου στο άχρονο άγνωστο. Οι ήχοι και οι ρυθμοί ακούγονται μυστηριακοί, τρυφεροί και ενίοτε χαλαρωτικοί, σαν πρωτόλειο ερωτικό σκίρτημα. Δεν ξοδεύονται στην περιγραφή ενός συγκεκριμένου συναισθήματος, αλλά διαγράφουν μια πορεία που εμπλουτίζεται σε εικόνες, όσο οι ακροάσεις πληθαίνουν. Η ακατανόητη γλώσσα των ποιητών σε ένα πλήρως κατανοητό περιβάλλον, αυτό των φυσικών ήχων.

Δεύτερον, η δομή των συνθέσεων δεν βασίζεται στην αποθέωση ξεχωριστών στιγμών εν είδει ανώριμων κορυφώσεων. Δεν το χρειάζονται αυτό εξάλλου, καθώς κινούνται πλέκοντας το δικό τους μυστήριο. Το νόημά τους κρύβεται στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν και όχι στην περίτεχνή τους φύση. Την ίδια στιγμή, ό,τι φαντάζει απλό, βλ. το “Heen en Weer”, μπορεί να εισχωρήσει στον εγκέφαλο αφήνοντας για ώρες το στίγμα του, κάνοντάς σε να νιώθεις σαν πρωτάρης που η τύχη του χαμογέλασε μετά το τέλος ενός παιχνιδιού του οποίου τους κανόνες δεν πολυκατάλαβε.

Τι να καταλάβεις όμως όταν αυτό απουσιάζει; Καμία ομοιοκαταληξία, κανένας σταθερός παράγοντας δεν αλλοιώνει τη φύση αυτού του ιδιαίτερου άλμπουμ, ενώ αυτό δείχνει το πιο γλυκό χαμόγελο που διαθέτει στο In A Bar Under The Sea, τον Sun Ra και το Instrument. Κάθε παράταιρή του νότα κολλά στο μουσικό του σύμπαν και κάθε προαναφερθείσα (και όχι μόνο) επιρροή που κουβαλά κολλά σε μια άλλη και χάνεται. Το καινούριο είναι εδώ!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

James Holden & The Animal Spirits – Machinefabriek – Snow Palms

James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (border community)

Τι άραγε συνδέει μεταξύ τους όλα τα τρία βασικά άλμπουμ του μπιρμπιλομάτη James Holden, τις αρκετές συνεργασίες του, τα υπεραρκετά χορευτικά dj set του και τα remix του σε ένα κάρο ονόματα (βλ. Britney Spears, Depeche Mode μεταξύ άλλων); Πιθανόν τίποτα και ταυτόχρονα κάτι το άμεσα αναγνωρίσιμο, που είναι μια συνεχής προσπάθεια ξεπεράσματος του ίδιου του μουσικού εαυτού του. Το νέο του άλμπουμ αποδεικνύει πανηγυρικά ότι το πάλαι ποτέ παιδί θαύμα της dance σκηνής πλέον κόβει τις γέφυρες με το παρελθόν του, καθώς το νέο του υλικό απέχει κατά πολύ από κάτι που θα μπορούσε έστω να ρεμιξαριστεί κάπως.

Με την μπάντα που πλέον υποστηρίζει τις ιδέες του, απότοκο της τουρνέ του για το The Inheritors, μπήκαν στο στούντιο και λειτούργησαν ως κυνηγοί της έμπνευσης των στιγμών μακριά από λογικές περαιτέρω επεξεργασίας του αυτούσιου υλικού. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, καθώς δεν έχουμε ένα απλό τζαμάρισμα, αλλά μια ολοκληρωμένη αισθητικά πρόταση που θυμίζει παγανιστικές λειτουργίες σε αφρικανικό έδαφος και spiritual jazz σε πάρτι στο δάσος. Ok, αυτό μπορεί να ακούγεται κάπως προβλέψιμο τη σημερινή ανάκατη εποχή, αλλά είναι τέτοιο το φιλτράρισμα που γίνεται σε βαθμό να μιλάμε για κάτι το πρωτοποριακό. Μάλιστα, θα έλεγα ότι το άλμπουμ αυτό στέκει βήματα μπροστά από τον κάπως στρυφνό προκάτοχό του, όπως κι επίσης από άλλες φετινές δουλειές που συγγενεύει μουσικά (βλ. Floating Points). Αν μάλιστα οι όμορφες συνθέσεις εδώ κρατούσαν τον ψηλό πήχη του “Each Moment Like The First”, το οποίο μάλιστα ηχογραφήθηκε ξέχωρα από τα άλλα και ακούγοντάς το σε κάνει να κλείνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι αυτές τις συγκεκριμένες πρώτες δικές σου στιγμές, θα μιλάγαμε άνετα για τον δίσκο της χρονιάς σε άποψη μουσικής αξίας.

 

 

Machinefabriek – Becoming (self-released)

Όλες οι μουσικές κάνουν τον κύκλο τους. Όσο δεν βρίσκουν διεξόδους αλλαγής και ξεπεράσματος των αρχικών φορμών τους, μένουν να στέκουν αμήχανες στο ανηλεές πέρασμα του χρόνου. Το όνομα του Machinefabriek συγκαταλέγεται στα εξέχοντα του drone/ambient/experimental χώρου που βγάζουν σωρηδόν νέες δουλειές μεταξύ των οποίων βρίσκουμε συχνά διαμάντια. Έρχεται όμως η στιγμή που κάπου όλα ακούγονται το ίδιο. Τα ίδια μοτίβα, οι ίδιες νότες, τα ίδια συναισθήματα παραμονεύουν για να εξαφανίσουν τελικά το στοιχείο της έκπληξης και βεβαίως της ουσίας της μουσικής αυτής, που είναι ο πειραματισμός.

Θεωρώ ότι με το Becoming, το οποίο αποτελεί τη μουσική επένδυση της ομότιτλης φετινής χορευτικής παράστασης του Ivan Perez, ο εν λόγω Ολλανδός δημιουργός προσπαθεί κάπως να ξεφύγει από τον ίδιο του τον φορμαλισμό. Ξεκινώντας η σύνθεση με μιας ιδιαιτέρως χαμηλής έντασης ηχοκύματα, σε βάζει από την αρχή σε ένα κλίμα αναμονής προς κάτι το αχαρτογράφητο. Εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά μια γυναικεία φωνή, η οποία είναι σαν να μεταφέρει σινιάλα από έναν ορίζοντα που σιγά σιγά ξεμακραίνει. Η σύνθεση παίρνει μια πιο συμπτυγμένη μορφή στη συνέχεια, με τον θόρυβο να μη δίνει το οριστικό τέλος, παρά μόνο μια υπόσχεση ότι μετά το πέρασμά του η φωνή θα επανεμφανιστεί πιο ζεστή και οικεία αυτήν τη φορά. Η αλήθεια είναι ότι η ζωντανά ηχογραφημένη εκτέλεση της ίδιας σύνθεσης, λόγω της μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από την προαναφερθείσα, ακούγεται πιο άνευρη. Οπότε επιστρέφουμε στα τριανταεννιά λεπτά ενός ταξιδιού προς το άγνωστο ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό του ως προς τη συνέχεια της πορείας του.

 

 

Snow Palms – Origin & Echo (village green)

Το ζήτημα που τέθηκε πριν για την αξία του σημερινού βομβαρδισμού νέων μουσικών θα μπορούσε να μπει και για τα ονόματα που δεν κυκλοφορούν πολύ συχνά νέο άλμπουμ. Ο Snow Palms είχε πέντε χρόνια να βγάλει νέο υλικό και τα δύο από αυτά χρειάστηκαν για να το ολοκληρώσει. Σε αυτό διακρίνουμε τη λεπτομερειακή δουλειά που έγινε πάνω στην ανάδειξη μιας φυσικότητας στους ήχους και έναν κρυφό μινιμαλισμό στην ανάδειξη ορισμένων σχεδόν post rock μελωδιών, αλλά ως σύνολο δεν παρατηρείται κάποια εμβάθυνση ή κάποια στόχευση κάπου.

Αρχικά, η ακρόαση οφείλει να γίνει με υψηλή την ένταση, καθώς κάθε σύνθεση εύκολα χάνεται στο σκοτάδι παράλληλων σκέψεων ή ασχολιών. Με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα αναδειχθεί το καλοδουλεμένο υλικό του δίσκου αυτού, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για την ποικιλότητα στις ιδέες του. Είναι σαν η ραχοκοκαλιά των συνθέσεων να είναι ίδια και απαράλλαχτη, και απλώς αυτές να αναπτύσσονται η καθεμία με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Σαφώς με την τοποθέτηση στον πυρήνα του οργάνων όπως τα γκλοκενσπίλ, μαρίμπα και μεταλλόφωνα, διακρίνουμε μια πρωτοτυπία στο όλο αποτέλεσμα και οφείλω να παρατηρήσω πως για φέτος δεν άκουσα κάτι άλλο παραπλήσιο του Origin & Echo. Εντούτοις, καθώς αυτό κυλά, νιώθεις ότι κάτι πολύ δυνατό θα έρθει χωρίς τελικά να εμφανίζεται, αφήνοντας στην όλη ακρόαση τη γεύση του απλώς συμπαθητικού ακούγοντάς το.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης