Else Marie Pade – Iannis Xenakis

Στην εποχή της σύγχυσης που ζούμε, δεν θα μπορούσε να μην ισχύει και για τους καλλιτέχνες και δημιουργούς το ό,τι δηλώσεις είσαι, αντί του να δηλώνεις ό,τι είσαι. Όλ@ ανεβαίνουν σε ένα αόρατο βάθρο για να δηλώσουν αφενός ότι είναι πολιτικά σκεπτόμενα άτομα ενώ απέχουν από την πολιτική δράση και αφετέρου ότι είναι κοινωνικά ευαίσθητα, χωρίς να επεμβαίνουν κοινωνικά κάπου. Στη μόδα επανέρχονται συνεχώς οι ταμπέλες, όχι ως στοιχείο που οφείλουμε να ξεπεράσουμε ώστε να μιλήσουμε μια κοινή γλώσσα αλλά ως παράσημα ενός αόρατου πολέμου που μάλιστα σημειώνει κερδοφόρες μάχες. Μην τον ενοχλείτε αυτόν τον κόσμο, εξάλλου ούτε αυτός ενοχλεί αυτό που ζούμε.

Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Πέρα ακόμη και από το φαινόμενο της στρατευμένης τέχνης, έντονο σε προηγούμενες δεκαετίες, το οποίο έφτασε νωρίς στα όριά του και χωρά εξάλλου αρκετό προβληματισμό ως ζήτημα, έχουμε παραδείγματα ανθρώπων που πολέμησαν πραγματικά για έναν διαφορετικό κόσμο που είχαν στις καρδιές τους. Το ενδιαφέρον στοιχείο στα δύο παραδείγματα που θα αναφέρουμε, πέραν της σημαντικότητάς τους, είναι ο χώρος από τον οποίο προήλθαν μουσικά και στιγμάτισαν με το έργο τους στη συνέχεια. Δεν πρόκειται για κάποιον χώρο που θεωρείται (ή θεωρούταν για την ακρίβεια) κατεξοχήν επαναστατικός, αλλά για τη σύγχρονη πειραματική μουσική που για τον περισσότερο κόσμο θεωρείται ακαδημαϊκή και απολίτικη, πεποίθηση που και οι ίδιοι οι φορείς της προωθούν συνειδητά ή μη σήμερα. Κλείνοντας την εισαγωγή να σημειωθεί ότι δεν θα καταπιαστούμε με το συνολικό έργο τους, αλλά θα εστιάσουμε στην πολιτική τους δράση που καθόρισε τη σκέψη τους και την πορεία τους, χωρίς να αποτελέσει απλώς τις δάφνες ενός επαναστατικού παρελθόντος.

Η Else Marie Pade, πριν γίνει το πρώτο άτομο στη Δανία που ασχολήθηκε με την ηλεκτρονική μουσική και μία από τις κρυφές πρωτοπόρους του είδους, είχε πάρει μέρος στην αντίσταση εναντίον των Ναζί. Πιτσιρίκα ακόμη, έφτυσε ένα απόσπασμα Γερμανών που παρέλαυνε στο Aarhus, τον τόπο καταγωγής της, και κατάφερε να ξεφύγει καταδιωκόμενη από αυτούς στα στενά της πόλης. Το 1943 εντάσσεται σε μια γυναικεία αντιστασιακή ομάδα που είχε ως σκοπό τη διανομή παράνομου υλικού. Στη συνέχεια, εκπαιδεύτηκε στα όπλα και στα εκρηκτικά, ώστε σε περίπτωση αγγλικής επέμβασης αυτή και η ομάδα της να σαμποτάρουν τις γραμμές τηλεπικοινωνίας του κατακτητή. Τους πρόλαβε η επέμβαση στη Νορμανδία, και στα είκοσί της συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο καθώς παρακολουθούσε κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων από μια οροφή ενός κτιρίου. Λόγω του εγκλεισμού της κλονίζεται η υγεία της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί στη συνέχεια της ζωής της να συνεχίσει το πιάνο, αλλά να αφοσιωθεί στην πρώιμη ηλεκτρονική μουσική. Ως έγκλειστη, συνθέτει το πρώτο της κομμάτι καθώς βλέπει ένα άστρο να φωτίζει από το παράθυρο του κελιού της, το οποίο καταγράφει με κομμάτι της αλυσίδας της στον τοίχο. Δυστυχώς, το “You and I and The Stars” είναι δυσεύρετο για να πάρουμε μια γεύση από αυτό, αλλά υπάρχει μια άλλη σύνθεση που αναφέρεται σε έναν άλλο πόλεμο και είναι διαθέσιμη. Λέγεται “Se Det I Øjnene”, κυκλοφόρησε το 1970 και λογοκρίθηκε, γιατί, γραμμένο ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, έλεγε στους στίχους του “Ο Χίτλερ είναι ζωντανός, ζει μέσα στον Νίξον”.

 

 

Ο Γιάννης Ξενάκης ήταν τυχερός να κερδίσει την αναγνώριση εν ζωή ως ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της σύγχρονης κλασικής και πειραματικής μουσικής, αλλά ήταν ακόμη πιο τυχερός να ζήσει μετά από οβίδα των Άγγλων που σχεδόν τον πέτυχε στα Δεκεμβριανά το 1944 στα Εξάρχεια όντας στρατιώτης του ΕΛΑΣ και τον άφησε τυφλό από το ένα μάτι και παραμορφωμένο! Πριν από αυτό το γεγονός, είχε πολεμήσει στο μέτωπο της Αλβανίας, μετά ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και πρόεδρός της στο Πολυτεχνείο και ενεργό μέλος της Αντίστασης.

Το 1947, λόγω της σκλήρυνσης του δεξιού καθεστώτος απέναντι στην Αριστερά, αναγκάζεται να φύγει για Ιταλία και έπειτα να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Το γεγονός αυτό τον σημαδεύει, μιας και θεωρεί ότι όφειλε πολλά στον κόσμο που άφησε πίσω του αγωνιζόμενο, φυλακισμένο και βασανισμένο. Αυτό ήταν και η κινητήριά του δύναμη για να δημιουργήσει κάτι που να έχει σημασία και να μείνει στην ιστορία. Μετέπειτα, ο ίδιος κατέκρινε τον σταλινισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και έφτασε το 1974 να αμνηστευθεί από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς εκκρεμούσαν βαριές ποινές στο όνομά του λόγω της πολιτικής του δράσης.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Second Still – Equals (weyrd son records)

Το ότι οι νέες μπάντες δύσκολα προξενούν έναν πάταγο συγκινήσεων και ενθουσιαστικών σχολίων το έχουμε καταλάβει. Η εμμονή στην αναβίωση παλαιών και διαφόρων τάσεων μόδας (άραγε έχει μείνει καμία ακόμη αναξιοποίητη, κουφάλα καπιταλισμέ;) και οι καταραμένες νοσταλγίες σε συνάρτηση με την συμπίεση του χρόνου μεταβάλλει τη σχετική όρεξη για ψάξιμο νέων ακουσμάτων σε μια εξωτική πολυτέλεια. Μιλάμε όμως για μια αδικία έναντι των νέων ονομάτων που ορισμένα εξ αυτών αξίζουν την προσοχή και τη στήριξη μας, μιας και χωρίς αυτές δεν θα έχουν τα φόντα να συνεχίσουν.

Οι Second Still κέρδισαν το στοίχημα της πρώτης γνωριμίας με το περσινό ντεμπούτο τους και με το νέο τους EP όχι απλώς φαίνεται να αντέχουν, αλλά πάνε και για το ένα βήμα παραπάνω. Τι μπορεί αυτό να σημαίνει; Αρχικά, τα πέντε συν ένα μπόνους κομμάτια αποπνέουν μια μουσική αυτοπεποίθηση. Η μπάντα γνωρίζει ότι έχει πάρει τον σωστό δρόμο με βάση αυτό που έχει να εκφράσει. Οι ρυθμοί είναι πιο Drab Majesty και λιγότερο post punk τυποποιημένοι, οι μελωδίες αναπτύσσονται με έναν ευάερο τρόπο και υπάρχουν σαφή δείγματα απαγκίστρωσης από ξεκάθαρες επιρροές του παρελθόντος, αν και το ντεμπούτο των Chameleons κάπου χαμογελά στο βάθος! Απόδειξη της καλής δουλειάς τους είναι ότι το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι, το εξάλεπτο “Ashes”, αποτελεί και την κορυφαία και πιο αφοπλιστική στιγμή του δίσκου (ή της κασέτας αν προτιμάτε, μιας και διατίθεται και σε αυτή τη μορφή).

Συνολικά μιλάμε για συνθέσεις που κάθε μια έχει τη δική της ταυτότητα χτίζοντας μια κυκλοφορία που άνετα χαρακτηρίζεται ως ένα ολοκληρωμένο δισκογραφικό βήμα, ένεκα και της σχεδόν 30λεπτης διάρκειας της. Το που θα οδηγήσει στο μέλλον αυτό είναι άγνωστο, αλλά αξίζει να πορευθούμε μαζί. Η μοναξιά σε τέτοιες περιπτώσεις σκοτώνει (τις μπάντες)!

 

ΥΓ: Οι Second Still θα εμφανιστούν στις 2 Ιούνη στην Αθήνα!

Μπάμπης Κολτράνης

 

Inwolves – Color In The Zoo (Consouling Sounds/Vynilla Vinyl)

Ξεκίνημα με μια σιωπή, όπως συμβαίνει σε όλα. Μόνο που αυτή διαρκεί λίγο παραπάνω από το αναμενόμενο. Κάτι σαν μια ανείπωτη εισαγωγή σε ένα ρυθμικό κομμάτι που δεν οδηγεί πουθενά παρά σε ένα ξώφαλτσο ξέφωτο. Το Color In The Zoo ανοίγει τις πύλες του διάπλατα, χωρίς να πιάνεις εξαρχής το νόημα. Αρχή στο χάος ή αναζήτηση της γοητείας του;

Το νέο άλμπουμ των Inwolves, του σχήματος της Karen Willems, η οποία διαθέτει πάντα πολύτιμους συμπορευτές δίπλα της, αποτελεί ένα όμορφο αίνιγμα. Αντί να σε βάλει να πλάσεις ποιητικές εικόνες για να το αναπαραστήσεις θυσιάζοντάς τες στον βωμό της μουσικοκριτικής, γίνεται το ίδιο ποίηση. Το υλικό μεταμορφώνεται σε κάτι απροσδιόριστο, το οποίο σε περιβάλλει σαν μια θερμή αγκαλιά. Χωρίς να το κοιτάς στα μάτια, νιώθεις την θαλπωρή του.

Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι που συμβαίνει αυτό. Πρώτον, η γλώσσα που μιλά είναι σαν να προϋπήρχε από πάντα, χαμένη κάπου στο άχρονο άγνωστο. Οι ήχοι και οι ρυθμοί ακούγονται μυστηριακοί, τρυφεροί και ενίοτε χαλαρωτικοί, σαν πρωτόλειο ερωτικό σκίρτημα. Δεν ξοδεύονται στην περιγραφή ενός συγκεκριμένου συναισθήματος, αλλά διαγράφουν μια πορεία που εμπλουτίζεται σε εικόνες, όσο οι ακροάσεις πληθαίνουν. Η ακατανόητη γλώσσα των ποιητών σε ένα πλήρως κατανοητό περιβάλλον, αυτό των φυσικών ήχων.

Δεύτερον, η δομή των συνθέσεων δεν βασίζεται στην αποθέωση ξεχωριστών στιγμών εν είδει ανώριμων κορυφώσεων. Δεν το χρειάζονται αυτό εξάλλου, καθώς κινούνται πλέκοντας το δικό τους μυστήριο. Το νόημά τους κρύβεται στην ατμόσφαιρα που δημιουργούν και όχι στην περίτεχνή τους φύση. Την ίδια στιγμή, ό,τι φαντάζει απλό, βλ. το “Heen en Weer”, μπορεί να εισχωρήσει στον εγκέφαλο αφήνοντας για ώρες το στίγμα του, κάνοντάς σε να νιώθεις σαν πρωτάρης που η τύχη του χαμογέλασε μετά το τέλος ενός παιχνιδιού του οποίου τους κανόνες δεν πολυκατάλαβε.

Τι να καταλάβεις όμως όταν αυτό απουσιάζει; Καμία ομοιοκαταληξία, κανένας σταθερός παράγοντας δεν αλλοιώνει τη φύση αυτού του ιδιαίτερου άλμπουμ, ενώ αυτό δείχνει το πιο γλυκό χαμόγελο που διαθέτει στο In A Bar Under The Sea, τον Sun Ra και το Instrument. Κάθε παράταιρή του νότα κολλά στο μουσικό του σύμπαν και κάθε προαναφερθείσα (και όχι μόνο) επιρροή που κουβαλά κολλά σε μια άλλη και χάνεται. Το καινούριο είναι εδώ!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

James Holden & The Animal Spirits – Machinefabriek – Snow Palms

James Holden & The Animal Spirits – The Animal Spirits (border community)

Τι άραγε συνδέει μεταξύ τους όλα τα τρία βασικά άλμπουμ του μπιρμπιλομάτη James Holden, τις αρκετές συνεργασίες του, τα υπεραρκετά χορευτικά dj set του και τα remix του σε ένα κάρο ονόματα (βλ. Britney Spears, Depeche Mode μεταξύ άλλων); Πιθανόν τίποτα και ταυτόχρονα κάτι το άμεσα αναγνωρίσιμο, που είναι μια συνεχής προσπάθεια ξεπεράσματος του ίδιου του μουσικού εαυτού του. Το νέο του άλμπουμ αποδεικνύει πανηγυρικά ότι το πάλαι ποτέ παιδί θαύμα της dance σκηνής πλέον κόβει τις γέφυρες με το παρελθόν του, καθώς το νέο του υλικό απέχει κατά πολύ από κάτι που θα μπορούσε έστω να ρεμιξαριστεί κάπως.

Με την μπάντα που πλέον υποστηρίζει τις ιδέες του, απότοκο της τουρνέ του για το The Inheritors, μπήκαν στο στούντιο και λειτούργησαν ως κυνηγοί της έμπνευσης των στιγμών μακριά από λογικές περαιτέρω επεξεργασίας του αυτούσιου υλικού. Το αποτέλεσμα τους δικαιώνει, καθώς δεν έχουμε ένα απλό τζαμάρισμα, αλλά μια ολοκληρωμένη αισθητικά πρόταση που θυμίζει παγανιστικές λειτουργίες σε αφρικανικό έδαφος και spiritual jazz σε πάρτι στο δάσος. Ok, αυτό μπορεί να ακούγεται κάπως προβλέψιμο τη σημερινή ανάκατη εποχή, αλλά είναι τέτοιο το φιλτράρισμα που γίνεται σε βαθμό να μιλάμε για κάτι το πρωτοποριακό. Μάλιστα, θα έλεγα ότι το άλμπουμ αυτό στέκει βήματα μπροστά από τον κάπως στρυφνό προκάτοχό του, όπως κι επίσης από άλλες φετινές δουλειές που συγγενεύει μουσικά (βλ. Floating Points). Αν μάλιστα οι όμορφες συνθέσεις εδώ κρατούσαν τον ψηλό πήχη του “Each Moment Like The First”, το οποίο μάλιστα ηχογραφήθηκε ξέχωρα από τα άλλα και ακούγοντάς το σε κάνει να κλείνεις τα μάτια και να σκέφτεσαι αυτές τις συγκεκριμένες πρώτες δικές σου στιγμές, θα μιλάγαμε άνετα για τον δίσκο της χρονιάς σε άποψη μουσικής αξίας.

 

 

Machinefabriek – Becoming (self-released)

Όλες οι μουσικές κάνουν τον κύκλο τους. Όσο δεν βρίσκουν διεξόδους αλλαγής και ξεπεράσματος των αρχικών φορμών τους, μένουν να στέκουν αμήχανες στο ανηλεές πέρασμα του χρόνου. Το όνομα του Machinefabriek συγκαταλέγεται στα εξέχοντα του drone/ambient/experimental χώρου που βγάζουν σωρηδόν νέες δουλειές μεταξύ των οποίων βρίσκουμε συχνά διαμάντια. Έρχεται όμως η στιγμή που κάπου όλα ακούγονται το ίδιο. Τα ίδια μοτίβα, οι ίδιες νότες, τα ίδια συναισθήματα παραμονεύουν για να εξαφανίσουν τελικά το στοιχείο της έκπληξης και βεβαίως της ουσίας της μουσικής αυτής, που είναι ο πειραματισμός.

Θεωρώ ότι με το Becoming, το οποίο αποτελεί τη μουσική επένδυση της ομότιτλης φετινής χορευτικής παράστασης του Ivan Perez, ο εν λόγω Ολλανδός δημιουργός προσπαθεί κάπως να ξεφύγει από τον ίδιο του τον φορμαλισμό. Ξεκινώντας η σύνθεση με μιας ιδιαιτέρως χαμηλής έντασης ηχοκύματα, σε βάζει από την αρχή σε ένα κλίμα αναμονής προς κάτι το αχαρτογράφητο. Εμφανίζεται σχεδόν από το πουθενά μια γυναικεία φωνή, η οποία είναι σαν να μεταφέρει σινιάλα από έναν ορίζοντα που σιγά σιγά ξεμακραίνει. Η σύνθεση παίρνει μια πιο συμπτυγμένη μορφή στη συνέχεια, με τον θόρυβο να μη δίνει το οριστικό τέλος, παρά μόνο μια υπόσχεση ότι μετά το πέρασμά του η φωνή θα επανεμφανιστεί πιο ζεστή και οικεία αυτήν τη φορά. Η αλήθεια είναι ότι η ζωντανά ηχογραφημένη εκτέλεση της ίδιας σύνθεσης, λόγω της μεγαλύτερης χρονικής διάρκειας από την προαναφερθείσα, ακούγεται πιο άνευρη. Οπότε επιστρέφουμε στα τριανταεννιά λεπτά ενός ταξιδιού προς το άγνωστο ακόμη και για τον ίδιο τον δημιουργό του ως προς τη συνέχεια της πορείας του.

 

 

Snow Palms – Origin & Echo (village green)

Το ζήτημα που τέθηκε πριν για την αξία του σημερινού βομβαρδισμού νέων μουσικών θα μπορούσε να μπει και για τα ονόματα που δεν κυκλοφορούν πολύ συχνά νέο άλμπουμ. Ο Snow Palms είχε πέντε χρόνια να βγάλει νέο υλικό και τα δύο από αυτά χρειάστηκαν για να το ολοκληρώσει. Σε αυτό διακρίνουμε τη λεπτομερειακή δουλειά που έγινε πάνω στην ανάδειξη μιας φυσικότητας στους ήχους και έναν κρυφό μινιμαλισμό στην ανάδειξη ορισμένων σχεδόν post rock μελωδιών, αλλά ως σύνολο δεν παρατηρείται κάποια εμβάθυνση ή κάποια στόχευση κάπου.

Αρχικά, η ακρόαση οφείλει να γίνει με υψηλή την ένταση, καθώς κάθε σύνθεση εύκολα χάνεται στο σκοτάδι παράλληλων σκέψεων ή ασχολιών. Με αυτόν τον τρόπο σίγουρα θα αναδειχθεί το καλοδουλεμένο υλικό του δίσκου αυτού, το οποίο όμως δεν διακρίνεται για την ποικιλότητα στις ιδέες του. Είναι σαν η ραχοκοκαλιά των συνθέσεων να είναι ίδια και απαράλλαχτη, και απλώς αυτές να αναπτύσσονται η καθεμία με ελαφρώς διαφορετικό τρόπο. Σαφώς με την τοποθέτηση στον πυρήνα του οργάνων όπως τα γκλοκενσπίλ, μαρίμπα και μεταλλόφωνα, διακρίνουμε μια πρωτοτυπία στο όλο αποτέλεσμα και οφείλω να παρατηρήσω πως για φέτος δεν άκουσα κάτι άλλο παραπλήσιο του Origin & Echo. Εντούτοις, καθώς αυτό κυλά, νιώθεις ότι κάτι πολύ δυνατό θα έρθει χωρίς τελικά να εμφανίζεται, αφήνοντας στην όλη ακρόαση τη γεύση του απλώς συμπαθητικού ακούγοντάς το.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

 

Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Live Xiu Xiu/Άγγελος Κυρίου

Καθισμένος έξω από το Temple όπου θα έπαιζαν οι Xiu Xiu, παρατήρησα κάτι που με είχε βάλει και παλιά σε σκέψεις. Καθώς ήταν λίγος ο κόσμος που καθόταν ή περνούσε μπροστά μου, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αυτόν που θα πήγαινε στην ίδια συναυλία με μένα από αυτόν που θα πήγαινε κάπου αλλού. Βέβαια, ήταν καθημερινή και έλειπαν οι στιλιστικές ακρότητες (ή μάλλον οι κοινότοπες μετριότητες), αλλά και πάλι, κοτζάμ avant garde pop noise σχήμα έπαιζε με queer ευαισθησίες και δεκάξι χρόνια ιστορία, οπότε περίμενα κάτι εμάς τους συναθροίσμεν@ς να μας ξεχώριζε. Κάπου εκεί σκέφτηκα ότι κατά μία έννοια όλο αυτό έχει τα καλά του και δεν χρειάζεται να βάλεις τα “κακά σου” για να δεις μια τέτοιου ύφους συναυλία. Μπορεί όμως να ξεφτίζουν τα πρότυπα με τους (όχι και τόσο) άτυπους κανόνες τους, αλλά στο τέλος όλα τείνουν να φαντάζουν ίδια. Σαν το να πηγαίνεις σε ένα εντεχνάδικο παραδίπλα είναι το ίδιο με το να πηγαίνεις σε μια noise συναυλία. Όλα καταλήγουν να σου κάνουν το ίδιο, γιατί ίσως δεν δίνεις και πολλή σημασία σε αυτά. Τη σκέψη ακολούθησαν απτά παραδείγματα της κατάστασης αυτής, όπως η χρήση του messenger εν ώρα live, η μανιώδης λήψη άχρηστων βίντεο, οι ασταμάτητες συνομιλίες των γύρω σου κ.ά., αλλά κάπου έπρεπε να σταματήσει το όλο παραλήρημα, γιατί ξεκινούσε η συναυλία.

Το όνομα που την άνοιξε ήταν ο Άγγελος Κυρίου. Με μια λέξη, θα χαρακτήριζα την εμφάνισή του ως παρένθεση. Αν υπήρχε μία περίπτωση στις εκατό αυτό το και καλά ψαγμένο σαλατικό να έχει μια ουσία, σίγουρα δεν ήταν η τυχερή του μέρα. Φανταστείτε μια παρέα να πίνει μπάφους και να γράφει μουσική, να τη στέλνει σε μερικά lifestyle free press, αυτά να ενθουσιάζονται όπως μόνο αυτά ξέρουν, να τους σπονσοράρουν με την αγορά νέων μουσικών οργάνων, η παρέα να σπάει, να μένει ένας και να αναγκάζεται να γράψει μόνος του τη μουσική κι ενώ έχουν τελειώσει οι μπάφοι. Τόσο κακό!

Μετά τη σαραντάλεπτη παρένθεση και με τον χώρο να γεμίζει όσο ακριβώς έπρεπε, βγήκαν οι Xiu Xiu, όπως εξάλλου αναμενόταν. Αυτό που δεν αναμενόταν, από την πλευρά μου τουλάχιστον, ήταν η πλούσια σε συναίσθημα και καλώς εννοούμενη ένταση. Περιττό να πω το στερεοτυπικό “έπαιξαν καλύτερα από ό,τι στους δίσκους”, αλλά, διάολε, εδώ έκαναν με ευκολία τα κους κους των γύρω μου να σιγήσουν ακόμη και στις πιο απαλές στιγμές του σετ, τα χασμουρητά να εξαφανιστούν, τα κινητά να μαζευτούν σε μεγάλο βαθμό και μόνο ένα απλό “I love you” από μια οπαδό καταμεσής του τελευταίου τραγουδιού να παρεμβληθεί με γλυκό και αστείο τρόπο στο όλο σκηνικό. Κάθε κομμάτι είχε τον δικό του χαρακτήρα, διατηρώντας όμως μια συνοχή λυρισμού και πηγαίου θορύβου. Τα προηχογραφημένα μέρη ήταν απλώς η βάση για να πατήσουν τα δύο μέλη της μπάντας με τα κρουστά, τα πλήκτρα, την κιθάρα, το μικρόφωνο και διάφορα άλλα που ξεχνάω πώς τα λένε. Από το πρώτο λεπτό μέχρι και το δεύτερο encore δημιούργησαν μια δική τους ατμόσφαιρα και με έκαναν να μην μπορώ να θυμηθώ άλλο live που να έμοιαζε σαν κι αυτό. Τέτοιος ενθουσιασμός από μένα μάλιστα που λόγω μιας αλλαγής της τελευταίας στιγμής βρέθηκα ευτυχώς στην τρίτη ζωντανή εμφάνιση τους στα μέρη μας.

Βγαίνοντας, χωρίς να το πολυσκεφτώ αισθάνθηκα ότι τελικά κάτι κοινό είχαμε εμείς που μόλις είχαμε παρακολουθήσει τη συναυλία. Κάτι απροσδιόριστο, σαν οι Xiu Xiu να μας είχαν κοινωνήσει ένα πνεύμα που μας έφερε κοντά έστω για λίγο, πολύ λίγο, αλλά εν τέλει αρκετό.

 

Μπάμπης Κολτράνης