Sunny Day Real Estate – Live

 Ξημέρωσε νωρίς. Το φως απέξω τον ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Για μια στιγμή, η ησυχία στο σπίτι του φάνηκε αιώνια. Σηκώθηκε, έκανε ό,τι ήταν να κάνει και βγήκε έξω χωρίς να κλειδώσει. Απέναντι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας βρισκόταν ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς. Αφήνοντας τη μικρή του πλαστική σακούλα, του φάνηκε ότι είδε κάτι γνώριμο παραπεταμένο στα σκουπίδια. Ήταν ένας μισοσκισμένος ταχυδρομικός φάκελος με την κλασσική μπλε γραμμή με τα δικά του γράμματα πάνω! Δίπλα είχε ένα φτηνό κολιέ με ένα μονόγραμμα πάνω. Παραδίπλα ένα βιβλίο με μια τσάκιση στην αρχή του. Ούτε το γράμμα είχε διαβαστεί, ούτε το κολιέ είχε φορεθεί και όπως φαινόταν ούτε το βιβλίο είχε διαβαστεί ολόκληρο.

 Πάγωσε, αν και δεν έκανε ψύχρα. Σκέφτηκε να τα μαζέψει, αλλά πιάνοντάς τα για δεύτερη φορά πια στα χέρια του, ένιωσε ένα ασήκωτο βάρος. Πριν γυρίσει την ελαφρώς σκυμμένη πλάτη του, είδε μια μικρή κούτα γεμάτη κασέτες και σιντί. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στις ράχες τους ήταν δικός του. Έπιασε την κασέτα που βρισκόταν πάνω πάνω. Έγραφε Sunny Day Real Estate – Live στην επικεφαλίδα. Άνοιξε την πλαστική θήκη της και είδε τους σχεδόν δικούς του τίτλους… “Every Shining Time You Arrive”, “Song About An Angel”, “Circles”, “J’Nuh” και πάει λέγοντας. Ήταν ολοφάνερο ότι η κασέτα είχε παιχτεί αρκετές φορές, λογικά μέχρι τέλους. Την έβαλε βιαστικά στην τσέπη του. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Slowdive – Self-titled (dead oceans)

Έμπνευση: η ξαφνική γένεση μιας ιδέας στη συνείδηση χωρίς την παρεμβολή της θέλησης. Ένας απλός ορισμός κάπως γενικός, αλλά άμεσα κατανοητός όσον αφορά τη μουσική δημιουργία. Υπάρχουν αρκετές μπάντες για τις οποίες πέρα από τον εαυτό τους, το παραδέχεται κι άλλος κόσμος ότι το έργο τους είναι εμπνευσμένο και σίγουρα μια από αυτές είναι οι Slowdive. Τρία εξαίσια άλμπουμ, συν κάμποσο μπόνους υλικό το αποδεικνύουν, καθώς η απλότητα συναντά τις εξέχουσες λεπτομέρειες που κάνουν τη μουσική τους να ξεχειλίζει όνειρα, φως και σκοτάδι την ίδια στιγμή. Πριν 22 χρόνια έπαυσαν να λειτουργούν ως μπάντα, αλλά μετά από ένα σωρό δουλειές των μελών κατά μόνας, η μπάντα επέστρεψε συναυλιακά πριν λίγα χρόνια και πλέον και δισκογραφικά.

Όπως δεν αρκέστηκαν σε μια απλή επιστροφή στο παλκοσένικο μιας περίεργης shoegaze αναγέννησης, έτσι και ένας νέος δίσκος ως γεγονός δεν σημαίνει για αυτούς κάτι από μόνος του. Όλη η πρότερη πορεία τους αποδεικνύει ότι κριτήριο των κινήσεων τους ήταν η καλλιτεχνική έκφραση και όχι η εμπορική επιτυχία (βλ. το πειραματικό Pygmalion μετά το σουξεδιάρικο Souvlaki). Το αποτέλεσμα ήταν τα μουσικά μέσα να αδιαφορούν σε μεγάλο βαθμό για την ποιότητα του υλικού τους, αποθεώνοντας ταυτόχρονα κάθε λογής Charlatans και Inspiral Carpets! Το σήμερα, όμως, τους ανταμείβει με μια καθολική αποδοχή που απολαμβάνουν από τους πάντες, τηρώντας μια τυφλή δικαιοσύνη και μια ψυχρή εκδίκηση, μουσικά μιλώντας. Ως εκ τούτου, οι απαιτήσεις για το τέταρτο νέο τους άλμπουμ είναι δικαίως υψηλές.

Εκ πρώτης ακροάσεως, το ομώνυμο τους αυτό άλμπουμ ακούγεται σαν συνέχεια του Souvlaki, συν μια uptempo διάθεση που κληρονόμησαν από τις πρόσφατες ζωντανές εμφανίσεις τους. Η ραφινάτη αισθητική αντίληψη της μπάντας κάνει το υλικό να μην ακούγεται ξεπερασμένο, γεγονός σχεδόν πρωτόγνωρο για μπάντα της συγκεκριμένης γενιάς, ειδικά βρετανικής. Εκεί που ο δίσκος μού επιτρέπει να εξαντλήσω την έτσι κι αλλιώς ανεξάντλητη αυστηρότητά μου, είναι οι ίδιες οι συνθέσεις του. Καθώς οι Slowdive είναι μια μπάντα η οποία πέρα από αριστουργηματικούς δίσκους, έχει γράψει και αυτόνομα πάμπολλα αριστουργηματικά κομμάτια, ακόμη και ως b-sides, ψάχνοντας εδώ παρατηρείς μια έλλειψη ανάλογων στιγμών που να μπορούν να σε συντρίψουν συναισθηματικά. Εξαίρεση αποτελεί το “No Longer Making Time” το οποίο είναι σαν ένα καλά κρυμμένο μυστικό ή ένα παλιό ερωτικό γράμμα να εξαπολύθηκε στον αέρα μια ξαφνική και πάντα ακατάλληλη και τραυματική στιγμή.

Τα υπόλοιπα κομμάτια είναι καλογραμμένα, αλλά πουθενά δεν ξεφεύγουν από αυτό που θα περιμέναμε να ακούσουμε. Βέβαια, το φλερτ με πιο pop φόρμες ως ένα νέο στοιχείο της μπάντας ακούγοντας και τα δύο ως τώρα σινγκλ του δίσκου, κρίνεται ως πετυχημένο σε πρώτο χρόνο. Από την άλλη πλευρά όμως, σε σχέση με το Pygmalion που φαντάζει σαν να βγήκε… ακριβώς τόσα χρόνια πριν όπως στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει πουθενά μια διάθεση να τολμήσουν κάτι το καινοτόμο και ρηξικέλευθο.

Εν κατακλείδι, το επίπεδο της γραφής που διαθέτουν ακόμη, τους αναδεικνύει ως την ευχάριστη παραφωνία σε ένα μάτσο reunions που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. Ήδη οπαδοί και μουσικά μίντια τους αποθεώνουν, μιας και τους έκαναν το χατίρι να βγάλουν έναν συγκροτημένο δίσκο. Αρκεί, όμως, αυτό σε μια χρονιά όπως αυτή που διανύουμε που έχει δώσει ως τώρα τόσα πολλά αξιόλογα άλμπουμ;

Μπάμπης Κολτράνης

Arca – Self-titled (XL Recordings)

 Όλα ξεκινούν με ένα μουρμουρητό ενός αγνώστου μέσα στην ακόμη πιο άγνωστη νύχτα. Τα βήματα του σχεδόν δεν ακούγονται στον έρημο δρόμο και τα κίτρινα φώτα αδυνατούν να φανερώσουν το πρόσωπο του. Το μουρμουρητό γίνεται τραγούδι σε μια σαρκώδη γλώσσα. Κάθε σκέψη του ξένου γίνεται στίχος, διαπερνά το σώμα και διαφεύγει στο βάθος της νύχτας.

 Η φωνή κινείται ολοένα και με μεγαλύτερο ρίσκο μπρος στο οριστικό γκρέμισμα της. Ένας ρυθμός την ζώνει για να κρατήσει την πνοή των στίχων όρθια. Αυτή βαδίζοντας μόνη συναντά φωτισμένα παράθυρα, κρυμμένα είδωλα, άγνωστες ιστορίες, κλειδωμένες πόρτες, βιαστικά ζευγάρια στο πεζοδρόμιο, νυσταγμένα άπαντα σε μια πόλη σε παύση. Η φωνή γίνεται μουσική και όλα αυτά τα ενσωματώνει. Φτύνει ιδιότυπες μηχανικές κραυγές από τα βάθη μιας χαλκόδετης καρδιάς με συνοδεία μοναχικών πιάνων που επαναστάτησαν εναντίον της τελευταίας πρόβας πριν την πρεμιέρα. Ποια πύλη άνοιξε για να βγουν όλα αυτά στη φόρα; Όσο κλείνεις τα μάτια, τόσο πιο κοντά πλησιάζεις στην κάθε απάντηση.

 Κι άλλη ερώτηση στην πορεία. Ποιο δάκρυ είναι αληθινό; Αυτό της νεκρής ανάμνησης ή εκείνο της ζωντανής μηχανής; Το μονοπάτι των ερωτήσεων από την άγνωστη φωνή στα σκοτάδια δεν έχει τέλος. Όλα στάδια αναπαλαίωσης εμπειριών και γκρεμίσματος θορύβων εντός. Όταν βγει το απαύγασμα τους ένα μικρό θαύμα θα έχει συντελεστεί.

 Η φωνή συνεχίζει να κινείται χωρίς σαφή κατεύθυνση με τις σειρήνες της νύχτας να την χαώνουν. Αλλάζει υφή ανάλογα με τη στενότητα των μονοπατιών. Προχωρά κι όμως αισθάνεται ότι παραμένει σταθερά στο ίδιο σημείο. Στο τέλος αυτό το σημείο είναι η κατάκτηση της και δεν μένει τίποτα άλλο παρά να σιωπήσει, καθώς η μουσική σβήνει ως φυσικός αντίλαλος της.

Μπάμπης Κολτράνης

Conrad Schnitzler – Filmmusik 1 (Bureau B)

conradschnitzler.againstthesilence

 Η μουσική του Conrad Schnitzler θυμίζει την ανάγνωση παλιών ημερολογίων όπου τα γεγονότα που εξιστορούνται σου φαίνονται άγνωστα και νέα. Για αυτό ίσως οι δουλειές του συνοδεύονται από την χαρά της ανακάλυψης κάτι εντελώς πηγαίου και φρέσκου ασχέτως αν μιλάμε για κάτι που γράφτηκε πριν πολλές δεκαετίες. Για την ακρίβεια ο όγκος της παρακαταθήκης που μας άφησε θυμίζει τόμους ρώσικης εγκυκλοπαίδειας με τον αριθμό των δίσκων που συνυπέγραψε ή κυκλοφόρησε μόνος του να ξεπερνά τους εκατόν πενήντα (βλ. από το 1970 μέχρι και πριν λίγα χρόνια που απεβίωσε)! Απλά η συμμετοχή του στην ίδρυση και στο ντεμπούτο των Tangerine Dream, στη συνέχεια στους Kluster πριν γίνουν Cluster και μετέπειτα η αθρόα κυκλοφορία προσωπικών κυκλοφοριών υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικής προσέγγισης, τον κατατάσσουν αδιαμφισβήτητα στις μεγάλες προσωπικότητες της σύγχρονης ηλεκτρονικής μουσικής.

 Τα υπόλοιπα ιστορικά τα αφήνουμε για περαιτέρω ψάξιμο, καθώς εδώ έχουμε μια νέα συλλογή με ακυκλοφόρητο υλικό που υποτίθεται είχε γραφτεί για το σινεμά. Αυτό βέβαια δεν αποδεικνύεται σθεναρά από κάπου, γιατί ούτε τίτλους ταινιών έχουμε, ούτε κάποιο άλλο στοιχείο πέρα από τις χρονολογίες στις συνθέσεις, όπως βρέθηκαν σε μορφή κασετών δηλαδή, για να μας βοηθήσει στην αρχειοθέτηση. Βέβαια, πέρα από τη μινιμαλιστική αντίληψη που χαρακτηρίζει και αυτήν την κυκλοφορία του συγκεκριμένου, υπάρχουν κι άλλα οικεία στοιχεία με άλλες δουλειές του. Για παράδειγμα, κι εδώ ο όλος δίσκος ακούγεται ως μια μεγάλη σύνθεση στο χωροχρόνο βυθίζοντας σε στη δική της αιθαλομίχλη. Πώς συμβαίνει αυτό κι ενώ το υλικό έχει γραφτεί σε βάθος πέντε χρόνων, μόνο ο δημιουργός του το γνωρίζει.

 Πραγματικά εδώ δεν μιλάμε για μια ρετρό θύμηση των παλιών καλών ημερών, αλλά μια ενατένιση στο επέκεινα, μια ροή ήχων στην οποία τίποτα δεν περισσεύει και από παντού εκβάλλει μια δύναμη απόκοσμη. Ίσως να μην μπορούμε να διακρίνουμε καν για τι είδους ταινίες προοριζόταν αυτό το υλικό, με την εναλλαγή έντονων ρυθμών, ατμοσφαιρικών αποσπασμάτων και μυστηριακών μελωδιών.

 Σίγουρα δεν μιλάμε για την πιο άρτια κυκλοφορία που φέρνει τη σφραγίδα του Scnitzler, αλλά παραμένει χαρακτηριστική της πλούσιας προσφοράς του στη σύγχρονη μουσική. Ίσως μάλιστα να στέκεται επάξια δίπλα στους ιστορικούς δίσκους που γράφτηκαν για ταινίες και ανήκαν στην ίδια περίπου εποχή από άλλα εξέχοντα ονόματα της τότε kraut γερμανικής σκηνής, όπως το The Sorcerer των Tangerine Dream και το Soundtracks των CAN. Κι αυτό μόνο λίγο δεν το λες!

Μπάμπης Κολτράνης

DIIV – Is The Is Are (captured tracks)

Όσο άργησαν να βγάλουν το δεύτερο τους άλμπουμ οι DIIV, άλλο τόσο πολύ νωρίτερα από την επίσημη ημερομηνία κυκλοφορίας του διέρρευσε το υλικό του Is The Is Are. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα αρκετός κόσμος, μεταξύ αυτών κι εμείς εδώ στο ats, να δηλώνει ήδη ενθουσιασμένος ακούγοντας τον, καθώς υπήρχε αρκετός χρόνος για να ρουφηχτούν κυριολεκτικά οι θρεπτικοί χυμοί του. Όλα αυτά φαντάζουν μια νορμάλ ιστορία, αλλά τα παράδοξα που συμβαίνουν με αυτήν τη μπάντα και συγκεκριμένα με αυτόν το δίσκο είναι αρκετά για να τα αγνοήσουμε.

Αρχικά μιλάμε για μια απλή σύγχρονη κιθαριστική μπάντα την οποία μόνο πρωτότυπη δεν την λες. Για την ακρίβεια η μπάντα θυμίζει λίγο 1990’s ήρωες της εφηβικής indie ηλικίας μας που δοκιμάζουν μανιωδώς διάφορες παραλλαγές στο “Some Girls Are Bigger Than Others” των… ξέρετε ποιων. Κι όμως το αποτέλεσμα ακούγεται φρεσκότατο χάρις στην υπέροχη γραφή του Z. Cole Smith και το ευφάνταστο παίξιμο της μπάντας που πλέον δεν αποτελεί απλά το σχήμα που τον υπηρετεί στις ζωντανές του εμφανίσεις, όπως συνέβη στο Oshrin. Θα έλεγα πως συναντάμε στη μουσική τους, και κυρίως στο νέο τους άλμπουμ, αρκετά χαρακτηριστικά σε τέλεια ισορροπία και αρμονία. Για παράδειγμα ενώ όλες σχεδόν οι συνθέσεις είναι κινητικές ξεσαλωμένου χαρακτήρα, εντούτοις δεν έχουν μια σκληρή ή ανούσια uptempo υφή. Δεν είναι επίσης ανάλαφρες για να τις πάρει ο άνεμος, αλλά ούτε και μονότονα σκοτεινές, καταφέρνοντας να αφήσουν μια γερή στάμπα εμπειρίας στην όλη ακρόαση που διαρκεί, κι αυτό είναι ίσως το πιο παράδοξο όλων, κοντά μια ώρα! Μιλάμε για ένα δίσκο που όπου και να τον αφήσεις και να καταπιαστείς μαζί του ξανά στη συνέχεια, δεν σταματά να σε γοητεύει αέναα.

Η βάση του σχήματος και η ραχοκοκκαλιά του δίσκου είναι η καταγραφή των βιωμάτων του Z. Cole Smith. Πιο συγκεκριμένα έχουμε από την μια τις τραυματικές εμπειρίες του με τη χρήση ναρκωτικών ουσιών και από την άλλη την εκ διαμέτρου αντίθετη ερωτική πρόσφατη ιστορία του, να γεμίζουν στο τέλος τις συνθέσεις με νόημα, ποίηση και ουσία. Ως ζεστές ανάσες αυτές οι σκέψεις του κυκλώνουν το εμμελές υλικό του δίσκου, κάνοντας ακόμη και τη μια σύνθεση που δεν τραγουδά αυτός, αλλά η Sky Ferreira, να μεταδίδεται μια δικιά του στοιχειωμένη φιγούρα κλειστών ματιών και κινούμενων άκρων.

Αν η στατικότητα των συνθέσεων που δεν διαθέτουν πολλές αλλαγές και κινούνται σε κοινότυπα μοτίβα τείνει να εμφανίζεται ως, δήθεν, ένα τρωτό σημείο των DIIV, έρχεται αυτή η ηλεκτρική εγκεφαλικότητα και η χρήση δύο-τριών απλών πετυχημένων ακόρντων που κάνουν τα τραγούδια εδώ τόσο άρτια και εύστοχα. Το Is The Is Are αναρωτιέται για το αν το είναι του ενός μπορεί να αφορά τους πολλούς και αυτό από μόνο του σε μια εποχή που το είναι των πολλών καταντά κάτι το βδελυρό και το είναι του ενός κάτι το απρόσιτο, αποτελεί ένα παράδοξο. Παράδοξο όπως ο ήλιος που έχει ξεχαστεί στα μέρη μας, όπως οι αναμνήσεις που δεν σκεβρώνουν ποτέ ακούγοντας ένα δίσκο-αδυναμία από το παρελθόν, όπως αυτός ο απλός δίσκος που στέκει κόντρα στους αυταρχικούς δείκτες του χρόνου και της ματαιότητας.

… Name a song and I’ll just scream it there’s a fucked moon in my head… To be free, be awake,
big breath you can’t fake, once you’ve begun press my face to the back, all the pillars that stack and hold up the sun… “does it feel watered down?”, “does it feel over now?”, “do you feel watered down?”, “do you feel older now?”…

 

Μπάμπης Κολτράνης

Port St. Willow – Syncope (People Teeth)

Κυλάνε οι μέρες ασταθείς και μαζί ρέουν μουσικές παράταιρες και ανόμοιες μεταξύ τους. Αυτό που μας συνοδεύει στις ακόμη πιο ασταθείς σκέψεις μας, έρχεται ως παρεπόμενο τους ή μερικές φορές τις βοηθά να βγουν στην επιφάνεια; Η απάντηση μπορεί να μην είναι εντελώς ξεκάθαρη, όπως όλες άλλωστε, αλλά στην περίπτωση του νέου αέρινου δίσκου του Port St. Willow φαίνεται πως τα κομμάτια έρχονται να δώσουν μια απλή ώθηση στους στοχασμούς της ημέρας.

 Αυτό συμβαίνει απλά γιατί οι συνθέσεις του Andrew Dunn ο οποίος είναι ουσιαστικά η μπάντα, βγάζουν μια λεπτή διακριτικότητα στον ήχο τους. Υπό συνθήκες προηγούμενων δεκαετιών το Syncope θα χαρακτηριζόταν ως post rock με το ένα πόδι στο Laughing Stock των Talk Talk. Αντ’ αυτού πλέον τέτοιου είδους δίσκοι καταχωρούνται ως απλά δείγματα βαθυστόχαστης avant pop/ambient, οπότε σε αυτό το σημείο, καλό είναι να ξεκινήσουμε την ουσιαστική ενασχόληση με το νόημα του δίσκου, αφήνοντας στην άκρη τις όποιες άτοπες, πολλές φορές, ταμπέλες.

Αρχικά όλες οι συνθέσεις εδώ χαρακτηρίζονται από μια εύστοχη και αλκυονίδα πηγή φωτός. Χωρίς εκρήξεις ή ανισόπεδες ηχητικές διαβάσεις τα κομμάτια τείνουν να μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους. Μια αρμονία ξεκινά με τη συνοδεία ήρεμων ντραμς, μια φωνή στα ψηλά η οποία ερμηνεύει δυσδιάκριτους στίχους και ένα φινάλε κάθε τραγουδιού που οδηγεί ανεπαίσθητα στην απαρχή του επόμενου. Είναι σε τέτοιο βαθμό ομοιογενές το άλμπουμ που στο τέλος δεν σου μένει στη μνήμη κάποια σύνθεση, παρά μόνο η όλη ατμόσφαιρα που αποπνέει.

Θεωρώ πως σε λυρικούς δίσκους με φωνές χρειάζεται να υπάρχουν συνθετικές κορυφώσεις ώστε να διακρίνεται ο λόγος που θα σε κάνει να ξαναγυρίσεις πίσω. Να υπάρχει δηλαδή μια μελωδία που θα σκεφτείς σε μια άσχετη στιγμή και μετά από κάποια λεπτά θα θυμηθείς από που προέρχεται παρακινώντας σε να την ξανακούσεις. Αυτό είναι μια έλλειψη που στιγματίζει το Syncope, οπότε μένουμε με τα ευδιάκριτα προτερήματα του στη βελούδινη συνθετική και εκτελεστική υφή του, για να δούμε αν και αύριο η αύρα του θα παραμείνει αναλλοίωτη και ζωντανή.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Ένας Δισκοπαθής Εξομολογείται #6: Μπάμπης Κολτράνης

10371958_10205077482839339_7712402463693268253_n

Σε εβδομαδιαία βάση ένα πρόσωπο που ασχολείται εμπράκτως με τη μουσική, εξομολογείται μέσω της Δισκοπάθειας την αγάπη του για έναν δίσκο. Αυτή την εβδομάδα, ο Μπάμπης Κολτράνης που περιβάλλει ηχητικά τη ζωή του όχι μόνο ακούγοντας μουσική, αλλά και μέσα από κείμενα και ραδιοφωνικές εκπομπές επί της τελευταίας, μεταφέρει τις έντονες παραστάσεις που αποκόμισε κατά τις ακροάσεις του LP5 (ουσιαστικά, του άτιτλου πέμπτου άλμπουμ) των Autechre

Το προφίλ του… δισκοπαθούς κατ’ εμέ

Ως ένας από τους… κινητήριους μοχλούς του αληθινά αξιόλογου διαδικτυακού τόπου γύρω από τη μουσική Against The Silence, o Μπάμπης Κολτράνης (τι επίθετο-ιδιοκατασκευή!) αναλύει -με μεθοδικότητα και σε αρκούντως προσωπικό ύφος- άλμπουμ και συνθέσεις διαφόρων ιδιωμάτων καταλήγοντας σε εμπεριστατωμένα συμπεράσματα επί αυτών. Ενδέχεται, βέβαια, να έχετε διαβάσει κι αλλού σχετικά κείμενά του, όπως φερ’ ειπείν στον multimedia ιστόχωρο  Breakaplate.

Παράλληλα, ο κάτοικος Βερολίνου εδώ και μερικά χρόνια Μπάμπης, ο οποίος μεγάλωσε στην Κω και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Αθήνα, εκφράζει τον… εθισμό του στους πάσης φύσεως ήχους μέσα από την εκπομπή την οποία επιμελείται για λογαριασμό του ιντερνετικού ραδιοφώνου Weird Fishes, με τίτλο Night Patrol (ή ελληνιστί Νυχτερινή Περίπολος), και η οποία βρίσκεται στον «αέρα» κάθε Τετάρτη 23:00-00:15 (δίνοντας και αρμονική ώθηση στις Πέμπτες μας).

…και τα λόγια τού ίδιου για τον αγαπημένο του δίσκο

Παίδεμα αυτή η μπάντα! Πρώτη γνωριμία σε ένα δωμάτιο στο Αμστελόδαμο, χειμώνα με ανοικτό παράθυρο και το Tri Repetae τωνAutechre για πρωινό. Ο φίλος που με φιλοξενούσε να μην ακούει τίποτα άλλο εκείνες τις ημέρες κι εγώ απλά να έρχομαι σε επαφή με κάτι το εντελώς καινούργιο. Είχα ήδη ακούσει Aphex Twin, Kraftwerk, Orbital, Στέρεο Νόβα κ.α., αλλά αυτό εδώ το άκουσμα ηχούσε εντελώς περίεργα στα αυτιά μου, σαν κάτι που απαιτούσε πρώτη φορά την τέλεια προσήλωση για να το κατανοήσεις.

Μετά από κάποιους μήνες αγόρασα το πέμπτο τους άλμπουμ που είχαν φρεσκοκυκλοφορήσει εκείνη την εποχή. Ούτε τίτλος, ούτε κάτι στο εξώφυλλο, διπλός δίσκος, τίτλοι κομματιών γιούχου και το μυστήριο ξετυλιγόταν για τα καλά. Δεν γνώριζα αν τότε αυτό που κρατούσα στα χέρια μου ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του, αλλά εγώ πρώτη φορά δεν άκουγα ούτε μπάσα κανονικά, ούτε μελωδίες. Οι κοφτερές συνθέσεις όμως με την εξωγήινη παραγωγή ανέδυαν μια μαγεία. Διάολε, ούτε να το χορέψεις μπορούσες αυτό το υλικό, αλλά κάθε νότα(;) σου στοίχειωνε για τα καλά τον εγκέφαλο. Ήταν σαν κάθε ξεχωριστό στοιχείο κάθε κομματιού, οι ρυθμοί, τα αλλόκοτα μηχανικά τιτιβίσματα, οι υπόγειες ατμόσφαιρες, να μπορούσε να σταθεί αυτόνομα μόνο του και βεβαίως υπάρχουν στιγμές ή ακόμη και ολόκληρες συνθέσεις όπου αυτό συμβαίνει αγγίζοντας έναν μυστήριο μινιμαλισμό.

Μετά από κάθε σημείο δεν ήξερες τι μουσικά θα επακολουθήσει και για την ακρίβεια τι θα σου επιτεθεί ηχητικά. Οι πλευρές γυρνούσαν και τα εθιστικά κομμάτια διαδέχονταν το ένα το άλλο επιβάλλοντας τον χαρακτήρα της ιεροτελεστίας μιας ακρόασης αυτού του χειμωνιάτικου και πολυδαίδαλου δίσκου. Περιττό να πω πως κάθε πλευρά ή κομμάτι διαφέρει από το άλλο και ως σύνολο συνδεδεμένα στεκόντουσαν πιο πετυχημένα παρά κατά μόνας. Ίσως για αυτόν τον λόγο δεν έχω αποστηθίσει τους τίτλους των κομματιών, αλλά θυμάμαι μόνο στιγμές που τα έχω ακούσει ξέχωρα από τον δίσκο. Το “Acroyear2” σε ένα φεστιβάλ ηλεκτρονικής μουσικής στην Πειραιώς  φορώντας βερμούδα και γεμάτος περιέργεια. Το “Arch Carrier” σε μια πρόσφατη μου ραδιολίστα που δεν κόλλαγε με τα υπόλοιπα επιλεγμένα κομμάτια κι εμένα να νιώθω σαν να μην κολλάω με τίποτα με αυτό που φαινόταν έξω από το βερολινέζικο παράθυρό μου. Το “Drane2” στην πρώτη φορά που είδα την ταινία Π (καθώς ακούγεται ένα απόσπασμα του σε μια σκηνή προς το τέλος της ταινίας, αλλά δεν περιλαμβάνεται στο soundtrack της) στην Ίριδα σε μια μαγευτική βραδιά των φοιτητικών μου χρόνων.

Επειδή μου φαίνεται πως μπορώ να γράφω ακατάπαυστα για τον δίσκο αυτό να σημειώσω απλώς πως από τότε που τον πρωτοάκουσα έχω ενσκήψει ως ακροατής και στο υπόλοιπο υλικό της πλούσιας δισκογραφίας τους, με θετικά κατά κύριο λόγο αποτελέσματα, χωρίς όμως να βάζω δίπλα του κάποιο άλλο τους πόνημα. Έτσι κι αλλιώς ήταν ένα οριακό άλμπουμ για τους ίδιους το οποίο ενσωμάτωνε την τεχνοτροπία και την αισθητική που είχαν ήδη καταθέσει μέσα σε μια γεμάτη δεκαετία και την καταβύθιση στον πειραματισμό που θα ακολουθούσαν ως σχήμα.

Πάντως μιλάμε για έναν δίσκο ανάδελφο με ό,τι κυκλοφορούσε τότε, ο οποίος συμπυκνώνει την μαγεία και το βάθος της ηλεκτρονικής μουσικής, μην δίνοντας σημασία σε μόδες καταδικασμένες να ξεπεραστούν και ως εκ τούτου ακούγεται ακόμη και σήμερα μετά από δεκαεπτά χρόνια σχεδόν εξωπραγματικός. Ο τρόπος μάλιστα που χαρακτηρίζει την ροή του δίσκου με την εναλλαγή ταχυτήτων, το κρεσέντο πριν το τέλος και το χαοτικό και άρρυθμο κλείσιμο είναι κάτι που ακόμη και σε θέματα που δεν άπτονται της μουσικής με έχει επηρεάσει καταλυτικά.

Αναδημοσίευση από το https://diskopatheiaa.wordpress.com/ το οποίο και ευχαριστούμε θερμά.