Live Boy Harsher/The Rattler Proxy/Venus Volcanism & In Atlas

Κάτι είχε η προχτεσινή μέρα. Μια μουντάδα εκβαλλόταν από έναν ηλιόλουστο κατά τ’ άλλα ουρανό, δίνοντας έναν ισχυρό τόνο αντιθέσεων στη μητρόπολη. Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις είναι που χρειάζεσαι ένα είδος απαντήσεων σε ερωτήσεις που βρίσκονται στα αζήτητα. Μια συναυλία είναι ο ιδανικός τρόπος να τις βρεις, ειδικά μιας μπάντας που τον τελευταίο καιρό σε κυνηγά παντού όπου κι αν πας.

Με αυτό λοιπόν το ξεκάθαρο συναίσθημα έφτασα στον χώρο που θα εμφανιζόντουσαν οι Αμερικάνοι Boy Harsher. Η πρώτη εντύπωσή μου ήταν ότι πιθανόν το ίδιο συναίσθημα προσέγγισης της βραδιάς να απασχολούσε κι άλλ@ς, μιας και ήδη από νωρίς φαινόταν η υψηλή προσέλευση κόσμου που θα ακολουθούσε. Είναι τετριμμένο, αλλά θα το ξαναγράψω ότι δεν χρειάζεται παρά μόνο μια σύνδεση στο διαδίκτυο για να ανακαλύψεις μια νέα αξιόλογη μπάντα. Ως προς την περίπτωση των BH να αναφέρω απλώς ότι η ευρωπαϊκή τουρνέ τους ξεκίνησε με μια sold out εμφάνιση στο Βερολίνο και με το που μπήκε νέα συναυλία τους εκεί στο κλείσιμο της περιοδείας τα εισιτήριά της ξεπουλήθηκαν αμέσως!

Η βραδιά, όμως, διέθετε κι άλλα δύο ονόματα, τα οποία ομολογουμένως ταίριαζαν απόλυτα στο όλο κλίμα. Το ιδανικό ξεκίνημά της έγινε με τις Venus Volcanism & In Atlas, μιας Αθηναίας και μιας Δανέζας που άνετα την πέρναγες για Βολιώτισσα, οι οποίες εξασκήθηκαν σε ένα υψηλής ποιότητας και επικίνδυνης κοπής σύγχρονο darkwave. Όπως έδειχναν να απολαμβάνουν κι αυτές τη μουσική τους σύμπραξη επί σκηνής, έτσι έπραττε και ο κόσμος από κάτω, που είχε ήδη πυκνώσει τις γραμμές του ιδιότυπου αυτού ποιμνίου. Έπειτα από ένα σαραντάλεπτο πλήρους σετ, ακολούθησαν οι Αθηναίοι The Rattler Proxy τους οποίους είχα ξαναδεί πριν από έναν χρόνο περίπου, αλλά ως ντουέτο και όχι ως τρίο, όπως εμφανίστηκαν τώρα. Τουτέστιν, ένας κιθαρίστας πλαισίωνε το κλασικό σχήμα ενός τραγουδιστή με στιλ και ενός άλλου στο λάπτοπ κρυμμένου στο βάθος. Η εμφάνισή τους μου φάνηκε ότι παραήταν στιλιζαρισμένη πάνω σε ένα a la Suicide μοτίβο, με τις συνθέσεις να είναι κάπως επίπεδες, αλλά σίγουρα σε κάποιον κόσμο άρεσε όλο αυτό κι αυτό φάνηκε από την αποδοχή της διασκευής τους στο “Cracking Up” της γνωστής μπάντας που παίζει σε όλη της την καριέρα αποκλειστικά ένα ριφάκι.

(credits, photo by Ioanna Noir Zacharopoulou )

Με τα πολλά φτάσαμε στην ώρα που θα έβγαιναν οι BH, αλλά η ύπαρξη κάποιων τεχνικών προβλημάτων στα ηλεκτρικά δημιούργησαν μια περίπου μισάωρη καθυστέρηση, η οποία λίγο ακόμη και θα δημιουργούσε μια ανάστατη νευρικότητα στην αίθουσα. Σίγουρα αυτή η καθυστέρηση ήταν ένας λόγος που υπήρχε η αίσθηση ότι δεν θα έπαιζαν ένα μεγάλο χρονικά σετ, μιας και την επόμενη μέρα ήταν κανονισμένο να παίξουν στη Δρέσδη, οπότε δεν μπορούσαν να ξεφύγουν και πολύ από το πρόγραμμα. Το σημαντικό όμως είναι ότι, αν υπήρχε έστω μια μικρή φοβία ότι θα επηρεαζόντουσαν ως προς την απόδοση του υλικού τους ζωντανά, αυτή εξαφανίστηκε αμέσως με το που εκτέλεσαν τα πρώτα κομμάτια τους. Το ντουέτο κατάφερε με όχημα απλές στη φόρμα συνθέσεις να βγάλει μια έκρηξη και ένα σκοτεινό συναίσθημα σε αυτές. Η τραγουδίστρια με την πειστική ερμηνεία των στίχων της το ζούσε, συνδυάζοντας μια μπάσα μελωδική φωνή, κυνικά χαμόγελα και εκδικητικούς στίχους. Ο επιμελητής του όλου μουσικού υπόβαθρου κατάφερνε να εμπλουτίζει και να δυναμιτίζει το υλικό της μπάντας, κάνοντάς το άκρως χορευτικό, αλλά και εγκεφαλικό. Ειδικά όταν ακούστηκε το -“πότε καλέ έγινε σουξέ;”- “Pain”, η ατμόσφαιρα δονήθηκε επικίνδυνα σε ένα κατάμεστο Temple.

Υπολόγισα ότι έπαιξαν με το encore περίπου πενήντα λεπτά, το μοναδικό στοιχείο για το οποίο θα μπορούσε να εκφραστεί ένα παράπονο. Η άποψη μου, όμως, είναι ότι μπορεί μια μπάντα να αρκείται σε ένα σύντομο σετ, καθώς πιστεύει ότι επιτυγχάνεται μέσω αυτού η μετάδοση της ενέργειας και του χαρακτήρα της. Οπότε δεδομένης και της απόδοσής τους, προσωπικά θα σταθώ στην ποιότητα και όχι στην ποσότητα όσον αφορά την εμφάνιση των BH, που εξάλλου διαθέτουν και μια μικρή δισκογραφία. Μιας εμφάνισης που δίπλα μου έκανε ένα ζευγάρι νεανίσκων να φασώνονται χορεύοντας και ταυτόχρονα άλλων να στέκονται σαν αγάλματα μπροστά σε ένα μελωδικό ψύχος και έναν περίγυρο αγκαθωτών beats. Ο θρίαμβος των γλυκών αντιθέσεων επιτεύχθηκε. Μια λύπη και μια λυτρωτική ένταση ήρθαν και έδεσαν και ήταν από τις σπάνιες συναυλιακές βραδιές που μια ευχή είχε ακουστεί με τέτοιο τρόπο που να θυμίζει απειλή.

 

Μπάμπης Κολτράνης

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Live Xiu Xiu/Άγγελος Κυρίου

Καθισμένος έξω από το Temple όπου θα έπαιζαν οι Xiu Xiu, παρατήρησα κάτι που με είχε βάλει και παλιά σε σκέψεις. Καθώς ήταν λίγος ο κόσμος που καθόταν ή περνούσε μπροστά μου, δεν μπορούσα να ξεχωρίσω αυτόν που θα πήγαινε στην ίδια συναυλία με μένα από αυτόν που θα πήγαινε κάπου αλλού. Βέβαια, ήταν καθημερινή και έλειπαν οι στιλιστικές ακρότητες (ή μάλλον οι κοινότοπες μετριότητες), αλλά και πάλι, κοτζάμ avant garde pop noise σχήμα έπαιζε με queer ευαισθησίες και δεκάξι χρόνια ιστορία, οπότε περίμενα κάτι εμάς τους συναθροίσμεν@ς να μας ξεχώριζε. Κάπου εκεί σκέφτηκα ότι κατά μία έννοια όλο αυτό έχει τα καλά του και δεν χρειάζεται να βάλεις τα “κακά σου” για να δεις μια τέτοιου ύφους συναυλία. Μπορεί όμως να ξεφτίζουν τα πρότυπα με τους (όχι και τόσο) άτυπους κανόνες τους, αλλά στο τέλος όλα τείνουν να φαντάζουν ίδια. Σαν το να πηγαίνεις σε ένα εντεχνάδικο παραδίπλα είναι το ίδιο με το να πηγαίνεις σε μια noise συναυλία. Όλα καταλήγουν να σου κάνουν το ίδιο, γιατί ίσως δεν δίνεις και πολλή σημασία σε αυτά. Τη σκέψη ακολούθησαν απτά παραδείγματα της κατάστασης αυτής, όπως η χρήση του messenger εν ώρα live, η μανιώδης λήψη άχρηστων βίντεο, οι ασταμάτητες συνομιλίες των γύρω σου κ.ά., αλλά κάπου έπρεπε να σταματήσει το όλο παραλήρημα, γιατί ξεκινούσε η συναυλία.

Το όνομα που την άνοιξε ήταν ο Άγγελος Κυρίου. Με μια λέξη, θα χαρακτήριζα την εμφάνισή του ως παρένθεση. Αν υπήρχε μία περίπτωση στις εκατό αυτό το και καλά ψαγμένο σαλατικό να έχει μια ουσία, σίγουρα δεν ήταν η τυχερή του μέρα. Φανταστείτε μια παρέα να πίνει μπάφους και να γράφει μουσική, να τη στέλνει σε μερικά lifestyle free press, αυτά να ενθουσιάζονται όπως μόνο αυτά ξέρουν, να τους σπονσοράρουν με την αγορά νέων μουσικών οργάνων, η παρέα να σπάει, να μένει ένας και να αναγκάζεται να γράψει μόνος του τη μουσική κι ενώ έχουν τελειώσει οι μπάφοι. Τόσο κακό!

Μετά τη σαραντάλεπτη παρένθεση και με τον χώρο να γεμίζει όσο ακριβώς έπρεπε, βγήκαν οι Xiu Xiu, όπως εξάλλου αναμενόταν. Αυτό που δεν αναμενόταν, από την πλευρά μου τουλάχιστον, ήταν η πλούσια σε συναίσθημα και καλώς εννοούμενη ένταση. Περιττό να πω το στερεοτυπικό “έπαιξαν καλύτερα από ό,τι στους δίσκους”, αλλά, διάολε, εδώ έκαναν με ευκολία τα κους κους των γύρω μου να σιγήσουν ακόμη και στις πιο απαλές στιγμές του σετ, τα χασμουρητά να εξαφανιστούν, τα κινητά να μαζευτούν σε μεγάλο βαθμό και μόνο ένα απλό “I love you” από μια οπαδό καταμεσής του τελευταίου τραγουδιού να παρεμβληθεί με γλυκό και αστείο τρόπο στο όλο σκηνικό. Κάθε κομμάτι είχε τον δικό του χαρακτήρα, διατηρώντας όμως μια συνοχή λυρισμού και πηγαίου θορύβου. Τα προηχογραφημένα μέρη ήταν απλώς η βάση για να πατήσουν τα δύο μέλη της μπάντας με τα κρουστά, τα πλήκτρα, την κιθάρα, το μικρόφωνο και διάφορα άλλα που ξεχνάω πώς τα λένε. Από το πρώτο λεπτό μέχρι και το δεύτερο encore δημιούργησαν μια δική τους ατμόσφαιρα και με έκαναν να μην μπορώ να θυμηθώ άλλο live που να έμοιαζε σαν κι αυτό. Τέτοιος ενθουσιασμός από μένα μάλιστα που λόγω μιας αλλαγής της τελευταίας στιγμής βρέθηκα ευτυχώς στην τρίτη ζωντανή εμφάνιση τους στα μέρη μας.

Βγαίνοντας, χωρίς να το πολυσκεφτώ αισθάνθηκα ότι τελικά κάτι κοινό είχαμε εμείς που μόλις είχαμε παρακολουθήσει τη συναυλία. Κάτι απροσδιόριστο, σαν οι Xiu Xiu να μας είχαν κοινωνήσει ένα πνεύμα που μας έφερε κοντά έστω για λίγο, πολύ λίγο, αλλά εν τέλει αρκετό.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Boy Harsher – Rope Sect – Carla dal Forno

Boy Harsher – Country Girl ( Ascetic House)

Γραμμές φώτων στη χάση της νύχτας δίνουν τον ρυθμό στα χτυπήματα των δαχτύλων πάνω στο τιμόνι. Εν μέσω μοναχικών διαδρομών, το ράδιο επιτέλους παίζει κάτι που κολλά στη φευγαλέα στιγμή και στον κολλημένο εγκέφαλο. Τέσσερα ισάξια κομμάτια της τέταρτης νέας κυκλοφορίας του αμερικάνικου αυτού ντουέτου αρκούν για να σε συνεπάρουν σε έναν δικό τους κόσμο. Παρ’ ολίγον ρετρό, παρ’ ολίγον happy end, παρ’ ολίγον υπαρξιακής υφής, ξεκάθαρα χορευτικό, επιπέδου καλοσχηματισμένης γοητείας, το EP αυτό είναι πιθανόν η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, υπόσχεται στον εαυτό του την καταραμένη ευχή που προστάζει “τα καλύτερα έρχονται”. Μια γεύση αυτής της πεποίθησης θα πάρουμε αρχές Δεκέμβρη, όταν και θα εμφανιστούν ζωντανά στο Temple στο κέντρο της Αθήνας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Rope Sect – Proselytes (iron bonehead/name your price)

Inmesher – guitars, drums & vocals, Harbinger – bass, Gaarentwynder – additional guitars είναι οι τρεις υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Τους έψαξα ενδελεχώς. Δεν μπορώ να τους εντοπίσω, να δω από τι φυσιογνωμίες βγαίνει αυτή η παγωμάρα, ο ξερός ήχος, τα riff που μου αρέσουν τρελά, η απομακρυσμένη από τα εγκόσμια σχεδόν φωνή του Inmesher. Δεν έχει περάσει παρά μισός χρόνος από το debut album τους Personae Ingratae, με την αίσθηση της αρρώστιας, της θανατίλας, της κάθαρσης, και κερδίζουν τις εντυπώσεις, κάνοντας το “King of the Night” το χιτάκι της εν λόγω κυκλοφορίας. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα και μπορεί να βρεθείς με το σκοινί στον λαιμό χωρίς να καταλάβεις το πότε, αν έστω αναφερθείς ρηχά για τη μουσική τους… ενδεχομένως.

Σαν γοτθικό post-punk που παίζει από τα έγκατα του πουθενά θα αντιμετωπίσεις και το Proselytes, μόνο που εδώ -σε σχέση με το Personae Ingratae– έχει δέσει το σκοινί για τα καλά. Δύο κομμάτια που δίνουν το προβάδισμα σε ό,τι βγάζει ηλεκτρικό ήχο και αφήνουν λίγο στον “πάγο” τα φωνητικά, που πολύ καλά κάνουν και βρίσκονται εκεί που είναι. Έτσι, έχεις όλη την άνεση να πολιορκηθείς από την ένταση, τις ταχύτητες, την τραχιά φωνή του Inmesher (που στα επίπεδα σημεία της μου έφερε τον Papa Emeritus III των Ghost στον νου, τι παραλληλισμός κι αυτός;).

Οι Rope Sect μιλούν για την απομόνωση, αποκηρύττουν την κοινωνία, χορεύουν πάνω στα ερείπια, περιμένοντας με χαρά τη μέρα της κρίσης. Τραγουδούν για τη γυμνή καταστροφή, την ελευθερομανία, αλλά και την υπακοή. Πάνω από όλα, όμως, επικεντρώνονται στο σκοινί. Ο σεβασμός αλλά και ο φόβος που σου προσφέρει ταυτόχρονα η θέα και η αίσθηση του. Κατά τα λεγόμενά τους: “Old lives are fading, a new one is dawning. A second skin. The beginning of the end”. Το θέμα είναι ποιος θα βάλει το σκοινί στον λαιμό; Ο τιμωρός, ο ίδιος σου ο εαυτός που σε οδηγεί σε αυτοκτονική πράξη ή όλο το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, που και πάλι αποφασίζει μέσω εσού; Όλα αυτά βγαίνουν σε μια όχι τόσο lo-fi απόδοση, όπως παρατηρήθηκε στο Personae Ingratae, αλλά σε ό,τι αφορά την παραγωγή, εδώ έχουμε μια καλύτερη εξέλιξη. Το τρίο από την Γερμανία, όπως και να έχει, κλέβει την παράσταση φέτος, αφήνοντας το deathrock να επιπλέει παντού, να γεμίζει τον χώρο και να υπόσχεται.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Erikkson

 

Carla Dal Forno – The Garden 12’’ (Blackest Ever Black)

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο δύσκολο να γράψει κανείς με αγνό, ωμό, πηγαίο ενθουσιασμό. Όλα έχουν χιλιοακουστεί (λες και τα samples αποτελούν μια σύγχρονη μορφή σκυτάλης που περνά ο ένας καλλιτέχνης στον άλλο), όλα έχουν χιλιογραφεί (λες και οι γραφικές εκφράσεις αποτελούν σημείο κατατεθέν των απανταχού μουσικών “συντακτών”), όλα τα έχουμε χιλιοβιώσει (λες και το ψυχικό μας απόθεμα αποστραγγίστηκε και δεν έχουμε πια διάθεση να εκπλαγούμε).

Αυτό κάνει εμφανίσεις όπως αυτή της Carla dal Forno τόσο άμεσα αποκαλυπτικές, τόσο ανεπιτήδευτες και αιχμαλωτιστικές. Και τόσο μόνες.

Κανείς δεν μου ’χε μιλήσει για το You Know What It’s Like του 2016, που αποτελεί ένα μουσικό καταφύγιο από μόνο του, για το οποίο δυστυχώς (;) δεν θα πούμε λέξη εδώ, μέχρι που κυκλοφόρησε μες στον Οκτώβριο η δεύτερη δουλειά της Carla, το The Garden. Ένα σφηνάκι ηλεκτρονικού μινιμαλισμού, γεμάτο σκοτεινές συνυποδηλώσεις – τόσο έξυπνο, όσο και αφοπλιστικό.

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τη δημιουργό με βάση το μουσικό στερέωμα στο οποίο φαίνεται να ρίχνει ρίζες, θα λέγαμε ότι έχει κουρνιάσει στο ηχόχρωμα των Grouper και σταλάζει με κάθε της κομμάτι γερές δόσεις ambient σκοταδιού. Το εναρκτήριο κομμάτι “We Shouldn’t Have To Wait”, με τα νωχελικά φωνητικά να ντύνουν μια έντονα synth wave μελωδία, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως καταλύτης στα εγκεφαλικά σας κύτταρα. Το “Clusters” που ακολουθεί σπάει ρυθμικά την υποτονική ατμόσφαιρα για να λειάνει το έδαφος για το διαμάντι του ep, το “Make Up Talk” – αδυνατώ να σας μιλήσω με μουσικούς, πολλώ δε μάλλον με συναισθηματικούς όρους, για αυτή τη σύνθεση. Listen to it and you shall know. Το ep θα κλείσει με το ομότιτλο “The Garden, και κάπου στο βάθος του νου σας θα έρθουν νότες από Einsturzende Neubauten και εικόνες από το Himmel Uber Berlin – αν είστε αρκετά επιρρεπείς στην πραγματικά όμορφη μουσική και την ονειροπόληση.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.

Fraternity Of Sound Opening Rites – Club Night

Το να πηγαίνεις σε μια συναυλία με ονόματα που δεν πολυξέρεις είναι σαν να σκας σε πρώτο ραντεβού. Αυτή η αίσθηση ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς να περιμένεις προσθέτει έναν τόνο μυστηρίου και ίντριγκας, και κάπως έτσι ένιωθα πηγαίνοντας στο άνοιγμα του FOS. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τι κόσμο θα συναντούσα ήξερα, και φάνηκε τελικά πως αρκετ@ γνωστ@ μου έχουν πιο διευρυμένα γούστα από ό,τι νόμιζα. Επίσης, το φτηνό εισιτήριο σε σχέση με τις επόμενες ημέρες του φεστιβάλ, μιας και τα ονόματα ήταν χαμηλότερου βεληνεκούς, έκανε κάποιο λίγο κόσμο να δώσει το “παρών” μόνο τη συγκεκριμένη βραδιά, αντί των άλλων. Και κάπως έτσι εγένετο φως…

…Ή για την ακρίβεια σκοτάδι, μιας και αυτό απαιτούν οι περιστάσεις του πρώτου ραντεβού. Ο Dead Gum έδωσε το εναρκτήριο κάλεσμα με ένα drone/ambient σετ, το οποίο ταίριαζε ιδανικά εκείνη τη στιγμή που ένα φεγγάρι παραμόνευε πίσω και πάνω από αυτόν στα τζάμια. Η Puce Mary ακολούθησε, και πολύ νωρίς νιώσαμε ένα συγκινησιακό ντου, μη αναμενόμενο. Όταν βλέπεις μια μουσικό να ψιθυρίζει στην αρχή του live τα λόγια μιας προηχογραφημένης φωνής που ακούγεται πάνω στα ερεβώδη ηχοκύματά της, τότε ξέρεις ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά στη συνέχεια. Ειδικά όταν πήρε το μικρόφωνο, φτύνοντας στίχους με έναν υποβλητικό τρόπο και παραδόξως στο υπόβαθρο ενός μαζικού θορύβου, καταλάβαμε για τα καλά ποιο όνομα θα ξεχώριζε εκείνη τη βραδιά στα νέον φώτα του εγκεφάλου μας.

Από το ζεστό στο κρύο θα χαρακτήριζα τη συνέχεια, με τον Colin Potter των Nurse With Wound να κουράζει με τον θόρυβό του, όπως μόνο οι μπαρμπάδες ξέρουν όταν έρχονται σε οικογενειακές μαζώξεις και λένε “Να, εγώ εδώ θα κάτσω με τη νεολαία!”. Θα επέμενα στο χάσμα γενεών, αλλά και ο νεαρός Croatian Amor, που τον γνώριζα μουσικά ως Loke Rahbek, δεν μου έκανε καμία φοβερή εντύπωση. Βέβαια, οφείλω να παραδεχθώ ότι ανήκα στη μειονότητα, γιατί το καλοδουλεμένο του political concept με τη μουσική και τα βίντεο, το οποίο θύμισε Oneohtrix Point Never, κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετού κόσμου.

Η νύχτα έτρεχε κι άντε να την προλάβεις, οπότε αν και δεν ξέφυγε χρονικά στο πρόγραμμα η εμφάνιση του τελευταίου της βραδιάς Jay Glass Dubs, ήταν ωστόσο λίγο αργά για να ρισκάρω να μην προλάβω το τελευταίο τρένο. Όσο άκουσα προσπάθησα να το κρατήσω για τη διαδρομή της επιστροφής…

…και, ξανά μέσα σε ούτε ένα εικοσιτετράωρο, πίσω στο The Temple για το Club Night του FOS. Αφού νόμισα ότι απλώς ξεκουράστηκα σπίτι για να αντέξω το ξενύχτι που προμηνυόταν. Ο Zorz μας έβαλε στο κλίμα με τα βινύλιά του και ένα γλυκό techno, χωρίς να είναι techno σετ. Στη συνέχεια, ο Bill Kouligas βγήκε με δικό του νέο υλικό, το οποίο, αν και είχε ωραίες στιγμές, μου φάνηκε αρκετά περίπλοκο για να ταιριάζει με μια βραδιά που είχε τον χαρακτήρα “κλαμπ” μπροστά. Ο Zorz πάλι εμφανίστηκε στα decks, και μάλιστα παίζοντας αυτήν τη φορά κανονική techno αρκετών bpm για να μη μας έρθει απότομα ο ερχομός του JK Flesh (αυτού του συμπαθητικού τύπου των Godflesh). Ένα άρτιο live industrial-techno σετ μας βάρεσε κατακούτελα κάνοντάς με να σκέφτομαι πόσο ταίριαζε αυτό που ακουγόταν στον συγκεκριμένο χώρο, και μάλιστα με τόσο καλό ήχο να βγαίνει από τα άγια ηχεία. Ακόμη πιο πολύ ταίριαζε η συνέχεια με τους Kondaktor και 3.14 (ο σωσίας του Dave Gahan; Ίσως). Απλό και ξερό techno b2b επιλογών, όπου προσωπικά με έκανε να νιώσω ότι βρίσκομαι σε κάποιο μεγάλο κλαμπ ακούγοντας κάποιο γνωστό όνομα του χώρου. Το ξημέρωμα όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε η επιστροφή σπίτι είχε αυτό ως φόντο, όπως εξάλλου κάθε έξοδο σε κλαμπ οφείλει να έχει.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Sunny Day Real Estate – Live

 Ξημέρωσε νωρίς. Το φως απέξω τον ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Για μια στιγμή, η ησυχία στο σπίτι του φάνηκε αιώνια. Σηκώθηκε, έκανε ό,τι ήταν να κάνει και βγήκε έξω χωρίς να κλειδώσει. Απέναντι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας βρισκόταν ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς. Αφήνοντας τη μικρή του πλαστική σακούλα, του φάνηκε ότι είδε κάτι γνώριμο παραπεταμένο στα σκουπίδια. Ήταν ένας μισοσκισμένος ταχυδρομικός φάκελος με την κλασσική μπλε γραμμή με τα δικά του γράμματα πάνω! Δίπλα είχε ένα φτηνό κολιέ με ένα μονόγραμμα πάνω. Παραδίπλα ένα βιβλίο με μια τσάκιση στην αρχή του. Ούτε το γράμμα είχε διαβαστεί, ούτε το κολιέ είχε φορεθεί και όπως φαινόταν ούτε το βιβλίο είχε διαβαστεί ολόκληρο.

 Πάγωσε, αν και δεν έκανε ψύχρα. Σκέφτηκε να τα μαζέψει, αλλά πιάνοντάς τα για δεύτερη φορά πια στα χέρια του, ένιωσε ένα ασήκωτο βάρος. Πριν γυρίσει την ελαφρώς σκυμμένη πλάτη του, είδε μια μικρή κούτα γεμάτη κασέτες και σιντί. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στις ράχες τους ήταν δικός του. Έπιασε την κασέτα που βρισκόταν πάνω πάνω. Έγραφε Sunny Day Real Estate – Live στην επικεφαλίδα. Άνοιξε την πλαστική θήκη της και είδε τους σχεδόν δικούς του τίτλους… “Every Shining Time You Arrive”, “Song About An Angel”, “Circles”, “J’Nuh” και πάει λέγοντας. Ήταν ολοφάνερο ότι η κασέτα είχε παιχτεί αρκετές φορές, λογικά μέχρι τέλους. Την έβαλε βιαστικά στην τσέπη του. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης