Δίσκοι που επηρέασαν δίσκους: Greg Sage – Straight Ahead

Οι Wipers είναι ξεκάθαρα μια μπάντα που δύσκολα ξεχνάς με το που την ακούσεις. Η φωνή τους, ο Greg Sage, ήταν η φωνή εκείνων που στέκονταν απέξω και τολμούσαν να βλέπουν την πραγματική πλευρά της κοινωνικής γυάλας που χτιζόταν στην εποχή τους. Ασυμβίβαστος και καθόλου αυτοκαταστροφικός, όπως πρόσταζε τότε το στυλ του punk/rock/post punk, συνδύασε, ίσως πρώτος, την προσωπική γραφή με τις κοινωνικές αναφορές σηματοδοτώντας την αλλαγή των γενιών από τα αγωνιστικά seventies στα εσωτερικά eighties. Και τα λόγια γινόντουσαν πράξεις! Ήταν εξάλλου τόσο δυνατά που δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο ίδιος βοήθησε έμπρακτα άλλες μπάντες και έμεινε πιστός στις diy καταβολές του.

Μεταφερόμενοι στο 1985, μετά το πέρας της αγίας δισκογραφικής τριάδας της μπάντας του, ήρθε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ που γέννησε τον τρόπο να παίζεις ακουστικά punk rock (όχι μόνο σε ξεχωριστά κομμάτια, αλλά σε μορφή ολοκληρωμένου άλμπουμ). Δεν ήταν όμως μόνο αυτό, καθώς αυτός ο συγκερασμός πολλών ειδών (americana-post punk-punk) στάθηκε η βάση για να γράψει ένα μεστό σύνολο άπταιστων συνθέσεων. Ακούγοντας για παράδειγμα το “Soul’s Tongue” (κι όχι μόνο αυτό) με τους ανατριχιαστικούς του στίχους δεν γίνεται να μη σου έρθει στο νου το ντεμπούτο του Mark Lanegan και επίσης η προσέγγιση του Kurt Cobain στο MTV Unplugged των Nirvana. Το γεγονός ότι οι δύο αυτοί δεν τόλμησαν να διασκευάσουν κάποιο κομμάτι από το Straight Ahead, σε αντίθεση με τους Dinosaur Jr και τον Ryan Adams, δείχνει μάλλον τον απόλυτο σεβασμό τους στο έργο αυτό, τον οποίο κι εμείς με τη σειρά μας οφείλουμε να επιδείξουμε!

Wipers is clearly a band that you can hardly forget once you listen to it. Their voice, Greg Sage, was the voice of those who stood out and dared to see the real side of the social glass that was built in their time. Incompatible and not at all self-destructive, as punk / rock / post-punk style back then, he combined, perhaps first, personal writing with social references marking the change of generation from the racing ‘70s to the inner ‘80s. And words were deeds! It was, after all, so loud that it couldn’t be done otherwise. He also helped practically other bands himself and remained true to his DIY backgrounds.

Transferred to 1985, after the end of the “Holy Trinity” of his band, his first personal album came out, which gave birth to the way of playing acoustic punk. But it wasn’t just that, as that mixing of many kinds (americana-post punk-punk) was the basis of writing a set of proficient compositions. Listening for example “Soul’s Tongue” (and not only that) with its haunting lyrics, you instantaneously think of Mark Lanegan’s debut and Kurt Cobain’s approach to Nirvana’s MTV Unplugged. The fact that these two did not dare to adapt a piece from Straight Ahead, unlike Dinosaur Jr. and Ryan Adams, rather show the utmost respect in this work, which we in turn owe to show off!

Mark Lanegan – The Winding Sheet (listen)

Nirvana – MTV Unplugged (listen)

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Drab Majesty – Modern Mirror (dais records)

Υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσεις αρχικά το νέο άλμπουμ των DM. Ο πρώτος, σε βάζει να ενσκύψεις στο θέμα του δίσκου που αφορά στην τοξικότητα του σύγχρονου ναρκισσισμού και στην κατανάλωση του -κάθε- εαυτού καθώς και των άλλων μέσων. Τα δύο βίντεο, οι στίχοι, ακόμη και οι τίτλοι των τραγουδιών εδώ, θα μπορούσαν να αποτελούν σήματα κινδύνου, από κάπου μακριά, για το τώρα εδώ. Ο πλούτος τους μάλιστα, αποδεικνύει ότι δεν έχουμε κάποιο καλλιτεχνικό έργο που, απλώς κατακρίνει τα κακώς κείμενα των ανθρώπινων σχέσεων νιώθοντας τελικά άνετα εντός αυτών, αλλά μια εμβάθυνση ως προς την ανάλυση και το σπάσιμο των σύγχρονων διαδικτυακών ή μη προσωπικών αδιεξόδων.

Ο δεύτερος τρόπος ενασχόλησης με το Modern Mirror είναι η χώνεψη της ίδιας της μουσικής μορφής του. Δεν είναι μόνο ότι καταφέρνουν να αποτυπώσουν σε εθιστικές pop φόρμες όλα τα παραπάνω, αλλά και ότι πετυχαίνουν να βγάλουν έναν ισάξιο με τον σπουδαίο προκάτοχο του δίσκο ! Από την αρχή (και τι αρχή!), μέχρι και το τέλος (και τι τέλος!), η κάθε σύνθεση αποδεικνύει τελικά, ότι τα στεγανά κάθε μουσικού είδους είναι ψευδεπίγραφα, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα εμπνευσμένο σχήμα. Τώρα, αν αυτοί οι δύο τρόποι συγκεραστούν μεταξύ τους, έχουμε τον ιδανικό τρόπο (ή μήπως τον μοναδικό;) για να απολαύσουμε ένα πραγματικό αντίδοτο στην παραλυτική ακινησία του ελληνικού καλοκαιριού.


Μπάμπης Κολτράνης

HÜMA UTKU – Gnosis (karl records)

Μέσα στην ακινησία αποτυπώνεται η κίνηση του χρόνου. Απόδειξη τούτου δεν είναι μόνο η γοητεία των ακίνητων φυσικών τοπίων που μετρούν, με τον δικό τους τρόπο, το πέρασμα του χρόνου, αλλά και της μουσικής σε ορισμένες εκφράσεις της. Το ντεμπούτο της Τουρκάλας Huma Utku είναι μια απόδειξη του γεγονότος ότι μπορεί μουσικά μοτίβα να φαντάζουν στεκούμενα σε ένα μέρος ή περιστρεφόμενα γύρω από ένα στενό κύκλο, αλλά η ροή των συγκινήσεων κατά την ακρόαση τους να ρέει αέναα.

Ήδη, από το “Black Water Red” που διαδέχεται το αναγνωριστικό intro, δέχεσαι κάτι που σου τραβάει την προσοχή το οποίο διαθέτει ατμοσφαιρικά κύματα, παραμορφωμένες φωνές από παραδοσιακή ελληνική μουσική σε λούπα και κάτι το άγνωστο που τα συνέχει όλα αυτά, αριστουργηματικά. Επίσης, ακούγοντας και τις υπόλοιπες συνθέσεις διακρίνεις την άρνηση να καταχωρηθεί το άλμπουμ κάπου, ως ύφος. Αντ’ αυτού έχουμε την ανάδειξη ενός προσωπικού ήχου, ζεστού και μυστηριακού. Η απόρροιά του Gnosis, ανιχνεύοντας το, μπορεί να συνοψιστεί στη ρήση “… κι όμως κινείται”, θυμίζοντας το “E pur si muove” του Γαλιλαίου που εκφώνησε, όταν καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση για τις ιδέες του, θέτοντας όμως, τις δικές του βάσεις σε αυτό που αποκαλούμε Γνώση!

The movement of time is reflected within stillness. Proof of that is not only the charm of the natural landscapes that, in their own way, measures the passage of time but also the music in some of her expressions. The Turkish artist’s Huma Utku’s debut is proof of the fact that musical motifs may seem to be stagnant in one place or rotating around a narrow circle, but the flow of emotions during their listening is flowing infinitely.

Even from “Black Water Red” that comes after the unique intro, you receive something that draws your attention with atmospheric waves, loupe-distorted voices of traditional Greek music and something unknown that connects all, in an ideal way. Also, while listening to the rest of the compositions, you notice that you cannot register the album in any specific musical style. Instead, we have the appearance of a personal sound, warm and mysterious. The outcome of the Gnosis can be summed up in the phrase “… and yet it moves”, reminding of Galileo’s “E pur si muove”, when he was condemned by the Holy Inquisition for his ideas, setting his foundations in- what we call- Knowledge!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Franck Vigroux – Totem (Aesthetical)

Η μουσική δεν είναι μόνο για να περνάμε καλά, αλλά είναι και για εκείνες τις στιγμές που, με μισόκλειστο βλέμμα, θες να κοιτάξεις στον καθρέφτη και να σφαλιαρίσεις το είδωλο που βλέπεις. Είναι για εκείνες τις στιγμές που δεν είναι οι κατάλληλες για να αγαπήσεις τα λάθη σου, παρόλο που αυτά πληθαίνουν επικίνδυνα. Για αυτές τις στιγμές ο Franck Vigroux μόλις κυκλοφόρησε ένα δίσκο-κάλεσμα για να τις αγκαλιάσει στοργικά, χωρίς κανένα λάθος να παραμονεύει πριν από κάθε σύνθεση που περιέχει.

Τελειοποιώντας τις τεχνικές του με τη βαρύτητα ενός πλούσιου βιογραφικού εναλλάσσει έξυπνο θόρυβο με ευλύγιστες ρυθμολογίες πάνω σε μια στέρεα βάση ατμόσφαιρας, ώστε να βγάλει ένα εσωτερικό μα και εκρηκτικό άλμπουμ. Το μυστήριο, βέβαια, παραμονεύει σε κάθε στιγμή του Totem και πυροδοτεί μια απόκοσμη ενέργεια, όπως έκαναν στην αντίστοιχη δική τους εποχή αυτά τα ιερά σύμβολα τα οποία αναφέρονται στους τίτλους των συνθέσεων. Σίγουρα τα σημάδια είχαν φανεί στο πρόσφατο EP που έβγαλε, αλλά πραγματικά αυτός ο ορυμαγδός εδώ, έχει και το βάθος και το βάρος για να βυθιστείς κατακόρυφα. Καλές μας βουτιές!

Music is not just about having a good time, but it’s also about those moments where, with a half-closed look, you want to look into the mirror and sabotage your reflection. It is for those moments that are not suitable to love your mistakes, even though your mistakes are increasing dangerously. For these moments Franck Vigroux has just released an album-call to embrace them affectionately, without any mistake lurking before each composition that it contains.

Perfecting his techniques with the gravity of a wealthy biography, he switches intelligent noise with flexible rhythms on a solid atmosphere base to pull out an inside and explosive album. The mystery, of course, lurks at every moment in Totem and triggers an eerie action, as these sacred symbols that refer to the titles of the compositions made at their respective times. Certainly the signs had been seen in the recent EP that he did, but really this buzzard here, has the depth and the weight to plunge vertically.


Μπάμπης Κολτράνης

øjeRum – Franck Vigroux

Κάθε δίσκος ο οποίος τείνει να ξεχωρίσει από τον σωρό, δεν περιγράφει μόνο όσα ένιωσε η δημιουργός του την περίοδο που τον έγραφε, αλλά ορισμένες φορές, αποτυπώνει την όλη πορεία της ως εκείνη τη στιγμή. Τότε είναι που η μουσική χωνεύει τον χρόνο που πέρασε για να βγάλει μια ταυτότητα που μισεί σύνορα και περιχαρακώσεις, καταλήγοντας στη μαγική στιγμή που αυτή δημιουργώντας κάτι, βγαίνει προς τα έξω. Το “έξω” είμαστε εμείς, το “κάτι” είναι σαν κι αυτό που θα εξετάσουμε εδώ, αντιπαραβάλλοντας δύο νέες κυκλοφορίες που ταυτίζονται ως προς την επίτευξη της λειτουργίας των δίσκων που αναφέραμε πριν.

Ο Δανός øjeRum και ο Γάλλος Franck Vigroux μας έχουν απασχολήσει ξανά με αντιπροσωπευτικούς -για τον ήχο- δίσκους τους. Και οι δύο ξεκίνησαν στα zeros, έχουν βγάλει αμέτρητες κυκλοφορίες πάνω στον ορχηστρικό ήχο, αλλά κάπου εδώ παύουν οι όποιες ομοιότητες στα έργα τους. Ο μεν øjeRum, αφοσιωμένος στην αποτύπωση συναισθημάτων με τη χρήση κυκλικών-νανουρισματικών θεμάτων με βάση την ambient, χάνεται σκόπιμα σε έναν σχεδόν μονόχρωμο βυθό. Κάθε κομμάτι και του νέου του άλμπουμ, εκεί που πάει να πάρει τη μορφή σύνθεσης, αποστεώνεται από την ίδια του την αύρα, σαν δέντρο που από τον άνεμο πέφτουν όλα τα φύλλα του, παραμένει όμως, όμορφο και αγέρωχο.

Ο δε Franck Vigroux απλώνει τις industrial ιδέες του όσο χρειάζεται για να χωρέσουν μέσα σε αυτές μικρές εκρήξεις, μελωδικές ή μη. Σε μόλις τέσσερα κομμάτια παρουσιάζει τέσσερις διαφορετικές, αλλά και συγγενικές απόψεις πάνω στην χαλιναγώγηση του χάους, δίνοντας στο σκοτάδι διάφορες ετερώνυμες απεικονίσεις. Αν και EP, η ζωντάνια και η πληρότητα του
Théorème το κάνει να φαντάζει σαν ένας δίσκος με τα όλα του.

Κάπου εδώ, αναλογίζεσαι ότι ο øjeRum βγάζει τόσα άλμπουμ κατά μόνας κάθε χρόνο, καθώς νιώθει την ανάγκη να κυκλοφορεί καθετί -φαντάζομαι- που δημιουργεί. Δεν καταλήγει με αυτό τον τρόπο να βγάζει τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, παγίδα στην οποία έχουν πέσει τόσα ονόματα στην εποχή μας; Από την άλλη, ο Franck Vigroux μπορεί κι αυτός να μην είναι φειδωλός στις κυκλοφορίες που φέρουν το όνομα του, αλλά προτιμά την συνεργασία με άλλ@ς ως προς την αναζήτηση νέων δρόμων έκφρασης. Ομολογουμένως, και οι δύο αυτές κυκλοφορίες συμπυκνώνουν τις δύο αυτές διαφορετικές οπτικές πέραν της καλλιτεχνικής τους αξίας. Κι αυτό έχει ενδιαφέρον, όχι μόνο για το τώρα, αυτές τις συγκεκριμένες δηλαδή, κυκλοφορίες, αλλά και για το πώς φτάσαμε σε αυτές και στο τι θα τις ακολουθήσει!

Each record that tends to stand out from the others, does not only describe what the creator felt at the time she writes, but in some cases she writes down her entire course until that moment. This is when the music “fathoms” the time spent to extract an identity that hates borders and a retrenchment, resulting to the magical moment that she, by creating something, comes out. The “out” (the receiver) is us, the “something” is like what we will examine here, comparing two new releases that are identical as to the achievement of the operation of the records mentioned before.

The Danish øjeRum and the French Franck Vigroux have been interested us again with their representative records. They both started at the zeros, they have made countless releases on the orchestral sound, but somewhere there, the similarities in their works stop. The former øjeRum, devoted to the imprinting of emotions using circular-mesmerizing subjects based on ambient, is deliberately lost to a nearly monochrome seabed. Each piece, also from his new record, wherever is going to take the form of a composition, is blunted by its own aura, like a tree that drops all its leaves from the wind, but still remains beautiful and glorious.

The other Franck Vigroux spreads its industrial ideas as much as needed to fit into small explosions, melodic or not. In just four tracks, he shows four different but related views on curbing the chaos, giving to the darkness various heteronymous illustrations. Even though an EP, the liveliness and completeness of Théorème makes it look like a record in its entirety.

Somewhere here, you contemplate that øjeRum releases so many albums alone each year, because –I think- he feels the need to release everything he creates. He does not end up making the same record again and again, a trap in which so many names have fallen in our time. On the other hand, Franck Vigroux may not be too sophisticated in the releases bearing his name, but he prefers to collaborate with others on the search for new ways of expression. Admittedly, both of these releases concentrate these two different views beyond their artistic value. And this is interesting, not only for now, for these particular releases, but for how we arrived at these and for what will follow!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Boy Harsher – Careful (nude club)

Αυτό το κείμενο γράφεται κάτω από νορμάλ ψυχολογία, ήλιο έξω, το άλμπουμ όμως, που είναι ο λόγος ύπαρξης του, προσπαθεί να την αλλάξει. Αντί για καθιστό, σε σηκώνει στο πόδι, σβήνει το φως έξω, σου απευθύνει στίχους που δεν πολυκαταλαβαίνεις και σου υπόσχεται διάφορα γελώντας σαρδόνια!

Θέλει ταλέντο να γράφεις με πενιχρά μέσα ένα τόσο γεμάτο άλμπουμ και να καταφέρνεις να ξεπεράσεις σε επίπεδο τις προηγούμενες δουλειές σου. Οι BH είναι από αυτές τις μπάντες που, έχοντας το κοκαλάκι της νυχτερίδας-έμπνευσης, καταφέρνουν και τερματίζουν στο όριο αυτού που δεν περίμενες να καταφέρουν. Για άλλη μια φορά, ο ήχος τους ακούγεται ρετρό μα και φρέσκος, μίνιμαλ και χυμώδης, σαρκώδης και σαρκοφάγος, στο τέρμα, αλλά κρατώντας πάντα ενέργεια για τη συνέχεια στη ροή του δίσκου! Αν το στοίχημα σήμερα είναι να ακουστείς up to date, τότε το αρχικό ερώτημα είναι πως διάολο τα βγάζουν πέρα, χωρίς καν να ιδρώσουν! Αυτή η άνεση στην έκφραση που τους διακρίνει έχει αναφορά στην άδολη χορευτικότητα τους. Επίσης, πιστοποιείται στην δόλια επιμονή τους να παίζουν στο ίδιο στυλ συνεχώς, βρίσκοντας εκείνες τις λεπτομέρειες που κάνουν την μουσική τους εθιστική και “άρρωστη”.

Είναι το Careful απρόσεκτο ως προς το να δείχνει προς τα έξω καλογυαλισμένο; Είναι. Ως δίσκος είναι η καλύτερη δουλειά που έχουν βγάλει; Μπορεί να αναδειχθεί και η καλύτερη που θα έχουν βγάλει ποτέ, ακόμη και μέσα στην άγνωστη συνέχεια τους. Ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι μέσα στην πλημμύρα καταραμένων σουξέ που διακρίνει το άλμπουμ; Ναι, το “Tears”. Έχει αυτό το κείμενο μια κάποια αξία ως προς το να αποδώσει τα δέοντα στον πρώτο μεγάλο δίσκο της χρονιάς; Πατάς το play και η αβίαστη απάντηση είναι Όχι!

These lines are written under normal psychology, sunny weather and yet the album – reason for its existence – aspires to change it. Instead of letting you at your seat, it lifts you on your feet, fades all the outdoor lights, addresses lyrics that you cannot really comprehend and promises a lot, laughing sardonically.

Writing with meager expedients such an overwhelming album and achieving in breaching all your previous material in terms of level, requires talent. BH band is among those bands which, having the rabbit’s foot – plus inspiration – manage to head for the limit of what you would never expect them to achieve. For yet another time their sound seems retro but fresh at the same time, minimal and juicy, fleshy and carnivorous, to the limits, yet always saving some energy for the continuity of the album flow! If today’s stake is to sound “up-to-date”, then the initial question is how the hell do they manage without a drop of sweat! That ease at their expression that distinguishes them has a reference to their guileless dance mood. It also validated, through their devious persistence in playing the same style over and over again, finding the details that make their music so addictive and “sick”.

Is Careful careless in appearing polished? It is! As an album, is it the best material they have launched? It can even be designated as the best that they will have ever launched throughout their unknown onwards. Can we point out any track in such a torrent of wicked hits that discerns the album? Yes, that would be “Tears”. Is this text meant to have any value at attributing what is proper at the first big album of the season? Just press “play” and the unforced answer is No!

 

 


Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Chaos Control Vol. 1 by ENDROPI

Τι κάνει μια συναυλιακή βραδιά πετυχημένη; Η προσέλευση του κόσμου; Οι επιδόσεις των συγκροτημάτων; Η πολιτική χροιά της; Οι κοινωνικές περιπτύξεις που αναπτύσσονται εντός της; Όλα αυτά μαζί; Αν κάτι,πέραν αυτών, μας διαφεύγει, είναι μάλλον γιατί κρύβεται καλά (και ολίγη μεταφυσική στον πρόλογο για την ατμόσφαιρα). Οπότε η απάντηση είναι προφανής και περικλείει όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία και υπήρχαν σε έντονο βαθμό στη βραδιά που διοργάνωσε η ομάδα ENDROPI στη Νομική την περασμένη Παρασκευή.

Ο φεμινιστικός χαρακτήρας της σχετικά νεοσύστατης ομάδας δεν έντυσε απλώς τον χώρο με τον αντίστοιχο λόγο, αλλά με έναν μαγικό τρόπο φρόντισε ο πολύς κόσμος που προσήλθε να είναι “καλής πάστας”. Κοινώς, έλειπαν οι ματσό γραφικές περσόνες και οι τσαμπουκαλεμένες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν αντίστοιχα diy σκηνικά. Από την άλλη, οι κοινωνικές συναναστροφές που αναπτύχθηκαν στον χώρο, εντός του live και στο προαύλιο, ήταν έντονες και, φαντάζομαι, εποικοδομητικές. Αυτό, άλλωστε, χαρακτηρίζει τέτοιου είδους βραδιές που αποτελούν μια σημαντική νότα στον ευρύτερο α/α χώρο και, προσωπικά, μου θύμισε κάποια καλά σαββατόβραδα στη Βίλα Αμαλίας – αν κι εκεί το βάρος έπεφτε περισσότερο στα πηγαδάκια έξω, παρά στο live μέσα. Εδώ, όμως, πιστεύω πως η ισορροπία που τηρήθηκε ήταν η ιδανική, καθώς δεν έλειψε το έντονο ενδιαφέρον και για τις μπάντες, που ούτως ή άλλως δίνουν τον ξεχωριστό τόνο της εκάστοτε βραδιάς.

Ως προς αυτές, θα προσπαθήσω να ’μαι σύντομος, γιατί, όσο να ’ναι, πέντε μπάντες δεν είναι και λίγες, όπως δεν είναι λίγες και οι μπίρες που τις συνόδεψαν (εξαιρούνται οι παρευρισκόμεν@). Οι Αρχή του Τέλους έκαναν την αρχή, με το τέλος να φαντάζει μακρινό εκείνη τη στιγμή. Παντελώς λογικά, ο ήχος δεν ήταν ακόμη αυτός που θα έπρεπε, εξάλλου ο χώρος δεν βοηθά και πολύ σε αντίστοιχα live σκηνικά. Πέραν αυτού, η μπάντα απέδωσε στα γνωστά στάνταρ της σε έναν ήδη γεμάτο χώρο.

Οι Ghostland, στη συνέχεια, είχαν την τιμητική τους, γιατί η εμφάνισή τους συνέπεσε χρονικά με την παρουσίαση του πρώτου εθιστικού δείγματος–σε μορφή βίντεο κλιπ– από τον επερχόμενο δίσκο που θα βγάλουν στην Manic Depression. Αν κρίνουμε από τη μεστότητα της εμφάνισής τους, καθώς και το υλικό που ακούσαμε και το οποίο θα πλαισιώνει το ντεμπούτο τους, πιθανόν να μην έχουμε δει τίποτα ακόμη, για το πού μπορεί να φτάσει το σχήμα αυτό.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν οι Ιταλοί Horror Vacui, οι οποίοι μπορεί να κουβαλούσαν ένα ρετρό image και ήχο, αλλά το πάθος που είχαν τους έδινε πολλούς πόντους υπέρ! Προσωπικά, με κούρασαν λίγο με τα μονοδιάστατα κομμάτια τους και βγήκα να πάρω αέρα, μιας και η βραδιά είχε συνέχεια. Οι cold i, λοιπόν, αντιμετώπισαν κάποια τεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην τους βοηθήσει ο ήχος καθ’ όλη την εμφάνισή τους. Μιας και ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα, νομίζω ότι θα χρειαστώ κι άλλη βραδιά για να αντιληφθώ τη συναυλιακή πλευρά τους, καθώς για τη δισκογραφία τους έχω γράψει πρόσφατα την άποψή μου.

Όσο για τους Chain Cult, αυτό που είδα ήταν μια πολύ δεμένη μπάντα που χρειάζεται να δουλέψει περισσότερο πάνω στο προσωπικό της στίγμα. Το πέρασμα της ώρας, όμως, δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια στο να μείνω μέχρι τέλους, καθώς δημιουργούνταν ένα άγχος ως προς την ώρα που θα πέρναγε το κίτρινο νυχτολούλουδο των Πατησίων με το μίνιμαλ όνομα “11”, για να μας πάει σπίτι. Κάποια στιγμή πέρασε κι αυτό, και η βραδιά επισήμως έλαβε τέλος. Αλλά η συνέχεια για την ομάδα ENDROPI και των ημεδαπών μπαντών που διάνθισαν το φεστιβάλ μένει ανοιχτότατη!

ΥΓ. Ευχαριστούμε τις Koproskilo Prodatsun για τηνευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών από τη βραδιά!Μ

Bob Coltrane