Boy Harsher – Careful (nude club)

Αυτό το κείμενο γράφεται κάτω από νορμάλ ψυχολογία, ήλιο έξω, το άλμπουμ όμως, που είναι ο λόγος ύπαρξης του, προσπαθεί να την αλλάξει. Αντί για καθιστό, σε σηκώνει στο πόδι, σβήνει το φως έξω, σου απευθύνει στίχους που δεν πολυκαταλαβαίνεις και σου υπόσχεται διάφορα γελώντας σαρδόνια!

Θέλει ταλέντο να γράφεις με πενιχρά μέσα ένα τόσο γεμάτο άλμπουμ και να καταφέρνεις να ξεπεράσεις σε επίπεδο τις προηγούμενες δουλειές σου. Οι BH είναι από αυτές τις μπάντες που, έχοντας το κοκαλάκι της νυχτερίδας-έμπνευσης, καταφέρνουν και τερματίζουν στο όριο αυτού που δεν περίμενες να καταφέρουν. Για άλλη μια φορά, ο ήχος τους ακούγεται ρετρό μα και φρέσκος, μίνιμαλ και χυμώδης, σαρκώδης και σαρκοφάγος, στο τέρμα, αλλά κρατώντας πάντα ενέργεια για τη συνέχεια στη ροή του δίσκου! Αν το στοίχημα σήμερα είναι να ακουστείς up to date, τότε το αρχικό ερώτημα είναι πως διάολο τα βγάζουν πέρα, χωρίς καν να ιδρώσουν! Αυτή η άνεση στην έκφραση που τους διακρίνει έχει αναφορά στην άδολη χορευτικότητα τους. Επίσης, πιστοποιείται στην δόλια επιμονή τους να παίζουν στο ίδιο στυλ συνεχώς, βρίσκοντας εκείνες τις λεπτομέρειες που κάνουν την μουσική τους εθιστική και “άρρωστη”.

Είναι το Careful απρόσεκτο ως προς το να δείχνει προς τα έξω καλογυαλισμένο; Είναι. Ως δίσκος είναι η καλύτερη δουλειά που έχουν βγάλει; Μπορεί να αναδειχθεί και η καλύτερη που θα έχουν βγάλει ποτέ, ακόμη και μέσα στην άγνωστη συνέχεια τους. Ξεχωρίζει κάποιο κομμάτι μέσα στην πλημμύρα καταραμένων σουξέ που διακρίνει το άλμπουμ; Ναι, το “Tears”. Έχει αυτό το κείμενο μια κάποια αξία ως προς το να αποδώσει τα δέοντα στον πρώτο μεγάλο δίσκο της χρονιάς; Πατάς το play και η αβίαστη απάντηση είναι Όχι!

These lines are written under normal psychology, sunny weather and yet the album – reason for its existence – aspires to change it. Instead of letting you at your seat, it lifts you on your feet, fades all the outdoor lights, addresses lyrics that you cannot really comprehend and promises a lot, laughing sardonically.

Writing with meager expedients such an overwhelming album and achieving in breaching all your previous material in terms of level, requires talent. BH band is among those bands which, having the rabbit’s foot – plus inspiration – manage to head for the limit of what you would never expect them to achieve. For yet another time their sound seems retro but fresh at the same time, minimal and juicy, fleshy and carnivorous, to the limits, yet always saving some energy for the continuity of the album flow! If today’s stake is to sound “up-to-date”, then the initial question is how the hell do they manage without a drop of sweat! That ease at their expression that distinguishes them has a reference to their guileless dance mood. It also validated, through their devious persistence in playing the same style over and over again, finding the details that make their music so addictive and “sick”.

Is Careful careless in appearing polished? It is! As an album, is it the best material they have launched? It can even be designated as the best that they will have ever launched throughout their unknown onwards. Can we point out any track in such a torrent of wicked hits that discerns the album? Yes, that would be “Tears”. Is this text meant to have any value at attributing what is proper at the first big album of the season? Just press “play” and the unforced answer is No!

 

 


Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Chaos Control Vol. 1 by ENDROPI

Τι κάνει μια συναυλιακή βραδιά πετυχημένη; Η προσέλευση του κόσμου; Οι επιδόσεις των συγκροτημάτων; Η πολιτική χροιά της; Οι κοινωνικές περιπτύξεις που αναπτύσσονται εντός της; Όλα αυτά μαζί; Αν κάτι,πέραν αυτών, μας διαφεύγει, είναι μάλλον γιατί κρύβεται καλά (και ολίγη μεταφυσική στον πρόλογο για την ατμόσφαιρα). Οπότε η απάντηση είναι προφανής και περικλείει όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία, τα οποία και υπήρχαν σε έντονο βαθμό στη βραδιά που διοργάνωσε η ομάδα ENDROPI στη Νομική την περασμένη Παρασκευή.

Ο φεμινιστικός χαρακτήρας της σχετικά νεοσύστατης ομάδας δεν έντυσε απλώς τον χώρο με τον αντίστοιχο λόγο, αλλά με έναν μαγικό τρόπο φρόντισε ο πολύς κόσμος που προσήλθε να είναι “καλής πάστας”. Κοινώς, έλειπαν οι ματσό γραφικές περσόνες και οι τσαμπουκαλεμένες συμπεριφορές που χαρακτηρίζουν αντίστοιχα diy σκηνικά. Από την άλλη, οι κοινωνικές συναναστροφές που αναπτύχθηκαν στον χώρο, εντός του live και στο προαύλιο, ήταν έντονες και, φαντάζομαι, εποικοδομητικές. Αυτό, άλλωστε, χαρακτηρίζει τέτοιου είδους βραδιές που αποτελούν μια σημαντική νότα στον ευρύτερο α/α χώρο και, προσωπικά, μου θύμισε κάποια καλά σαββατόβραδα στη Βίλα Αμαλίας – αν κι εκεί το βάρος έπεφτε περισσότερο στα πηγαδάκια έξω, παρά στο live μέσα. Εδώ, όμως, πιστεύω πως η ισορροπία που τηρήθηκε ήταν η ιδανική, καθώς δεν έλειψε το έντονο ενδιαφέρον και για τις μπάντες, που ούτως ή άλλως δίνουν τον ξεχωριστό τόνο της εκάστοτε βραδιάς.

Ως προς αυτές, θα προσπαθήσω να ’μαι σύντομος, γιατί, όσο να ’ναι, πέντε μπάντες δεν είναι και λίγες, όπως δεν είναι λίγες και οι μπίρες που τις συνόδεψαν (εξαιρούνται οι παρευρισκόμεν@). Οι Αρχή του Τέλους έκαναν την αρχή, με το τέλος να φαντάζει μακρινό εκείνη τη στιγμή. Παντελώς λογικά, ο ήχος δεν ήταν ακόμη αυτός που θα έπρεπε, εξάλλου ο χώρος δεν βοηθά και πολύ σε αντίστοιχα live σκηνικά. Πέραν αυτού, η μπάντα απέδωσε στα γνωστά στάνταρ της σε έναν ήδη γεμάτο χώρο.

Οι Ghostland, στη συνέχεια, είχαν την τιμητική τους, γιατί η εμφάνισή τους συνέπεσε χρονικά με την παρουσίαση του πρώτου εθιστικού δείγματος–σε μορφή βίντεο κλιπ– από τον επερχόμενο δίσκο που θα βγάλουν στην Manic Depression. Αν κρίνουμε από τη μεστότητα της εμφάνισής τους, καθώς και το υλικό που ακούσαμε και το οποίο θα πλαισιώνει το ντεμπούτο τους, πιθανόν να μην έχουμε δει τίποτα ακόμη, για το πού μπορεί να φτάσει το σχήμα αυτό.

Στη συνέχεια, εμφανίστηκαν οι Ιταλοί Horror Vacui, οι οποίοι μπορεί να κουβαλούσαν ένα ρετρό image και ήχο, αλλά το πάθος που είχαν τους έδινε πολλούς πόντους υπέρ! Προσωπικά, με κούρασαν λίγο με τα μονοδιάστατα κομμάτια τους και βγήκα να πάρω αέρα, μιας και η βραδιά είχε συνέχεια. Οι cold i, λοιπόν, αντιμετώπισαν κάποια τεχνικά προβλήματα, με αποτέλεσμα να μην τους βοηθήσει ο ήχος καθ’ όλη την εμφάνισή τους. Μιας και ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα, νομίζω ότι θα χρειαστώ κι άλλη βραδιά για να αντιληφθώ τη συναυλιακή πλευρά τους, καθώς για τη δισκογραφία τους έχω γράψει πρόσφατα την άποψή μου.

Όσο για τους Chain Cult, αυτό που είδα ήταν μια πολύ δεμένη μπάντα που χρειάζεται να δουλέψει περισσότερο πάνω στο προσωπικό της στίγμα. Το πέρασμα της ώρας, όμως, δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια στο να μείνω μέχρι τέλους, καθώς δημιουργούνταν ένα άγχος ως προς την ώρα που θα πέρναγε το κίτρινο νυχτολούλουδο των Πατησίων με το μίνιμαλ όνομα “11”, για να μας πάει σπίτι. Κάποια στιγμή πέρασε κι αυτό, και η βραδιά επισήμως έλαβε τέλος. Αλλά η συνέχεια για την ομάδα ENDROPI και των ημεδαπών μπαντών που διάνθισαν το φεστιβάλ μένει ανοιχτότατη!

ΥΓ. Ευχαριστούμε τις Koproskilo Prodatsun για τηνευγενική παραχώρηση των φωτογραφιών από τη βραδιά!Μ

Bob Coltrane

Hiro Kone – Pure Expenditure (dais records)

Σειρήνες και θόρυβοι απέξω εισβάλλουν στη μουσική που παίζει, όμως αυτή τους παραχωρεί τον χώρο. Όχι με ανοικτές αγκάλες, αλλά με κοφτές λέξεις που δεν αποζητάνε σαφή νοήματα. Το ίδιο το νόημα είναι αυτή η διαδικασία της παρείσφρησης ήχων σε σκέψεις απ’ το μέλλον, απεικονίζοντας αναμνήσεις που θα ’ρθουν να μας βρουν κατευθείαν στο αόρατο κέντρο και το άγνωστο βάθος.

Δεν είναι ο θόρυβος που μας προσκαλεί σε αυτό το ταξίδι, αλλά ο ρυθμός του και ό,τι αυτό αφήνει πίσω του. Το σκοτάδι με τα ευαίσθητα χέρια του κλείνει τις μονόχρωμες κουρτίνες για να μη φαίνονται οι κινήσεις του ορθού χορού έξω. Μια ανταύγεια, όμως, φαίνεται από τον δρόμο, ένα αχνό φως που όσο το προσέχεις τόσο αυτό σε παρασύρει στο παιχνίδι με τις σκιές του. Δεν είναι ένας αντικατοπτρισμός του τίποτα, αλλά μια υπόσχεση ότι αυτό το θαμπό είδωλο δεν κρύβει μόνο το μαύρο, αλλά ένα πλήθος αχαρτογράφητων χρωμάτων εντός του.

Ο νέος δίσκος της Hiro Kone είναι αυτά και πολλά άλλα. Ακούγεται σαν ποιήματα ή ιστορίες που πέταξες τσαλακωμένα στο καλάθι των αχρήστων με το που τα διάβασες ολοκληρωμένα, αλλά σε μια δεύτερη σκέψη τα μάζεψες ξανά, για να τα ξαναδιαβάσεις με μια νέα ευχαρίστηση. Το πού θα τα συμπεριλάβεις ή θα τα καταχωρήσεις δεν έχει σημασία. Τα κρατάς κι αυτό αρκεί!


Sirens and noises invade in the music that plays, yet music gives away the needed space. Not with open arms, but with sharp words which are not looking  for clear meanings. The meaning itself is hidden in the very process of sounds’ intrusion of future thoughts that will find us right in to the unseen center and the unknown depth.

It’s not the sound  that invites us to this journey, but it’s the rhythm and everything that leaves behind. Darkness, in its fragile hands shuts down the plane curtains so that the dance moves stay hidden. A glint still shines from the road, a pale light, as you observe it, drifts you in a shadowplay. It’s not a reflection of anything, but a promise that this dull reflection doesn’t hide only the black, but a handful of uncharted colors inside.

Hiro Kone’s new album is all these things among others.  It sounds like poems or stories which you threw them away wrinkled in the basket of waste as you read them complete. Eventually, in a second thought you picked them up again to read them once more with a new pleasure. It isn’t so important where you’ll include them. You hold them and that makes sense!

 

 

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Triptykon – Melana Chasmata (century media)

triptykon.againstthesilence

Η ιστορία που κουβαλά ο κάθε μουσικός είναι αδίστακτη. Συνηθίζει να περιφέρεται ως μνεία περασμένων μεγαλείων προκαλώντας αμηχανία στους γύρω της και μελαγχολία στον φορέα της. “Κράτα είκοσι χρόνια στο κουρμπέτι και όλοι θα σε αποκαλούν θρύλο”, είχε πει κυνικά ο Lemmy κάποτε. Ο Thomas Gabriel Fischer όμως είναι από άλλο παραμύθι. Ακόμη και αν το παρελθόν του ως τραγουδιστής, συνθέτης και κεντρικό μέλος των Hellhammer και μετέπειτα των Celtic Frost, εξυμνείται στους metal κύκλους, που έτσι και αλλιώς ψοφάνε για μυθοποιήσεις, αυτός εκεί, στον κόσμο του. Σε αυτόν που έχει τα χρώματα του HR Giger, του διάσημου δημιουργού του Alien, τα σακατεμένα βιώματα του και την αστείρευτη έμπνευση που αντλεί από αυτά, ρισκάροντας να δημιουργήσει μια νέα μπάντα σε αυτήν την κάπως προχωρημένη ηλικία.

Αν οι Hellhammer είναι η μπάντα που εφηύρε ουσιαστικά το black metal στην πούρα του μορφή και οι Celtic Frost ήταν την εποχή του To Megatherion και του Into The Pandemonium η απόλυτη avant garde metal μπάντα που δύσκολα καταλάβαινε ο μέσος τριχωτός μεταλλάς στα ’80s, οι Triptykon έρχονται να αποτελέσουν το επόμενο φυσικό βήμα του προαναφερθέντα εγκέφαλου που κρύβεται πίσω από όλα αυτά. Η μουσική και εδώ είναι απόκοσμη, ακραία και θεοσκότεινη αλλά το σημαντικότερο είναι πως καταφέρνει να αποφύγει τα κλισέ του είδους και να ακούγεται άκρως αναγωοννημένη. Αν και μιλάμε για έναν τυπικό μεταλλικό δίσκο, προσέχοντας η μπάντα την κάθε λεπτομέρεια στα στοιχεία που χρησιμοποιεί, κάνει τα πάντα να λάμπουν αυτόφωτα. Για παράδειγμα, είναι δύσκολο να πεις αν αυτό που ακούς ανήκει στους χώρους του ατμοσφαιρικού, ακραίου ή doom metal καθώς η μπάντα συνθέτει με έναν αρμονικότατο τρόπο διαφορετικά είδη φωνητικών, συνθετικών ιδεών και μοτίβων, παράγοντας έναν επιβλητικό ήχο. Αυτός είναι που βοηθά τις συνθέσεις να αποκτήσουν αυτήν την υποβλητική δύναμη που κάνει την μουσική του δίσκου να φαντάζει σαν γίγαντες που κινούνται με αργά βήματα προς το μέρος σου.

Υπάρχει γοητεία αποτυπωμένη στα Μελανά Χάσματα; Η απάντηση είναι σαφώς θετική. Πηγαίο σκότος, εναλλαγές στις συνθέσεις, πλούσιοι ήχοι και σχεδόν καθόλου solo κάνουν τον δίσκο χορταστικό όπου μετά την επιμελή ακρόαση του, μένεις για λίγο αποκαμωμένος κοιτώντας από το παράθυρο σου την αμίλητη φύση. Η σιωπή της μοιάζει με την δικιά σου την στιγμή εκείνη που κλείνουν τα σχεδόν εβδομήντα λεπτά που διαρκούν τα Melana Chasmata.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης