Δίσκοι που επηρέασαν δίσκους: Iannis Xenakis – Electro-Acoustic Music

Για να βρεις τις ρίζες χρειάζεται να σκάψεις βαθιά. Η ανακάλυψη τους πολλές φορές κρύβει εκπλήξεις, μιας και φανερώνεται ένα άγνωστο παρελθόν, που ούτε διδάσκεται, ούτε μεταφέρεται με κάποιο τρόπο στο τώρα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν έρχεσαι σε επαφή με το πλούσιο έργο του Ξενάκη. Σε περιβάλλει μια άγνωστη δύναμη και μια απορία του
πως είναι δυνατόν να έχει κυκλοφορήσει τόσο ρηξικέλευθη μουσική τόσο παλιά! Οι ρίζες, όμως, δεν είναι μόνο για να ανακαλύπτονται, αλλά κυρίως για να τρέφουν τα δέντρα που στηρίζουν. Με αυτό τον τρόπο, ακούγοντας το Electro-Acoustic Music, το οποίο συγκεντρώνει τις πρώτες συνθέσεις του, αντιλαμβάνεσαι ότι πολλά ακούσματα, που θεωρούσες πρωτοπόρα, σήμερα πατάνε, αν δεν το αντιγράφουν κιόλας, σε ένα υλικό που βγήκε πριν 5-6 δεκαετίες! Δεν χρειάζεται να αναλύσουμε τεχνικά αυτό που κρύβουν οι
τέσσερις συνθέσεις του δίσκου, που έχει επανακυκλοφορήσει σε διάφορες
μορφές. Εκείνο που έχει αξία είναι να εστιάσουμε στην τόλμη και το ανοικτό μυαλό του συνθέτη, που ενώ φαντάζει να μη λύνει μαθηματικά τα μουσικά ερωτήματα που θέτει, εντούτοις η δύναμη και το συναίσθημα του υλικού δίνει τις δικές του απαντήσεις.

Σε αυτό το σημείο είναι που σκέφτεσαι πόσα ονόματα έχουν επηρεαστεί από το συγκεκριμένο έργο του Ξενάκη. Για παράδειγμα, μπορεί να μην υπάρχει καμία αναφορά από τη μεριά των Einsturzende Neuabuten στο συγκεκριμένο συνθέτη, αλλά είναι δύσκολο να ακούσεις το δεύτερο τους άλμπουμ, πιο avant garde και λιγότερο post punk από το ντεμπούτο τους, και να μη σκεφτείς πως, πέραν του γεγονότος ότι και τα δύο ονόματα
έφτιαχναν τα δικά τους μουσικά μέσα με σίδερα και άλλα υλικά, το σημαντικότερο ήταν η ταύτιση της αισθητικής και του ηχοχρώματος της μουσικής τους. Αυτή η αποδόμηση «αρχιτεκτονικής»-industrial υφής μπορεί να μη συναντάται στην περίπτωση του ντεμπούτου των Cluster, αλλά σε αυτό ο ήχος και η όλη προσέγγιση στην ανάδειξη της δυναμικής των ήχων θυμίζει σε μεγάλο βαθμό το προαναφερθέν υλικό, ταυτόχρονα το σχέδιο στο εξώφυλλο θα μπορούσε άνετα να ανήκει στα σχεδιαγράμματα του Ξενάκη! Κάπως έτσι οι αποστάσεις των δεκαετιών μηδενίζονται και η μουσική και ό,τι εκείνη κουβαλά μέσα της μένουν ατόφια!

Einsturzende Neubauten – Zeichnungen den Patienten O.T. (listen)

Cluster – Self-titled (listen)

Μπάμπης Κολτράνης

Loscil – Equivalents (kranky)

Όπως υπάρχουν εικόνες που φωτίζονται μόνο στο σκοτάδι ως άλλα απότοκα νυχτών, μυστικών και άλλων δαιμονίων, έτσι υπάρχουν και μουσικές που γίνονται αντιληπτές κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ακρόασης. Welcome to headphone music! Υπάρχει μια τέτοια λεπτεπίλεπτη σύγκρουση ηχητικών κυμάτων και υπόγειων ρευμάτων και στο νέο άλμπουμ του Loscil όπου μια ακρόαση στα πεταχτά δεν το βοηθά να απλώσει επ’ ουδενί τις αρετές του. Αλλά που κολλάει όλο αυτό στη μέση ενός καλοκαιριού οπουδήποτε;

Κι όμως αυτή η σύνθεση αργών ήχων απέναντι στις κινήσεις μιας φύσης που υπακούει στο αεράκι του Αυγούστου δημιουργεί τη δική της όαση ηρεμίας. Ένα ξεφύσημα ακολουθεί κάθε κομμάτι του δίσκου αυτού το οποίο είναι σαν να αποτελεί μια σύντομη αποτύπωση όλου του υλικού. Μια μελωδικότητα σίγουρα κρύβεται πίσω από όλα αυτά, όπως και αρκετοί λόγοι ώστε όχι μόνο να καταβυθιστούμε στη συγκεκριμένη δουλειά αυτού του Καναδού δημιουργού, αλλά και να καταπιαστούμε με όλο το έργο του.

As there are images illuminating only in the dark as if they were offsprings of the night, secrets and other deamons, so there are music that can be understood under certain listening circumstances. Welcome to headphone music! There is such a subtle collision of sound waves and underground currents in the new album of Loscil which if you just listen unattentively you don’t let it unwind its virtues at all. But where does all of this fit in the middle of summer?

Yet, that slow composition opposed to the nature’s movements, submitting itself to the august breeze, creates your own oasis of calmness. An exhale follows every track of the record which is the fingerprint of the whole record. The melody is certainly behind it, along with other reasons why we should not only dive into this very work of this Canadian creator, but to look through all of his work.


Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης

Translation: Θάνος Θ

Δίσκοι που επηρέασαν δίσκους: Greg Sage – Straight Ahead

Οι Wipers είναι ξεκάθαρα μια μπάντα που δύσκολα ξεχνάς με το που την ακούσεις. Η φωνή τους, ο Greg Sage, ήταν η φωνή εκείνων που στέκονταν απέξω και τολμούσαν να βλέπουν την πραγματική πλευρά της κοινωνικής γυάλας που χτιζόταν στην εποχή τους. Ασυμβίβαστος και καθόλου αυτοκαταστροφικός, όπως πρόσταζε τότε το στυλ του punk/rock/post punk, συνδύασε, ίσως πρώτος, την προσωπική γραφή με τις κοινωνικές αναφορές σηματοδοτώντας την αλλαγή των γενιών από τα αγωνιστικά seventies στα εσωτερικά eighties. Και τα λόγια γινόντουσαν πράξεις! Ήταν εξάλλου τόσο δυνατά που δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο ίδιος βοήθησε έμπρακτα άλλες μπάντες και έμεινε πιστός στις diy καταβολές του.

Μεταφερόμενοι στο 1985, μετά το πέρας της αγίας δισκογραφικής τριάδας της μπάντας του, ήρθε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ που γέννησε τον τρόπο να παίζεις ακουστικά punk rock (όχι μόνο σε ξεχωριστά κομμάτια, αλλά σε μορφή ολοκληρωμένου άλμπουμ). Δεν ήταν όμως μόνο αυτό, καθώς αυτός ο συγκερασμός πολλών ειδών (americana-post punk-punk) στάθηκε η βάση για να γράψει ένα μεστό σύνολο άπταιστων συνθέσεων. Ακούγοντας για παράδειγμα το “Soul’s Tongue” (κι όχι μόνο αυτό) με τους ανατριχιαστικούς του στίχους δεν γίνεται να μη σου έρθει στο νου το ντεμπούτο του Mark Lanegan και επίσης η προσέγγιση του Kurt Cobain στο MTV Unplugged των Nirvana. Το γεγονός ότι οι δύο αυτοί δεν τόλμησαν να διασκευάσουν κάποιο κομμάτι από το Straight Ahead, σε αντίθεση με τους Dinosaur Jr και τον Ryan Adams, δείχνει μάλλον τον απόλυτο σεβασμό τους στο έργο αυτό, τον οποίο κι εμείς με τη σειρά μας οφείλουμε να επιδείξουμε!

Wipers is clearly a band that you can hardly forget once you listen to it. Their voice, Greg Sage, was the voice of those who stood out and dared to see the real side of the social glass that was built in their time. Incompatible and not at all self-destructive, as punk / rock / post-punk style back then, he combined, perhaps first, personal writing with social references marking the change of generation from the racing ‘70s to the inner ‘80s. And words were deeds! It was, after all, so loud that it couldn’t be done otherwise. He also helped practically other bands himself and remained true to his DIY backgrounds.

Transferred to 1985, after the end of the “Holy Trinity” of his band, his first personal album came out, which gave birth to the way of playing acoustic punk. But it wasn’t just that, as that mixing of many kinds (americana-post punk-punk) was the basis of writing a set of proficient compositions. Listening for example “Soul’s Tongue” (and not only that) with its haunting lyrics, you instantaneously think of Mark Lanegan’s debut and Kurt Cobain’s approach to Nirvana’s MTV Unplugged. The fact that these two did not dare to adapt a piece from Straight Ahead, unlike Dinosaur Jr. and Ryan Adams, rather show the utmost respect in this work, which we in turn owe to show off!

Mark Lanegan – The Winding Sheet (listen)

Nirvana – MTV Unplugged (listen)

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Drab Majesty – Modern Mirror (dais records)

Υπάρχουν δύο τρόποι για να προσεγγίσεις αρχικά το νέο άλμπουμ των DM. Ο πρώτος, σε βάζει να ενσκύψεις στο θέμα του δίσκου που αφορά στην τοξικότητα του σύγχρονου ναρκισσισμού και στην κατανάλωση του -κάθε- εαυτού καθώς και των άλλων μέσων. Τα δύο βίντεο, οι στίχοι, ακόμη και οι τίτλοι των τραγουδιών εδώ, θα μπορούσαν να αποτελούν σήματα κινδύνου, από κάπου μακριά, για το τώρα εδώ. Ο πλούτος τους μάλιστα, αποδεικνύει ότι δεν έχουμε κάποιο καλλιτεχνικό έργο που, απλώς κατακρίνει τα κακώς κείμενα των ανθρώπινων σχέσεων νιώθοντας τελικά άνετα εντός αυτών, αλλά μια εμβάθυνση ως προς την ανάλυση και το σπάσιμο των σύγχρονων διαδικτυακών ή μη προσωπικών αδιεξόδων.

Ο δεύτερος τρόπος ενασχόλησης με το Modern Mirror είναι η χώνεψη της ίδιας της μουσικής μορφής του. Δεν είναι μόνο ότι καταφέρνουν να αποτυπώσουν σε εθιστικές pop φόρμες όλα τα παραπάνω, αλλά και ότι πετυχαίνουν να βγάλουν έναν ισάξιο με τον σπουδαίο προκάτοχο του δίσκο ! Από την αρχή (και τι αρχή!), μέχρι και το τέλος (και τι τέλος!), η κάθε σύνθεση αποδεικνύει τελικά, ότι τα στεγανά κάθε μουσικού είδους είναι ψευδεπίγραφα, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα εμπνευσμένο σχήμα. Τώρα, αν αυτοί οι δύο τρόποι συγκεραστούν μεταξύ τους, έχουμε τον ιδανικό τρόπο (ή μήπως τον μοναδικό;) για να απολαύσουμε ένα πραγματικό αντίδοτο στην παραλυτική ακινησία του ελληνικού καλοκαιριού.


Μπάμπης Κολτράνης

HÜMA UTKU – Gnosis (karl records)

Μέσα στην ακινησία αποτυπώνεται η κίνηση του χρόνου. Απόδειξη τούτου δεν είναι μόνο η γοητεία των ακίνητων φυσικών τοπίων που μετρούν, με τον δικό τους τρόπο, το πέρασμα του χρόνου, αλλά και της μουσικής σε ορισμένες εκφράσεις της. Το ντεμπούτο της Τουρκάλας Huma Utku είναι μια απόδειξη του γεγονότος ότι μπορεί μουσικά μοτίβα να φαντάζουν στεκούμενα σε ένα μέρος ή περιστρεφόμενα γύρω από ένα στενό κύκλο, αλλά η ροή των συγκινήσεων κατά την ακρόαση τους να ρέει αέναα.

Ήδη, από το “Black Water Red” που διαδέχεται το αναγνωριστικό intro, δέχεσαι κάτι που σου τραβάει την προσοχή το οποίο διαθέτει ατμοσφαιρικά κύματα, παραμορφωμένες φωνές από παραδοσιακή ελληνική μουσική σε λούπα και κάτι το άγνωστο που τα συνέχει όλα αυτά, αριστουργηματικά. Επίσης, ακούγοντας και τις υπόλοιπες συνθέσεις διακρίνεις την άρνηση να καταχωρηθεί το άλμπουμ κάπου, ως ύφος. Αντ’ αυτού έχουμε την ανάδειξη ενός προσωπικού ήχου, ζεστού και μυστηριακού. Η απόρροιά του Gnosis, ανιχνεύοντας το, μπορεί να συνοψιστεί στη ρήση “… κι όμως κινείται”, θυμίζοντας το “E pur si muove” του Γαλιλαίου που εκφώνησε, όταν καταδικάστηκε από την Ιερά Εξέταση για τις ιδέες του, θέτοντας όμως, τις δικές του βάσεις σε αυτό που αποκαλούμε Γνώση!

The movement of time is reflected within stillness. Proof of that is not only the charm of the natural landscapes that, in their own way, measures the passage of time but also the music in some of her expressions. The Turkish artist’s Huma Utku’s debut is proof of the fact that musical motifs may seem to be stagnant in one place or rotating around a narrow circle, but the flow of emotions during their listening is flowing infinitely.

Even from “Black Water Red” that comes after the unique intro, you receive something that draws your attention with atmospheric waves, loupe-distorted voices of traditional Greek music and something unknown that connects all, in an ideal way. Also, while listening to the rest of the compositions, you notice that you cannot register the album in any specific musical style. Instead, we have the appearance of a personal sound, warm and mysterious. The outcome of the Gnosis can be summed up in the phrase “… and yet it moves”, reminding of Galileo’s “E pur si muove”, when he was condemned by the Holy Inquisition for his ideas, setting his foundations in- what we call- Knowledge!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Franck Vigroux – Totem (Aesthetical)

Η μουσική δεν είναι μόνο για να περνάμε καλά, αλλά είναι και για εκείνες τις στιγμές που, με μισόκλειστο βλέμμα, θες να κοιτάξεις στον καθρέφτη και να σφαλιαρίσεις το είδωλο που βλέπεις. Είναι για εκείνες τις στιγμές που δεν είναι οι κατάλληλες για να αγαπήσεις τα λάθη σου, παρόλο που αυτά πληθαίνουν επικίνδυνα. Για αυτές τις στιγμές ο Franck Vigroux μόλις κυκλοφόρησε ένα δίσκο-κάλεσμα για να τις αγκαλιάσει στοργικά, χωρίς κανένα λάθος να παραμονεύει πριν από κάθε σύνθεση που περιέχει.

Τελειοποιώντας τις τεχνικές του με τη βαρύτητα ενός πλούσιου βιογραφικού εναλλάσσει έξυπνο θόρυβο με ευλύγιστες ρυθμολογίες πάνω σε μια στέρεα βάση ατμόσφαιρας, ώστε να βγάλει ένα εσωτερικό μα και εκρηκτικό άλμπουμ. Το μυστήριο, βέβαια, παραμονεύει σε κάθε στιγμή του Totem και πυροδοτεί μια απόκοσμη ενέργεια, όπως έκαναν στην αντίστοιχη δική τους εποχή αυτά τα ιερά σύμβολα τα οποία αναφέρονται στους τίτλους των συνθέσεων. Σίγουρα τα σημάδια είχαν φανεί στο πρόσφατο EP που έβγαλε, αλλά πραγματικά αυτός ο ορυμαγδός εδώ, έχει και το βάθος και το βάρος για να βυθιστείς κατακόρυφα. Καλές μας βουτιές!

Music is not just about having a good time, but it’s also about those moments where, with a half-closed look, you want to look into the mirror and sabotage your reflection. It is for those moments that are not suitable to love your mistakes, even though your mistakes are increasing dangerously. For these moments Franck Vigroux has just released an album-call to embrace them affectionately, without any mistake lurking before each composition that it contains.

Perfecting his techniques with the gravity of a wealthy biography, he switches intelligent noise with flexible rhythms on a solid atmosphere base to pull out an inside and explosive album. The mystery, of course, lurks at every moment in Totem and triggers an eerie action, as these sacred symbols that refer to the titles of the compositions made at their respective times. Certainly the signs had been seen in the recent EP that he did, but really this buzzard here, has the depth and the weight to plunge vertically.


Μπάμπης Κολτράνης

øjeRum – Franck Vigroux

Κάθε δίσκος ο οποίος τείνει να ξεχωρίσει από τον σωρό, δεν περιγράφει μόνο όσα ένιωσε η δημιουργός του την περίοδο που τον έγραφε, αλλά ορισμένες φορές, αποτυπώνει την όλη πορεία της ως εκείνη τη στιγμή. Τότε είναι που η μουσική χωνεύει τον χρόνο που πέρασε για να βγάλει μια ταυτότητα που μισεί σύνορα και περιχαρακώσεις, καταλήγοντας στη μαγική στιγμή που αυτή δημιουργώντας κάτι, βγαίνει προς τα έξω. Το “έξω” είμαστε εμείς, το “κάτι” είναι σαν κι αυτό που θα εξετάσουμε εδώ, αντιπαραβάλλοντας δύο νέες κυκλοφορίες που ταυτίζονται ως προς την επίτευξη της λειτουργίας των δίσκων που αναφέραμε πριν.

Ο Δανός øjeRum και ο Γάλλος Franck Vigroux μας έχουν απασχολήσει ξανά με αντιπροσωπευτικούς -για τον ήχο- δίσκους τους. Και οι δύο ξεκίνησαν στα zeros, έχουν βγάλει αμέτρητες κυκλοφορίες πάνω στον ορχηστρικό ήχο, αλλά κάπου εδώ παύουν οι όποιες ομοιότητες στα έργα τους. Ο μεν øjeRum, αφοσιωμένος στην αποτύπωση συναισθημάτων με τη χρήση κυκλικών-νανουρισματικών θεμάτων με βάση την ambient, χάνεται σκόπιμα σε έναν σχεδόν μονόχρωμο βυθό. Κάθε κομμάτι και του νέου του άλμπουμ, εκεί που πάει να πάρει τη μορφή σύνθεσης, αποστεώνεται από την ίδια του την αύρα, σαν δέντρο που από τον άνεμο πέφτουν όλα τα φύλλα του, παραμένει όμως, όμορφο και αγέρωχο.

Ο δε Franck Vigroux απλώνει τις industrial ιδέες του όσο χρειάζεται για να χωρέσουν μέσα σε αυτές μικρές εκρήξεις, μελωδικές ή μη. Σε μόλις τέσσερα κομμάτια παρουσιάζει τέσσερις διαφορετικές, αλλά και συγγενικές απόψεις πάνω στην χαλιναγώγηση του χάους, δίνοντας στο σκοτάδι διάφορες ετερώνυμες απεικονίσεις. Αν και EP, η ζωντάνια και η πληρότητα του
Théorème το κάνει να φαντάζει σαν ένας δίσκος με τα όλα του.

Κάπου εδώ, αναλογίζεσαι ότι ο øjeRum βγάζει τόσα άλμπουμ κατά μόνας κάθε χρόνο, καθώς νιώθει την ανάγκη να κυκλοφορεί καθετί -φαντάζομαι- που δημιουργεί. Δεν καταλήγει με αυτό τον τρόπο να βγάζει τον ίδιο δίσκο ξανά και ξανά, παγίδα στην οποία έχουν πέσει τόσα ονόματα στην εποχή μας; Από την άλλη, ο Franck Vigroux μπορεί κι αυτός να μην είναι φειδωλός στις κυκλοφορίες που φέρουν το όνομα του, αλλά προτιμά την συνεργασία με άλλ@ς ως προς την αναζήτηση νέων δρόμων έκφρασης. Ομολογουμένως, και οι δύο αυτές κυκλοφορίες συμπυκνώνουν τις δύο αυτές διαφορετικές οπτικές πέραν της καλλιτεχνικής τους αξίας. Κι αυτό έχει ενδιαφέρον, όχι μόνο για το τώρα, αυτές τις συγκεκριμένες δηλαδή, κυκλοφορίες, αλλά και για το πώς φτάσαμε σε αυτές και στο τι θα τις ακολουθήσει!

Each record that tends to stand out from the others, does not only describe what the creator felt at the time she writes, but in some cases she writes down her entire course until that moment. This is when the music “fathoms” the time spent to extract an identity that hates borders and a retrenchment, resulting to the magical moment that she, by creating something, comes out. The “out” (the receiver) is us, the “something” is like what we will examine here, comparing two new releases that are identical as to the achievement of the operation of the records mentioned before.

The Danish øjeRum and the French Franck Vigroux have been interested us again with their representative records. They both started at the zeros, they have made countless releases on the orchestral sound, but somewhere there, the similarities in their works stop. The former øjeRum, devoted to the imprinting of emotions using circular-mesmerizing subjects based on ambient, is deliberately lost to a nearly monochrome seabed. Each piece, also from his new record, wherever is going to take the form of a composition, is blunted by its own aura, like a tree that drops all its leaves from the wind, but still remains beautiful and glorious.

The other Franck Vigroux spreads its industrial ideas as much as needed to fit into small explosions, melodic or not. In just four tracks, he shows four different but related views on curbing the chaos, giving to the darkness various heteronymous illustrations. Even though an EP, the liveliness and completeness of Théorème makes it look like a record in its entirety.

Somewhere here, you contemplate that øjeRum releases so many albums alone each year, because –I think- he feels the need to release everything he creates. He does not end up making the same record again and again, a trap in which so many names have fallen in our time. On the other hand, Franck Vigroux may not be too sophisticated in the releases bearing his name, but he prefers to collaborate with others on the search for new ways of expression. Admittedly, both of these releases concentrate these two different views beyond their artistic value. And this is interesting, not only for now, for these particular releases, but for how we arrived at these and for what will follow!

Bob Coltrane/Μπάμπης Κολτράνης