Charlie Cawood – The Divine Abstract (bad elephant music)

Ένα “θείο απόσπασμα” καινοτόμων ήχων και συνθέσεων θα μπορούσε να πει κάποιος. Το “απόλυτο χάσιμο” θα έλεγα εγώ, τοποθετώντας σε μια άλλη βάση -πιο εγκεφαλική ίσως- το συγκεκριμένο άκουσμα.

O Charlie Cawood θεωρείται βετεράνος ήδη στη λονδρέζικη μουσική σκηνή για πάνω από μια δεκαετία. Να σας πω βέβαια ότι τώρα που μιλάμε το ομορφόπαιδο είναι μόλις 29 χρονών! Από πού να ξεκινήσεις να μετράς τι έχει κάνει, τι έχει προσφέρει ήδη (!) μουσικά που να μην έρθει σε αντίθεση με τον χρόνο. Τα μετράς και δεν βγαίνουν. Και βέβαια όχι. Το ότι αποτελεί το 1/8 του θεότρελου οκτέτου των Knifeworld, δίνοντας το ταλέντο του με το μπάσο του, είναι μόνο η αρχή. Οι Mediaeval Baebes, My Tricksy Spirit και Tonochrome συμπληρώνουν -μεταξύ πολλών άλλων σχημάτων- τις υπόλοιπες ανάγκες του (αν υπάρχουν) για την εξωτερίκευση αυτού του πηγαίου ταλέντου και χαρίσματος. Μια αναφορά στα είδη της μουσικής που ζωγραφίζει, για να καταλάβουμε που βρισκόμαστε δηλαδή: psychedelic rock, progressive rock, post, art rock, space, alternative, drone, folk, electronic, classical, early music, traditional, Central Asian, Chinese, Indian, Turkish, Romani, gamelan, minimalist music. Παίρνω την ανάσα που χρειάζεται για να αντιμετωπίσω αυτό το χαρισματικό πλάσμα, μεταξύ πληροφοριών για το “απερίγραπτο” ταλέντο του και των κομματιών που ακούω από την τελευταία του μουσική έκθεση.

Το πρώτο solo album του μόλις κυκλοφόρησε και ονομάζεται The Divine Abstract. Ο πολυ-οργανίστας Charlie ξεδιπλώνει έναν χάρτη ζωγραφισμένο με ζωηρά χρώματα και μουσικές του κόσμου. Ενός κόσμου που σφύζει από ζωή και αρμονία. Καλλιτεχνία και παράδοση. Όμορφες, απλές συνθέσεις, μα καλλιτεχνικές και ιδιοσυγκρασιακές. Ταξίδια που μετρούνται σε ολιγόλεπτες διαδρομές, αλλά αρκετά για τις πιο εντυπωσιακές μουσικές φωτογραφίες. Ο Charlie έχει το δικό του ποικιλόμορφο σκεπτικό. Μπορεί να μοιάζει σαν το artcover του νεογνού του, ποιος ξέρει; Cover artwork από τον Mark Buckingham και digital colour από τον Chris Blythe.

Σε κάνει να τον ζηλέψεις και να τον θαυμάσεις, αμφιταλαντεύεσαι γιατί οι ήχοι, οι μουσικές του, η τεχνική του σου δημιουργούν παράξενα συναισθήματα. Το The Divine Abstract σχεδιάστηκε από την έμπνευση και την τέχνη του καλλιτέχνη. Τόσο η ωριμότητά του όσο και η σοβαρότητα του αποτελέσματος ακούγονται στο album. Γραμμένο σε μια περίοδο επτά ετών, επικεντρώνεται σε θέματα αλλαγής, μετασχηματισμού και υπέρβασης. Όλα αυτά πηγάζουν από τη σύγχρονη κλασική μουσική, τη μοντέρνα τζαζ και την ψυχεδέλεια. Η απαλότητα και η ευφορία των συνθέσεων, με τη συμμετοχή της επίλεκτης παρέας του και τα πολυάριθμα μουσικά τους όργανα, το κάνουν ακόμα πιο μοναδικό. Στο The Divine Abstract συμμετέχουν 20 καλεσμένοι μουσικοί, μεταξύ άλλων οι: Diego Tejeida (Haken), Katharine Blake (Mediaeval Baebes) και μέλη από τους Knifeworld, Chrome Hoof, North Sea Radio Orchestra και Stars in Battledress.

O Charlie Cawood αναλαμβάνει τις acoustic, electric & classical guitars, Fender VI, acoustic & electric bass guitars, sitar, pipa, ενώ οι υπόλοιποι καλεσμένοι του πλημμυρίζουν τις συνθέσεις του με όργανα όπως: french horn, violin, vibraphone, glockenspiel, flute, bassoon, piano, Minimoog, dulcitone, clarinet, oboe, baritone saxophone, cello, gong, kempur, kenang, klentong, kempli, genterak, drums, percussion & cymbals και πόσα όλα που δεν γνωρίζω τις ονομασίες τους, αλλά που με έβαλαν όμως σε διαδικασία ψαξίματος.

Σε έναν κόσμο γεμάτο μουσική δεν θα μείνεις ποτέ μόνος. Ο Charlie Cawood δεν είναι για συγκεκριμένες μόνο ώρες. Είναι για κάθε στιγμή. Μια πραγματικά εντυπωσιακή στιγμή μέσα στο 2017.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Boy Harsher – Rope Sect – Carla dal Forno

Boy Harsher – Country Girl ( Ascetic House)

Γραμμές φώτων στη χάση της νύχτας δίνουν τον ρυθμό στα χτυπήματα των δαχτύλων πάνω στο τιμόνι. Εν μέσω μοναχικών διαδρομών, το ράδιο επιτέλους παίζει κάτι που κολλά στη φευγαλέα στιγμή και στον κολλημένο εγκέφαλο. Τέσσερα ισάξια κομμάτια της τέταρτης νέας κυκλοφορίας του αμερικάνικου αυτού ντουέτου αρκούν για να σε συνεπάρουν σε έναν δικό τους κόσμο. Παρ’ ολίγον ρετρό, παρ’ ολίγον happy end, παρ’ ολίγον υπαρξιακής υφής, ξεκάθαρα χορευτικό, επιπέδου καλοσχηματισμένης γοητείας, το EP αυτό είναι πιθανόν η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, υπόσχεται στον εαυτό του την καταραμένη ευχή που προστάζει “τα καλύτερα έρχονται”. Μια γεύση αυτής της πεποίθησης θα πάρουμε αρχές Δεκέμβρη, όταν και θα εμφανιστούν ζωντανά στο Temple στο κέντρο της Αθήνας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Rope Sect – Proselytes (iron bonehead/name your price)

Inmesher – guitars, drums & vocals, Harbinger – bass, Gaarentwynder – additional guitars είναι οι τρεις υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Τους έψαξα ενδελεχώς. Δεν μπορώ να τους εντοπίσω, να δω από τι φυσιογνωμίες βγαίνει αυτή η παγωμάρα, ο ξερός ήχος, τα riff που μου αρέσουν τρελά, η απομακρυσμένη από τα εγκόσμια σχεδόν φωνή του Inmesher. Δεν έχει περάσει παρά μισός χρόνος από το debut album τους Personae Ingratae, με την αίσθηση της αρρώστιας, της θανατίλας, της κάθαρσης, και κερδίζουν τις εντυπώσεις, κάνοντας το “King of the Night” το χιτάκι της εν λόγω κυκλοφορίας. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα και μπορεί να βρεθείς με το σκοινί στον λαιμό χωρίς να καταλάβεις το πότε, αν έστω αναφερθείς ρηχά για τη μουσική τους… ενδεχομένως.

Σαν γοτθικό post-punk που παίζει από τα έγκατα του πουθενά θα αντιμετωπίσεις και το Proselytes, μόνο που εδώ -σε σχέση με το Personae Ingratae– έχει δέσει το σκοινί για τα καλά. Δύο κομμάτια που δίνουν το προβάδισμα σε ό,τι βγάζει ηλεκτρικό ήχο και αφήνουν λίγο στον “πάγο” τα φωνητικά, που πολύ καλά κάνουν και βρίσκονται εκεί που είναι. Έτσι, έχεις όλη την άνεση να πολιορκηθείς από την ένταση, τις ταχύτητες, την τραχιά φωνή του Inmesher (που στα επίπεδα σημεία της μου έφερε τον Papa Emeritus III των Ghost στον νου, τι παραλληλισμός κι αυτός;).

Οι Rope Sect μιλούν για την απομόνωση, αποκηρύττουν την κοινωνία, χορεύουν πάνω στα ερείπια, περιμένοντας με χαρά τη μέρα της κρίσης. Τραγουδούν για τη γυμνή καταστροφή, την ελευθερομανία, αλλά και την υπακοή. Πάνω από όλα, όμως, επικεντρώνονται στο σκοινί. Ο σεβασμός αλλά και ο φόβος που σου προσφέρει ταυτόχρονα η θέα και η αίσθηση του. Κατά τα λεγόμενά τους: “Old lives are fading, a new one is dawning. A second skin. The beginning of the end”. Το θέμα είναι ποιος θα βάλει το σκοινί στον λαιμό; Ο τιμωρός, ο ίδιος σου ο εαυτός που σε οδηγεί σε αυτοκτονική πράξη ή όλο το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, που και πάλι αποφασίζει μέσω εσού; Όλα αυτά βγαίνουν σε μια όχι τόσο lo-fi απόδοση, όπως παρατηρήθηκε στο Personae Ingratae, αλλά σε ό,τι αφορά την παραγωγή, εδώ έχουμε μια καλύτερη εξέλιξη. Το τρίο από την Γερμανία, όπως και να έχει, κλέβει την παράσταση φέτος, αφήνοντας το deathrock να επιπλέει παντού, να γεμίζει τον χώρο και να υπόσχεται.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Erikkson

 

Carla Dal Forno – The Garden 12’’ (Blackest Ever Black)

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο δύσκολο να γράψει κανείς με αγνό, ωμό, πηγαίο ενθουσιασμό. Όλα έχουν χιλιοακουστεί (λες και τα samples αποτελούν μια σύγχρονη μορφή σκυτάλης που περνά ο ένας καλλιτέχνης στον άλλο), όλα έχουν χιλιογραφεί (λες και οι γραφικές εκφράσεις αποτελούν σημείο κατατεθέν των απανταχού μουσικών “συντακτών”), όλα τα έχουμε χιλιοβιώσει (λες και το ψυχικό μας απόθεμα αποστραγγίστηκε και δεν έχουμε πια διάθεση να εκπλαγούμε).

Αυτό κάνει εμφανίσεις όπως αυτή της Carla dal Forno τόσο άμεσα αποκαλυπτικές, τόσο ανεπιτήδευτες και αιχμαλωτιστικές. Και τόσο μόνες.

Κανείς δεν μου ’χε μιλήσει για το You Know What It’s Like του 2016, που αποτελεί ένα μουσικό καταφύγιο από μόνο του, για το οποίο δυστυχώς (;) δεν θα πούμε λέξη εδώ, μέχρι που κυκλοφόρησε μες στον Οκτώβριο η δεύτερη δουλειά της Carla, το The Garden. Ένα σφηνάκι ηλεκτρονικού μινιμαλισμού, γεμάτο σκοτεινές συνυποδηλώσεις – τόσο έξυπνο, όσο και αφοπλιστικό.

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τη δημιουργό με βάση το μουσικό στερέωμα στο οποίο φαίνεται να ρίχνει ρίζες, θα λέγαμε ότι έχει κουρνιάσει στο ηχόχρωμα των Grouper και σταλάζει με κάθε της κομμάτι γερές δόσεις ambient σκοταδιού. Το εναρκτήριο κομμάτι “We Shouldn’t Have To Wait”, με τα νωχελικά φωνητικά να ντύνουν μια έντονα synth wave μελωδία, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως καταλύτης στα εγκεφαλικά σας κύτταρα. Το “Clusters” που ακολουθεί σπάει ρυθμικά την υποτονική ατμόσφαιρα για να λειάνει το έδαφος για το διαμάντι του ep, το “Make Up Talk” – αδυνατώ να σας μιλήσω με μουσικούς, πολλώ δε μάλλον με συναισθηματικούς όρους, για αυτή τη σύνθεση. Listen to it and you shall know. Το ep θα κλείσει με το ομότιτλο “The Garden, και κάπου στο βάθος του νου σας θα έρθουν νότες από Einsturzende Neubauten και εικόνες από το Himmel Uber Berlin – αν είστε αρκετά επιρρεπείς στην πραγματικά όμορφη μουσική και την ονειροπόληση.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Lör – In Forgotten Sleep (Independent)

 Power folk progressive metal. Αυτό παίζουν τα παλικάρια από τη Φιλαδέλφεια/Πενσιλβάνια και να ήταν το μόνο; Ίσως τότε να λέγατε “έλα μωρέ, βουλιάζει ο πλανήτης από μπάντες του είδους”. Τα πράγματα είναι διαφορετικά, όμως, ευτυχώς και για αυτούς και για μας. Καινούριο αίμα, λοιπόν, τα κάνει όλα άνω κάτω και αφήνει μόνο εντυπώσεις (τις καλύτερες) με το debut album τους In Forgotten Sleep. Η Φιλαδέλφεια, η μάνα εκατοντάδων μουσικών σχημάτων και άπειρων μουσικών στιλ. Από religious, opera, gospel και jazz μέχρι soul, classical, rock και indie. Πιο επικεντρωμένα και συγκεκριμένα στο heavy metal σπάει κόκαλα (αλλά και σε πιο ακραίες φάσεις grindcore, industrial, hardcore, punk).

 Οι: Tyler Fedeli – lead vocals, Peter Hraur – lead guitar/vocals, Graham Noel – bass, Greg Bogart – drums, Matt Bartlett – keyboards είναι αυτοί που τα κάνουν όλα μαντάρα στο άλμπουμ. Επικής δε μορφής και συνθετικά, αλλά και χρονικά. Σου δίνουν τον άπλετο χρόνο (πάνω από 1 ώρα διάρκειας άλμπουμ) για να ακούσεις, να ευχαριστηθείς και να χορτάσεις όλα τα μουσικά σου γούστα και να τα αφήσεις να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου σαν εικόνες. Η μουσική των Lör, ναι, είναι έργο τέχνης. Δεν περιμένω να το καταλάβουν όλοι αμέσως (γιατί έτσι είναι η τέχνη). Μέσα σε ένα άκρως άψογο τεχνικά heavy metal δημιούργημα θα ακούσεις τουλάχιστον folk, power, progressive (στην ολότητα του Hail Yeahhhh!) death, thrash και black περάσματα. Τα άτομα πρέπει ή να είχαν διαπρέψει στα μαθηματικά στο σχολείο (για να ξέρουν να χειρίζονται με ακρίβεια και συντονισμό όλο αυτό το κατεβατό από νότες) ή να ήταν σκράπες τελείως (και έτσι δημιούργησαν δικά τους “μετρήματα”), δεν εξηγείται αλλιώς. Το δισκάκι αυτό, όπως και να έχει, είναι ένα απίστευτο σκαμπίλι στην κατεστημένη βαρετή σημερινή παγκόσμια heavy metal φάτσα. Όσο υπάρχουν μουσικοί με ιδέες, εμπνεύσεις, κέφι και πολύ σκληρή εργατικότητα πάνω στη μουσική, αφοσίωση στην τέχνη και σεβασμό στους οπαδούς, πάντα θα βγαίνει heavy metal.

 Δέκα κομμάτια breathtaking, που με έβαλαν στο trip-άκι να μην μπορώ να διαλέξω και να υποστηρίξω ένα κάποιο highlight τους. (Το “Requiem” με βούτηξε αμέσως, η αλήθεια είναι.) Τι να πω; Επανειλημμένες ακροάσεις με κάνανε γατί (γατί, ναι…όχι γιατί), να στέκομαι στη γωνία σε πλήρη εγκεφαλική καταστολή. Τι είναι αυτό που άκουσα; Και το άκουσα πολλές φορές και κάθε φορά γινόταν και πιο καλό. Από την US heavy metal underground scene στα αυτιά μου; Ακούστε το και θα το αγαπήσετε αμέσως! Οι εποχές που αναβιώνουν εκφράσεις λατρείας για Iced Earth ή Kamelot και Rhapsody φαίνεται να μην έχουν γκριζάρει τόσο πολύ τελικά, γιατί έρχονται οι Lör να τις αναβιώσουν και να τις φρεσκάρουν. Θα ακούσεις μέσα επίσης Manilla Road, Hammers Of Misfortune ή Slough Feg (διακρίνω κάποιο ενδιαφέρον εεε;). Αυτοί όμως που θα τους λατρέψετε είστε εσείς (και εγώ) όλοι οι “εφάπαξ” κολλημένοι με τους Blind Guardian (Ευχαρίστηση στα μουτράκια βλέπω). Από τα πρώτα κομμάτια σε αρπάζουν αμέσως. Είναι όμως τέτοια η μαεστρία τους που, με τις συνθέσεις και τις δυναμικές που έχουν, ξεγλιστρούν πολύ εύκολα από την παγίδα της σύγκρισης, γιατί πολύ απλά δεν έχεις με τι να τους συγκρίνεις! Δεμένοι απίστευτα (μην ψάξεις για λάθη δεν υπάρχουν), έχοντας ο καθένας τη θέση που πρέπει, αποθεώνουν το ποικιλόμορφο στιλ τους μέσα από μια πανδαισία μουσικών χρωμάτων. Παραδοσιακές αναφορές, black φωνητικά, ελάχιστα μα αρκετά για να δώσουν ένα kick σε πιο αρχέγονες εικόνες, death και thrash βομβαρδιστικά riff που θα σε πωρώσουν (“Spectrum” και “Eidolon” ο κακός χαμός), αλλά συγχρόνως και με πολύ ωραίες μελωδικές και ήπιες γέφυρες κάνουν το άκουσμα του In Forgotten Sleep μια Επική μουσική στιγμή μέσα στο 2017.

 Το άλμπουμ χρήζει άμεσης ακρόασης από τα metal-ια όλων των ειδών. Ανοίξτε νοοτροπίες και αυτιά (με αυτή τη σειρά) και χαρείτε ίσως ένα από τα καλύτερα Βαριά Μέταλλα της Αμερικανικής Γης. Μεγάλη έκπληξη από το πουθενά, εκπληκτική κυκλοφορία.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Believe – Seven Widows (self-released)

Art rock και progressive είναι αυτά που πηγάζουν από το νέο ατμοσφαιρικό concept album του Μαέστρου του είδους Mirek Gil. Η ήσυχη προσωπικότητα, η ήρεμη δύναμη που καταφέρνει πάντα με τις μουσικές της να σε συγκλονίζει. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που το Hope To See Another Day μάς έδωσε την ελπίδα της επόμενης ημέρας. Και έτσι κι έγινε.

Ο Mirek Gil, στυλοβάτης της πολωνικής προοδευτικής μουσικής και άλλοτε δημιουργός του δικού του μουσικού κόσμου με τους πασίγνωστους πια Collage (και κατόπιν στους Satellite), είναι πάλι εδώ.

Το Seven Widows έρχεται με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, ελαιογραφία του Mark Szczęsny, και μια αλληγορική αριθμητική αναφορά σε επτά χήρες. Επτά ζωές που έφυγαν, επτά ζωές που έμειναν πίσω να πουν τη δική τους δραματική ιστορία. Αυτή των δικών τους αγαπημένων, μα χαμένων προσώπων. Κάθε κομμάτι έχει μια διαφορετική προσέγγιση στην απόδοση των συναισθημάτων. Απλότητα και πολυπλοκότητα μαζί.

Είναι το πρώτο concept album των Believe που σου δίνει τη χρονική ευχέρεια της συνεχόμενης μουσικής απόλαυσης, περνώντας από τη μια μελωδία στην άλλη. Φωνές ψιθυριστές, κάποιες φορές σχεδόν λυπημένες ή γεμάτες πόνο (που ακουμπούν σε στιλ Daniel Gildenlöw). Δεν είναι εύκολο βέβαια να πω αν είναι καλύτερα ή όχι τα φωνητικά του Łukasz Ociepa στους Believe –σε σχέση με τον τελευταίο τραγουδιστή που πέρασε από το συγκρότημα Karol Wroblewski–, αφού παρουσιάζουν μια κάποια υπερβολή σε σημεία. Οι κιθάρες του Mirek Gil κλαίνε και αφηγούνται, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλο το άλμπουμ και αυτό ακούγεται. Χαρακτηριστική και η παρουσία της Satomi με το βιολί της, που, σε κάθε μουσικό σημείο που της αντιστοιχεί, ηχεί μοναδικά δραματική και άκρως συναισθηματική.

Οι όμορφες ατμόσφαιρες βγαίνουν αβίαστα και απλώνονται σε χρόνους από 8.12 μέχρι και 11.42 λεπτά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι. Οι λατινικοί αριθμοί αντικαθιστούν τους τίτλους στα κομμάτια που μπορεί να χαρακτηρίζονται απρόσωποι, αλλά είναι όμως υπαρκτοί. Ιστορίες μελαγχολικές, που άλλοτε κάνουν εμφάνιση με low tempo ρυθμούς και άλλοτε με περισσότερο δυναμισμό.

Τέλος (αλλά υποκειμενικά), θεωρώ πως είναι ένα αναγνωρίσιμο Believe ύφους άλμπουμ, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και δόση προοδευτικού χαρίσματος. Άξιο προσοχής ασφαλώς.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Night – Raft Of The World (the sign records)

Night, απλά και όμορφα. Λέξη που συμπεριλαμβάνει τα πάντα μέσα της. Δεν είμαι σίγουρη όμως τι περιμένεις να ακούσεις μέσα στο καινούριο άλμπουμ των Σουηδών Raft Of The World. Πέντε χρονάκια μόνο στη δισκογραφία. Τρία full length άλμπουμ μόλις και νομίζεις ότι ακούς σχήμα τεράστιου rock βεληνεκούς. Τους γνώρισα με το Night άλμπουμ τους το 2013, αλλά τότε ομολογώ δεν με έκαναν να ενθουσιαστώ τρελά τόσο ώστε να με εξιτάρουν όπως πραγματικά συνέβη με αυτό εδώ.

Λοιπόν το άλμπουμ αυτό είναι πωρωτικό, ξεσηκωτικό, θεότρελο, μαγικό, ρυθμικό, μελωδικό, γρήγορο και ό,τι θες βάλε που να ταιριάζει σε ένα retro rock / hard rock ορισμό. Εννέα κομμάτια γεμάτα αρπακτικούς, εκστατικούς rock ύμνους, που δεν σε αφήνουν σε ησυχία. Θέλεις πολλή δόση από δαύτους. Σε μαγεύουν και σε γραπώνουν σαν τα νύχια της κουκουβάγιας, που έχουν και σαν έμβλημά τους σε όλα φυσικά τα άλμπουμ τους. Οι στίχοι είναι στα αγγλικά και εύηχοι, άνετα μπορείς να τους καταλάβεις, να τους μάθεις και να τους τραγουδήσεις (που θα τους τραγουδήσεις!), αφού τα φωνητικά είναι καθαρά και βγαίνουν μπροστά. Όταν δε τα lyrics σταματούν, οι κιθάρες γίνονται σκέτη χειροτεχνία. Πολύ καλή δουλειά, δεμένοι οι κιθαρίστες, ξεκάθαρα πόστα. Οι πρωταγωνιστές! Το μπάσο κρατάει τα μπόσικα (θα ήθελα να τον ακούσω πιο πολύ) και ο ντράμερ διευθύνει την πορεία του πλωτού στον κόσμο και στις μανιασμένες ακουστικές διαθέσεις του κοινού. Φωνητικά χαρακτηριστικά “παλαιάς κοπής” και -ναι!- με ταυτότητα. Τον τυπάκο μπορείς να τον ξεχωρίσεις μέσα σε άλλους. Αυτό είναι πλεονέκτημα που στηρίζεται πάνω του όλη η μουσική rock σκηνή (και κατ’ επέκταση όλο το μουσικό ιδίωμα).

Οι Σουηδοί retro rock καλλιτέχνες, όταν καταπιαστούν σωστά και υπεύθυνα με τις συνθέσεις, βγάζουν καταπληκτικές κυκλοφορίες. Το Raft Of The World είναι λοιπόν μια από αυτές. Χωρίς να υπάρχει ούτε 1% δόση υπερβολής πριν μπω στην καταγραφή εντυπώσεων, άκουσα το άλμπουμ πρώτη φορά κάποιες μέρες πριν με την προτροπή ενός φίλου “μουσικο-ρύχου” (Δημήτρη με έχεις καταστρέψει τελευταία! Σε ευχαριστώ!). Τι συνέβη τότε; Μπήκε το άλμπουμ στα ηχεία, ανέβηκε η ένταση, και το χοροπηδητό πήγε σύννεφο! Μου έφτιαξε το κέφι ρε σεις, σαν εκείνες τις παλιές καλές ημέρες που κοπανιόμασταν παθιασμένα εκστασιασμένοι γεμάτη πώρωση μπροστά στη “μεγάλη ανακάλυψη”. Και μετά αρχίζεις να το μοιράζεσαι αυτό, να το ζήσουν και οι φίλοι σου, οι κολλητοί, να μοιραστεί και να μαθευτεί ότι είναι και “γ@μώ τα άλμπουμ” τελικά! Καταλάβατε τι λέμε τώρα; Ότι μόλις κυκλοφόρησε μια απίστευτη αλμπουμάρα που πρέπει να ακούσεις.

Είναι γνωστό πια ότι οι Σουηδοί έχουν μια ροπή προς τους πιο retro rock ήχους χρόνια τώρα, αυτό το βλέπεις αμέσως και από την εξωτερική εμφάνισή τους, αλλά και από την πληθώρα συγκροτημάτων που κάνουν την εμφάνισή τους συνέχεια. Και το κάνουν τόσο καλά! Από τους πιο doom ήχους, psychedelic μέχρι και heavy rock (Witchcraft – Graveyard – Siena Root – Abramis Brama – Horizont – Ironbird – Nekromant κ.ά.). Τι να πρωτο-αναφέρει κάποι@. Μελίσσι!

Η φάση με τους Night είναι ότι θα σου κολλήσουν. Τα κομμάτια όλα είναι κορυφαίες συνθέσεις, συν ότι σε αρπάζουν, σε γυρνούν πίσω στον χρόνο (και το γουστάρεις) και η πλάκα είναι ότι υπάρχει αυτό το ρίγος του NWOBHM κυρίως στα φωνητικά. Όπως καταλάβατε καλύπτει χαλαρά και το heavy metal κοινό (εκτός και αν θέλεις να γκρινιάξεις). Υπάρχει άπλετο πεδίο κινήσεων, και ο καθένας από τους τέσσερις υπέροχους Σουηδούς βγάζει όλη του την τέχνη στο άλμπουμ. Όμορφες στιγμές με γλυκά ή παθιασμένα solo, ρυθμοί και μελωδίες. Instrumental μουσικά χαλιά χαρίζουν ισορροπία, όπως στη μέση του άλμπουμ με το “Omberg”. Εκεί κάπου σίγουρα θα ακούσεις και την κουκουβάγια τους μέσα στη νύχτα.

Γνήσια Rock αστραπόβροντα λοιπόν από τους: Oskar Andersson – Vocals, Guitars Sammy Ouirra – Guitars Joseph Max – Bass Dennis Skoglund – Drums Το mastering έγινε από τον Chris Common (The Mars Volta, Chelsea Wolfe, Mastodon) και το υπέροχο artwork σχεδιάστηκε από τον ταλαντούχο καλλιτέχνη Mattias Frisk (Ghost, Vanhelgd, Vampire, Trap Them). Πολυχρωμία και νοσταλγία, εμπνευσμένα και αριστοτεχνικά κομμάτια εξελιγμένα και περασμένα σε παλιακές αποχρώσεις που σίγουρα θα αποκτήσουν και περισσότερο νέο κοινό. Τα κομμάτια γλιτώνουν από το δύσβατο μονοπάτι της πολυπλοκότητας και, ναι, γιατί όχι, μπορεί να παιχτούν και στα ραδιόφωνα. Εκεί που ο κόσμος μάθαινε πάντα για καινούρια πράματα. Μεγάλη έκπληξη λοιπόν από τους Σουηδούς Night. Μόλις τελειώσετε την πρώτη ακρόαση… αγοράστε το! Φεύγω, πάω να ακούσω PENTAGRAM, μου ήρθε έτσι, συνειρμικά… γιατί άραγε;

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson