Avatar – Avatar Country (century media)

“Where there is silence, there shall be sound, and it shall be LOUD!” Κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία και τα πρώτα λόγια Εκείνου, του Βασιλιά που ήρθε να αναστήσει το έρημο τοπίο, την άγονη Γη από την αθλιότητα που είχαν αναγκαστεί να ζουν χρόνια πολλά οι κάτοικοι του Avatar. H δύναμή του, το σθένος του και η επιβλητικότητά του μαγεύουν τους κατοίκους, που ζούσαν σαν νομάδες για να επιβιώσουν. “I am the chosen one, for I have chosen myself! This land which was once dead is now alive. And it’s mine!”

Το στέμμα θα βρει τη θέση του και το τσεκούρι του με τις έξι χορδές ηχεί καταστροφικό. Ο ουρανός θα ανοίξει για να μπουν λίγες ακτίνες φωτός, φέρνοντας την ελπίδα. Τα καιρικά φαινόμενα που θα ακολουθήσουν θα ξυπνήσουν επιτέλους τους κατοίκους από τη λήθη και την αδράνεια που είχαν πέσει, δείχνοντάς τους πως τα σημάδια αυτά είναι μόλις η αρχή.

Αναφωνούν.

“Glory To Avatar Country! Glory To Our King”. Ο Βασιλιάς, όπως φάνηκε, δεν ήταν μόνο ιδανικός για την Avatar πολιτεία και τους κατοίκους της, αλλά και για τον υπόλοιπο πληθυσμό που βρισκόταν εκτός της πολιτείας. Από τις metal πηγές της με τους γεμάτους σπόρους, θα τροφοδοτήσει όλους αυτούς που λιμοκτονούν. Θα ανοίξει τα σύνορα για να δεχτεί όλους αυτούς που βρίσκονται απέξω και σε άθλια κατάσταση. Δεν θα είναι εύκολο, μιας και ο κόσμος δεν είναι πάντα αυτό που δείχνει. “Sharing is caring and caring is King”.

Το άλμπουμ Avatar Country είναι ένα εξαίσιο concept album που θα σε συνεπάρει. Το 2016 έχω αναλάβει να γράψω για το Feathers & Flesh και συγκεκριμένα γράφω τότε: “Και εδώ έρχεται η σειρά του μουσικού ύφους. Αχ, τι να πω. Όλα και ακόμα άλλα τόσα είδη ακούγονται εδώ μέσα. Μελωδικό death metal, classic hard rock και metal, οι κιθάρες δίνουν και παίρνουν και μελωδικές και παραμορφωτικές συνάμα με άρτια αποτελέσματα. Τα φωνητικά αλλάζουν στιλ με την ταχύτητα της παράνοιας. Πολλά prog στοιχεία, αφού η θεματολογία και μόνο απαιτεί παραξενιές και τρέλες. Ακουστικά είναι πολύ δεμένοι και λάθη προσπαθειών για κάτι άλλο δεν ακούγεται. Αν δεν έχεις ιδέα περί τίνος πρόκειται, θα σου αναφέρω κάποια ονόματα που μου ήρθαν σαν αστραπές στο μυαλό κατά την ακρόασή του. Πρώτα από όλα, ο θρόνος ανήκει δικαιωματικά στον King Diamond. (Κανένα σχόλιο εδώ, παρακαλώ, και συνεχίζω). Η βαρύτητα των Opeth και των Mastodon γίνεται αισθητή. Η ρυθμικότητα των Lake Of Tears και των Volbeat και Pain Of Salvation σε σημεία έρχεται σαν αναλαμπή. (Και πώς να μη γίνει, αφού κιθαρίστας των POS έχει περάσει από κει). Η τρελάρα του Davin Townsend περικεφαλαία! Η πολυπλοκότητα των Diablo Swing Orchestra, επίσης παρούσα. Θεατρινισμούς και επιβλητικότητα στην παρουσία στιλ Ghost θα συναντήσεις επίσης”.

Το ίδιο συμβαίνει και εδώ και εγώ αναφωνώ και πάλι. “Τι σόι πράμα είναι τούτοι;” Μπορώ να πω πως το σημερινό τους “έργο” μού διαλύει κάθε σκεπτικό σκόνταμμα όσον αφορά το μέλλον τους. Έχουν δημιουργήσει ένα καινούριο ύφος, που τραβά όχι μόνο τα αυτιά για να ακούσουν καθαρούς και γεμάτους από heavy metal ήχους, αλλά και τα μάτια, αφού συναυλιακά δίνουν ρεσιτάλ. Δεν αντιγράφουν, αλλά αντίθετα τιμούν τον Μεγάλο Πατέρα King Diamond, που, όσο κάθεται καλά στον θρόνο του, όλα θα κυλούν όμορφα. Οι Diablo Swing Orchestra και οι Ghost είναι από αυτό το “νέο” αίμα μουσικών. Έτσι και οι Avatar, με πολύ σκληρή δουλειά, από ό,τι μπορώ να κρίνω, φτάνουν σήμερα να πάρουν πια αυτό που τους αξίζει. Μια διάκριση στο αναγεννημένο metal στερέωμα. Το Avatar Country ξεκινάει με μια πολύ όμορφη, ήσυχη και ορχηστρική εισαγωγή, για να μπει το “Legend Of The King” (που για μένα είναι από τα πιο εκπληκτικά metal κομμάτια μέχρι στιγμής). Οι κιθάρες ανήκουν στον Θρόνο του Βασιλιά και δίκαια. Τα φωνητικά με τάραξαν πολύ στις στιγμές (μετά το έκτο λεπτό) που στο δράμα τους μου έφερε τη μοναδικότητα του Warrel Dane. Το στιλ αλλάζει αμέσως με την εισαγωγή του hard rock (american style και βάλε λίγο Ac/Dc για να δέσει) “The King Welcomes You to Avatar”, που εντωμεταξύ αναμιγνύουν κι άλλα στιλ μουσικής μέσα, έτσι; Ακολουθεί ο λόγος του Βασιλιά (στα σουηδικά με στιλ Βασιλιά και χιούμορ, φοβερό!) και συγχρόνως δίνεται και η μετάφραση στα αγγλικά. Έχουν προηγηθεί αλλά και ακολουθούν heavy metal κομμάτια με βάση πάντα στις κιθάρες και με τα φωνητικά να έχουν εναλλαγές “βρόμικων”-“καθαρών”.

Αν και περιμένω πια τα πάντα από δαύτους, στο ένατο κομμάτι “Silent Songs of the King Pt. 1: Winter Comes When the King Dreams of Snow” έχουμε να κάνουμε με κάτι 100% διαφορετικό. Ένα αυστηρά ηλεκτρονικό κομμάτι, μαλακό και ήπιο, που δικαιολογεί γενναία τον τίτλο του. Έτσι θα κλείσει και η ιστορία με “Silent Songs of the King Pt. 2: The King’s Palace”. Και τα δύο, θαυμάσια instrumental κομμάτια. Στο τέλος δε, θα αισθανθείς πως περνά από τα αυτιά σου όλη η heavy metal ιστορία, αλλά όχι μόνο δεν θα σε απογοητεύσει, μα θα σου δώσει και υποσχέσεις. Ακολούθησε τον Βασιλιά της Avatar πολιτείας. Είναι ο επόμενος ηγήτωρ. Επίσης, οι Avatar on tour είναι μια πολύ καλή ευκαιρία για να ζήσετε ένα όμορφο μουσικό βράδυ, σε όποιο σημείο της Ευρώπης αλλά και Β. Αμερικής κι αν βρεθείτε. “METAL makes METAL more METAL.”

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Weedpecker – III (stickman records)

Δεύτερο άμεσο και ευθύ χτύπημα από την Πολωνία μέσα στην πρώτη μόλις εβδομάδα του Γενάρη. Τρίτο κατά σειρά ολοκληρωμένο album από τους Weedpecker με τίτλο III. Απλά πράγματα. Στο καινούριο αυτό υλικό θα ακούσεις την άλλη πλευρά του ταξιδιού, της απόλαυσης, της αναπόλησης, του φευγιού, της απροσχημάτιστης ακουστικής. Αρκετά μακριά από πολύπλοκες συνθέσεις και φασαριόζικες γραμμές, η τετραμελής μπάντα καταφέρνει μέσα από τη δεξιοτεχνία της, τις κλασικές φόρμες και τις –ίσως– πιο βαθυστόχαστες επιρροές που θα μπορούσε να έχει κάποιος να κάνει το παλιό καινούριο, να παντρέψει τον βαρύ ήχο με τις μελωδίες, να τοποθετήσει dreamy φωνητικά (ναι! Μου έφεραν προς στιγμήν εκείνα των The Charlatans) και χωρίς υπερβολές να τιμήσει την αρχοντιά και την επιβλητικότητα θρύλων όπως οι King Crimson και οι Pink Floyd.

Ιδιαίτερα, όταν ακούσεις το 9λεπτο “Embrace”, θα εκπλαγείς από τη σύνθεση αυτή. Θα μπορούσαν να είναι οι συνεχιστές μιας άγνωστης ψυχεδέλειας. Φωνητικά που καλύπτουν το πρώτο μέρος του κομματιού και από κει και κάτω παίρνουν τη σκυτάλη οι κιθάρες και το μπάσο και σε συνδυασμό με το εκπληκτικό drumming του Falon και περνούν σε άλλη διάσταση.

Ακούραστες μουσικές στιγμές σού υπόσχονται οι άνθρωποι. Οι Weedpecker σίγουρα θα τραβήξουν το ενδιαφέρον πολλών ακροατών. Δεν είναι ανάγκη να είσαι “stoner-άς” ή δηλωμένος κάτι κιόλας στην τελική. Αν θα μπορούσα να τους χαρακτηρίσω κάπως για να καταλάβει κάποι@ τι ακούει θα έλεγα… “πάτα το play και άκου όμορφες, καλοπαιγμένες και φρέσκες μουσικές χωρίς κολλήματα, συγκριτικές διαθέσεις και κόμπλεξ”. Υπάρχουν πέντε μακροσκελείς συνθέσεις που περνούν από το ένα ατμοσφαιρικό πεδίο στο άλλο. Στο “Liquid Sky”, για παράδειγμα, από τη μέση και κάτω έχουμε ένα ρεσιτάλ μπάσου με συνοδεία από τις κιθάρες και ξεκάθαρες γραμμές στα αυτιά σου για το τι ακούς. Απολαμβάνεις την κάθε νότα τόσο σε ποιότητα σύνθεσης όσο και παραγωγής. Οι πιο ψαγμέν@ και μυημέν@ σε ήχους, νότες και όργανα θα απολαύσουν πραγματικά ένα οδοιπορικό σε έναν ψυχεδελικό λαβύρινθο από όμορφες συνθέσεις και μελωδικό παίξιμο που κυμαίνεται μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας. Πολύχρωμοι απαλοί ονειρεμένοι ήχοι με διάσπαρτα βαριά riff και πανέμορφα jam-αρίσματα. Αναφορές τούς θέλουν να βρίσκονται στους ίδιους κύκλους με τους Tame Impala και τους Morgan Delt. Εγώ θα προτιμήσω να μην τους συγκρίνω με κάτι και να αφεθώ σε αυτό και μόνο που προσφέρουν οι Weedpecker.

Αν οι Σουηδοί My Brother The Wind με οδήγησαν για πρώτη φορά –10 χρόνια πριν– στην απόλυτη ομορφιά του ψυχεδελικού rock ταξιδιού, αυτοί εδώ με πάνε ακόμα πάρα πέρα. Το album αυτό βρέθηκε ποσταρισμένο στη σελίδα μου στο facebook από αγαπημένο άνθρωπο (που ξέρει πολλά για τα μουσικά μου γούστα και έχουμε μοιραστεί ατέλειωτη μουσική για πολλά χρόνια) κάτω από το σχόλιο: “Στην Ανατολή του 2018 από την Ευλογημένη Γη της Πολωνίας”. Μόνο αυτό αρκεί πιστεύω για να κλείσω κάπου εδώ. Να αφεθώ στο rock ναρκωτικό που μου προσφέρουν οι Πολωνοί για να ταξιδέψω στην ευχάριστη και ευάερη ατμόσφαιρα που μου δωρίζουν, συνοδευόμενη από mellotron ηχητικά κύματα.

Το άλμπουμ κυκλοφορεί από την Stickman Records σε LP/CD αλλά θα επιμείνω στην αγορά βινυλίου για αυτό το υπέροχο ακουστικό κομμάτι. Το εξώφυλλο έχει επιμεληθεί ο Maciej Kamuda (όπως και τα 2 πρώτα τους) και, αν δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό, αναζήτησε το όνομά του και απόλαυσε τα έργα του.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Summoning – With Doom We Come (napalm records)

Πάντα με γοήτευε η απορία τι κάνει έναν μουσικό, μια μπάντα, έναν καλλιτέχνη, μυστηριώδη, αινιγματικό, ποθητό ως και λατρεμένο. Είναι το παρελθόν του που έχει χτιστεί όπως το ήθελες; Είναι το στωικό περίμενε της κάθε επόμενης δισκογραφικής δουλειάς; Είναι αυτό το λίγο με σταθερή αργοπορία που σου προσφέρει; Η αλήθεια είναι πως όταν κάτι σου προσφέρεται αδιάκοπα και συνεχόμενα δεν έχεις τη λαχτάρα. Δεν περιμένεις και δεν μετράς τον χρόνο.

Οι Αυστριακοί Summoning άργησαν για άλλη μια φορά να εμφανιστούν και κατά τα λεγόμενα των πιστών οπαδών τους είναι και αυτό που τους λείπει. (Για μένα πάντως σαν μαγικό λειτουργεί όλο αυτό με την αναμονή.) Σταθεροί από το 1993 στο black metal γέννημά τους, παίζει να είναι από τα λίγα σχήματα που δεν έχασαν τον δρόμο τους. Πιστοί και στο έργο τους σαν γνήσιοι κληροδότες . Το 1995 εμφανίζονται πια και επίσημα δισκογραφικά με το Lugburz κάτω από τις φτερούγες της Napalm Records. Η lo-fi παραγωγή και η ωμή ακουστική έβαλαν τα θεμέλια. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν συνοδεύουν προβλήματα, αργοπορίες και καθυστερήσεις. Αυτό όμως όχι μόνο δεν βάζει σε κίνδυνο τη φήμη τους, που ήδη έχει αρχίσει να ανεβαίνει με πολλούς φανατικούς οπαδούς, αλλά η διαρκής αναμονή καινούριου υλικού συναρπάζει. Ταγμένοι στη φαντασία, στις ιστορίες και στους μύθους, πλάθουν τις μουσικές τους όπως θέλουν και σαν ιππότες συνοδεύουν ίσως μια από τις μεγαλύτερες μορφές μυθοπλασίας και φαντασίας, αυτή του Μεγάλου J.R.R. Tolkien. Αμέσως ακολουθεί το Minas Morgul, με τους πρώτους ατμοσφαιρικούς πειραματισμούς να ηγούνται χωρίς όμως να χάνουν κάτι από την πρωταρχική ταυτότητά τους. Και κάπως έτσι σμιλεύτηκε η κορώνα των Summoning δημιουργιών.

Demos, split albums, compilation albums, singles, EPs και 7 studio album είναι ο δισκογραφικός απολογισμός τους. Σήμερα πια, Ιανουάριος του 2018, έρχεται το With Doom We Come να γίνει το όγδοό τους (και διαδέχεται το Old Mornings Dawn – 2013). Δεν απευθύνομαι σε φανατικούς ή περίεργους, πολύξερους ή είρωνες. Δεν με ενδιαφέρουν. Απευθύνομαι πραγματικά σε φιλόμουσους, ανοιχτόμυαλους και δεκτικούς ανθρώπους που μπορούν απλώς ή να απολαύσουν κάτι ή να το βάλουν στην άκρη.

Στο With Doom We Come δεν θα ανακαλύψεις το απρόβλεπτο, θα πέσεις όμως στη μυσταγωγία της μυθοπλασίας. Το υλικό έρχεται από τα έγκατα της Μέσης Γης. Μοιράζει ατμόσφαιρες γεμάτες υγρασία. Αγωνίες και φόβους. Περιπέτειες. Οι επικές και υπνωτικές συνθέσεις ισορροπούν μεταξύ προοδευτικού black metal, και μεσαιωνικών παραδόσεων. Τα φωνητικά βγαίνουν καθαρά με την προσθήκη χορωδιακών φωνητικών. Το βάρος πέφτει στις κιθάρες, που σε σημεία βγαίνουν απόκοσμες και μάλλον έτσι πρέπει. Τα πλήκτρα (dungeon synth στο μεγαλύτερο ποσοστό) έχουν αναλάβει περισσότερους ρόλους από αυτούς που τους πρέπει, δίνοντάς σου την παραπλανητική εντύπωση ότι συμμετέχουν στην ηχογράφηση πολλά περισσότερα όργανα –πνευστά και έγχορδα– από αυτά που πιστεύεις. Το ότι τα πραγματικά τύμπανα δεν έχουν θέση –για άλλη μια φορά– σε άλμπουμ μού προκαλεί μια μικρή θλίψη (που και η επίπεδη παραγωγή μού προκαλεί επίσης), αλλά αντισταθμίζεται όμως με τη συγκίνηση που μου προσφέρουν οι συνθέσεις, οι ιστορίες και το μοναδικό ηχοτοπίο.

Ίσως και για αυτόν τον λόγο οι δημιουργοί θεωρούν τους εαυτούς τους συνθέτες και όχι μουσικούς. Μάλιστα, δεν κάνουν ποτέ πρακτική/πρόβα πριν τις ηχογραφήσεις (!). Ο κιθαρίστας Protector δεν διαθέτει δική του κιθάρα και χρησιμοποιεί δανεικές για κάθε ηχογράφηση από το Dol Guldur και μετά και αν θες να έχεις κάποια επικοινωνία με τον Silenius μπορείς να του γράψεις… γράμμα (πάλι ένα “!”). Προσδοκία για live εμφανίσεις υπαρκτές.

Αφέσου στο ονειρικό, απόλυτο φανταστικό ταξίδι των Summoning. Ξέρεις πού θα σε πάνε.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

 

The Matter Of A – Αnomalous (schizomous records)

Σχεδόν έναν μήνα πριν τη λήξη του έτους (που μας άφησε), έλαβα αυτό το debut album για ακρόαση και κατ’ επέκταση την αποτύπωση των ακουστικών μου εντυπώσεων. Η επίσημη κυκλοφορία του το θέλει στις 19 Ιανουαρίου να εμφανίζεται παντού. Δεν θα μπορούσα να κάνω την πρώτη μου γραπτή εμφάνιση με κάτι λιγότερο από περίεργο, underground, σκοτεινό αλλά πάνω από όλα πολωνικό. Η μουσική σκηνή που έχω λατρέψει όσο καμιά άλλη. Μουσικές κατευθύνσεις Anathema, Fields Of The Nephilim, Alternative 4, Katatonia για να ξέρεις αν θα πατήσεις το play ή όχι. Για να διαλέξεις αν θα πέσεις μαζί του ή θα κρυφτείς σε κάποια γωνιά.

O συνιδιοκτήτης του avant black metal σχήματος Misanthropic Rage βάζει στην άκρη για λίγο τη μισανθρωπία του και βγάζει μπροστά το νέο του project The Matter of A με νέους πειραματισμούς και ποικιλόμορφους ήχους. Ένα album που αφήνει πίσω τις home-made studio δουλειές του, αφού βγαίνει μέσα από το Serakos Studio, επίσημα και επαγγελματικά. Ο Artur Jankowski θα ανοίξει τη μουσική χρονιά μου. Ένα ταλέντο που εξωτερικεύει τον ψυχισμό του με μουσικές συνθέσεις, lyrics, παίξιμο όλων των μουσικών οργάνων και τοποθετώντας τα φωνητικά σε μια υψηλότερη βαθμίδα σύγκρισης. Πότε ψιθυριστές εξομολογήσεις, πότε απεγνωσμένα ουρλιαχτά και άλλοτε υπνωτικοί μονόλογοι. Ακροβατεί σε γοτθικούς ρυθμούς, μεταλλικούς ήχους και industrial feeling. Όλα αυτά τα κάνει μόνος του. Μια διαδρομή επτά κομματιών που σε πετάει από τη μιαν άκρη στην άλλη χωρίς να λογαριάσει πόσο θα σε σκίσει. Μεγάλη στιγμή στο Anomalous το “Deeply Inside”, που μου έφερε κατάφατσα τη μελαγχολία και την απόγνωση των παλιών καλών Anathema εποχών.

Στο album αυτό θα έχεις πολλά να ανακαλύψεις. Ξεφεύγει από τα τυπικά στιλ και είδη μουσικών ιδιωμάτων. Δεν χαρακτηρίζεται εύκολα με μία λέξη. Συλλέγει στοιχεία από αρκετές μουσικές σκηνές. O προοδευτισμός είναι διάχυτος. Θα ακούσεις metal (death – black) στοιχεία. Post rock/metal στιγμές με πραγματικά υπέροχες κιθάρες, όπως συμβαίνει στο “My Vibe Today”. Ο Jankowski καταφέρνει να κάνει ένα άλμπουμ πολύ διαφορετικό. Να ξεπεράσει ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τα ηλεκτρονικά σκοτάδια του, όπως συμβαίνει στο “When Possibilities Αre Exhausted”. Στο “The Third Eye” πάλι θα έρθεις αντιμέτωπος με ένα americana θορυβώδες κομμάτι, με ένα εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο και τα φοβερά φωνητικά του Jankowski, που εκτός του ότι είναι χαρακτηριστικά βγάζουν το είναι του σε όποια κατάσταση κι αν είναι αυτό. Κρατάω όλα αυτά και βάζω πάνω από όλα το βαρύ συναίσθημα που διέπει το άλμπουμ, παρέα με την καταπληκτική παρουσία του σαξόφωνου.

Υπάρχουν λόγοι που θα μου σταθεί αυτό το άλμπουμ σε μια από τις πιο δύσκολες διαδρομές μου τον καιρό αυτό. Βγάζοντας ό,τι κατακάθι πίκρας, αρνητισμού, θλίψης έχει απομείνει, δίνει στο “δηλητήριο” μια άλλη υπόσταση. Ο νεαρός Jankowski ανοίγει τη χρονιά περίφημα (αν μπορεί κάποιος να το πει κι έτσι). Ο ρομαντισμός εκπνέει εκεί που οι δύσκολες στιγμές παίρνουν κεφάλι και απλά έρχεσαι αντιμέτωπος με ό,τι σε διαλύει, σε καταστρέφει, σε φτάνει στον πάτο και από κει πρέπει να πάρεις –για ακόμα μια φορά– δύναμη και κουράγιο και να βγεις στην επιφάνεια και να αναπνεύσεις. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, αλλά σίγουρα όχι και η τελευταία.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Aidan Baker/Simon Goff/Thor Harris – Noplace (gizeh records)

Ένα σπίτι στο πουθενά, το artwork του Christopher Hefner και η μνήμη μου που με μεταφέρει πίσω στον χρόνο. Κοιτάζω το εξώφυλλο του Noplace και θυμάμαι την ταινία Up (2009) των θαυματοποιών της Pixar. Βάζω το album να παίξει. Το σχεδόν μινιμαλιστικό και απελπιστικά μελαγχολικό μπάσιμο θα με οδηγήσει σχεδόν υπνωτικά μέχρι το τέλος. Θέλω να αποφύγω οτιδήποτε μπορεί να με πάει έστω κι ένα βήμα πιο κάτω από ό,τι βρίσκομαι. Κι όμως το ακούω εκστασιασμένη σαν να ήρθε για να με λυτρώσει. Δεν θα το αποφύγω. Δεν μπορώ. Επτά συνθέσεις που εισχωρούν βαθιά μέσα σε εκείνους μόνο που ανοίγονται και προσφέρονται χωρίς υπολογισμούς και όρους. Aidan Baker (Nadja / Caudal / B/B/S/), Simon Goff (Molecular, Bee & Flower) και Thor Harris (Swans, Shearwater, Thor & Friends) οι υπαίτιοι όλου αυτού του ποικιλόμορφου, αλλά λιτού και απέριττου δημιουργήματος.

Η ένωση του ταλέντου τους και η πνευματικές τους ανησυχίες τούς έφεραν στα Redrum Studios στο Βερολίνο, και η συνεργασία αλλά και η φιλία πολλών χρόνων βγήκε σε ένα άλμπουμ. Λίγες ώρες αυτοσχεδιασμών μόνο και το Noplace βρήκε τόπο να σταθεί. Στις τελευταίες ανάσες μια εποικοδομητικής μουσικής χρονιάς αντιλαμβάνεται κάποιος πως ποτέ ο χρόνος δεν είναι αρκετός να αναδείξει τα καλά κρυμμένα καλλιτεχνικά μουσικά διαμάντια. Πόσα να αντιληφθείς, πόσα να εντοπίσεις και να ακούσεις; Πώς να προλάβεις να αξιολογήσεις το όμορφο, το ιδιαίτερο; Στις σχετικότητες, λοιπόν, θα τοποθετήσω ψηλά τα περίεργα, τα πειραματικά τα ιδιόμορφα, τα μελαγχολικά ίσως. Τη μονοτονία του μετρονόμου, την απλότητα των μουσικών οργάνων σε εγκεφαλικές συνθέσεις. Το Noplace δεν είναι για σένα που κοιτάς τη ζωή όπως τη θες. Είναι για σένα που τη σέρνεις με όλο της το βάρος. Για σένα που σκάβεις βαθιά για ανάσες απελευθέρωσης.

Κάτω από τους ρυθμούς του Thor Harris θα βρεις το δικό σου tempo για να αντέξεις. Οι κιθάρες του Aidan Baker σού δίνουν το έναυσμα της αντοχής εκεί που το βιολί του Simon Goff παίζει με τις εμμονές σου, τα βάρη σου, τον άπατο και σύνθετο ψυχισμό σου. Το NoPlace είναι ένα πρωτοποριακό μελωδικό αλλά και ψυχεδελικό ταξίδι. Μπορεί να είναι και μια εσωτερική κάθαρση. Το άμεσο avant/krautrock feeling του σου δίνει την άδεια να φύγεις μακριά. Είσαι ελεύθερ@ να ταξιδέψεις εκεί που μόνο εσύ μπορείς να πας. Σου δίνει στην αφετηρία του 45 λεπτά πραγματικού χρόνου, από κει και πέρα είναι θέμα δικό σου πόσο μακριά θες να πας, αν θα σταθείς κάπου ή θα γυρίσεις πίσω. Ένα υπέροχο αυτοσχέδιο μουσικό ταξίδι χωρίς υπερβολές.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Einar Selvik – Snake Pit Poetry (bynorse music)

Στις παραδόσεις στηρίζεται το παρόν και το μέλλον. Στη λογοτεχνία, στη μουσική, στην τέχνη γενικότερα. Όταν δε ο δημιουργός, συνεχιστής και άξιος απόγονος αυτών, δίνει με κάθε λεπτομέρεια ήχο και χρώμα στα έργα του από την παράδοση της Σκανδιναβίας, τότε μιλάμε για τον Einar Selvik.

Nordic folk music, dark folk για άλλη μια φορά από τον ιδρυτή των Wardruna. Εδώ, με το πρώτο του προσωπικό -debut EP- Snake Pit Poetry. O λάκκος με τα φίδια, που έχει γίνει ο χειρότερος πραγματικός εφιάλτης για κάποιους σε αρκετά γεωγραφικά μήκη και πλάτη του κόσμου μας, ήταν μια ιστορική ευρωπαϊκή μέθοδος επιβολής της θανατικής ποινής. (Κάτι παρόμοιο όμως υπήρχε και στην αρχαία Κίνα.) Ένα κομμάτι υπάρχει στο EP, το “Snake Pit Poetry” (07:08) σε ολοκληρωμένη studio version και το ίδιο σε ακουστική έκδοση (“Skaldic Mode” 03:03).

Γιατί όμως χρήζει προσοχής ένα και μόνο κομμάτι; Γιατί ίσως ο καλλιτέχνης είναι από τους πιο αρμόδιους πλέον να περιγράφει με παραδοσιακό τρόπο μέσα από τη μουσική του σε συνθέσεις και όργανα τη λαογραφία της Νορβηγίας, αλλά και της Σκανδιναβικής γης γενικότερα. Στο κομμάτι αυτό θα έρθεις και αντιμέτωπ@ με το εξαιρετικό ταλέντο της Ισλανδής τραγουδίστριας Hilda Örvarsdottir (Man of Steel: Hans Zimmer, The Eagle, Babylon AD, Mortal Instruments, Colette και 300: Rise of an Empire), που η αιθέρια φωνή της δίνει ακόμα μεγαλύτερη διάσταση στον πραγματικό χρόνο του. Στην ακουστική έκδοση ακούμε τον Einar Selvik, παρέα με την περίφημη Kraviklyra του.

Το “Snake Pit Poetry” γράφτηκε για την πολύ γνωστή σειρά πλέον του History Channel, VIKINGS. Περιγράφει τη μοιραία πια στιγμή του πολέμαρχου Ragnar Lothbrok. Το τέλος του έμελλε να τον βρει στον λάκκο με τα φίδια, αφού ήδη είχε ηττηθεί με τον στρατό του στη μάχη με τον Aelle II της Northumbria. Το Snake Pit Poetry ΕΡ κυκλοφόρησε σε 10-ιντσο βινύλιο, με την αχρησιμοποίητη Β πλευρά να έχει σκάλισμα κατά το σχέδιο του artcover και μπορεί κάποιος να το βρει αποκλειστικά στα Wardruna Web Stores, αλλά και σε ψηφιακή μορφή. Ακολουθούμε τις παραδόσεις. Όταν μάλιστα αυτές έχουν ιστορίες από πίσω που μας γοητεύουν και μας μαγεύουν (με γνώμονα το άγνωστο, το μακρινό, το άπιαστο), τότε ακούγονται ακόμα πιο όμορφες.

Δεκαπέντε χρόνια ολόκληρα πέρασαν κιόλας από τα πρώτα βήματα του Νορβηγού με την μπάντα του, Wardruna. Ακολούθησαν συμμετοχές του σε άλλα project, οι συναυλίες του ανά τον κόσμο όλο και πιο περίφημες και σε πολλά σημεία sold out, με την είδηση και μόνο αυτών. Είναι ίσως ο πιο γνήσιος αντιπρόσωπος της Σκανδιναβικής μουσικής λαογραφίας στις μέρες μας.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson