Summoning – With Doom We Come (napalm records)

Πάντα με γοήτευε η απορία τι κάνει έναν μουσικό, μια μπάντα, έναν καλλιτέχνη, μυστηριώδη, αινιγματικό, ποθητό ως και λατρεμένο. Είναι το παρελθόν του που έχει χτιστεί όπως το ήθελες; Είναι το στωικό περίμενε της κάθε επόμενης δισκογραφικής δουλειάς; Είναι αυτό το λίγο με σταθερή αργοπορία που σου προσφέρει; Η αλήθεια είναι πως όταν κάτι σου προσφέρεται αδιάκοπα και συνεχόμενα δεν έχεις τη λαχτάρα. Δεν περιμένεις και δεν μετράς τον χρόνο.

Οι Αυστριακοί Summoning άργησαν για άλλη μια φορά να εμφανιστούν και κατά τα λεγόμενα των πιστών οπαδών τους είναι και αυτό που τους λείπει. (Για μένα πάντως σαν μαγικό λειτουργεί όλο αυτό με την αναμονή.) Σταθεροί από το 1993 στο black metal γέννημά τους, παίζει να είναι από τα λίγα σχήματα που δεν έχασαν τον δρόμο τους. Πιστοί και στο έργο τους σαν γνήσιοι κληροδότες . Το 1995 εμφανίζονται πια και επίσημα δισκογραφικά με το Lugburz κάτω από τις φτερούγες της Napalm Records. Η lo-fi παραγωγή και η ωμή ακουστική έβαλαν τα θεμέλια. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν συνοδεύουν προβλήματα, αργοπορίες και καθυστερήσεις. Αυτό όμως όχι μόνο δεν βάζει σε κίνδυνο τη φήμη τους, που ήδη έχει αρχίσει να ανεβαίνει με πολλούς φανατικούς οπαδούς, αλλά η διαρκής αναμονή καινούριου υλικού συναρπάζει. Ταγμένοι στη φαντασία, στις ιστορίες και στους μύθους, πλάθουν τις μουσικές τους όπως θέλουν και σαν ιππότες συνοδεύουν ίσως μια από τις μεγαλύτερες μορφές μυθοπλασίας και φαντασίας, αυτή του Μεγάλου J.R.R. Tolkien. Αμέσως ακολουθεί το Minas Morgul, με τους πρώτους ατμοσφαιρικούς πειραματισμούς να ηγούνται χωρίς όμως να χάνουν κάτι από την πρωταρχική ταυτότητά τους. Και κάπως έτσι σμιλεύτηκε η κορώνα των Summoning δημιουργιών.

Demos, split albums, compilation albums, singles, EPs και 7 studio album είναι ο δισκογραφικός απολογισμός τους. Σήμερα πια, Ιανουάριος του 2018, έρχεται το With Doom We Come να γίνει το όγδοό τους (και διαδέχεται το Old Mornings Dawn – 2013). Δεν απευθύνομαι σε φανατικούς ή περίεργους, πολύξερους ή είρωνες. Δεν με ενδιαφέρουν. Απευθύνομαι πραγματικά σε φιλόμουσους, ανοιχτόμυαλους και δεκτικούς ανθρώπους που μπορούν απλώς ή να απολαύσουν κάτι ή να το βάλουν στην άκρη.

Στο With Doom We Come δεν θα ανακαλύψεις το απρόβλεπτο, θα πέσεις όμως στη μυσταγωγία της μυθοπλασίας. Το υλικό έρχεται από τα έγκατα της Μέσης Γης. Μοιράζει ατμόσφαιρες γεμάτες υγρασία. Αγωνίες και φόβους. Περιπέτειες. Οι επικές και υπνωτικές συνθέσεις ισορροπούν μεταξύ προοδευτικού black metal, και μεσαιωνικών παραδόσεων. Τα φωνητικά βγαίνουν καθαρά με την προσθήκη χορωδιακών φωνητικών. Το βάρος πέφτει στις κιθάρες, που σε σημεία βγαίνουν απόκοσμες και μάλλον έτσι πρέπει. Τα πλήκτρα (dungeon synth στο μεγαλύτερο ποσοστό) έχουν αναλάβει περισσότερους ρόλους από αυτούς που τους πρέπει, δίνοντάς σου την παραπλανητική εντύπωση ότι συμμετέχουν στην ηχογράφηση πολλά περισσότερα όργανα –πνευστά και έγχορδα– από αυτά που πιστεύεις. Το ότι τα πραγματικά τύμπανα δεν έχουν θέση –για άλλη μια φορά– σε άλμπουμ μού προκαλεί μια μικρή θλίψη (που και η επίπεδη παραγωγή μού προκαλεί επίσης), αλλά αντισταθμίζεται όμως με τη συγκίνηση που μου προσφέρουν οι συνθέσεις, οι ιστορίες και το μοναδικό ηχοτοπίο.

Ίσως και για αυτόν τον λόγο οι δημιουργοί θεωρούν τους εαυτούς τους συνθέτες και όχι μουσικούς. Μάλιστα, δεν κάνουν ποτέ πρακτική/πρόβα πριν τις ηχογραφήσεις (!). Ο κιθαρίστας Protector δεν διαθέτει δική του κιθάρα και χρησιμοποιεί δανεικές για κάθε ηχογράφηση από το Dol Guldur και μετά και αν θες να έχεις κάποια επικοινωνία με τον Silenius μπορείς να του γράψεις… γράμμα (πάλι ένα “!”). Προσδοκία για live εμφανίσεις υπαρκτές.

Αφέσου στο ονειρικό, απόλυτο φανταστικό ταξίδι των Summoning. Ξέρεις πού θα σε πάνε.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

 

The Matter Of A – Αnomalous (schizomous records)

Σχεδόν έναν μήνα πριν τη λήξη του έτους (που μας άφησε), έλαβα αυτό το debut album για ακρόαση και κατ’ επέκταση την αποτύπωση των ακουστικών μου εντυπώσεων. Η επίσημη κυκλοφορία του το θέλει στις 19 Ιανουαρίου να εμφανίζεται παντού. Δεν θα μπορούσα να κάνω την πρώτη μου γραπτή εμφάνιση με κάτι λιγότερο από περίεργο, underground, σκοτεινό αλλά πάνω από όλα πολωνικό. Η μουσική σκηνή που έχω λατρέψει όσο καμιά άλλη. Μουσικές κατευθύνσεις Anathema, Fields Of The Nephilim, Alternative 4, Katatonia για να ξέρεις αν θα πατήσεις το play ή όχι. Για να διαλέξεις αν θα πέσεις μαζί του ή θα κρυφτείς σε κάποια γωνιά.

O συνιδιοκτήτης του avant black metal σχήματος Misanthropic Rage βάζει στην άκρη για λίγο τη μισανθρωπία του και βγάζει μπροστά το νέο του project The Matter of A με νέους πειραματισμούς και ποικιλόμορφους ήχους. Ένα album που αφήνει πίσω τις home-made studio δουλειές του, αφού βγαίνει μέσα από το Serakos Studio, επίσημα και επαγγελματικά. Ο Artur Jankowski θα ανοίξει τη μουσική χρονιά μου. Ένα ταλέντο που εξωτερικεύει τον ψυχισμό του με μουσικές συνθέσεις, lyrics, παίξιμο όλων των μουσικών οργάνων και τοποθετώντας τα φωνητικά σε μια υψηλότερη βαθμίδα σύγκρισης. Πότε ψιθυριστές εξομολογήσεις, πότε απεγνωσμένα ουρλιαχτά και άλλοτε υπνωτικοί μονόλογοι. Ακροβατεί σε γοτθικούς ρυθμούς, μεταλλικούς ήχους και industrial feeling. Όλα αυτά τα κάνει μόνος του. Μια διαδρομή επτά κομματιών που σε πετάει από τη μιαν άκρη στην άλλη χωρίς να λογαριάσει πόσο θα σε σκίσει. Μεγάλη στιγμή στο Anomalous το “Deeply Inside”, που μου έφερε κατάφατσα τη μελαγχολία και την απόγνωση των παλιών καλών Anathema εποχών.

Στο album αυτό θα έχεις πολλά να ανακαλύψεις. Ξεφεύγει από τα τυπικά στιλ και είδη μουσικών ιδιωμάτων. Δεν χαρακτηρίζεται εύκολα με μία λέξη. Συλλέγει στοιχεία από αρκετές μουσικές σκηνές. O προοδευτισμός είναι διάχυτος. Θα ακούσεις metal (death – black) στοιχεία. Post rock/metal στιγμές με πραγματικά υπέροχες κιθάρες, όπως συμβαίνει στο “My Vibe Today”. Ο Jankowski καταφέρνει να κάνει ένα άλμπουμ πολύ διαφορετικό. Να ξεπεράσει ίσως και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από τα ηλεκτρονικά σκοτάδια του, όπως συμβαίνει στο “When Possibilities Αre Exhausted”. Στο “The Third Eye” πάλι θα έρθεις αντιμέτωπος με ένα americana θορυβώδες κομμάτι, με ένα εκπληκτικό κιθαριστικό σόλο και τα φοβερά φωνητικά του Jankowski, που εκτός του ότι είναι χαρακτηριστικά βγάζουν το είναι του σε όποια κατάσταση κι αν είναι αυτό. Κρατάω όλα αυτά και βάζω πάνω από όλα το βαρύ συναίσθημα που διέπει το άλμπουμ, παρέα με την καταπληκτική παρουσία του σαξόφωνου.

Υπάρχουν λόγοι που θα μου σταθεί αυτό το άλμπουμ σε μια από τις πιο δύσκολες διαδρομές μου τον καιρό αυτό. Βγάζοντας ό,τι κατακάθι πίκρας, αρνητισμού, θλίψης έχει απομείνει, δίνει στο “δηλητήριο” μια άλλη υπόσταση. Ο νεαρός Jankowski ανοίγει τη χρονιά περίφημα (αν μπορεί κάποιος να το πει κι έτσι). Ο ρομαντισμός εκπνέει εκεί που οι δύσκολες στιγμές παίρνουν κεφάλι και απλά έρχεσαι αντιμέτωπος με ό,τι σε διαλύει, σε καταστρέφει, σε φτάνει στον πάτο και από κει πρέπει να πάρεις –για ακόμα μια φορά– δύναμη και κουράγιο και να βγεις στην επιφάνεια και να αναπνεύσεις. Δεν θα είναι η πρώτη φορά, αλλά σίγουρα όχι και η τελευταία.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Aidan Baker/Simon Goff/Thor Harris – Noplace (gizeh records)

Ένα σπίτι στο πουθενά, το artwork του Christopher Hefner και η μνήμη μου που με μεταφέρει πίσω στον χρόνο. Κοιτάζω το εξώφυλλο του Noplace και θυμάμαι την ταινία Up (2009) των θαυματοποιών της Pixar. Βάζω το album να παίξει. Το σχεδόν μινιμαλιστικό και απελπιστικά μελαγχολικό μπάσιμο θα με οδηγήσει σχεδόν υπνωτικά μέχρι το τέλος. Θέλω να αποφύγω οτιδήποτε μπορεί να με πάει έστω κι ένα βήμα πιο κάτω από ό,τι βρίσκομαι. Κι όμως το ακούω εκστασιασμένη σαν να ήρθε για να με λυτρώσει. Δεν θα το αποφύγω. Δεν μπορώ. Επτά συνθέσεις που εισχωρούν βαθιά μέσα σε εκείνους μόνο που ανοίγονται και προσφέρονται χωρίς υπολογισμούς και όρους. Aidan Baker (Nadja / Caudal / B/B/S/), Simon Goff (Molecular, Bee & Flower) και Thor Harris (Swans, Shearwater, Thor & Friends) οι υπαίτιοι όλου αυτού του ποικιλόμορφου, αλλά λιτού και απέριττου δημιουργήματος.

Η ένωση του ταλέντου τους και η πνευματικές τους ανησυχίες τούς έφεραν στα Redrum Studios στο Βερολίνο, και η συνεργασία αλλά και η φιλία πολλών χρόνων βγήκε σε ένα άλμπουμ. Λίγες ώρες αυτοσχεδιασμών μόνο και το Noplace βρήκε τόπο να σταθεί. Στις τελευταίες ανάσες μια εποικοδομητικής μουσικής χρονιάς αντιλαμβάνεται κάποιος πως ποτέ ο χρόνος δεν είναι αρκετός να αναδείξει τα καλά κρυμμένα καλλιτεχνικά μουσικά διαμάντια. Πόσα να αντιληφθείς, πόσα να εντοπίσεις και να ακούσεις; Πώς να προλάβεις να αξιολογήσεις το όμορφο, το ιδιαίτερο; Στις σχετικότητες, λοιπόν, θα τοποθετήσω ψηλά τα περίεργα, τα πειραματικά τα ιδιόμορφα, τα μελαγχολικά ίσως. Τη μονοτονία του μετρονόμου, την απλότητα των μουσικών οργάνων σε εγκεφαλικές συνθέσεις. Το Noplace δεν είναι για σένα που κοιτάς τη ζωή όπως τη θες. Είναι για σένα που τη σέρνεις με όλο της το βάρος. Για σένα που σκάβεις βαθιά για ανάσες απελευθέρωσης.

Κάτω από τους ρυθμούς του Thor Harris θα βρεις το δικό σου tempo για να αντέξεις. Οι κιθάρες του Aidan Baker σού δίνουν το έναυσμα της αντοχής εκεί που το βιολί του Simon Goff παίζει με τις εμμονές σου, τα βάρη σου, τον άπατο και σύνθετο ψυχισμό σου. Το NoPlace είναι ένα πρωτοποριακό μελωδικό αλλά και ψυχεδελικό ταξίδι. Μπορεί να είναι και μια εσωτερική κάθαρση. Το άμεσο avant/krautrock feeling του σου δίνει την άδεια να φύγεις μακριά. Είσαι ελεύθερ@ να ταξιδέψεις εκεί που μόνο εσύ μπορείς να πας. Σου δίνει στην αφετηρία του 45 λεπτά πραγματικού χρόνου, από κει και πέρα είναι θέμα δικό σου πόσο μακριά θες να πας, αν θα σταθείς κάπου ή θα γυρίσεις πίσω. Ένα υπέροχο αυτοσχέδιο μουσικό ταξίδι χωρίς υπερβολές.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Damirah – Autumn Acid

Damirah – Lights And Guns And Fire (name your price)

Πήγα στο ραντεβού. Φτάνω πριν από το χάραμα. Χτυπώ την πόρτα. Δεν είναι κάποιος εκεί να μου πει να περάσω και, με το θάρρος της άγνοιας και της περιέργειας, σπρώχνω ελαφρά την πόρτα να μπω στο άγνωστο. Βαδίζω προσεκτικά με αβέβαια βήματα στο σκοτάδι. Έχω ραντεβού με κάτι ακαθόριστο, που με καλωσορίζει με ήπιους μελωδικούς ρυθμούς και ατμόσφαιρες που βγαίνουν από κιθάρες σε psychedelic post rock ήχους. Μου αρέσει. Αποφασίζω να προχωρήσω πιο μέσα. Πρέπει να δω μέσα στο σκοτάδι που με περιτριγυρίζει την ολότητα της προσωπικότητας που υπάρχει εκεί μέσα. Δεν μπορώ να τη δω ζωντανή, κι όμως ξέρω πως υπάρχει. Τη νιώθω την παρουσία της. Τη βλέπω στον κατάμαυρο τοίχο απέναντί μου, το ολόγραμμά της είναι τόσο αληθινό. Είναι η Damirah. Κοιτάει και τα μάτια της είναι καρφωμένα πάνω μου. “Θα σου πω για καλημέρες απόψε…” ξεκινάει να μου λέει. “Έλα, σου λέω, να δεις πόσα γράφει η σάρκα…”, ενώ στον υπόλοιπο σκοτεινό χώρο υποβόσκουν οι ήχοι του “As a Child, I Always Dreamed of Fire”. Θέλει να με καθηλώσει, να ακούσω τις ιστορίες της. Και τις ακούω. Με μαγεύει. Θα μπορούσα να γνωρίζω αυτά που δεν έζησα και να θυμάμαι ιστορίες που δεν χαράχτηκαν πάνω μου. Η επιθυμία για την ταύτισή μου με τα γεγονότα μέσω των ήχων της Damirah που πέφτουν γύρω μου είναι έκδηλη. Μου είπε να κάτσω σε μια γωνιά και να μου συστήσει τα τέσσερα παιδιά της. Όσο το “New Scenery, New Noise” σκόρπιζε διάχυτα τις μελωδίες του, εκείνη μου εξιστορούσε. Ξημέρωσε και το ολόγραμμά της χάθηκε. Άφησε πίσω της, όμως, μια ελπίδα για την επόμενη μέρα. Και οι Damirah μπορούν να γίνουν αυτή η ελπίδα.

Για την ιστορία. Το Lights And Guns And Fire είναι μια μεγάλη ελληνική έκπληξη. Έβαλα να ακούσω το άλμπουμ πριν μπω σε λεπτομέρειες για το ποιοι είναι και από πού. Οι στίχοι που βρίσκονται στο “As a Child, I Always Dreamed of Fire” και απαγγέλλονται από τη Στέλλα Μαγγανά ανήκουν στην ποιητική συλλογή Αντάρτικο² των Δημήτρη Γκιούλου και Κωνσταντίνου Παπαπρίλη Πανάτσα και ήταν ένας από τους λόγους που με έκαναν να καταλάβω πως δεν έχω να κάνω με μια άλλη μία ακόμα post rock μπάντα. Στους δρόμους που χάραξαν οι προπάτορές τους Mono, Mogwai, Sigur Ros, Godspeed You! Black Emperor, το τετραμελές σχήμα από την Πάτρα ανοίγεται και τολμά να περπατήσει παράλληλα, χωρίς να φοβάται τις συγκρίσεις. Τα κομμάτια κυλούν όμορφα, δεν κουράζουν, και οι προσμείξεις samples και στίχων δίνουν ένα μεγάλο συν στην ήδη συγκροτημένη εικόνα τους. Το artwork του δίσκου είναι χειροποίητα έργα της ζωγράφου Πετρούλας Κρίγκου, ενώ ο Δημήτρης Κάτσενος επιμελήθηκε το layout. Πρώτη τους δισκογραφική δουλειά, που μπαίνει με φόρα για να ανοίξει αυτιά και να κλείσει στόματα. Ακούστε τους μόνο.

 

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Autumn Acid – Selftitled (free download)

Το πρώτο αξιοσημείωτο στοιχείο στην περίπτωση των Autumn Acid είναι ότι με τη σκληρή δουλειά που έχουν ρίξει ως μπάντα έχουν κατακτήσει σε μόλις δύο κυκλοφορίες ένα δικό τους στιλ, όχι κατ’ ανάγκη εξαιρετικά πρωτότυπο, αλλά άκρως συνεκτικό. Εδώ, στο πρώτο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ, ο ήχος τους εμπλουτίζεται σε βάθος, συγκρίνοντάς τον με αυτόν του πρωτόλειου EP τους. Οι ιδέες που τον συνθέτουν συναντιόνται σε ένα πλακόστρωτο εκρηκτικών μελωδιών και στιβαρών παιξιμάτων, έτοιμων να ανατιναχτούν στην εκάστοτε κορύφωση που δεν λείπει από καμία σύνθεση του δίσκου.

Η πηγαία μελωδικότητα σε στιγμές τούς κάνει να ακούγονται ως μια screamo μπάντα παλιάς κοπής και σίγουρα ο δίσκος δεν ταιριάζει σε στιγμές χαλάρωσης ή ρεμβασμού. Αναγνωρίζοντας, λοιπόν, τα βήματα μπροστά που κάνουν ως μπάντα στον συνθετικό τομέα και παραγκονίζοντας την κατά τ’ άλλα άρτια, αλλά “θα μπορούσε και πιο αιχμηρή” παραγωγή που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους εγχώριους δίσκους του συγκεκριμένου ήχου (και όχι μόνο), το μόνο σίγουρο είναι ότι το ντεμπούτο τους, πέρα από ένα ιδανικό ξεκίνημα στην καθαυτή δισκογραφία, είναι και μια υπόσχεση για το μέλλον. Μια από αυτές τις υποσχέσεις που τελικά τηρούνται.

 

 

ΥΓ: autumn acid live dates

14/12 ioannina, antiviosi squat
15/12 patra, prokat 35
16/12 athens, ypoga k94
17/12 volos, termita squat

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Einar Selvik – Snake Pit Poetry (bynorse music)

Στις παραδόσεις στηρίζεται το παρόν και το μέλλον. Στη λογοτεχνία, στη μουσική, στην τέχνη γενικότερα. Όταν δε ο δημιουργός, συνεχιστής και άξιος απόγονος αυτών, δίνει με κάθε λεπτομέρεια ήχο και χρώμα στα έργα του από την παράδοση της Σκανδιναβίας, τότε μιλάμε για τον Einar Selvik.

Nordic folk music, dark folk για άλλη μια φορά από τον ιδρυτή των Wardruna. Εδώ, με το πρώτο του προσωπικό -debut EP- Snake Pit Poetry. O λάκκος με τα φίδια, που έχει γίνει ο χειρότερος πραγματικός εφιάλτης για κάποιους σε αρκετά γεωγραφικά μήκη και πλάτη του κόσμου μας, ήταν μια ιστορική ευρωπαϊκή μέθοδος επιβολής της θανατικής ποινής. (Κάτι παρόμοιο όμως υπήρχε και στην αρχαία Κίνα.) Ένα κομμάτι υπάρχει στο EP, το “Snake Pit Poetry” (07:08) σε ολοκληρωμένη studio version και το ίδιο σε ακουστική έκδοση (“Skaldic Mode” 03:03).

Γιατί όμως χρήζει προσοχής ένα και μόνο κομμάτι; Γιατί ίσως ο καλλιτέχνης είναι από τους πιο αρμόδιους πλέον να περιγράφει με παραδοσιακό τρόπο μέσα από τη μουσική του σε συνθέσεις και όργανα τη λαογραφία της Νορβηγίας, αλλά και της Σκανδιναβικής γης γενικότερα. Στο κομμάτι αυτό θα έρθεις και αντιμέτωπ@ με το εξαιρετικό ταλέντο της Ισλανδής τραγουδίστριας Hilda Örvarsdottir (Man of Steel: Hans Zimmer, The Eagle, Babylon AD, Mortal Instruments, Colette και 300: Rise of an Empire), που η αιθέρια φωνή της δίνει ακόμα μεγαλύτερη διάσταση στον πραγματικό χρόνο του. Στην ακουστική έκδοση ακούμε τον Einar Selvik, παρέα με την περίφημη Kraviklyra του.

Το “Snake Pit Poetry” γράφτηκε για την πολύ γνωστή σειρά πλέον του History Channel, VIKINGS. Περιγράφει τη μοιραία πια στιγμή του πολέμαρχου Ragnar Lothbrok. Το τέλος του έμελλε να τον βρει στον λάκκο με τα φίδια, αφού ήδη είχε ηττηθεί με τον στρατό του στη μάχη με τον Aelle II της Northumbria. Το Snake Pit Poetry ΕΡ κυκλοφόρησε σε 10-ιντσο βινύλιο, με την αχρησιμοποίητη Β πλευρά να έχει σκάλισμα κατά το σχέδιο του artcover και μπορεί κάποιος να το βρει αποκλειστικά στα Wardruna Web Stores, αλλά και σε ψηφιακή μορφή. Ακολουθούμε τις παραδόσεις. Όταν μάλιστα αυτές έχουν ιστορίες από πίσω που μας γοητεύουν και μας μαγεύουν (με γνώμονα το άγνωστο, το μακρινό, το άπιαστο), τότε ακούγονται ακόμα πιο όμορφες.

Δεκαπέντε χρόνια ολόκληρα πέρασαν κιόλας από τα πρώτα βήματα του Νορβηγού με την μπάντα του, Wardruna. Ακολούθησαν συμμετοχές του σε άλλα project, οι συναυλίες του ανά τον κόσμο όλο και πιο περίφημες και σε πολλά σημεία sold out, με την είδηση και μόνο αυτών. Είναι ίσως ο πιο γνήσιος αντιπρόσωπος της Σκανδιναβικής μουσικής λαογραφίας στις μέρες μας.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Charlie Cawood – The Divine Abstract (bad elephant music)

Ένα “θείο απόσπασμα” καινοτόμων ήχων και συνθέσεων θα μπορούσε να πει κάποιος. Το “απόλυτο χάσιμο” θα έλεγα εγώ, τοποθετώντας σε μια άλλη βάση -πιο εγκεφαλική ίσως- το συγκεκριμένο άκουσμα.

O Charlie Cawood θεωρείται βετεράνος ήδη στη λονδρέζικη μουσική σκηνή για πάνω από μια δεκαετία. Να σας πω βέβαια ότι τώρα που μιλάμε το ομορφόπαιδο είναι μόλις 29 χρονών! Από πού να ξεκινήσεις να μετράς τι έχει κάνει, τι έχει προσφέρει ήδη (!) μουσικά που να μην έρθει σε αντίθεση με τον χρόνο. Τα μετράς και δεν βγαίνουν. Και βέβαια όχι. Το ότι αποτελεί το 1/8 του θεότρελου οκτέτου των Knifeworld, δίνοντας το ταλέντο του με το μπάσο του, είναι μόνο η αρχή. Οι Mediaeval Baebes, My Tricksy Spirit και Tonochrome συμπληρώνουν -μεταξύ πολλών άλλων σχημάτων- τις υπόλοιπες ανάγκες του (αν υπάρχουν) για την εξωτερίκευση αυτού του πηγαίου ταλέντου και χαρίσματος. Μια αναφορά στα είδη της μουσικής που ζωγραφίζει, για να καταλάβουμε που βρισκόμαστε δηλαδή: psychedelic rock, progressive rock, post, art rock, space, alternative, drone, folk, electronic, classical, early music, traditional, Central Asian, Chinese, Indian, Turkish, Romani, gamelan, minimalist music. Παίρνω την ανάσα που χρειάζεται για να αντιμετωπίσω αυτό το χαρισματικό πλάσμα, μεταξύ πληροφοριών για το “απερίγραπτο” ταλέντο του και των κομματιών που ακούω από την τελευταία του μουσική έκθεση.

Το πρώτο solo album του μόλις κυκλοφόρησε και ονομάζεται The Divine Abstract. Ο πολυ-οργανίστας Charlie ξεδιπλώνει έναν χάρτη ζωγραφισμένο με ζωηρά χρώματα και μουσικές του κόσμου. Ενός κόσμου που σφύζει από ζωή και αρμονία. Καλλιτεχνία και παράδοση. Όμορφες, απλές συνθέσεις, μα καλλιτεχνικές και ιδιοσυγκρασιακές. Ταξίδια που μετρούνται σε ολιγόλεπτες διαδρομές, αλλά αρκετά για τις πιο εντυπωσιακές μουσικές φωτογραφίες. Ο Charlie έχει το δικό του ποικιλόμορφο σκεπτικό. Μπορεί να μοιάζει σαν το artcover του νεογνού του, ποιος ξέρει; Cover artwork από τον Mark Buckingham και digital colour από τον Chris Blythe.

Σε κάνει να τον ζηλέψεις και να τον θαυμάσεις, αμφιταλαντεύεσαι γιατί οι ήχοι, οι μουσικές του, η τεχνική του σου δημιουργούν παράξενα συναισθήματα. Το The Divine Abstract σχεδιάστηκε από την έμπνευση και την τέχνη του καλλιτέχνη. Τόσο η ωριμότητά του όσο και η σοβαρότητα του αποτελέσματος ακούγονται στο album. Γραμμένο σε μια περίοδο επτά ετών, επικεντρώνεται σε θέματα αλλαγής, μετασχηματισμού και υπέρβασης. Όλα αυτά πηγάζουν από τη σύγχρονη κλασική μουσική, τη μοντέρνα τζαζ και την ψυχεδέλεια. Η απαλότητα και η ευφορία των συνθέσεων, με τη συμμετοχή της επίλεκτης παρέας του και τα πολυάριθμα μουσικά τους όργανα, το κάνουν ακόμα πιο μοναδικό. Στο The Divine Abstract συμμετέχουν 20 καλεσμένοι μουσικοί, μεταξύ άλλων οι: Diego Tejeida (Haken), Katharine Blake (Mediaeval Baebes) και μέλη από τους Knifeworld, Chrome Hoof, North Sea Radio Orchestra και Stars in Battledress.

O Charlie Cawood αναλαμβάνει τις acoustic, electric & classical guitars, Fender VI, acoustic & electric bass guitars, sitar, pipa, ενώ οι υπόλοιποι καλεσμένοι του πλημμυρίζουν τις συνθέσεις του με όργανα όπως: french horn, violin, vibraphone, glockenspiel, flute, bassoon, piano, Minimoog, dulcitone, clarinet, oboe, baritone saxophone, cello, gong, kempur, kenang, klentong, kempli, genterak, drums, percussion & cymbals και πόσα όλα που δεν γνωρίζω τις ονομασίες τους, αλλά που με έβαλαν όμως σε διαδικασία ψαξίματος.

Σε έναν κόσμο γεμάτο μουσική δεν θα μείνεις ποτέ μόνος. Ο Charlie Cawood δεν είναι για συγκεκριμένες μόνο ώρες. Είναι για κάθε στιγμή. Μια πραγματικά εντυπωσιακή στιγμή μέσα στο 2017.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

 

Boy Harsher – Rope Sect – Carla dal Forno

Boy Harsher – Country Girl ( Ascetic House)

Γραμμές φώτων στη χάση της νύχτας δίνουν τον ρυθμό στα χτυπήματα των δαχτύλων πάνω στο τιμόνι. Εν μέσω μοναχικών διαδρομών, το ράδιο επιτέλους παίζει κάτι που κολλά στη φευγαλέα στιγμή και στον κολλημένο εγκέφαλο. Τέσσερα ισάξια κομμάτια της τέταρτης νέας κυκλοφορίας του αμερικάνικου αυτού ντουέτου αρκούν για να σε συνεπάρουν σε έναν δικό τους κόσμο. Παρ’ ολίγον ρετρό, παρ’ ολίγον happy end, παρ’ ολίγον υπαρξιακής υφής, ξεκάθαρα χορευτικό, επιπέδου καλοσχηματισμένης γοητείας, το EP αυτό είναι πιθανόν η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, υπόσχεται στον εαυτό του την καταραμένη ευχή που προστάζει “τα καλύτερα έρχονται”. Μια γεύση αυτής της πεποίθησης θα πάρουμε αρχές Δεκέμβρη, όταν και θα εμφανιστούν ζωντανά στο Temple στο κέντρο της Αθήνας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Rope Sect – Proselytes (iron bonehead/name your price)

Inmesher – guitars, drums & vocals, Harbinger – bass, Gaarentwynder – additional guitars είναι οι τρεις υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Τους έψαξα ενδελεχώς. Δεν μπορώ να τους εντοπίσω, να δω από τι φυσιογνωμίες βγαίνει αυτή η παγωμάρα, ο ξερός ήχος, τα riff που μου αρέσουν τρελά, η απομακρυσμένη από τα εγκόσμια σχεδόν φωνή του Inmesher. Δεν έχει περάσει παρά μισός χρόνος από το debut album τους Personae Ingratae, με την αίσθηση της αρρώστιας, της θανατίλας, της κάθαρσης, και κερδίζουν τις εντυπώσεις, κάνοντας το “King of the Night” το χιτάκι της εν λόγω κυκλοφορίας. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα και μπορεί να βρεθείς με το σκοινί στον λαιμό χωρίς να καταλάβεις το πότε, αν έστω αναφερθείς ρηχά για τη μουσική τους… ενδεχομένως.

Σαν γοτθικό post-punk που παίζει από τα έγκατα του πουθενά θα αντιμετωπίσεις και το Proselytes, μόνο που εδώ -σε σχέση με το Personae Ingratae– έχει δέσει το σκοινί για τα καλά. Δύο κομμάτια που δίνουν το προβάδισμα σε ό,τι βγάζει ηλεκτρικό ήχο και αφήνουν λίγο στον “πάγο” τα φωνητικά, που πολύ καλά κάνουν και βρίσκονται εκεί που είναι. Έτσι, έχεις όλη την άνεση να πολιορκηθείς από την ένταση, τις ταχύτητες, την τραχιά φωνή του Inmesher (που στα επίπεδα σημεία της μου έφερε τον Papa Emeritus III των Ghost στον νου, τι παραλληλισμός κι αυτός;).

Οι Rope Sect μιλούν για την απομόνωση, αποκηρύττουν την κοινωνία, χορεύουν πάνω στα ερείπια, περιμένοντας με χαρά τη μέρα της κρίσης. Τραγουδούν για τη γυμνή καταστροφή, την ελευθερομανία, αλλά και την υπακοή. Πάνω από όλα, όμως, επικεντρώνονται στο σκοινί. Ο σεβασμός αλλά και ο φόβος που σου προσφέρει ταυτόχρονα η θέα και η αίσθηση του. Κατά τα λεγόμενά τους: “Old lives are fading, a new one is dawning. A second skin. The beginning of the end”. Το θέμα είναι ποιος θα βάλει το σκοινί στον λαιμό; Ο τιμωρός, ο ίδιος σου ο εαυτός που σε οδηγεί σε αυτοκτονική πράξη ή όλο το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, που και πάλι αποφασίζει μέσω εσού; Όλα αυτά βγαίνουν σε μια όχι τόσο lo-fi απόδοση, όπως παρατηρήθηκε στο Personae Ingratae, αλλά σε ό,τι αφορά την παραγωγή, εδώ έχουμε μια καλύτερη εξέλιξη. Το τρίο από την Γερμανία, όπως και να έχει, κλέβει την παράσταση φέτος, αφήνοντας το deathrock να επιπλέει παντού, να γεμίζει τον χώρο και να υπόσχεται.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Erikkson

 

Carla Dal Forno – The Garden 12’’ (Blackest Ever Black)

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο δύσκολο να γράψει κανείς με αγνό, ωμό, πηγαίο ενθουσιασμό. Όλα έχουν χιλιοακουστεί (λες και τα samples αποτελούν μια σύγχρονη μορφή σκυτάλης που περνά ο ένας καλλιτέχνης στον άλλο), όλα έχουν χιλιογραφεί (λες και οι γραφικές εκφράσεις αποτελούν σημείο κατατεθέν των απανταχού μουσικών “συντακτών”), όλα τα έχουμε χιλιοβιώσει (λες και το ψυχικό μας απόθεμα αποστραγγίστηκε και δεν έχουμε πια διάθεση να εκπλαγούμε).

Αυτό κάνει εμφανίσεις όπως αυτή της Carla dal Forno τόσο άμεσα αποκαλυπτικές, τόσο ανεπιτήδευτες και αιχμαλωτιστικές. Και τόσο μόνες.

Κανείς δεν μου ’χε μιλήσει για το You Know What It’s Like του 2016, που αποτελεί ένα μουσικό καταφύγιο από μόνο του, για το οποίο δυστυχώς (;) δεν θα πούμε λέξη εδώ, μέχρι που κυκλοφόρησε μες στον Οκτώβριο η δεύτερη δουλειά της Carla, το The Garden. Ένα σφηνάκι ηλεκτρονικού μινιμαλισμού, γεμάτο σκοτεινές συνυποδηλώσεις – τόσο έξυπνο, όσο και αφοπλιστικό.

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τη δημιουργό με βάση το μουσικό στερέωμα στο οποίο φαίνεται να ρίχνει ρίζες, θα λέγαμε ότι έχει κουρνιάσει στο ηχόχρωμα των Grouper και σταλάζει με κάθε της κομμάτι γερές δόσεις ambient σκοταδιού. Το εναρκτήριο κομμάτι “We Shouldn’t Have To Wait”, με τα νωχελικά φωνητικά να ντύνουν μια έντονα synth wave μελωδία, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως καταλύτης στα εγκεφαλικά σας κύτταρα. Το “Clusters” που ακολουθεί σπάει ρυθμικά την υποτονική ατμόσφαιρα για να λειάνει το έδαφος για το διαμάντι του ep, το “Make Up Talk” – αδυνατώ να σας μιλήσω με μουσικούς, πολλώ δε μάλλον με συναισθηματικούς όρους, για αυτή τη σύνθεση. Listen to it and you shall know. Το ep θα κλείσει με το ομότιτλο “The Garden, και κάπου στο βάθος του νου σας θα έρθουν νότες από Einsturzende Neubauten και εικόνες από το Himmel Uber Berlin – αν είστε αρκετά επιρρεπείς στην πραγματικά όμορφη μουσική και την ονειροπόληση.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου