Lör – In Forgotten Sleep (Independent)

 Power folk progressive metal. Αυτό παίζουν τα παλικάρια από τη Φιλαδέλφεια/Πενσιλβάνια και να ήταν το μόνο; Ίσως τότε να λέγατε “έλα μωρέ, βουλιάζει ο πλανήτης από μπάντες του είδους”. Τα πράγματα είναι διαφορετικά, όμως, ευτυχώς και για αυτούς και για μας. Καινούριο αίμα, λοιπόν, τα κάνει όλα άνω κάτω και αφήνει μόνο εντυπώσεις (τις καλύτερες) με το debut album τους In Forgotten Sleep. Η Φιλαδέλφεια, η μάνα εκατοντάδων μουσικών σχημάτων και άπειρων μουσικών στιλ. Από religious, opera, gospel και jazz μέχρι soul, classical, rock και indie. Πιο επικεντρωμένα και συγκεκριμένα στο heavy metal σπάει κόκαλα (αλλά και σε πιο ακραίες φάσεις grindcore, industrial, hardcore, punk).

 Οι: Tyler Fedeli – lead vocals, Peter Hraur – lead guitar/vocals, Graham Noel – bass, Greg Bogart – drums, Matt Bartlett – keyboards είναι αυτοί που τα κάνουν όλα μαντάρα στο άλμπουμ. Επικής δε μορφής και συνθετικά, αλλά και χρονικά. Σου δίνουν τον άπλετο χρόνο (πάνω από 1 ώρα διάρκειας άλμπουμ) για να ακούσεις, να ευχαριστηθείς και να χορτάσεις όλα τα μουσικά σου γούστα και να τα αφήσεις να περάσουν μπροστά από τα μάτια σου σαν εικόνες. Η μουσική των Lör, ναι, είναι έργο τέχνης. Δεν περιμένω να το καταλάβουν όλοι αμέσως (γιατί έτσι είναι η τέχνη). Μέσα σε ένα άκρως άψογο τεχνικά heavy metal δημιούργημα θα ακούσεις τουλάχιστον folk, power, progressive (στην ολότητα του Hail Yeahhhh!) death, thrash και black περάσματα. Τα άτομα πρέπει ή να είχαν διαπρέψει στα μαθηματικά στο σχολείο (για να ξέρουν να χειρίζονται με ακρίβεια και συντονισμό όλο αυτό το κατεβατό από νότες) ή να ήταν σκράπες τελείως (και έτσι δημιούργησαν δικά τους “μετρήματα”), δεν εξηγείται αλλιώς. Το δισκάκι αυτό, όπως και να έχει, είναι ένα απίστευτο σκαμπίλι στην κατεστημένη βαρετή σημερινή παγκόσμια heavy metal φάτσα. Όσο υπάρχουν μουσικοί με ιδέες, εμπνεύσεις, κέφι και πολύ σκληρή εργατικότητα πάνω στη μουσική, αφοσίωση στην τέχνη και σεβασμό στους οπαδούς, πάντα θα βγαίνει heavy metal.

 Δέκα κομμάτια breathtaking, που με έβαλαν στο trip-άκι να μην μπορώ να διαλέξω και να υποστηρίξω ένα κάποιο highlight τους. (Το “Requiem” με βούτηξε αμέσως, η αλήθεια είναι.) Τι να πω; Επανειλημμένες ακροάσεις με κάνανε γατί (γατί, ναι…όχι γιατί), να στέκομαι στη γωνία σε πλήρη εγκεφαλική καταστολή. Τι είναι αυτό που άκουσα; Και το άκουσα πολλές φορές και κάθε φορά γινόταν και πιο καλό. Από την US heavy metal underground scene στα αυτιά μου; Ακούστε το και θα το αγαπήσετε αμέσως! Οι εποχές που αναβιώνουν εκφράσεις λατρείας για Iced Earth ή Kamelot και Rhapsody φαίνεται να μην έχουν γκριζάρει τόσο πολύ τελικά, γιατί έρχονται οι Lör να τις αναβιώσουν και να τις φρεσκάρουν. Θα ακούσεις μέσα επίσης Manilla Road, Hammers Of Misfortune ή Slough Feg (διακρίνω κάποιο ενδιαφέρον εεε;). Αυτοί όμως που θα τους λατρέψετε είστε εσείς (και εγώ) όλοι οι “εφάπαξ” κολλημένοι με τους Blind Guardian (Ευχαρίστηση στα μουτράκια βλέπω). Από τα πρώτα κομμάτια σε αρπάζουν αμέσως. Είναι όμως τέτοια η μαεστρία τους που, με τις συνθέσεις και τις δυναμικές που έχουν, ξεγλιστρούν πολύ εύκολα από την παγίδα της σύγκρισης, γιατί πολύ απλά δεν έχεις με τι να τους συγκρίνεις! Δεμένοι απίστευτα (μην ψάξεις για λάθη δεν υπάρχουν), έχοντας ο καθένας τη θέση που πρέπει, αποθεώνουν το ποικιλόμορφο στιλ τους μέσα από μια πανδαισία μουσικών χρωμάτων. Παραδοσιακές αναφορές, black φωνητικά, ελάχιστα μα αρκετά για να δώσουν ένα kick σε πιο αρχέγονες εικόνες, death και thrash βομβαρδιστικά riff που θα σε πωρώσουν (“Spectrum” και “Eidolon” ο κακός χαμός), αλλά συγχρόνως και με πολύ ωραίες μελωδικές και ήπιες γέφυρες κάνουν το άκουσμα του In Forgotten Sleep μια Επική μουσική στιγμή μέσα στο 2017.

 Το άλμπουμ χρήζει άμεσης ακρόασης από τα metal-ια όλων των ειδών. Ανοίξτε νοοτροπίες και αυτιά (με αυτή τη σειρά) και χαρείτε ίσως ένα από τα καλύτερα Βαριά Μέταλλα της Αμερικανικής Γης. Μεγάλη έκπληξη από το πουθενά, εκπληκτική κυκλοφορία.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Believe – Seven Widows (self-released)

Art rock και progressive είναι αυτά που πηγάζουν από το νέο ατμοσφαιρικό concept album του Μαέστρου του είδους Mirek Gil. Η ήσυχη προσωπικότητα, η ήρεμη δύναμη που καταφέρνει πάντα με τις μουσικές της να σε συγκλονίζει. Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από τότε που το Hope To See Another Day μάς έδωσε την ελπίδα της επόμενης ημέρας. Και έτσι κι έγινε.

Ο Mirek Gil, στυλοβάτης της πολωνικής προοδευτικής μουσικής και άλλοτε δημιουργός του δικού του μουσικού κόσμου με τους πασίγνωστους πια Collage (και κατόπιν στους Satellite), είναι πάλι εδώ.

Το Seven Widows έρχεται με ένα πανέμορφο εξώφυλλο, ελαιογραφία του Mark Szczęsny, και μια αλληγορική αριθμητική αναφορά σε επτά χήρες. Επτά ζωές που έφυγαν, επτά ζωές που έμειναν πίσω να πουν τη δική τους δραματική ιστορία. Αυτή των δικών τους αγαπημένων, μα χαμένων προσώπων. Κάθε κομμάτι έχει μια διαφορετική προσέγγιση στην απόδοση των συναισθημάτων. Απλότητα και πολυπλοκότητα μαζί.

Είναι το πρώτο concept album των Believe που σου δίνει τη χρονική ευχέρεια της συνεχόμενης μουσικής απόλαυσης, περνώντας από τη μια μελωδία στην άλλη. Φωνές ψιθυριστές, κάποιες φορές σχεδόν λυπημένες ή γεμάτες πόνο (που ακουμπούν σε στιλ Daniel Gildenlöw). Δεν είναι εύκολο βέβαια να πω αν είναι καλύτερα ή όχι τα φωνητικά του Łukasz Ociepa στους Believe –σε σχέση με τον τελευταίο τραγουδιστή που πέρασε από το συγκρότημα Karol Wroblewski–, αφού παρουσιάζουν μια κάποια υπερβολή σε σημεία. Οι κιθάρες του Mirek Gil κλαίνε και αφηγούνται, είναι ο κύριος πρωταγωνιστής σε όλο το άλμπουμ και αυτό ακούγεται. Χαρακτηριστική και η παρουσία της Satomi με το βιολί της, που, σε κάθε μουσικό σημείο που της αντιστοιχεί, ηχεί μοναδικά δραματική και άκρως συναισθηματική.

Οι όμορφες ατμόσφαιρες βγαίνουν αβίαστα και απλώνονται σε χρόνους από 8.12 μέχρι και 11.42 λεπτά το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι. Οι λατινικοί αριθμοί αντικαθιστούν τους τίτλους στα κομμάτια που μπορεί να χαρακτηρίζονται απρόσωποι, αλλά είναι όμως υπαρκτοί. Ιστορίες μελαγχολικές, που άλλοτε κάνουν εμφάνιση με low tempo ρυθμούς και άλλοτε με περισσότερο δυναμισμό.

Τέλος (αλλά υποκειμενικά), θεωρώ πως είναι ένα αναγνωρίσιμο Believe ύφους άλμπουμ, χωρίς ιδιαίτερες καινοτομίες, αλλά με μεγάλη δεξιοτεχνία και δόση προοδευτικού χαρίσματος. Άξιο προσοχής ασφαλώς.

Ελένη Λιβεράκου Eriksson

Night – Raft Of The World (the sign records)

Night, απλά και όμορφα. Λέξη που συμπεριλαμβάνει τα πάντα μέσα της. Δεν είμαι σίγουρη όμως τι περιμένεις να ακούσεις μέσα στο καινούριο άλμπουμ των Σουηδών Raft Of The World. Πέντε χρονάκια μόνο στη δισκογραφία. Τρία full length άλμπουμ μόλις και νομίζεις ότι ακούς σχήμα τεράστιου rock βεληνεκούς. Τους γνώρισα με το Night άλμπουμ τους το 2013, αλλά τότε ομολογώ δεν με έκαναν να ενθουσιαστώ τρελά τόσο ώστε να με εξιτάρουν όπως πραγματικά συνέβη με αυτό εδώ.

Λοιπόν το άλμπουμ αυτό είναι πωρωτικό, ξεσηκωτικό, θεότρελο, μαγικό, ρυθμικό, μελωδικό, γρήγορο και ό,τι θες βάλε που να ταιριάζει σε ένα retro rock / hard rock ορισμό. Εννέα κομμάτια γεμάτα αρπακτικούς, εκστατικούς rock ύμνους, που δεν σε αφήνουν σε ησυχία. Θέλεις πολλή δόση από δαύτους. Σε μαγεύουν και σε γραπώνουν σαν τα νύχια της κουκουβάγιας, που έχουν και σαν έμβλημά τους σε όλα φυσικά τα άλμπουμ τους. Οι στίχοι είναι στα αγγλικά και εύηχοι, άνετα μπορείς να τους καταλάβεις, να τους μάθεις και να τους τραγουδήσεις (που θα τους τραγουδήσεις!), αφού τα φωνητικά είναι καθαρά και βγαίνουν μπροστά. Όταν δε τα lyrics σταματούν, οι κιθάρες γίνονται σκέτη χειροτεχνία. Πολύ καλή δουλειά, δεμένοι οι κιθαρίστες, ξεκάθαρα πόστα. Οι πρωταγωνιστές! Το μπάσο κρατάει τα μπόσικα (θα ήθελα να τον ακούσω πιο πολύ) και ο ντράμερ διευθύνει την πορεία του πλωτού στον κόσμο και στις μανιασμένες ακουστικές διαθέσεις του κοινού. Φωνητικά χαρακτηριστικά “παλαιάς κοπής” και -ναι!- με ταυτότητα. Τον τυπάκο μπορείς να τον ξεχωρίσεις μέσα σε άλλους. Αυτό είναι πλεονέκτημα που στηρίζεται πάνω του όλη η μουσική rock σκηνή (και κατ’ επέκταση όλο το μουσικό ιδίωμα).

Οι Σουηδοί retro rock καλλιτέχνες, όταν καταπιαστούν σωστά και υπεύθυνα με τις συνθέσεις, βγάζουν καταπληκτικές κυκλοφορίες. Το Raft Of The World είναι λοιπόν μια από αυτές. Χωρίς να υπάρχει ούτε 1% δόση υπερβολής πριν μπω στην καταγραφή εντυπώσεων, άκουσα το άλμπουμ πρώτη φορά κάποιες μέρες πριν με την προτροπή ενός φίλου “μουσικο-ρύχου” (Δημήτρη με έχεις καταστρέψει τελευταία! Σε ευχαριστώ!). Τι συνέβη τότε; Μπήκε το άλμπουμ στα ηχεία, ανέβηκε η ένταση, και το χοροπηδητό πήγε σύννεφο! Μου έφτιαξε το κέφι ρε σεις, σαν εκείνες τις παλιές καλές ημέρες που κοπανιόμασταν παθιασμένα εκστασιασμένοι γεμάτη πώρωση μπροστά στη “μεγάλη ανακάλυψη”. Και μετά αρχίζεις να το μοιράζεσαι αυτό, να το ζήσουν και οι φίλοι σου, οι κολλητοί, να μοιραστεί και να μαθευτεί ότι είναι και “γ@μώ τα άλμπουμ” τελικά! Καταλάβατε τι λέμε τώρα; Ότι μόλις κυκλοφόρησε μια απίστευτη αλμπουμάρα που πρέπει να ακούσεις.

Είναι γνωστό πια ότι οι Σουηδοί έχουν μια ροπή προς τους πιο retro rock ήχους χρόνια τώρα, αυτό το βλέπεις αμέσως και από την εξωτερική εμφάνισή τους, αλλά και από την πληθώρα συγκροτημάτων που κάνουν την εμφάνισή τους συνέχεια. Και το κάνουν τόσο καλά! Από τους πιο doom ήχους, psychedelic μέχρι και heavy rock (Witchcraft – Graveyard – Siena Root – Abramis Brama – Horizont – Ironbird – Nekromant κ.ά.). Τι να πρωτο-αναφέρει κάποι@. Μελίσσι!

Η φάση με τους Night είναι ότι θα σου κολλήσουν. Τα κομμάτια όλα είναι κορυφαίες συνθέσεις, συν ότι σε αρπάζουν, σε γυρνούν πίσω στον χρόνο (και το γουστάρεις) και η πλάκα είναι ότι υπάρχει αυτό το ρίγος του NWOBHM κυρίως στα φωνητικά. Όπως καταλάβατε καλύπτει χαλαρά και το heavy metal κοινό (εκτός και αν θέλεις να γκρινιάξεις). Υπάρχει άπλετο πεδίο κινήσεων, και ο καθένας από τους τέσσερις υπέροχους Σουηδούς βγάζει όλη του την τέχνη στο άλμπουμ. Όμορφες στιγμές με γλυκά ή παθιασμένα solo, ρυθμοί και μελωδίες. Instrumental μουσικά χαλιά χαρίζουν ισορροπία, όπως στη μέση του άλμπουμ με το “Omberg”. Εκεί κάπου σίγουρα θα ακούσεις και την κουκουβάγια τους μέσα στη νύχτα.

Γνήσια Rock αστραπόβροντα λοιπόν από τους: Oskar Andersson – Vocals, Guitars Sammy Ouirra – Guitars Joseph Max – Bass Dennis Skoglund – Drums Το mastering έγινε από τον Chris Common (The Mars Volta, Chelsea Wolfe, Mastodon) και το υπέροχο artwork σχεδιάστηκε από τον ταλαντούχο καλλιτέχνη Mattias Frisk (Ghost, Vanhelgd, Vampire, Trap Them). Πολυχρωμία και νοσταλγία, εμπνευσμένα και αριστοτεχνικά κομμάτια εξελιγμένα και περασμένα σε παλιακές αποχρώσεις που σίγουρα θα αποκτήσουν και περισσότερο νέο κοινό. Τα κομμάτια γλιτώνουν από το δύσβατο μονοπάτι της πολυπλοκότητας και, ναι, γιατί όχι, μπορεί να παιχτούν και στα ραδιόφωνα. Εκεί που ο κόσμος μάθαινε πάντα για καινούρια πράματα. Μεγάλη έκπληξη λοιπόν από τους Σουηδούς Night. Μόλις τελειώσετε την πρώτη ακρόαση… αγοράστε το! Φεύγω, πάω να ακούσω PENTAGRAM, μου ήρθε έτσι, συνειρμικά… γιατί άραγε;

 

 

Ελένη Λιβεράκου Eriksson