Vessel Of Iniquity – Void Of Infinite Horror (Xenoglossy Productions, Sentient Ruin Laboratories)

Το άγνωστο ποιόν του σχήματος αυτού, σε συνδυασμό με τον μάλλον υπέρμετρα, τυπικό τίτλο, ενδεχομένως δημιουργούν μια αρχικά αρνητική προδιάθεση. Ωστόσο, οι εντυπώσεις ανατρέπονται άμεσα, ενώ και ο τίτλος που επιλέχθηκε, εν τέλει φαντάζει απολύτως ταιριαστός. Ας πάρουμε όμως, τα πράγματα από την αρχή: το συγκεκριμένο project αποτελείται από ένα και μόνο άτομο. Πρόκειται για τον S.P. White, ο οποίος μπορεί μεν να μη φαντάζει ιδιαιτέρως γνωστός- στους περισσότερους έστω-, έχει όμως, ήδη προλάβει να αφήσει το στίγμα του σε μερικές σημαντικές κυκλοφορίες, ως τώρα. Με μέγιστο σημείο αναφοράς τη συμμετοχή του στην καταπληκτική death/doom σύμπραξη των The NULLL Collective. Σε ένα πιο underground επίπεδο, αξίζει οπωσδήποτε, να αναφερθεί και η προσωπική του απόπειρα στα χωράφια του drone, δρώντας εκεί ως Uncertainty Principle. Εν προκειμένω όμως, διαφοροποιείται σημαντικά από τον κατά βάση πειραματικό χαρακτήρα των παραπάνω αναφερθέντων σχηματισμών, επιλέγοντας να κινηθεί κατά βάση στα χωράφια του σπηλαιώδους, μυστικιστικού death metal. Ενός είδους που είναι ούτως ή άλλως κυρίαρχο, στις υπόγειες διαδρομές των τελευταίων χρόνων τουλάχιστον.

Πράττοντας τούτο, αναλαμβάνει το ρίσκο να σταθεί επάξια απέναντι σε μυριάδες κυκλοφορίες, οι οποίες κατ’ ουσίαν αναμασούν τα ίδια κλισέ. Οι όποιες δεύτερες σκέψεις σχετικά με αυτήν την κίνηση όμως, σταματούν εμφατικά με την έναρξη αυτού του album. Εκεί όπου βρίσκομαι αντιμέτωπος με έναν ασταμάτητο ορυμαγδό από καταιγιστικούς τυμπανισμούς και λασπώδη riffs. Οι ρυθμοί ηχούν μηχανικά καταπιεστικοί, προσδίδοντας μια σχεδόν βιομηχανική αύρα στο όλο εγχείρημα. Το δε αποτέλεσμα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αστρικό/εσωτερικό grind! Φαντάζομαι πως, ίσως ακούγεται άτοπος ο ως άνω τεθείς ισχυρισμός, πέρα από ορισμούς όμως, φρονώ πως περιγράφει επακριβώς τη φύση του πυρήνα του εναρκτήριου άσματος. Με αυτόν τον τρόπο, κάθε αμφιβολία σχετικά με το εδώ υπάρχον περιεχόμενο, διαλύεται στομφωδώς. Η συνέχεια περιλαμβάνει μια πιο τυπικά αναμενόμενη προσέγγιση, η οποία φέρνει στο νου τις αρτιότερες μπάντες αυτού του ρεύματος. Αναφέρομαι, προφανώς, στους Dead Congregation, Grave Miasma και Teitanblood. Αλλά και στην εξ Αυστραλίας προερχόμενη σχετική σκηνή, πυλώνες της οποίας στέκουν οι Portal και οι Impetuous Ritual. Η διαφοροποίηση όμως, αυτού του solo σχήματος στηρίζεται στην απρόσκοπτη χρήση ambient και θορυβωδών περασμάτων, τα οποία χρωματίζουν το αποτέλεσμα με έναν έντονα μαύρο ιριδισμό. 

Ενδεικτικό παράδειγμα της τελευταίας φράσης, αποτελεί το κομμάτι που κλείνει αυτόν τον δίσκο, λειτουργώντας τρόπον τινά, ως προπομπός μιας αβυσσαλέας κατάβασης. Αλλά ταυτόχρονα και ως επισφράγισμα μιας θεμελιώδους τελετουργίας. Βασιζόμενο ολότελα στις ηχητικές αναταράξεις, που λειτουργούν ως σημεία σύνδεσης ανάμεσα σε κόσμους. Ενώ, σε αυστηρά μουσικό πλαίσιο, υποβοηθά την αυστηρή αίσθηση συνθετικής οικονομίας, που στιβαρά διαπνέει το σύνολο αυτής της ηχογράφησης. Μάλιστα, επιχειρώντας μία ακόμα παρομοίωση μέσω της αναλογίας, θα έλεγα ότι η συνύπαρξη death metal εκρήξεων με βιομηχανικής υφής διασπώμενες ατμόσφαιρες, μου έφερε στο μυαλό τον Miserist. Εδώ όμως, χρειάζεται να τονιστεί ότι το παρόν album χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη αίσθηση συνοχής, αλλά και από μια ολικά τελετουργική κατεύθυνση. Στοιχεία τα οποία το οδηγούν σε ένα δραστικά διαφορετικό μονοπάτι από αυτό που ο προαναφερθείς Αυστραλός είχε επιλέξει.

Ο τελετουργικός χαρακτήρας αυτής της απόπειρας εμβόλιμα πιστοποιείται από το γεγονός της αφιέρωσης του στη Μητέρα Babalon. Κάτι που, προφανώς, αντανακλάται και στο ύφος που επιλέχθηκε για να ενδύσει αυτήν την ιεροτελεστία. Αποφεύγοντας μάλιστα τις συνήθεις παγίδες που μια τέτοια επιλογή επιφυλάσσει. Καταλήγοντας  στην ενδελεχή προσφορά μιας απολαυστικής διαδρομής, η οποία επισύρει την αίσθηση της ηδονικής επανάληψης, μέσα από αλλεπάλληλες, διαδοχικές ακροάσεις. Θα έλεγα πως το μόνο μειονέκτημα που δύναμαι να προσάψω, έχει να κάνει όχι με το ύφος αυτού του έργου, αλλά με τη διάρκειά του. Τα 25 περίπου λεπτά της διάρκειας αυτής, είναι αρκούντως επαρκή, ώστε να ξεδιπλώσουν οι παρούσες συνθέσεις τoν χαρακτήρα τους. Η ευδαιμονική όμως, διάθεση αυτής της ιερουργίας, με αφήνει να αποζητώ περισσότερα, διακαώς. Ένα στοιχείο όμως, που τελικά δεν αποτελεί μειονέκτημα, μα, απεναντίας, συνηγορεί στην απαράμιλλη αρτιότητα που αυτός ο δίσκος κατέχει. Ένα εξαιρετικό αμάλγαμα ρωγμών και εκρήξεων, συναρπαστικά τοποθετημένων.


The fact that this project’s identity was initially unknown to me, closely entwined with the presence of an album title that seems rather typical, upon first sight at least, were functioning as elements that could quite possibly lead to a negative apprehension of this album, to begin with. However, these assumptions are easily and steadily withdrawn, after giving in to the material that this disc contains. To the point that one can see that even the album title selected is, in fact, a perfectly fitting addition, herein. Now, please let me introduce some necessary information regarding this work starting with a deeply necessary piece of information: this project is comprised of just one person, who is thus solely responsible for the aesthetic directions of this solo formation. More specifically, this is a personal affair of SP White, a name that might not be well known to the majority of our readers, even though he has managed to assert his personal stigma on a series of wonderful attempts, up to now. His greatest reference, so far, is his contribution to the marvelous death/doom group known as The NULLL Collective. In a relatively more underground aspect, one should most certainly mention his personal voyage on the fields of drone, under the moniker of Uncertainty Principle. This time around though, he chooses to drastically differentiate himself from the more or less experimental nature of the aforementioned efforts, opting to move among the barriers that the contemporary cavernous, occult interpretation of the death metal sound cannon emphatically has set. A direction that is definitely dominant, concerning the underground connotations of recent years, at least.

Acting in this manner, he obviously undertakes the risk of managing to sound equally strong, when compared to the myriad of releases related to this sub-genre, that have so far emerged. Releases that beneficially ruminate an identically similar line of cliches. Any kind of second thoughts drops off though, in a very abrupt way, as soon as the listening session of this album takes hold. Which has me facing into a relentless din of hammering drum beats, in full alignment to a number of murky riffs. Its rhythmic development comes of as being a sort of a mechanically oppressive allegory, providing a sense of an utmost industrial aura, to the whole picture of this. If I had to come up with a solid definition of this attack, I would probably call this as astral/esoteric grind! I guess that the phrase stated above might somehow seem out of place, leaving definitions aside though; I suppose that it stands as a clearly exact statement, when it comes to describing the core that the essence of this opening song consists of. Thus, each and any doubt that one could have, regarding the quality of the existing material gathered here, bombastically falls apart. Moving forward, I come across to a more typical and expected version of the direction that is prevailing in the current death metal scene. This approach is definitely reminiscent of the sound modules that have been set by the finest paradigms of said wave. I am obviously referring to bands such as Dead Congregation, Grave Miasma and Teitanblood. Whilst, by no means forgetting to include the branch that comes out of Australia, the pylons of whom can be traced to well-received formations of the caliber that Portal and Impetuous Ritual, above else, possess. This solo effort though, manages to distance itself thoroughly from being yet another clone, by simply bringing to the table a variety of ambient and noisy passages that help to portray a totally bleak opalescence, which is warmly welcome as it sets the tone for a magnificently engraved operation.

The song that closes this record would mark a fine example of the statement that lies right above, likewise functioning as a precursor of a descent of abyssal proportions. Solely concentrated on a barrage of sonic turbulence which seem to appear as a point of connection between spheres and worlds. While simultaneously on a purely musical level, it helps to provide a sense of absolutely needed and strictly imposed economy, regarding composition. A sense that could be strongly detected as a vibrant factor that is present for the whole duration of this specific recording. Moreover, in yet another attempt to draw a comparison based on the path of analogy, I would say that the juxtaposition of death metal eruptions laid along ambiances that resemble an industrial type of texture, brought to mind Miserist’s work. Regarding this though, I need to stress out that the album examined here, stands as testament of a uniquely special sort of cohesion, as well as a direction that is almost totally focused on its ritualistic path. Said ingredients ultimately lead this to a wholly different perspective if compared to the one that the mentioned right before Australian project seemingly endorses.

Apart from these details, the ceremonial core of this effort gracefully shines through its dedication to our Great Mother, Babalon. It’ s a connection that is profoundly reflected on the tonal modes that were chosen in order to clad this ritual in the most respectful manner of course, hence avoiding the usual traps that a choice such as this regularly implies. Culminating into offering a thorough and pleasurable road, that fulfills itself, through a course of consecutive listening sessions. Come to think of it, the only disadvantage that I managed to detect is not anything related to the form of this work, but, instead, has to deal with its relatively short duration. Indeed so, clocking on around the 25 minute mark, this duration seems to be enough, concerning the necessary time that these tracks need, in order to fully display their inner characteristics and so forth. It is the praising vibe that this rite possesses, that leaves me wanting more. I think that it’ s easily understandable though, that this disadvantage is not in fact a negative point. Quite the contrary, might I add- it is another fact that proves the sheer excellence that this record is a document of. A superb amalgam of crevices and explosions set together in a fascinating mode.

Γιώργος Καναβός/ George Kanavos