Marissa Nadler – Strangers (Sacred Bones Records)

marissanadler.againstthesilence

 Μία γυναικεία φιγούρα καθισμένη σε ένα γυμνό, αν κι όχι εντελώς άδειο δωμάτιο, με μια κιθάρα καθισμένη στα πόδια της και τα μακριά μαύρα μαλλιά της να κρύβουν κάθε υποψία έκφρασης στο πρόσωπό της – αυτή είναι η πρώτη εικόνα που αποκτάς για τη Marissa και στηρίζεται γερά στο γκόθικ-φολκ πρότυπο που έχει ως τώρα χτίσει για τον εαυτό της. Τα υπόλοιπα αφήνονται στη μουσική και τους τίτλους για να αποκαλυφθούν.

 Το Strangers απηχεί μία αποστασιοποίηση από το φολκ στοιχείο και –αντίστοιχα- μια εμβάθυνση στους ήπιους, μελαγχολικούς τόνους της γκόθικ κουλτούρας. Η αίσθηση αυτή εντείνεται αναπόφευκτα από τους ίδιους τους στίχους που μοιάζουν να απαρτίζουν μία καταγραφή απομάκρυνσης από άτομα άλλοτε πολύ κοντινά (People leaving faster than they come / In my life I remember none – “Katie I Know”). Όπου στο παρελθόν η διήγηση ήταν αφοσιωμένη στην απώλεια, πλέον φαίνεται να έχει επικρατήσει η επιφανειακή συμφιλίωση που προσφέρει ο χρόνος παρά τα υφέρποντα πάθη (Hungry is the ghost inside /And nothing seems to stop – “Hungry Is The Ghost”).

 Το ταξίδι στις ευαίσθητες αυτές περιοχές του μυαλού γίνεται με μια ανάσα, το άλμπουμ δεν προσφέρει περιττές ηχητικές εκπλήξεις. Η ίδια η φωνή της Nadler φροντίζει ώστε η μετάβαση από το ένα κομμάτι στο άλλο να γίνεται με τη λιγότερη δυνατή αποξένωση για να φτάσουμε ομαλά στην εξαΰλωση που κάθε τίμιος μηδενιστής οραματίζεται (Dissolve into the air/I am another body/In this town/I don’t care about anybody – “Dissolve”).

 

Βικτώρια

Mogwai – Atomic (Rock Action)

Στις 8 Αυγούστου 2015 προβλήθηκε στο βρετανικό κανάλι BBC Four το ντοκιμαντέρ Atomic: Living in Dread and Promise σε σκηνοθεσία Mark Cousins ως μέρος αφιερώματος της εβδομηκοστής πλέον «επετείου» των βομβαρδισμών στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.
Όπως προδίδει και το όνομά του, καταπιάνεται με το φαινόμενο της πυρηνικής ενέργειας, την απίστευτη και απάνθρωπη εκμετάλλευσή των δυνατοτήτων της από τις πολιτικές ηγεσίες, τις αντιδράσεις που προκάλεσε ανά τον κόσμο, τις ζωές που κατέστρεψε ολοκληρωτικά. Απαρτίζεται από εικόνες αρχείου παραμορφωμένων ανθρώπων, διαδηλώσεων υπέρ του πλήρους αφοπλισμού, αποσπάσματα ταινιών, αναφορές εφαρμογής στην ιατρική και… μουσική επένδυση από τους Mogwai.
Αυτή είναι κάθε άλλο παρά η πρώτη φορά στην οποία συνθέσεις των Mogwai προορίζονται για κινηματογραφικά έργα. Η αρχή έχει γίνει ήδη από το 2006 με το ντοκιμαντέρ Zidane: A 21st Century Portrait και τις ταινίες Miami Vice και The Fountain σε συνεργασία με τους Clint Mansell και Kronos Quartet, ενώ η τελευταία τους δουλειά στο χώρο των σάουντρακ ακούστηκε στη γαλλική σειρά Les Revenants. Με το Atomic ,όμως, επιστρέφουν στην ιδιαίτερη σφαίρα των ντοκιμαντέρ, όπου η συνήθης απουσία λόγου προσδίδει ακόμα μεγαλύτερο βάρος στην αφηγηματική ικανότητα των μουσικών συνθέσεων.
Όλη αυτή η εισαγωγή και η αναφορά στο θεματικό περιεχόμενο του ντοκιμαντέρ Atomic: Living in Dread and Promise είναι απαραίτητη, αν όχι αναπόφευκτη, διαδικασία μια που ο δίσκος δε στέκει μόνος του στο σύνολο της δισκογραφίας των Mogwai, αλλά αποτελεί το ήμισυ μιας καλλιτεχνικής δημιουργίας. Αυτό γίνεται αντιληπτό κι από τους τίτλους των κομματιών με τα “Little Boy” και “Fat Man”, να φέρνουν στο νου τις αντίστοιχες ασύλληπτα κυνικές κωδικές ονομασίες των βομβών που κόστισαν τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπων, ο ακριβής αριθμός των οποίων ακόμα και σήμερα δεν μπορεί να εκτιμηθεί παρά κατά προσέγγιση.
Οι αρχικές λήψεις του ντοκιμαντέρ, στις οποίες σποραδικές εικόνες μορφών ζωής κάνουν την εμφάνισή τους, κοσμούνται από τη μελωδία του “Ether”, το οποίο σε ρεαλιστικό επίπεδο αντιστοιχεί στο ομώνυμο αναισθητικό αέριο. Ο συνδυασμός εικόνας και ήχου είναι εξίσου μαγνητικός και υπνωτιστικός. Αντίστοιχα, οι σκηνές πανικοβλημένης αντίδρασης του άμαχου πληθυσμού κατά τη διάρκεια ασκήσεων προετοιμασίας σε περίπτωση αντιποίνων δένει εξαιρετικά με τις εναρκτήριες δυσοίωνες νότες του “Bitterness Centrifuge”.
Κι αυτά είναι απλώς μερικά παραδείγματα. Οι Mogwai καταφέρνουν να είναι εξίσου σχολιαστές όσο και αφηγητές της ιστορίας , την οποία σκηνοθετεί ένας τρίτος δημιουργός. Από τη στιγμή που θα επιλέξει κανείς να παρακολουθήσει το ντοκιμαντέρ, ο δίσκος δεν μπορεί ποτέ να ακουστεί ως σάουντρακ σε οτιδήποτε άλλο, λιγότερο αξιομνημόνευτο.
Το ίδιο ισχύει μέχρι και για το εξώφυλλο του δίσκου, το οποίο αντικατοπτρίζει ένα στιγμιότυπο των τελευταίων δύο λεπτών του ντοκιμαντέρ. Την εικόνα της φλεγόμενης υδρογείου διακόπτουν μικρά αριθμητικά δεδομένα όπως οι 2000 πυρηνικές εκρηκτικές κεφαλές που έχουν πυροδοτηθεί από τις 6 Αυγούστου 1945 κι έπειτα ή ο αριθμός των χωρών που έχουν διακόψει τα εθνικά τους προγράμματα πυρηνικής ενέργειας, δηλαδή μόλις μία.
Οι Mogwai επέστρεψαν μετά από δυο χρόνια και τον δίσκο Rave Tapes, όχι μόνο να μας θυμίσουν πόσο παραγωγικοί είναι, αλλά για να τραβήξουν την προσοχή μας σε ένα κομμάτι συλλογικής μνήμης. Με το κείμενο αυτό ευελπιστούμε να κάναμε, όσο είναι αυτό δυνατό, το ίδιο.
Βικτώρια

Yndi Halda – Under Summer (Big Scary Monster Recording Company)

 Δέκα ολόκληρα χρόνια είναι αρκετά να σε κάνουν να ξεχάσεις την ύπαρξη μιας μπάντας, ειδικά όταν έχει στο ιστορικό της μόλις μία κυκλοφορία. Εκτός κι αν εκείνη η κυκλοφορία την εκτόξευσε στη σφαίρα του θυμικού μας που κατακλύζεται από συναίσθημα και παραισθησιογόνα μελαγχολία.
Η περίπτωση των Βρετανών Yndi Halda είναι ακριβώς αυτή. Το Enjoy Eternal Bliss κυκλοφόρησε σε μία από τις πλέον γενναιόδωρες χρονιές της post-rock παραγωγής παρέα με το Mr. Beast των Mogwai, το Enter των Russian Circles και το Are You There των MONO με αποτέλεσμα να αποτελεί χαρακτηριστική δουλειά μιας χαρακτηριστικής μουσικής περιόδου.
 Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το 2006 μέχρι και φέτος ακολούθησε σιωπή. Με μερικά από τα μέλη να αποκτούν πλειάδα άλλων δραστηριοτήτων όπως για παράδειγμα ο James Vella, ο οποίος καταπιάστηκε με side project, δική του δισκογραφική εταιρεία αλλά και τη συγγραφή λογοτεχνίας του φανταστικού, το μέλλον της μπάντας δε φαινόταν να βρίσκεται στο προσκήνιο.
 Κανείς δε γνωρίζει, ούτε και θα έπρεπε, με τι καταπιάστηκαν τα εκάστοτε μέλη τα περασμένα δέκα χρόνια. Πολλοί όμως ενδιαφέρθηκαν όταν κυκλοφόρησε το Under Summer στις αρχές του περασμένου μήνα. Αρκετοί, μάλιστα, απογοητεύτηκαν. Γιατί; Γιατί οι Yndi Halda δεν προσεγγίζουν πλέον παρά μόνο σποραδικά το τελευταίο τους πόνημα. Ακόμα πιο απλά, δε θυμίζουν πλέον Godspeed You!Black Emperor.
 Το Under Summer τηρεί τους χρονικούς άτυπους όρους του είδους, είναι ντυμένο με εξαιρετικό εξώφυλλο και αποπνέει απροσδόκητη ανεμελιά. Από τους τίτλους των κομματιών μέχρι τα αιθέρια φωνητικά, τα πάντα αποπνέουν μία αίσθηση ελαφρότητας. Η λέξη αυτή δε χρησιμοποιείται εν προκειμένω δηκτικά. Η ελαφρότητα δεν είναι από μόνη της αβάσταχτη, όπως έχουμε μάθει συνειρμικά να σκεπτόμαστε. Είναι καμιά φορά ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε. Μπορεί να μη σε καθηλώνει στην καρέκλα όπως το Enjoy Eternal Bliss και δεν υπάρχει απολύτως κανένα πρόβλημα με αυτό. Χρειαζόμαστε μουσικές και για λιγότερο ψυχοφθόρες διαδικασίες. Κι ευτυχώς τις έχουμε.
Βικτώρια

Blind Them With Science – This Is Not Scientifically Proven, Donald… (name your price)

Ανέκαθεν είχα την εντύπωση ότι το post rock είναι ο κατεξοχήν μουσικός χώρος για τα socially awkward άτομα της γενιάς μας. Θέλετε η κυρίαρχη απουσία στίχων, οι παρατεταμένες ήπιες μελωδίες με τις στιγμιαίες εκρήξεις και οι υπαινικτικοί τίτλοι; Ή μήπως η εσωστρέφεια που εκδηλώνεται από τη στάση των μουσικών στις live εμφανίσεις των συγκροτημάτων του μουσικού αυτού είδους, οι οποίοι και στέρησαν από το shoegaze την ιδιαίτερη ονοματική του προέλευση με το να κοιτούν σχεδόν μονίμως τις σόλες των παπουτσιών τους και σχεδόν ποτέ τους εκστατικούς τύπους γύρω τους;

Ποιος ξέρει.

Λέγεται ότι αυτή την περίοδο το post rock έχει αρχίσει να ξεφτίζει. Ειδικά από όταν συνδέθηκε με τη συναισθηματική μιζέρια, ο κόσμος στράφηκε σε πιο χαρωπά μουσικά μονοπάτια. Και κάπου εδώ αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί μέσα σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα μερικά μέλη ή πρώην μέλη μπαντών όπως οι The Fuzzy Nerds, Quiet Pliz και Their Methlab  σχημάτισαν τους Blind Them With Science (κάθε επιρροή από Jakob είναι εύστοχη και επιθυμητή!)  και βρέθηκαν σε ένα στούντιο στο Κουτσελιό Ιωαννίνων για να μας προσφέρουν το This is not scientifically proven, Donald…

Αν είναι όντως τόσο ξεπερασμένο το post rock τι είναι αυτό που συγκινεί από την πρώτη νότα του “I’m under your bed…I can see u…” μέχρι την τελευταία του “Sulfuric acid blindness”; Ποια η ανάγκη του ακροατή να περιοριστεί στα λόγια ενός καλλιτέχνη για να συνδεθεί με ό,τι ακούει; Γιατί να στερηθούμε την ευκαιρία να ντύσουμε με το “Have you ever tasted oxygen? …it’s in the air” τις πιο ανείπωτα επίπονες στιγμές της ζωής μας και με το “Little lady Mary Jane in need” έναν ξέφρενο χορό στην κουζίνα μας αφότου μας πιτσίλησε μια γενναία δόση λαδιού ενόσω μουρμουρίζαμε αφηρημένοι έναν φανταστικό στίχο;

Γιατί να μη στηρίξουμε μια ακόμα εγχώρια προσπάθεια που μάλιστα είχε την ομορφιά να λάβει υπόσταση σε ένα από τα μελαγχολικότερα, ψυχρά και “διάφανα” μέρη αυτού του τόπου;

 

 

Βικτώρια

Matt Elliott – The Calm Before (Ici D’Ailleurs)

Υπάρχει ένα διακριτό τμήμα της φολκ μουσικής, το οποίο χαρακτηρίζεται από την απλούστατη δομή του (μουσικά και σκηνικά) και τη στιχουργική του αισθαντικότητα. Με λίγα λόγια, αυτό που χρειάζεται κανείς μία κιθάρα και έμπνευση από τη λιγότερο ευνοϊκή περίοδο της ζωής του.

Σε αυτή τη μουσική σκηνή συναντάται o Matt Elliott από όταν άφησε πίσω του τους The Third Eye Foundation. Ήδη από την κυκλοφορία του πρώτου προσωπικού του δίσκου The Mess We Made η πρόθεσή του να αφιερωθεί σε δραματικές αφηγήσεις κατεστραμμένων σχέσεων, άλυτων ενοχικών συνδρόμων, μονόδρομων συναισθημάτων είχε γίνει ξεκάθαρη. Το ίδιο μοτίβο ακολουθήθηκε και στην τριλογία Drinking SongsFailing SongsHowling Songs.

Η χρόνια πλέον συνεργασία του με τη γαλλική δισκογραφική εταιρία Ici d’ailleurs… τον βρίσκει με νέα δουλειά μες το 2016, το The Calm Before.  Έξι τραγούδια, η γνωστή χρονική ανισότητα μεταξύ τους και κοινός άξονας η μελαγχολική νότα τόσο στη φωνή του Elliott όσο και στη σύνθεση.

Τι έχει, λοιπόν, να προσφέρει το The Calm Before; Χωρίς να ισχυρίζεται κανείς ότι η πρωτοτυπία είναι αυτοσκοπός ή η επαναληψιμότητα καταδικαστέα, δύσκολα μπορούμε να παραβλέψουμε το ότι ο δίσκος ακούγεται σαν ένα διάλειμμα από την παλαιότερη τριλογία τραγουδιών. Και μάλιστα ένα διάλειμμα ολίγον τι ράθυμο και τεμπέλικο, μια που όταν για πολλοστή φορά τραγουδάς το «I only wanted to give you everything, but you don’t love me», έχεις πλέον ξεπεράσει τη φάση της αυτοκαταστροφής (Drinking Songs), της αυτομαστίγωσης (Failing Songs) και της αγανάκτησης (Howling Songs) για να περάσεις σε μία παραιτημένη συγκατάβαση, η οποία είναι μεν ήρεμη, αλλά όχι αρκετή.

 

 

Βικτώρια

Votum – :Ktonik: (Inner Wound Recordings)

Συνεχίζοντας την αναζήτηση για νέες ελπιδοφόρες κυκλοφορίες και έχοντας κατά νου τη βασική παραδοχή ότι μουσικά η Πολωνία μυρίζει κυρίως ιδρωμένη Behemoth-ική μαυρίλα, μας έτυχε να ακούσουμε τη νέα κυκλοφορία των Votum, μια μπάντα της οποίας η καλύτερη στιγμή είναι δίχως άλλο το τώρα.

Ενεργοί από το 2003 με τρία άλμπουμ (Time Must Have  A Stop του 2008, Metafiction του 2009 και Harvest Moon του 2013), αρκετούτσικες μεταβολές στη σύνθεσή τους και την πετριά να κατορθώσουν την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στη ηχητική επιβολή και τη στιχουργική σύνθεση στο πλαίσιο concept album (δεν τα λέω εγώ, τα παιδιά έχουν οφίσιαλ σάιτ), ετοιμάζονται πλέον για περιοδεία στα μέρη τους με αφορμή το :Ktonik:.

Σε αυτό το σημείο είναι που θα πρέπει να πάψουμε να διαβάζουμε τις απόπειρες της μπάντας να αυτοπροσδιοριστεί μουσικά γράφοντας περιγραφές και να χαρούμε με τη περιστασιακή τραχύτητα του ήχου στα σημεία που ξεχνούν λιγάκι την κατάταξή τους στα progressive metal σχήματα και αναδίδουν καθαρή ψυχική σύγχυση και απόγνωση. Ήδη από το πρώτο κομμάτι του δίσκου, “Satellites”, η αλλαγή είναι αισθητή και ευπρόσδεκτη. Τι κι αν τα φωνητικά θα μπορούσαν να είναι εξίσου ενηλικιωμένα με τη μουσική, το ένα βήμα μπροστά έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Ήδη προσωπικά αγαπημένα τα “Simulacra” και” Prometheus”*.

Στα άτυπα και σίγουρα επιφανειακά πλεονεκτήματα του άλμπουμ το εξώφυλλο αισθητικής Mogwai, το οποίο, αν και δε θα έπρεπε, ομολογουμένως προδιαθέτει θετικά μερικ@ς από εμάς. Ευτυχώς, στην πορεία ανταμειφθήκαμε για τους σωστούς λόγους.

 

 

Βικτώρια

*σσ:  Μη νιώσετε άσχημα με τον εαυτό σας για το αίσθημα υπερηφάνειας που σας πιάνει όποτε κάποια μυθική προσωπικότητα κάνει την εμφάνισή για πολλοστή φορά σε τίτλο κομματιού. Στην πραγματικότητα είναι το επαναλαμβανόμενο φάγωμα των σωθικών μας που μας ενώνει όλους.

Lascar – Absence (self-released/Inductive Oppression Records)

Ήχος φερμένος από αστικό τοπίο τόσο κοσμοπολίτικο όσο το Σαντιάγο της Χιλής, αλλά στην πραγματικότητα τόσο απροσδόκητα ορεινός και τραχύς.  Ο πρώτος δίσκος Lascar, Absence, κινείται στα μονοπάτια του post-black metal που τόσο μανιασμένα αγαπάμε να ακούμε στη μουσική των An Autumn For Crippled Children. Χωρίς να έχει εξακριβωθεί η οποιουδήποτε είδους σύνδεση μεταξύ των δύο αυτών σχημάτων, η νοητική διαδρομή από το ένα στο άλλο, είναι αναπόφευκτη.

Δημιούργημα ενός μόλις καλλιτέχνη, του Gabriel Hugo, το Absence συμπυκνώνει στα τέσσερα κομμάτια που το απαρτίζουν κραυγές υπαρξιακής φρίκης και στίχους σχεδόν ατάκτως ερριμμένα. Ως και οι τίτλοι των κομματιών δεν έχουν παρά λειτουργικό ρόλο. Πραγματοποιούν ένα μικρό, αναμενόμενο σορτάρισμα. Λογικό, πλην αχρείαστο. Όπως δυσκολεύομαι εγώ αυτή τη στιγμή να περιγράψω γιατί είναι επίπονη η ακρόαση οποιουδήποτε δίσκου κινείται σε τόσο ατμοσφαιρικούς τόνους, άλλο τόσο αδυνατεί να προϊδεάσει σχετικά τον ακροατή ένας τίτλος.

Αρκεί ένα απομονωμένο στιχάκι από το κομμάτι “Wilderness” για να μας πείσει όλους, ότι τα λόγια σχεδόν πάντα υπολείπονται κάθε συναισθήματος και πως η απουσία  βιώνεται μουσικά ως διαδρομή, όχι ως προορισμός  : “The clearest way into the universe is through a forest wilderness.”

 

 

Βικτώρια