Throane – Plus Une Main À Mordre (Debemur Morti Productions)

Ζόφος ο [zófos] : 1. το βαθύ σκοτάδι του Άδη. 2. (μτφ.) κατάσταση στην οποία επικρατεί φόβος, τρόμος

Ας υποθέσουμε ότι θέλουμε να σχηματίσουμε ένα πολύ επιγραμματικό πορτρέτο της υπόστασης του μπλακ μέταλ μουσικού.

Θα χρειαστούμε σίγουρα μια ατμόσφαιρα επιβλητική, μια νιχιλιστική προσέγγιση της σύνθεσης αλλά και της παρουσίας του ίδιου του υποκειμένου της, βρυχηθμούς να υποδύονται φωνητικά και παύσεις πιο νοηματοδοτημένες από τις εμφατικές μπασογραμμές – trademark του είδους.

Έχουμε, άραγε, κατακτήσει έναν ικανοποιητικό ορισμό για το σύνολο των μουσικών που εντάσσονται στη μπλακ μέταλ σκηνή; Έχουμε χορτάσει την έμφυτη ανάγκη μας για αναγνώριση, κατηγοριοποίηση και κατανόηση του αγνώστου;

Σίγουρα όχι.

Έχουμε όμως συναντήσει τον Throane.

Η εύκολη οδός θα ήταν να αναφερθούμε στον Throane (κατά κόσμον Dehn Sora) ως ένα ακόμα μέλος της κολεκτίβας των Amenra, Church of Ra. Είναι αληθές ότι μια τέτοια προσέγγιση θα μας γλίτωνε τη βάσανο του να αποτυπώσουμε σε λέξεις μια εμπειρία τόσο πλούσια σε καταβύθιση όσο αυτή που μας έχουν προσφέρει όλα τα Mass των Amenra ως τώρα.

Εξίσου αληθές θα ήταν το ότι με αυτόν τον τρόπο θα κονιορτοποιούσαμε την ιδιαιτερότητα της ακουστικής εμπειρίας που προσφέρουν (εφάμιλλα) τόσο το ντεμπούτο του Throane, Derrière​-​nous, la lumière, όσο και ο δεύτερός του δίσκος, Plus une main à mordre, που αποτελεί και τον πυρήνα αυτού του κειμένου.

To Plus une main à mordre κυκλοφόρησε στα τέλη του Οκτώβρη και δεν απέχει πολύ από το να κλείσει ήδη ένα δίμηνο καθημερινών ακροάσεων στον μικρόκοσμό μας.

Ο σκοπός του είναι ένας – να πονέσεις.

Ο δυναμισμός του εναρκτήριου “Aux Tirs Et Aux Traits” δεν είναι παρά το σκοινί που δένεται γερά γύρω από τον λαιμό σου – οι μνήμες που σε κρατάνε καθηλωμένο στο παρελθόν. Στο τέλος του σε προϋπαντά το “Et Ceux En Lesquels Ils Croyaient” – τα πρόσωπα στα οποία επένδυσες αρκετά ώστε να σε προδώσουν απόλυτα και να κάνουν την ήττα σου πιο ένδοξη παρά απελπιστική. Μία μικρή παύση, το “A Trop Réclamer Les Vers” έρχεται σαν ένα απόκοσμο χάδι να σε προετοιμάσει για την πτώση της τελικής τριάδας των “Et Tout Finira Par Chuter”, “Mille Autres” καιPlus Une Main À Mordre”.

Η αλήθεια είναι μία: όλοι θα πέσουμε στο τέλος και καθώς θα χανόμαστε στη ζοφερή αγκαλιά της λήθης, χιλιάδες χέρια θα μαζευτούν για να δαγκώσουν το ένα που τους θρέφει.

Και τότε, ευχαριστημένοι, θα επιστρέψουμε στην αρχή που μας υπόσχεται πάντοτε ένα νέο τέλος.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου 

 

Boy Harsher – Rope Sect – Carla dal Forno

Boy Harsher – Country Girl ( Ascetic House)

Γραμμές φώτων στη χάση της νύχτας δίνουν τον ρυθμό στα χτυπήματα των δαχτύλων πάνω στο τιμόνι. Εν μέσω μοναχικών διαδρομών, το ράδιο επιτέλους παίζει κάτι που κολλά στη φευγαλέα στιγμή και στον κολλημένο εγκέφαλο. Τέσσερα ισάξια κομμάτια της τέταρτης νέας κυκλοφορίας του αμερικάνικου αυτού ντουέτου αρκούν για να σε συνεπάρουν σε έναν δικό τους κόσμο. Παρ’ ολίγον ρετρό, παρ’ ολίγον happy end, παρ’ ολίγον υπαρξιακής υφής, ξεκάθαρα χορευτικό, επιπέδου καλοσχηματισμένης γοητείας, το EP αυτό είναι πιθανόν η κορυφαία στιγμή της δισκογραφίας τους και, σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει γύρω μας, υπόσχεται στον εαυτό του την καταραμένη ευχή που προστάζει “τα καλύτερα έρχονται”. Μια γεύση αυτής της πεποίθησης θα πάρουμε αρχές Δεκέμβρη, όταν και θα εμφανιστούν ζωντανά στο Temple στο κέντρο της Αθήνας.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Rope Sect – Proselytes (iron bonehead/name your price)

Inmesher – guitars, drums & vocals, Harbinger – bass, Gaarentwynder – additional guitars είναι οι τρεις υπεύθυνοι όλης αυτής της κατάστασης. Τους έψαξα ενδελεχώς. Δεν μπορώ να τους εντοπίσω, να δω από τι φυσιογνωμίες βγαίνει αυτή η παγωμάρα, ο ξερός ήχος, τα riff που μου αρέσουν τρελά, η απομακρυσμένη από τα εγκόσμια σχεδόν φωνή του Inmesher. Δεν έχει περάσει παρά μισός χρόνος από το debut album τους Personae Ingratae, με την αίσθηση της αρρώστιας, της θανατίλας, της κάθαρσης, και κερδίζουν τις εντυπώσεις, κάνοντας το “King of the Night” το χιτάκι της εν λόγω κυκλοφορίας. Τα νέα μαθαίνονται γρήγορα και μπορεί να βρεθείς με το σκοινί στον λαιμό χωρίς να καταλάβεις το πότε, αν έστω αναφερθείς ρηχά για τη μουσική τους… ενδεχομένως.

Σαν γοτθικό post-punk που παίζει από τα έγκατα του πουθενά θα αντιμετωπίσεις και το Proselytes, μόνο που εδώ -σε σχέση με το Personae Ingratae– έχει δέσει το σκοινί για τα καλά. Δύο κομμάτια που δίνουν το προβάδισμα σε ό,τι βγάζει ηλεκτρικό ήχο και αφήνουν λίγο στον “πάγο” τα φωνητικά, που πολύ καλά κάνουν και βρίσκονται εκεί που είναι. Έτσι, έχεις όλη την άνεση να πολιορκηθείς από την ένταση, τις ταχύτητες, την τραχιά φωνή του Inmesher (που στα επίπεδα σημεία της μου έφερε τον Papa Emeritus III των Ghost στον νου, τι παραλληλισμός κι αυτός;).

Οι Rope Sect μιλούν για την απομόνωση, αποκηρύττουν την κοινωνία, χορεύουν πάνω στα ερείπια, περιμένοντας με χαρά τη μέρα της κρίσης. Τραγουδούν για τη γυμνή καταστροφή, την ελευθερομανία, αλλά και την υπακοή. Πάνω από όλα, όμως, επικεντρώνονται στο σκοινί. Ο σεβασμός αλλά και ο φόβος που σου προσφέρει ταυτόχρονα η θέα και η αίσθηση του. Κατά τα λεγόμενά τους: “Old lives are fading, a new one is dawning. A second skin. The beginning of the end”. Το θέμα είναι ποιος θα βάλει το σκοινί στον λαιμό; Ο τιμωρός, ο ίδιος σου ο εαυτός που σε οδηγεί σε αυτοκτονική πράξη ή όλο το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, που και πάλι αποφασίζει μέσω εσού; Όλα αυτά βγαίνουν σε μια όχι τόσο lo-fi απόδοση, όπως παρατηρήθηκε στο Personae Ingratae, αλλά σε ό,τι αφορά την παραγωγή, εδώ έχουμε μια καλύτερη εξέλιξη. Το τρίο από την Γερμανία, όπως και να έχει, κλέβει την παράσταση φέτος, αφήνοντας το deathrock να επιπλέει παντού, να γεμίζει τον χώρο και να υπόσχεται.

 

 

Ελένη Λιβεράκου Erikkson

 

Carla Dal Forno – The Garden 12’’ (Blackest Ever Black)

Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει ολοένα και πιο δύσκολο να γράψει κανείς με αγνό, ωμό, πηγαίο ενθουσιασμό. Όλα έχουν χιλιοακουστεί (λες και τα samples αποτελούν μια σύγχρονη μορφή σκυτάλης που περνά ο ένας καλλιτέχνης στον άλλο), όλα έχουν χιλιογραφεί (λες και οι γραφικές εκφράσεις αποτελούν σημείο κατατεθέν των απανταχού μουσικών “συντακτών”), όλα τα έχουμε χιλιοβιώσει (λες και το ψυχικό μας απόθεμα αποστραγγίστηκε και δεν έχουμε πια διάθεση να εκπλαγούμε).

Αυτό κάνει εμφανίσεις όπως αυτή της Carla dal Forno τόσο άμεσα αποκαλυπτικές, τόσο ανεπιτήδευτες και αιχμαλωτιστικές. Και τόσο μόνες.

Κανείς δεν μου ’χε μιλήσει για το You Know What It’s Like του 2016, που αποτελεί ένα μουσικό καταφύγιο από μόνο του, για το οποίο δυστυχώς (;) δεν θα πούμε λέξη εδώ, μέχρι που κυκλοφόρησε μες στον Οκτώβριο η δεύτερη δουλειά της Carla, το The Garden. Ένα σφηνάκι ηλεκτρονικού μινιμαλισμού, γεμάτο σκοτεινές συνυποδηλώσεις – τόσο έξυπνο, όσο και αφοπλιστικό.

Αν θα θέλαμε να χαρακτηρίσουμε τη δημιουργό με βάση το μουσικό στερέωμα στο οποίο φαίνεται να ρίχνει ρίζες, θα λέγαμε ότι έχει κουρνιάσει στο ηχόχρωμα των Grouper και σταλάζει με κάθε της κομμάτι γερές δόσεις ambient σκοταδιού. Το εναρκτήριο κομμάτι “We Shouldn’t Have To Wait”, με τα νωχελικά φωνητικά να ντύνουν μια έντονα synth wave μελωδία, δεν μπορεί παρά να λειτουργήσει ως καταλύτης στα εγκεφαλικά σας κύτταρα. Το “Clusters” που ακολουθεί σπάει ρυθμικά την υποτονική ατμόσφαιρα για να λειάνει το έδαφος για το διαμάντι του ep, το “Make Up Talk” – αδυνατώ να σας μιλήσω με μουσικούς, πολλώ δε μάλλον με συναισθηματικούς όρους, για αυτή τη σύνθεση. Listen to it and you shall know. Το ep θα κλείσει με το ομότιτλο “The Garden, και κάπου στο βάθος του νου σας θα έρθουν νότες από Einsturzende Neubauten και εικόνες από το Himmel Uber Berlin – αν είστε αρκετά επιρρεπείς στην πραγματικά όμορφη μουσική και την ονειροπόληση.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

40 Watt Sun – Wider Than The Sky (Radiance Records)

40wattsun.againstthesilence

Υπάρχει ένα ψυχολογικό (;) φαινόμενο, που προσομοιάζει επικίνδυνα στο déjà vu και φέρει το εξής χαρακτηριστικό γνώρισμα: θα λάβεις ένα ερέθισμα και έκτοτε θα αντιλαμβάνεσαι σε μεγάλη συχνότητα αναφορές σε αυτό το ερέθισμα.

Παράδειγμα. Τις προάλλες μιλούσαμε για τον νέο δίσκο των «αειθαλών» Marillion. Λίγες μέρες μετά πέφτει στην αντίληψή μου ο νέος δίσκος των 40 Watt Sun, οι οποίοι εμπνεύστηκαν το όνομά τους από τους στίχους του κομματιού “Emerald Lies” των… ναι, φυσικά, των Marillion.

Οι 40 Watt Sun σχηματίστηκαν το 2009 από τον Patrick Walker, ως τότε γνωστό ως μέλος των Warning, τον οποίο πλαισιώνουν στα ντραμς ο Christian Leitch (βλ. The River) και στο μπάσο ο William Spong. Η πρώτη τους κυκλοφορία, το The Inside Room του 2011 μας εισήγαγε στον doom, μακρόσυρτο ήχο τους, τους εξομολογητικούς (αν όχι απολογητικούς) στίχους και ουσιαστικά διατήρησε τον χαρακτήρα του απόηχου των Warning.

Στο Wider Than The Sky, που κυκλοφόρησε στα μέσα του Οκτώβρη, οι συνθέσεις είναι ακόμα μεγαλύτερες σε διάρκεια, προσφέροντάς μας επιπλέον λεπτά αισθαντικών σχεδόν μελωδιών. Ο δίσκος ξεκινά με το 16-λεπτο “Stages” και μία ολοκληρωμένη εμπειρία εσωτερικής πάλης, τύψεων και απόγνωσης ξεδιπλώνεται στα αυτιά μας χωρίς βιαστικές εντάσεις και αχρείαστους φωνητικούς χρωματισμούς.

Η παραπάνω περιγραφή μπορεί εύκολα να αναπαραχθεί αυτούσια και για τα υπόλοιπα πέντε κομμάτια του δίσκου. Αλλά θα αποφύγω μια τέτοια πρακτική ώστε να μείνει χώρος για τη συναισθηματική φόρτιση που εγγυημένα θα σας προσφέρει η ακρόαση αυτού του δίσκου.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

An Autumn For Crippled Children – Eternal (Wickerman Recordings)

autmnforcrippledchildren.againstthesilence

Στα χωράφια του blackgaze (όρος που προέκυψε από τη σύνθεση του black metal με το shoegaze), τα οποία φαίνεται να «εκπροσώπησαν» πρώτες μπάντες όπως οι Alcest και οι Lantlos για να επεκταθεί ο κατάλογος με ονόματα όπως των Altar Οf Plagues και Ghost Bath, ανήκουν ξεκάθαρα οι κυκλοφορίες των Ολλανδών An Autumn For Crippled Children.

Με συνολικά έξι άλμπουμ και τρία EPs μέχρι στιγμής, οι AAFCC είχαν κατορθώσει να συνδυάσουν αρμονικά τα τραχιά φωνητικά (τα οποία χωρίς εξαίρεση μεταφράζονται ως κραυγές πνιγμένες στη μελωδία) της μέταλ σκηνής με τις ονειρικές μελωδίες της shoegaze. Πριν από τον τελευταίο δίσκο τους, Eternal, είχαν προηγηθεί μες το 2015 ο δίσκος The Long Goodbye και το EP Portugal με τα οποία γεννήθηκε μία έντονη επιθυμία σε όσους έχει τύχει να παρακολουθήσουν τη μουσική τους πορεία – η ανάγκη να υπάρξει κάποια εξέλιξη στον ήχο τους και τη δομή των μελωδιών τους. Η ανάγκη αυτή είχε εμφανιστεί σε ψήγματα ήδη από το Try Not To Destroy Everything You Love του 2013 που σηματοδότησε μία μικρή κορυφή την οποία η μπάντα θα έπρεπε να ξεπεράσει στο μέλλον για να αποφύγει τη μουντή επανάληψη.

Δυστυχώς το Eternal κινείται με χαρακτηριστική ακρίβεια στα όρια της πεπατημένης με αποτέλεσμα ναι μεν να μην μπορείς παρά να αναγνωρίσεις το εκάστοτε κομμάτι ως δημιουργία των Ολλανδών, αλλά να αδυνατείς δε να συγκρατήσεις μία συγκεκριμένη μελωδία ή να διακρίνεις την αρχή του ενός από το τέλος του άλλου. Η ακρόαση του δίσκου γίνεται σχεδόν παθητικά, συνοδεύει κάποια άλλη ασχολία. Δε σε «ενοχλεί» αρκετά ώστε να κοντοσταθείς και να αφοσιωθείς σε αυτή. Χαρακτηριστικό είναι το ότι τα φωνητικά είναι ακόμα πιο «θαμμένα» σε σχέση με τις περασμένες τους κυκλοφορίες, με αποτέλεσμα να φαντάζουν σχεδόν περιττά.

Όλα τα παραπάνω δε θα ξενίσουν τον ακροατή που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή με τους An Autumn For Crippled Children, αλλά σίγουρα μπορούν να γίνουν αντιληπτά στο δεύτερο πέρασμα από την εισαγωγή του “Eternal Youth” ως το τέλος “Matters Of The Heart”. Και τότε ίσως συμφωνήσουμε όλοι μαζί ότι το “You Have Been In The Shadows For So Long” επιτελεί έναν πιο συμβολικό ρόλο από αυτόν που θα θέλησε η ίδια η μπάντα.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Oranssi Pazuzu – Hexvessel

Oranssi Pazuzu – Värähtelijä (Svart Records)

oranssiagainstthesilence

Στη μυθολογία των Ασσυρίων και των Βαβυλωνίων, ο Pazuzu ήταν ακόμα ένας δαίμονας σε μια πλούσια λίστα παρόμοιων φανταστικών πλασμάτων – ο βασιλιάς του ανέμου, «ο φέρων αστραπές και βροντές», αν θέλουμε να του προσδώσουμε βιβλικές διαστάσεις. Αν, κάμποσα χρόνια μετά, μεταφερθούμε σε ένα συναυλιακό χώρο στον οποίο εμφανίζονται οι Emperor και ξεχωρίσουμε στο πλήθος δύο πορωμένους Φινλανδούς μουσικούς, τους Jun-His (πρώην μέλος της ροκ μπάντας Kuolleet Intiaantit) και Ontto, παρακολουθούμε τη γέννηση των Oranssi Pazuzu.

Οι Oranssi Pazuzu κατορθώνουν όντως να φέρουν κάτι το δαιμόνιο στον ήχο τους. Οι άναρθρες κραυγές που σπάνε ανά τακτά χρονικά διαστήματα ηλεκτρονικά κιθαριστικά ριφάκια, τα sci-fi synths, οι «βαριές» μπασογραμμές και εντέλει μία μεθυστική επανάληψη ενός συγκεκριμένου ρυθμού στα κομμάτια της κάθε δουλειάς τους ως τώρα, τους έχουν ξεχωρίσει μεταξύ των καλλιτεχνών της ψυχεδελικής μπλακ μέταλ σκηνής. Τρία χρόνια μετά τον τρίτο τους δίσκο, Valonielu, κυκλοφορούν το Värähtelijä τον Φλεβάρη του 2016. Όλα τα μουσικά χαρακτηριστικά που ελκύουν τον ακροατή στον ήχο των Oranssi επανεμφανίζονται με συνέπεια.

Ο δίσκος ξεκινά με το επικό χτίσιμο στο επαναλαμβανόμενο ριφάκι του σχεδόν δωδεκάλεπτου “Saturaatio” για να περάσει στα τελετουργικών διαστάσεων sound effects του συνοπτικότερου “Lahja. Το ομότιτλο “Värähtelijä” ρίχνει τους τόνους για να ακολουθηθεί από το κινούμενο σε πιο prog metal ρυθμούς “Hypnotisoitu Viharukous”. Τη σκυτάλη θα πάρει το δεκαεπτάλεπτο “Vasemman Κäden Ηierarkia για το οποίο δε χρειάζονται λόγια (κατά πάσα πιθανότητα θα κατέστρεφαν την εμπειρία της πρώτης και νιοστής ακρόασης). Τα συνολικά 69 λεπτά του δίσκου συμπληρώνουν τα εξίσου χορταστικά σε διάρκεια “Havuluu και “Valveavaruus“.

Το Värähtelijä, λόγω διάρκειας αλλά και δομής, προσφέρεται για αργές, πολλαπλές ακροάσεις. Ουσιαστικά καλεί τον ακροατή να «χτίσει» πάνω σε κάθε ακρόαση την αμέσως επόμενή της, όπως οι ίδιοι οι μουσικοί επενδύουν πάνω στην ίδια βάση το κάθε εφέ, τις ελάχιστες επεμβάσεις της φωνής, κάθε επίπεδο synth. Ενώ δε διαφέρει ιδιαίτερα από οτιδήποτε έχουν ήδη παρουσιάσει, είναι μία μεθυστική (θεωρείστε την επανάληψη ως απόδειξη του ότι δεν υπάρχει πιο ταιριαστό επίθετο), ευπρόσδεκτη συνέχεια.

Hexvessel – When We Are Death (Century Media)

hexvessel.againstthesilence

Λίγο πριν τον τελευταίο δίσκο των Oranssi Pazuzu είχε προλάβει να κάνει την εμφάνισή μια άλλη κυκλοφορία από τη Φινλανδία. Αναφερόμαστε στους «ψυχεδελίζοντες» Hexvessel και το When We Are Death, το πέμπτο δείγμα «γραφής» τους ως τώρα. Σε αντίθεση με τους βαρύθυμους συντοπίτες τους, οι Hexvessel προσφέρουν τόνους ευδιαθεσίας και ενεργητικότητας από την πρώτη κιόλας νότα.

Με το εισαγωγικό “Transparent Eyeball είστε έτοιμοι να ξεκινήσετε roadtrip με λουλουδιαστό βανάκι κατά τα πρότυπα της γενιάς των ‘60s. Καθώς αφήνετε τα μαλλιά σας να ξεγνοιάσουν στο αεράκι, μπαίνει το “Earth Over Us και σας βαραίνει τα βλέφαρα με τον χαλαρό «βηματισμό» του και τα φωνητικά που μοιάζουν να ντύνουν το ταξιδάκι σας με κινηματογραφική αφήγηση, η οποία (γιατί όχι) έρχεται να αποκαλύψει κάποια κοσμική αλήθεια. Kατά τη διάρκεια του “Cosmic Truth” έχετε ήδη καταλαγιάσει σε κάποια ερημική τοποθεσία και διηγείστε ιστορίες του παρελθόντος. Εκμυστηρευόμενοι τύψεις και αστοχίες του παρελθόντος περνάτε στο “When I’m Dead, ένα κομμάτι δυναμικότητας εφάμιλλης με αυτή των Doors.

Στον δρόμο του γυρισμού σας συντροφεύει το “Mirror Boy με τα συναισθηματικά φορτισμένα φωνητικά – από την επήρεια τους σας συνεφέρει το “Teeth Of The Mountain”. Με τα “Green Gold, “Mushroom Spirit Doors” και “Hunter’s Prayer” πλησιάζετε πλέον την αφετηρία σας, ενώ οι στίχοι γίνονται ολοένα πιο εύληπτοι και ενίοτε απλουστευτικοί. Τα τρία αυτά κομμάτια σας αποσυνδέουν εντελώς από την παραισθησιογόνα επίδραση όλων των προηγούμενων – το τέλος του ταξιδιού ήρθε και ό,τι ανάμνηση μείνει θα εξαρτηθεί από το πόσο αφήσατε τον εαυτό σας να αφεθεί σε αυτό ή όχι.

Οι Oranssi Pazuzu και οι Hexvessel εμφανίζονται μαζί στο Gagarin 205 την Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

MONO – Requiem For Hell (Pelagic Records)

mono.requiem.againstthesilence

 Αυτό το κείμενο γράφεται ενώ έχουν πραγματοποιηθεί στην Αθήνα οι συναυλίες των God Is an Astronaut και Explosions In The Sky με αποτέλεσμα να έχει αναδευτεί μέσα μου ο προβληματισμός ως προς το πώς, το πότε και το γιατί ειπώθηκε ότι το post rock έχει εξαντληθεί ως είδος. Τίποτε δε θα μπορούσε να ενισχύσει αυτό το ερώτημα από την επάνοδο των MONO με το Requiem For Hell.

 Αναμέναμε το Requiem For Hell ήδη από τον Ιούλιο του 2016 όταν και ανακοινώθηκε η κυκλοφορία του. Έπειτα σκιρτήσαμε με τα δείγματα που ήταν προσβάσιμα για streaming και μας δημιούργησαν τη σιγουριά ότι θα φάμε συνειδητά τα σώψυχά μας για ακόμα μια φορά.

 Σε αυτό τον δίσκο, οι MONO συνεργάζονται ξανά με τον παλιό γνώριμό τους Steve Albini – γεγονός που φέρνει έντονα στη μνήμη στη συναισθηματική φόρτιση του Hymn To Immortal Wind του 2009 και χτίζει τις αντίστοιχες προσδοκίες. Την όλη «επιφανειακή» ένταση έρχεται να σφραγίσει το artwork του άλμπουμ, το οποίο δεν είναι τίποτε λιγότερο παρά μέρος της εικονογράφησης της Θείας Κωμωδίας του Δάντη από τον Gustave Dore.

 Μόνο που η ένταση αυτή μόνο επιφανειακή δεν είναι. Ο δίσκος αντλεί ξεκάθαρα το θεματικό του άξονα από τη Θεία Κωμωδία προσφέροντας ένα σπαραξικάρδιο «ηχοτοπίο» για την κατάβαση στην κόλαση, η οποία μπορεί να θεαθεί συμβολικά ως μία ευκαιρία κάθαρσης που θα οδηγήσει στην αναγέννηση.

 Μία τέτοια ερμηνεία επιτρέπει το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου, “Death in Rebirth”, με το απαλό του κρεσέντο ·η ονειρική, σχεδόν υπερφυσική μελωδία του “Stellar”· η ένταση και η απόγνωση που χαρακτηρίζουν τα σχεδόν 18 λεπτά του ομότιτλου “Requiem For Hell”, το οποίο στέκεται στο μέσο του δίσκου για να προοιωνίσει την εξασθένηση των παθών και την αναζωπύρωση της ανάγκης για ζωή με το “Ely’s Heartbeat” (το οποίο έχει αφιερωθεί στην πιο φυσική ενσάρκωση αυτής της πνευματικής ανάγκης, ένα νεογέννητο κορίτσι) και το αναπόφευκτο, εξευμενιστικό τέλος με το “The Last Scene”.

 Για ακόμα μια φορά οι MONO μας προσφέρουν κάτι παραπάνω από μουσικές συνθέσεις· προσφέρουν ένα ολόκληρο βίωμα, μία καταβύθιση σε σχεδόν υποσυνείδητες συχνότητες, στο κομμάτι του εαυτού μας που μας είναι απροσπέλαστο κατά τις εκλογικευμένες στιγμές της βιαστικής ζωής μας.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Marillion – F.E.A.R. (Pledge Music/Ear Music/Intact)

 

marillion.againstthesilence 

Τέλη Σεπτέμβρη οι Marillion κυκλοφόρησαν το 18ο άλμπουμ τους με τον προβοκατόρικο τίτλο F.E.A.R., ο οποίος πολύ σύντομα χρειάστηκε να αναλυθεί στα συνθετικά του (Fuck Everyone And Run) για να μην παρεξηγηθεί.

 Θα περίμενε κανείς πως μετά από τόσα χρόνια μουσικής παρουσίας δε θα’ χε μείνει τίποτα να ειπωθεί, αλλά η επικαιρότητα προσφέρει υλικό όχι μόνο για ειδησεογραφικά δελτία και σοσιαλμιντιακές αναλύσεις. Μπορεί (αν είμαστε τυχεροί) να μετουσιωθεί σε πέντε κομμάτια – καθένα από αυτά χωρισμένο σε υπο-συνθέσεις ανάλογες τμημάτων ενός ποιήματος- με κοινό θεματικό άξονα τον προβληματισμό για τη ζωή στο «τώρα».

 Ο δίσκος ξεκινά με το “El Dorado” σε μελαγχολικούς τόνους επιστροφής σε μία αλλοτινή Βρετανία πριν την επέλαση της φιλαργυρίας και την υιοθέτηση του μοντέρνου τρόπου ζωής όπου η επιβίωση είναι ζήτημα των λίγων (“I see myself in them/The people at the borders/Waiting to exist again“), το οποίο σε 17 σχεδόν λεπτά εξελίσσεται σε ένα μανιφέστο υπέρ της ειρήνης (“There’s so much more that binds us than divides us/But our f e a r denies it“).

 Συνειρμικά σχεδόν μεταφερόμαστε στο “Living in F E A R, μία σύνθεση-προτροπή για αλλαγή (“The key left in the outside of the unlocked door/Isn’t forgetfulness/It’s a challenge to change your heart“) για να κάνουμε ένα μικρό διάλειμμα με την παιχνιδιάρικη έναρξη του “The Leavers” και το πέρα ως πέρα προϊόν αναπόλησης “White Papers.

 Ο δίσκος θα κλείσει με το πομπώδες “The New Kings να απηχεί τις κορώνες ενός καπιταλιστικού συστήματος όπου οι ιδεαλιστές αντιμετωπίζονται ως διαχειρίσιμοι ηλίθιοι (“Well do you remember a time when you thought you belonged to something more than you?/ You poor sods have only yourselves to blame/On your knees, peasant/You’re living for the New King“).

  Η συναισθηματική φόρτιση είναι τόσο παρούσα στιχουργικά ώστε μία ακρόαση του δίσκου εντελώς αποσυνδεδεμένη από το ιδεολογικό του context θα αποτελούσε μια εμπειρία λειψή. Το F.E.A.R φέρει έναν «παλιομοδίτικο» τόνο με πολύ νεανική ορμή, αξίζει να το ακούσεις έστω μια φορά, αλλά δύσκολα θα σε συντροφεύσει για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Βικτώρια Λαμπροπούλου