Dirk P. Haubrich – Robinson Out Of Context (Quanta Records)

Πριν λίγο καιρό το Against The Silence και συγκεκριμένα η Βικτώρια, είχε την ευκαιρία να συνομιλήσει με το Γερμανό καλλιτέχνη, Dirk P. Haubrich, για την τελευταία του κυκλοφορία Robinson Out Of Context για τη σημασία που διαδραματίζει η μουσική στην καθημερινή μας ρουτίνα. Ας δούμε λοιπόν, το αποτέλεσμα αυτής της συζήτησης.



V: Καλησπέρα κ. Haubrich. Βρίσκουμε εσάς και την τελευταία σας κυκλοφορία «Robinson Out Of Context» στο μεταίχμιο μίας νέας χρονιάς – ένα χρονικό σημείο που συνεπάγεται ενδοσκόπηση και νέα ξεκινήματα. Υπήρχε μία αίσθηση αναγέννησης ενόσω δημιουργούταν ο δίσκος, ένας στόχος που θέσατε στον εαυτό σας υπό τη σκοπιά της ωρίμανσης;

Η: Τόσο το «Robinson Out Of Context» όσο και το b-side «7 to 8» αποτέλεσαν συνθέσεις προορισμένες να ακουστούν – ή όπως προτιμώ να αναφέρω- να αποτελέσουν στοιχείο μίας παράστασης σύγχρονου χορού. Προκειμένου να παρουσιάσω αυτές τις συνθέσεις αποκλειστικά και μόνο ως μουσική, αποχωριζόμενες ομαλά από το πλαίσιο της σκηνικής παρουσίασης και από τις οπτικές αναπαραστάσεις στις οποίες αφορούν, χρειαζόταν να βρω μία νέα προσέγγιση. Άνοιξα τις ανεπεξέργαστες εκδοχές των κομματιών και τα άκουσα, τα βίωσα αποκλειστικά και μόνο ως προς τα θεμελιώδη στοιχεία τους έχοντας κατά νου ότι θα υπάρξει ένα άτομο, σε ένα ήσυχο δωμάτιο που θα τις ακούσει αποκλειστικά και μόνο ως μουσική. Η αίσθηση της αναγέννησης ενυπάρχει σε αυτή την εμπειρία, καθώς για πρώτη φορά εστίασα στο να δημιουργήσω αυτές τις συνθέσεις προκειμένου να κυκλοφορήσουν στο ευρύ κοινό που θα έχει την ευκαιρία να τις ακούσει στις φορητές του συσκευές κατά το δοκούν.

Το να δημιουργεί κανείς μουσική για το θέατρο είναι πολύ διαφορετική εμπειρία ως προς τις τελικές μίξεις, την ένταση και την τελική επεξεργασία. Στην αρχική επεξεργασία υπήρχαν τμήματα χαμηλής έντασης -60db, που λειτουργούν πολύ αρμονικά στο θέατρο και σε αίθουσες εκδηλώσεων. Μπορώ να χρησιμοποιήσω πολύ περισσότερη δυναμική, να κρατήσω τμήματα πολύ ήρεμα – πιο ήρεμα και από τον ήχο της πέψης ενός ατόμου που κάθεται τρεις σειρές πίσω σου. Παράλληλα, μπορώ να χρησιμοποιήσω πολύ έντονα τμήματα μόλις μία στιγμή αργότερα με τη βοήθεια χιλιάδων watt του ενισχυτή. Κι όλη αυτή η διαδικασία γίνεται, έχοντας κατά του ότι η ένταση δεν πρέπει να γίνει αντιληπτή από όλο το σώμα, όχι να περιοριστεί σε ένα κουδούνισμα στα αυτιά μέχρι το επόμενο πρωινό.

V: Η ambient μουσική αποκαλείται το πλέον μινιμαλιστικό είδος μουσικής. Συμφωνείτε; Είναι αυτό το χαρακτηριστικό της προτέρημα κατά την άποψή σας;

H: Μπορώ να φανταστώ ότι μία μινιμαλιστική σύνθεση μπορεί εύκολα να γίνει ambient, αν με τον όρο «ambient» αναφερόμαστε στο μη ενοχλητικό, εστιασμένο, σε αυτό που εύκολα ακούς τυχαία. Ένα ambient περιβάλλον, για εμένα, είναι αυτό που σε κάνει να νιώθεις ασφαλής, που δε σε προβληματίζει. Σταματάς να σκέφτεσαι και να χρησιμοποιείς τις αισθήσεις σου σε πλήρη εγρήγορση. Ambient φως, τηλεόραση, σπίτι – οτιδήποτε ambient δε σε κινεί, σε χαλαρώνει, σε προετοιμάζει για ύπνο. Δεν είμαι μεγάλος οπαδός του οτιδήποτε είναι ambient. Όμως, μου αρέσουν τα ambient στοιχεία στη μουσική που λειτουργούν ανανεωτικά και βοηθούν το νου του ακροατή να εστιάσει και πάλι, να κάνει μια παύση και να επαναπροσδιορίσει τον χρόνο, να έλθει σε επαφή με το σώμα και την αναπνοή του. Τα ambient τμήματα είναι εργαλεία για να επανακτήσεις τις αισθήσεις σου. Από την άλλη πλευρά, σκεπτόμενος αυτό που μόλις είπα, ομολογώ ότι μου αρέσει να δημιουργώ την αίσθηση στον ακροατή ότι επιπλέει και είναι σε μία συνειδητή κατάσταση, ενώ παράλληλα μου αρέσει η σκέψη ότι κάθε νευρώνας πυροδοτείται κατά την ακρόαση.

V: Το «Robinson Out Of Context» διαρκεί σχεδόν σαράντα λεπτά και αποτελείται από δύο κομμάτια. Εντούτοις, η ακρόασή του δημιουργεί πλειάδα συναισθημάτων και μπορεί να αποτελέσει μία υπερβατική εμπειρία. Ήταν αυτή η επιδίωξή σας ή η ίδια η μουσική εκτείνεται σε άκρα τα οποία ούτε καν εσείς είχατε κατά νου;

H: Μου δίνει μεγάλη χαρά να μαθαίνω ότι βιώνεται έτσι. Ίσως η μουσική μου θα έπρεπε να πωλείται σε τοπικά φαρμακεία μαζί με κάποια προειδοποίηση στη συσκευασία. «Προσοχή, ίσως να εγκαταλείψετε το σύμπαν».

V: Είστε επαγγελματίας και στους δύο τομείς – τη μουσική και το χορό. Υπάρχει κάποια αντιστοιχία ανάμεσά τους;

H: Πιστεύω ότι ο χορός είναι ένας πολύ υγιής τρόπος έκφρασης. Είναι αναζωογονητικός για το νου. Ο καθένας από μας θα έπρεπε να χορεύει έστω για μερικές στιγμές κάθε μέρα μόνο και μόνο για να μη λησμονεί ότι ενυπάρχει ένα υπέροχο συναίσθημα μέσα μας που μας περιμένει να το φέρουμε στην επιφάνεια. Κάτι που σε κάνει να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου και σε κάνει δοτικό.

Η μουσική πηγάζει από έναν παρόμοιο πυρήνα, αλλά είναι πολύ πιο επεμβατική στο περιβάλλοντα χώρο της. Αν ο χορός και η μουσική συμφωνήσουν να συνυπάρξουν σε έναν συγκεκριμένο χώρο, το πάντρεμα τους είναι αρμονικό.

V: Πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος στη σύγχρονη κοινωνία για μουσική που είναι πνευματική και κινείται με αργούς ρυθμούς, όπως η δική σας, δεδομένου ότι ολοένα και περισσότερα άτομα περνούν τη ζωή του αγχωτικά, σε «γρήγορη κίνηση»;

Η: Πιστεύω ότι υπάρχει ανάγκη για το είδος της μουσικής που θα βοηθήσει τους ανθρώπους να ανακτήσουν το πνεύμα τους, ή αν δεν το είχαν ποτέ εντοπίσει, ίσως πρόκειται για μία ανάγκη ανάκτησης του πνευματικού μας περιβάλλοντος. Η μουσική μπορεί να βοηθήσει σε μια τέτοιου είδους επιβράδυνση.

V: Κατά τη διάρκεια είκοσι ετών έχετε δημιουργήσει έναν σεβαστό αριθμό συνθέσεων. Ποιο είναι το κίνητρό σας για τη συνέχεια αυτής της διαδρομής; Υπάρχει κάποιο μήνυμα που θέλετε να διαβιβάσετε σε κάθε έναν από τους ακροατές σας;

H: Μήνυμα; Όπως το να τρως καλά, να ζεις υγιεινά και να φροντίζεις τα αυτιά σου; Νομίζω ότι το να επικοινωνεί κανείς χωρίς τη χρήση λέξεων είναι μία εξαιρετική εμπειρία και το να τροφοδοτούμε τα αυτιά μας με αναζωογονητικές ακουστικές εμπειρίες είναι ο στόχος.


Α little while ago, Against The Silence’s Viktoria had the opportunity of reaching out to German artist, Dirk P. Haubrich, to talk about his latest release Robinson Out Of Context and converse on the meaning of music in our stressed-out daily routines. Here’s what we made out of it.

Good evening Mr. Haubrich. We find you and your latest work “Robinson Out Of Context” right at the turn of the year, a time of reflection and new beginnings. Was there a sense of rebirth while making this album, a new goal you set for yourself in terms of growth?

“Robinson out of Context” and the B-side “7 to 8” were both composed to be played – or as I like to use the word – “performed” for stage in combination with modern dance. For the presentation of those compositions as pure music, gently taken out of that context of stage and all those visuals that are involved with it, I needed a new approach. I opened the original unmixed versions, and  went through those tracks , listened and lived through its elements gain, knowing, that there will be a quiet room, with a person focusing only on the music.

The sense of rebirth is there, because this is the first time, I was focused on creating it for publication and for an audience to listen on their own sound devices.

 Creating music for stage is very different when it comes to the final mixes, the levels, loudness and mastering. In the original master I had quiet sections of -60db, and this worked very well in the field of stage and performance hall. I can use much more dynamics, have sections very quiet, quieter then somebody’s digesting noises three rows behind you. And I can have the loud parts to be experienced very loudly just a moment later, using the power of thousands of watts of amplification. But keeping still in mind, that the loud parts need to felt in the body not in the ears with a ringing until next morning.

 Ambient music is said to be the most minimalist genre of all. Do you agree? Is this characteristic an asset in your opinion?

 I can imagine that minimal music can become easily ambient, ambient in the meaning of not disturbing, unfocused, easy to overhear. An ambient surrounding for me is something that makes you feel safe, something you don’t have to worry about. You stop thinking and you stop using your senses in full awareness. Ambient light, ambient TV, ambient home, ambient doesn’t move you, it makes you chilled out, ready to go to sleep. I am not a big fan of ambient anything. But I like ambient parts in the music, for refreshing and refocusing the listeners mind, to give them a rest, to re-judge the experience of time or reconnect with their own body, breathing. Ambient sections are tools for re-sensing.

 On the other hand, rethinking what I just said, I like to create a state of floating, being aware, but enjoying a reconsideration of every neuron that gets fired up as a result of listening.

 “Robinson Out Of Context” lasts for approximately 40 minutes and comprises of two tracks. Yet, listening to it can be full of emotions and be felt like an out-of-body experience. Is that an intention of yours or does the music extend to reaches you haven’t even thought of?

 I am very pleased to hear this experience. Maybe my music should be sold at the local drug store or pharmacy with some warning on the package. “Be Aware, You Might Leave Your Universe”.

You are a professional in both fields -music and dance. Is there a correspondence between the two?

 Dancing I find to be a very healthy way of expression. It is very refreshing for your mind. Everyone should dance, at least for a few moments every day, so as not to forget that there is a wonderful feeling resting in each of us, waiting to be uplifted. Something that makes you friendly with your own self and turns oneself to a giving person.

 Music has a similar core of emergence, but is more invasive to the surrounding world. If both dance and music agree to share the same space, it will be a good match.

 Do you find that there is a place in today’s society for music that is both spiritual and slow-paced, as your own, considering that a growing amount of people are spending their lives in an anxious, fast-forward way?

 I think there is even a need for music that will help people to find their spirits again, or if they never knew what those are, maybe it means that people have started looking for their spiritual environment. Music can help to de-accelerate.

 Over a span of twenty years you’ve created quite a number of compositions. What is your drive as to continuing this journey? Is there a message that you wish to convey to each and every one of your listeners?

A message? Like eat well, live healthy, take care of your ears? To communicate without using words can be a wonderful experience, and feeding the ears with refreshing acoustic activities is the aim.


Βικτώρια Λ./ Victoria L.

Tommy Guerrero – Road To Knowhere (Too Good)

Την ώρα που γράφεται αυτό το κείμενο με ράθυμους ρυθμούς και ευμετάβλητη διάθεση βρισκόμαστε για ακόμα μια χρονιά στο μεταίχμιο της αλλαγής μιας χρονιάς – στην αφετηρία ενός κύκλου 365 ημερών με τον τριψήφιο αυτό αριθμό να αποτελεί ακόμα κίνητρο για αλλαγές κι όχι μία ανυπέρβλητη πρόκληση.

Σίγουρα στο πέρας μιας χρονιάς σαν το 2018 τίποτα δε φαντάζει απίθανο ή απρόβλεπτο. Τα απώτατα ύψη και τα απώτατα βάθη της ανθρώπινης δράσης έχουν ήδη αφήσει το στίγμα τους πάνω μας και το βάρος της επεξεργασίας του δεν ήταν ποτέ άλλοτε βαρύτερο (εικάζουμε).

Σε ένα τέτοιο χωροχρονικό πλαίσιο, η νέα δουλειά του Tommy Guerrero είναι τόσο παράταιρη όσο και αναγκαία. Όπως προείπαμε, θα ήταν πλέον αναχρονιστικό να επιμείνει κανείς στην παραδοξότητα της σύνθεσης των ιδιοτήτων του κ. Guerrero. Τι το περίεργο στο να συνθέτει μουσική ένας επαγγελματίας sκateboarder; Μήπως οι ρίζες του από τη Χιλή και τις Φιλιππίνες μάς βοηθούν να φτάσουμε πιο ομαλά στην πηγή των jazz και afrobeat μελωδιών του ή δυσκολεύουν ακόμα πιο πολύ το νοητικό μας ταξίδι;

Αυτά τα ερωτήματα είναι εκτός τόπου και χρόνου σήμερα, κενά κάθε περιεχομένου. Ο κ. Guerrero μετρά ήδη είκοσι χρόνια επαγγελματικής πορείας τόσο στον χώρο του skateboarding όσο και της μουσικής, ώστε να είναι δύσκολο για τον παρατηρητή να ξεχωρίσει τις δύο αυτές ασχολίες του σε κύρια και παρεπόμενη.

Το Road To Knowhere μαρκάρει αυτή την εικοσαετή διαδρομή, διαδεχόμενο του Perpetual του 2015. Δεκατρείς μαγευτικά καταπραϋντικές συνθέσεις – κινούμενες κυρίως σε jazz διαδρομές τις οποίες διακόπτουν μικρές funk και afrobeat παρεκβάσεις – συναποτελούν έναν από τους πιο θεραπευτικούς δίσκους της χρονιάς.

Είναι δύσκολο για εμένα προσωπικά να προχωρήσω σε μία – κομμάτι ανά κομμάτι – αποδόμηση του Road To Knowhere. Βρίσκω ότι μια τέτοιου είδους προσέγγιση θα απέκδυε την ολότητα του δίσκου από την ομαλότητα των μεταβάσεων μεταξύ των συνθέσεων και από την εν γένει φυσικότητα της ροής του.

Θα ήθελα μόνο να κλείσω αυτή τη μικρή λεκτική εισαγωγή στο Road To Knowhere με τη διαπίστωση ότι το μυστικό στο να παραμένεις «relevant», όπως συνηθίζεται να λέγεται στην πομπώδη μεριά της δισκοκριτικής, δε βρίσκεται στις δοκιμασμένες φόρμουλες (sic) και στις κοπιώδεις εναλλαγές αλλά στη σύνθεση ενός όλου μεγαλύτερου από τον εαυτό σου που μοιάζει πιο αυθύπαρκτο και λειτουργικό από τα μέρη του.

Moving on with a sneaky rhythm and a changeable mood we find ourselves yet another time at a year’s turning point – the beginning of a 365-day circle whose three-digit number sets a motive for us to change rather than a challenge.

Undoubtedly, at the end of a year such as 2018 there is nothing considered as unlikely or unforeseeable. The highest reaches and the deepest lows of mankind have already stigmatized us. The burden of processing all this information has never been so overwhelming (or has it? We can only speculate).

In a time and a place such as the aforementioned, Tommy Guerrero’s new album proves itself to be as discrepant as it is needed. It’s already been stated that it would be anachronistic to maintain the notion that Mr. Guerrero’s qualities as a professional are mismatched. Who would (at the present time and era) marvel at the fact that a professional skateboarder composes music at the rate and with the intensity that he does? Would it help to consider his Chilean and Filipino roots in order to track the source of his jazz and afrobeat melodies or would it intervene with our spiritual journey?

Such questions are simply out of place, should they be asked nowadays, completely devoid of meaning. Mr. Guerrero holds a career that spans for twenty years – both as a professional skateboarder and as a musician. This fact makes it difficult for the observer to tell his two qualities apart and discern which one should be called “primary” and which one is the “secondary”.

Road To Knowhere marks this twenty-year old journey, following the album Perpetual (2015). Thirteen majestically soothing compositions – set on jazz premises mainly with a taste of funk and afrobeat intervals – form together one of the most therapeutical albums of 2018.

Personally, I find it pretty hard to move on and deconstruct each individual track of Road To Knowhere. Such an approach would deprive the album of its well-tempered transitions and harm the natural flow of its melodies.

I would like to conclude this tiny introduction to Road To Knowhere with an ascertainment: the key to staying “relevant” (as usually mentioned in contemporary journalism) cannot be found in well thought-out past formulae or in the strenuous alternations of style. It’s the ability to create a whole which extends to reaches further than your own self. A whole that is way more autonomous and functional than its parts.

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Zeal & Ardor – Stranger Fruit (MKVA)

Ιδέα δεν είχα περί Zeal & Ardor.

Ένα αυτοματοποιημένο shuffle με σύστησε στο Devil Is Fine πριν λίγες μέρες και , ούσα καταπιασμένη με το να καταχωνιάζω σε κούτες την πραμάτεια μου, άργησα να ανακόψω την πορεία της λίστας πριν περάσει στο Stranger Fruit.

Μία βδομάδα μετά ξεκλέβω μια ώρα από την κάθε μου μέρα για τα δεκάξι κομμάτια του δίσκου – σημάδι ότι κάποια στιγμή θα ’θελα να βάλω στην άκρη λίγες λέξεις γι’ αυτά.

Ιδέα δεν έχω επί της ουσίας για την ιστορία των Αφροαμερικανών και τα χρόνια της (μη κεκαλυμμένης) σκλαβιάς τους. Μόλις το ’99 έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο της Χάριετ Μπίτσερ Στόου και έτσι, λογοτεχνικά και ρομαντικοποιημένα, μου κοινωνήθηκε το γεγονός της καταπίεσης, της δουλείας, της αποκτήνωσής τους τον 19ο αιώνα.

Φυσικά, όλα αυτά έλαβαν χώρα μόνο στην επιφάνεια της συνειδητότητάς μου. Η ζωή μου συνεχίστηκε κανονικά.

We all heard the stories… to bring you to your knees. And no one’s gonna help you now”, αυτά τα λόγια ξεστομίζει στο “Intro” ο Gagneux χωρίς ίχνος απειλής, σχεδόν στοργικά, προϊδεάζοντάς μας για ό, τι θα επακολουθήσει.

Η ιστορία θα φύγει από το μπολιασμένο έδαφος μιας λογοτεχνικής σελίδας, θα φωλιάσει μες σε μια απροσδόκητη μίξη metal και gospel ήχων, θα πάρει διαστάσεις κατήχησης. Δεν θα κρυφτεί πίσω από το παραπέτασμα του μοναχικού αγωνιστή που προσπερνά με άνεση τις κακοτυχίες της μοίρας του, αλλά θα φέρει στο προσκήνιο τους νεκρούς πάνω στον χαμό των οποίων πλέχτηκε ένα νήμα σιωπής και εγκαρτέρησης ώστε να μη μας σοκάρουν οι μαύρες πτυχές της πάλλευκης ελευθερίας μας (“Bring the dead down low, Bring the dead body down to the graveyard, son. You can’t run, you can’t hide” – “Gravedigger’s Chant”).

Τραχιά φωνητικά συνοδευμένα από έντονο percussion θα ουρλιάξουν στα έγκατά σου να παραμείνεις παρών, μάρτυρας της φρικωδίας αλλά και της δίψας για αλλαγή (“Don’t You Dare”).

Μη βιαστείς να νεύσεις αποδοκιμαστικά. Εδώ δεν θα βρεις οδηγίες για να προσποιηθείς τον σωστό λυρικό επαναστάτη ούτε μια καρικατούρα εμμονικής ιδεοληψίας καμουφλαρισμένη ως avant garde πειραματισμό. Μόνο μπόλικες ερωτήσεις και το παζλ που συνθέτει τις απαντήσεις τους.

We are the last of the legion and slave to none.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

The Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (thrill jockey records)

Στη διάδραση των τεχνών συχνά παρατηρείται μια αμφίδρομη παραδοχή – ο λογοτέχνης θα θεωρήσει την τέχνη του φτωχή να αποδώσει την όποια πραγματικότητα τόσο πιστά όσο ο κινηματογραφιστής, ενώ ο κινηματογραφιστής θα θελήσει να ενσωματώσει τον γραπτό λόγο στην αναπαράστασή του για να μιμηθεί όσο το δυνατόν ακριβέστερα τη νοητή πραγματικότητα που πλάθει ο αναγνώστης διαβάζοντας.

Η παραδοχή αυτή είναι ενδεικτική του ότι η τέχνη είναι ένα ενιαίο πλαίσιο στο οποίο υπάρχει χώρος για κάθε επιμέρους έκφανσή της, ένα μωσαϊκό το οποίο γίνεται ολοένα και πλουσιότερο όσο του προσθέτεις ποικίλες ψηφίδες.

Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται άμεσα από την ίδια μας την εμπειρία και, συγκεκριμένα, από τις υποσυνείδητες συνδέσεις που αντιλαμβανόμαστε τον νου μας να πραγματοποιεί μεταξύ δύο ή περισσότερων χωριστών έργων σε ανύποπτο χρόνο.

Να το δικό μου παράδειγμα.

Μόλις τελείωσα την ακρόαση του φρεσκοκυκλοφορήσαντος (sic) δίσκου των The Body, I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για την επιτυχημένη αντίθεση μεταξύ του παγερού ήχου του ντουέτου των Chip King και Lee Buford και της καθησυχαστικής φωνής της Chrissy Wolpert, για την καθηλωτικά αποπνικτική αίσθηση που μου δημιούργησαν οι άναρθρες κραυγές του King και τη δραματική σχεδόν μετάβαση από τη μία σύνθεση στην άλλη, αλλά αντ’ αυτού θα προτιμήσω να σας μιλήσω για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο του Luis Bunuel.

Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος (Un Chien Andalou) είναι από τις ταινίες-σταθμούς, όπως έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται οι ταινίες που εισήγαγαν πρωτοποριακά στοιχεία στην κινηματογραφική σύλληψη – κι αυτό γιατί διακατέχεται από υπερρεαλιστική έκφραση τόσο πηγαία και απρόσμενη που ακόμα και σήμερα είναι ικανή να αγγίξει το θυμικό ως και του κατ’ επάγγελμα θεατή.

Μια γυναίκα στέκει παραδομένη, βωβή και με ψυχρή σταθερότητα, καθώς ένα ζευγάρι αντρικά χέρια τής κρατούν τα βλέφαρα του αριστερού ματιού λίγο πριν της κόψουν το μάτι με μια λεπίδα. Αυτή η γυναίκα, η Γαλλίδα ηθοποιός Simone Mareuil, και αυτό το πλάνο μού ήρθαν στον νου με το που ακούστηκε η φωνή της Chrissy Wolpert στο εναρκτήριο κομμάτι “The Last Form Of Loving”, και το sample του χτύπου της καρδιάς έμοιασε σαν να προδίδει την καταχωνιασμένη αγωνία της πρωταγωνίστριας μπροστά στον επικείμενο τεμαχισμό της.

Οι κραυγές του “Can Carry No Weight” έδωσαν φωνή στην έκπληξή της μπρος στην εικόνα του ποδηλάτη, που, ενώ διέσχιζε τον δρόμο κάτω από το σπίτι της, λοξοδρόμησε και στέκεται τραυματισμένος κάτω από το περβάζι της. Με τη βιαιότητα του “Party Alive” παρακολουθούμε μια γυναίκα να τσιγκλάει με μια βέργα ένα τεμαχισμένο χέρι, ενώ όχλος την περιτριγυρίζει κοιτάζοντας με έξαψη το αποτρόπαιο θέαμα. Η φιλήδονη αντίδραση του όχλου μπροστά στην ωμότητα της βίας δεν παύει διαχρονικά να κάνει την εμφάνισή της και η ένταση του tempo των The Body προσφέρει το απαραίτητο θεμέλιο για την έγερση του οικοδομήματος της αποτρόπαιας φύσης μας.

Ο παραμορφωμένος ήχος του “The West Has Failed” μάς εισάγει στο αυτοκαταστροφικό κρεσέντο του απατημένου (;) συζύγου, από το οποίο δεν θα ξεφύγουμε πριν βυθιστούμε στην παράνοια, την αυτολύπηση και εντέλει την κάθαρση. Με το “Nothing Stirs”, οι The Body ξεκινούν μια σταθερή πορεία προς το τερματικό καθαρτικό σημείο του “Ten Times A Day, Every Day, A Stranger”.

Κανένα από τα δύο έργα δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες ερμηνείες, κανένα δεν προσφέρει στιγμιαία χαρά ή παροδική ανάταση. Και τα δύο χωνεύονται σε βάθος χρόνου, μετά από επαναλήψεις, είτε μαζί είτε χωριστά. Κι αν η σύγκρισή μου είναι ατυχής, αβάσιμη ή βεβιασμένη, να σας ομολογήσω ότι καθόλου δεν πρόκειται για σύγκριση. Μόνο για ένα νοητικό πάντρεμα, που από καθαρή τύχη είχα τη χαρά να βιώσω, και μόνο να ελπίζω μπορώ για τα ανέλπιστα δικά σας.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Bell Witch/Shattered Hope Live

Τα τελευταία χρόνια όλοι μας έχουμε παρατηρήσει ένα πολύ καλοδεχούμενο άνοιγμα του συναυλιακού χάρτη της Αθήνας. Το παράπονο έχει μετατεθεί από το “ω, διάολε, αν δεν ξηλωθώ να βγω εξωτερικό δεν παίζει να δω τους Χ ποτέ” στο “ω, διάολε, να κρατήσω λεφτά για τους Χ ή να πάω στους Ψ; Μα καλά, γιατί τους φέρνουν και τους δύο μες στο ίδιο Σαββατοκύριακο;”.

Το άνοιγμα αυτό και την παντοτινή μας τάση να μένουμε ανικανοποίητοι με ό,τι κι αν μας δοθεί έχουμε εντοπίσει αυτήν τη χρονιά στο Temple, που ως μια νέα προσπάθεια έχει κατορθώσει να (ξανα)φέρει μπάντες και μεμονωμένους καλλιτέχνες με αρκετά “πιστή” βάση στην πόλη.

Για βδομάδες, φίλοι και γνωστοί λογοφέραμε για το πόσο δεμένο ή όχι θα είναι ένα Σαββατοκύριακο με Bell Witch τη μια μέρα και GY!BE την αμέσως επόμενη. Τελικά τα δεδομένα, δηλαδή μια μικρή καθυστέρηση του εξοπλισμού των Αμερικανών Bell Witch, έφερε το πρόγραμμα τούμπα και η συναυλία μεταφέρθηκε για την πλέον μισητή μέρα των millennials εκεί έξω. (Χρειάζεται, άραγε, να αποκαλύψω ότι αναφέρομαι σε ακόμα μια Δευτέρα;)

Ένα είναι σίγουρο. Εμείς μπορεί να επηρεαστήκαμε, οι μπάντες όμως σίγουρα όχι. H βραδιά ξεκίνησε με τους Shattered Hope να προσδίδουν δυναμισμό και ένταση ικανά να αντισταθμίσουν τη δυσανάλογη αριθμητική συμμετοχή του κοινού που ίσως δεν ήταν προετοιμασμένο για τα funeral doom ακούσματά τους.

Πρέπει, βέβαια, να ομολογήσουμε ότι η μετάβαση από το ένα σχήμα στο άλλο δεν ήταν η αρμονικότερη δυνατή, όπως και ότι ο “χαμένος” χρόνος του στησίματος των Bell Witch δημιούργησε μια ανεπαίσθητη κατατονία στο θυμικό μας.

Όταν, όμως, ακούστηκαν οι πρώτες νότες του μπάσου του Dylan Desmond και το περσινό “Mirror Reaper” άρχισε να καταναλώνει τις κοιλότητες των αυτιών μας, καθηλωθήκαμε. Λίγο το γεγονός ότι έχεις μπροστά σου μόλις δύο μουσικούς να υφαίνουν μια σχεδόν θρηνητική μελωδία υπό λιγοστό φως και μόνο την απολύτως αναγκαία κινητικότητα, λίγο η χαρακτηριστικά παγερή απομάκρυνση του Jesse Shreibman από την όλη συναυλιακή εμπειρία όποτε δεν ακούγονταν τα τύμπανα ή τα άγρια φωνητικά του, η όλη εμπειρία μπόρεσε να πάρει ατμοσφαιρικές διαστάσεις και να κλείσει πρόσκαιρα μεν, ικανοποιητικά δε.

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Godspeed You! Black Emperor/KGD live in Athens

Δεν έχω πάει σε πολλές συναυλίες στη ζωή μου ως τώρα. Σε ακόμα λιγότερες, έχω δει μουσικούς που παρακολουθώ χρόνια και των οποίων οι συνθέσεις έχουν την ικανότητα να μου θυμίζουν με χαρακτηριστική λεπτομέρεια συναισθήματα και γεγονότα που δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

Εδώ και μήνες περίμενα καρτερικά τη μέρα που θα σας έγραφα για την εμφάνιση των Godspeed You! Black Emperor στην Αθήνα. Από όταν ανακοινώθηκε η συναυλία ένιωσα τη χαρά που βιώνεις όταν μια απροσδόκητα ευτυχής συγκυρία σε βρίσκει από το πουθενά. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια, κράτησα τις εκτυπώσεις σε ένα χωριστό, δικό τους σημείο πάνω στο κομοδίνο μου και περίμενα.

Βρήκαμε θέσεις στον εξώστη, κοντά σε μια πολύχρωμη κονσόλα. Αρκετά μακριά από τη σκηνή ώστε να είμαστε αναπαυτικά, αρκετά κοντά ώστε να μη νιώθουμε τύψεις που απουσιάζαμε από την πρώτη γραμμή.

Μες το πρώτο μισάωρο της αναμονής ανιχνεύαμε τα πρόσωπα τριγύρω μας. Ντουζίνες ατόμων με τους οποίους ένιωθες έναν άτυπο δεσμό – συναντηθήκαμε όλοι εδώ, στον ίδιο τόπο και χρόνο για να αποκτήσουμε μια κοινή εμπειρία, να κοινωνήσουμε το ίδιο συναίσθημα. Τότε ήταν που ξεχύθηκε στον χώρο η πρώτη νότα του σετ του KHD (Kevin Dorial), ο οποίος προστατευμένος πίσω από τα synth του, μόλις μετά βίας ανασήκωσε το κεφάλι του μες στο επόμενο μισάωρο-σαραντάλεπτο για να μας αντικρίσει. Η νότα αυτή οδηγήθηκε σε μια υπνωτιστική λούπα, ικανή να μας κρατήσει σταθερά στις θέσεις μας, αλλά όχι αρκετή για να προκαλέσει πραγματικό ενδιαφέρον. Όσο διακριτικά ξεχύθηκε στον χώρο, άλλο τόσο διακριτικά έσβησε μονομιάς.

Η ατμόσφαιρα άλλαξε με την εμφάνιση της Sophie Trudeau στη σκηνή. Ξυπόλητη, πηγαινοφέρνοντας νωχελικά το δοξάρι του βιολιού της, σήμανε την έναρξη μιας απίστευτης μυσταγωγίας. Ήδη στις πρώτες νότες του “Hope Drone” κάθε ήχος του κοινού ερχόταν αντιμέτωπος με κοφτά «σσσς» – ένδειξη ότι είχαμε όλοι καταλάβει πως δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο παρά μόνο για αυτούς τους οκτώ (κι έπειτα εννέα με την εμφάνιση, στο σαξόφωνο, της Mette Rasmussen) ανθρώπους στη σκηνή. Χωρίς να έρχονται στην παραμικρή επαφή με εμάς, αγκάλιαζαν σχεδόν τα όργανά τους και πέρα από τις μικρές, αμήχανες κάπως παύσεις στις εναλλαγές των κομματιών, ουδέποτε μας έδωσαν την εντύπωση ότι μας αντιλαμβάνονται στον χώρο.

Εμείς, από την άλλη μεριά, ήμαστε εκστατικοί. Τα πόδια κινούνταν ρυθμικά στις εκρήξεις του “Mladic”, το οποίο διαδέχθηκε το πλέον πρόσφατο “Bosses Hang”, κλείνοντας έτσι έναν άτυπο κύκλο ρυθμικότητας με (προς έκπληξή μου) σχεδόν ανατολίτικα στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία δεν απέκτησε τόσο συγκινησιακές διαστάσεις, ώσπου να αντιληφθούμε ότι προς το τέλος της θα είχαμε την ευκαιρία να ακροβατήσουμε στον χώρο του “East Hastings” ακούγοντας το “The Sad Mafioso…” και για encore το πολυλατρεμένο “Moya”.

Δεν έχω κατασταλάξει ακόμα αν ήταν η ηδονοβλεπτική διάσταση που απέκτησε η εμπειρία αυτή ήδη από την αρχή της με τα μέλη των GY!BE να έχουν υψώσει ανάμεσά μας έναν νοητό γυάλινο τοίχο από τον οποίο μπορούσε να περάσει μόνο η μουσική τους ή το γεγονός ότι όλες οι συνθέσεις είχαν τροποποιηθεί ειδικά για λάιβ εμφανίσεις όπως αυτή με τόση μαεστρία και όρεξη που δεν ήσουν βέβαιος αν θα προτιμούσες να βυθιστείς στη μελαγχολία ή να ξεσηκωθείς από την πρωτόγνωρη αυτή μορφή που λάμβανε κάθε ένα από τα οκτώ κομμάτια που μας προσέφεραν.

Κλείνω αυτό το κείμενο ξέροντας ότι έχω περιγράψει πολύ λίγα και πως όσοι από εσάς ήσαστε κοντά μου εκείνο το δίωρο έχετε μυριάδες ακόμα λέξεις να προσθέσετε. Κι όμως, καμία απολογία δεν έχει τη θέση της εδώ. Είναι αυτή η απουσία λεκτικής ακρίβειας που συνηγορεί στο ότι η εμπειρία μας ήταν υπερβατική και ως εκ τούτου μπορεί να αναπαραχθεί μόνο μέσα από τα κανάλια της μνήμης μας.

HOPE.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

MESSA – Feast For Water (Aural Music)

“Φίλε, είναι πολύ βασικό που έχετε μια γυναίκα στα φωνητικά. Εξασφαλισμένο κοινό και ξέρεις… Αν μια γυναίκα κάνει λάθος και φαλτσάρει, ας πούμε, κανείς δεν δίνει σημασία. Δεν είναι όπως στον άντρα, που θα τρέξουν να σε γιουχάρουν όλοι”.

Ο χώρος είναι ένα γειτονικό προβάδικο, ο πρωταγωνιστής ένας μεσήλικας μουσικός και η μουσική υπόκρουση ο δεύτερος δίσκος των Ιταλών MESS. Ο μισογυνισμός είναι προφανής, η ειρωνεία των συνθηκών σχεδόν δαιμονική. Ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει μόλις λίγες μέρες και έχω σπεύσει να τον ακούσω – ο απόηχος του ντεμπούτου τους, Belfry, είναι ακόμα ολοζώντανος στα αυτιά μου κι ας κοντεύει να κλείσει τη διετία.

Δεν παύω να αναρωτιέμαι πώς θα ξεχώριζε ένα doom metal σχήμα όπως αυτό, αν δεν έσπαγε τα σχετικά προδιαγεγραμμένα ριφ το χαρακτηριστικά γλυκό ηχόχρωμα της Sara κι αν θα είχαν ποτέ στον νου τους τα λοιπά μέλη του συγκροτήματος την απλοϊκή σκέψη “ας βρούμε μια όμορφη παρουσία που να κουτσοπιάνει τις νότες για να έρχεται κόσμος στα gig”. Πιστεύω πως όχι, και η γνώμη μου απηχεί κάτι παραπάνω από ελπίδα.

Το Feast For Water είναι ένας καλοδουλεμένος, ισοβαρής δίσκος. Μια δουλειά που αναδύει σεβασμό από και προς κάθε μέλος της. Τα doom ριφάκια της έναρξης με το “Naunet” ακολουθούνται από “σιωπές” που προετοιμάζουν την άφιξη των στοιχειωτικών φωνητικών της Sara στο “Snakeskin Drape”. Τίποτε δεν υπερτερεί και τίποτε δεν παραλείπεται.

Μερικές, βέβαια, συνθέσεις πληρούν άκοπα τις προϋποθέσεις της “ραδιοφωνικότητας”, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το οκτάλεπτο “Leah” – γεγονός που φυσικά δεν διαγνώσαμε πρώτοι, καθώς και οι ίδιοι οι MESSA εύλογα το επέλεξαν ως το πρώτο κομμάτι-βίντεο προώθησης του δίσκου, αλλά και το “The Seer”, που είναι ποτισμένο με επιχρώσεις τζαζ στοιχείων και μελωδικότητας. Στον αντίποδα, έχουμε το αργόσυρτο “She Knows” να φέρνει στον νου την Chelsea Wolfe, το ολίγον στονεριασμένο “Tulsi”, το λιγότερο αξιομνημόνευτο από όλα “White Stains” και το αποχαιρετηστήριο “Da Tariki Tariquat”, το καθένα από τα οποία συνιστούν έναν μοναδικό πλανήτη, που κινείται στη δική του αυτόνομη τροχιά.

Όλα αυτά, λοιπόν, συνηγορούν στο ότι το τι φύλο είσαι δεν σε “φτιάχνει” ή σε “χαλάει”, η επιτυχία δεν έχει συνταγή που απλώς με ένα κλικ θα προστεθεί στη φαρέτρα σου και εντέλει ότι, αν έχεις τέτοιο σκεπτικό, αναρωτιέμαι αν είσαι το είδος ακροατή ή δημιουργού που έχει κάτι να προσφέρει στον οποιοδήποτε θνητό από εμάς.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου