The Body – I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer (thrill jockey records)

Στη διάδραση των τεχνών συχνά παρατηρείται μια αμφίδρομη παραδοχή – ο λογοτέχνης θα θεωρήσει την τέχνη του φτωχή να αποδώσει την όποια πραγματικότητα τόσο πιστά όσο ο κινηματογραφιστής, ενώ ο κινηματογραφιστής θα θελήσει να ενσωματώσει τον γραπτό λόγο στην αναπαράστασή του για να μιμηθεί όσο το δυνατόν ακριβέστερα τη νοητή πραγματικότητα που πλάθει ο αναγνώστης διαβάζοντας.

Η παραδοχή αυτή είναι ενδεικτική του ότι η τέχνη είναι ένα ενιαίο πλαίσιο στο οποίο υπάρχει χώρος για κάθε επιμέρους έκφανσή της, ένα μωσαϊκό το οποίο γίνεται ολοένα και πλουσιότερο όσο του προσθέτεις ποικίλες ψηφίδες.

Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται άμεσα από την ίδια μας την εμπειρία και, συγκεκριμένα, από τις υποσυνείδητες συνδέσεις που αντιλαμβανόμαστε τον νου μας να πραγματοποιεί μεταξύ δύο ή περισσότερων χωριστών έργων σε ανύποπτο χρόνο.

Να το δικό μου παράδειγμα.

Μόλις τελείωσα την ακρόαση του φρεσκοκυκλοφορήσαντος (sic) δίσκου των The Body, I Have Fought Against It, But I Can’t Any Longer. Θα μπορούσα να σας μιλήσω για την επιτυχημένη αντίθεση μεταξύ του παγερού ήχου του ντουέτου των Chip King και Lee Buford και της καθησυχαστικής φωνής της Chrissy Wolpert, για την καθηλωτικά αποπνικτική αίσθηση που μου δημιούργησαν οι άναρθρες κραυγές του King και τη δραματική σχεδόν μετάβαση από τη μία σύνθεση στην άλλη, αλλά αντ’ αυτού θα προτιμήσω να σας μιλήσω για τον Ανδαλουσιανό Σκύλο του Luis Bunuel.

Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος (Un Chien Andalou) είναι από τις ταινίες-σταθμούς, όπως έχει καθιερωθεί να αποκαλούνται οι ταινίες που εισήγαγαν πρωτοποριακά στοιχεία στην κινηματογραφική σύλληψη – κι αυτό γιατί διακατέχεται από υπερρεαλιστική έκφραση τόσο πηγαία και απρόσμενη που ακόμα και σήμερα είναι ικανή να αγγίξει το θυμικό ως και του κατ’ επάγγελμα θεατή.

Μια γυναίκα στέκει παραδομένη, βωβή και με ψυχρή σταθερότητα, καθώς ένα ζευγάρι αντρικά χέρια τής κρατούν τα βλέφαρα του αριστερού ματιού λίγο πριν της κόψουν το μάτι με μια λεπίδα. Αυτή η γυναίκα, η Γαλλίδα ηθοποιός Simone Mareuil, και αυτό το πλάνο μού ήρθαν στον νου με το που ακούστηκε η φωνή της Chrissy Wolpert στο εναρκτήριο κομμάτι “The Last Form Of Loving”, και το sample του χτύπου της καρδιάς έμοιασε σαν να προδίδει την καταχωνιασμένη αγωνία της πρωταγωνίστριας μπροστά στον επικείμενο τεμαχισμό της.

Οι κραυγές του “Can Carry No Weight” έδωσαν φωνή στην έκπληξή της μπρος στην εικόνα του ποδηλάτη, που, ενώ διέσχιζε τον δρόμο κάτω από το σπίτι της, λοξοδρόμησε και στέκεται τραυματισμένος κάτω από το περβάζι της. Με τη βιαιότητα του “Party Alive” παρακολουθούμε μια γυναίκα να τσιγκλάει με μια βέργα ένα τεμαχισμένο χέρι, ενώ όχλος την περιτριγυρίζει κοιτάζοντας με έξαψη το αποτρόπαιο θέαμα. Η φιλήδονη αντίδραση του όχλου μπροστά στην ωμότητα της βίας δεν παύει διαχρονικά να κάνει την εμφάνισή της και η ένταση του tempo των The Body προσφέρει το απαραίτητο θεμέλιο για την έγερση του οικοδομήματος της αποτρόπαιας φύσης μας.

Ο παραμορφωμένος ήχος του “The West Has Failed” μάς εισάγει στο αυτοκαταστροφικό κρεσέντο του απατημένου (;) συζύγου, από το οποίο δεν θα ξεφύγουμε πριν βυθιστούμε στην παράνοια, την αυτολύπηση και εντέλει την κάθαρση. Με το “Nothing Stirs”, οι The Body ξεκινούν μια σταθερή πορεία προς το τερματικό καθαρτικό σημείο του “Ten Times A Day, Every Day, A Stranger”.

Κανένα από τα δύο έργα δεν αφήνει περιθώρια για εύκολες ερμηνείες, κανένα δεν προσφέρει στιγμιαία χαρά ή παροδική ανάταση. Και τα δύο χωνεύονται σε βάθος χρόνου, μετά από επαναλήψεις, είτε μαζί είτε χωριστά. Κι αν η σύγκρισή μου είναι ατυχής, αβάσιμη ή βεβιασμένη, να σας ομολογήσω ότι καθόλου δεν πρόκειται για σύγκριση. Μόνο για ένα νοητικό πάντρεμα, που από καθαρή τύχη είχα τη χαρά να βιώσω, και μόνο να ελπίζω μπορώ για τα ανέλπιστα δικά σας.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Bell Witch/Shattered Hope Live

Τα τελευταία χρόνια όλοι μας έχουμε παρατηρήσει ένα πολύ καλοδεχούμενο άνοιγμα του συναυλιακού χάρτη της Αθήνας. Το παράπονο έχει μετατεθεί από το “ω, διάολε, αν δεν ξηλωθώ να βγω εξωτερικό δεν παίζει να δω τους Χ ποτέ” στο “ω, διάολε, να κρατήσω λεφτά για τους Χ ή να πάω στους Ψ; Μα καλά, γιατί τους φέρνουν και τους δύο μες στο ίδιο Σαββατοκύριακο;”.

Το άνοιγμα αυτό και την παντοτινή μας τάση να μένουμε ανικανοποίητοι με ό,τι κι αν μας δοθεί έχουμε εντοπίσει αυτήν τη χρονιά στο Temple, που ως μια νέα προσπάθεια έχει κατορθώσει να (ξανα)φέρει μπάντες και μεμονωμένους καλλιτέχνες με αρκετά “πιστή” βάση στην πόλη.

Για βδομάδες, φίλοι και γνωστοί λογοφέραμε για το πόσο δεμένο ή όχι θα είναι ένα Σαββατοκύριακο με Bell Witch τη μια μέρα και GY!BE την αμέσως επόμενη. Τελικά τα δεδομένα, δηλαδή μια μικρή καθυστέρηση του εξοπλισμού των Αμερικανών Bell Witch, έφερε το πρόγραμμα τούμπα και η συναυλία μεταφέρθηκε για την πλέον μισητή μέρα των millennials εκεί έξω. (Χρειάζεται, άραγε, να αποκαλύψω ότι αναφέρομαι σε ακόμα μια Δευτέρα;)

Ένα είναι σίγουρο. Εμείς μπορεί να επηρεαστήκαμε, οι μπάντες όμως σίγουρα όχι. H βραδιά ξεκίνησε με τους Shattered Hope να προσδίδουν δυναμισμό και ένταση ικανά να αντισταθμίσουν τη δυσανάλογη αριθμητική συμμετοχή του κοινού που ίσως δεν ήταν προετοιμασμένο για τα funeral doom ακούσματά τους.

Πρέπει, βέβαια, να ομολογήσουμε ότι η μετάβαση από το ένα σχήμα στο άλλο δεν ήταν η αρμονικότερη δυνατή, όπως και ότι ο “χαμένος” χρόνος του στησίματος των Bell Witch δημιούργησε μια ανεπαίσθητη κατατονία στο θυμικό μας.

Όταν, όμως, ακούστηκαν οι πρώτες νότες του μπάσου του Dylan Desmond και το περσινό “Mirror Reaper” άρχισε να καταναλώνει τις κοιλότητες των αυτιών μας, καθηλωθήκαμε. Λίγο το γεγονός ότι έχεις μπροστά σου μόλις δύο μουσικούς να υφαίνουν μια σχεδόν θρηνητική μελωδία υπό λιγοστό φως και μόνο την απολύτως αναγκαία κινητικότητα, λίγο η χαρακτηριστικά παγερή απομάκρυνση του Jesse Shreibman από την όλη συναυλιακή εμπειρία όποτε δεν ακούγονταν τα τύμπανα ή τα άγρια φωνητικά του, η όλη εμπειρία μπόρεσε να πάρει ατμοσφαιρικές διαστάσεις και να κλείσει πρόσκαιρα μεν, ικανοποιητικά δε.

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Godspeed You! Black Emperor/KGD live in Athens

Δεν έχω πάει σε πολλές συναυλίες στη ζωή μου ως τώρα. Σε ακόμα λιγότερες, έχω δει μουσικούς που παρακολουθώ χρόνια και των οποίων οι συνθέσεις έχουν την ικανότητα να μου θυμίζουν με χαρακτηριστική λεπτομέρεια συναισθήματα και γεγονότα που δεν πρόκειται να επαναληφθούν.

Εδώ και μήνες περίμενα καρτερικά τη μέρα που θα σας έγραφα για την εμφάνιση των Godspeed You! Black Emperor στην Αθήνα. Από όταν ανακοινώθηκε η συναυλία ένιωσα τη χαρά που βιώνεις όταν μια απροσδόκητα ευτυχής συγκυρία σε βρίσκει από το πουθενά. Έκλεισα αμέσως εισιτήρια, κράτησα τις εκτυπώσεις σε ένα χωριστό, δικό τους σημείο πάνω στο κομοδίνο μου και περίμενα.

Βρήκαμε θέσεις στον εξώστη, κοντά σε μια πολύχρωμη κονσόλα. Αρκετά μακριά από τη σκηνή ώστε να είμαστε αναπαυτικά, αρκετά κοντά ώστε να μη νιώθουμε τύψεις που απουσιάζαμε από την πρώτη γραμμή.

Μες το πρώτο μισάωρο της αναμονής ανιχνεύαμε τα πρόσωπα τριγύρω μας. Ντουζίνες ατόμων με τους οποίους ένιωθες έναν άτυπο δεσμό – συναντηθήκαμε όλοι εδώ, στον ίδιο τόπο και χρόνο για να αποκτήσουμε μια κοινή εμπειρία, να κοινωνήσουμε το ίδιο συναίσθημα. Τότε ήταν που ξεχύθηκε στον χώρο η πρώτη νότα του σετ του KHD (Kevin Dorial), ο οποίος προστατευμένος πίσω από τα synth του, μόλις μετά βίας ανασήκωσε το κεφάλι του μες στο επόμενο μισάωρο-σαραντάλεπτο για να μας αντικρίσει. Η νότα αυτή οδηγήθηκε σε μια υπνωτιστική λούπα, ικανή να μας κρατήσει σταθερά στις θέσεις μας, αλλά όχι αρκετή για να προκαλέσει πραγματικό ενδιαφέρον. Όσο διακριτικά ξεχύθηκε στον χώρο, άλλο τόσο διακριτικά έσβησε μονομιάς.

Η ατμόσφαιρα άλλαξε με την εμφάνιση της Sophie Trudeau στη σκηνή. Ξυπόλητη, πηγαινοφέρνοντας νωχελικά το δοξάρι του βιολιού της, σήμανε την έναρξη μιας απίστευτης μυσταγωγίας. Ήδη στις πρώτες νότες του “Hope Drone” κάθε ήχος του κοινού ερχόταν αντιμέτωπος με κοφτά «σσσς» – ένδειξη ότι είχαμε όλοι καταλάβει πως δεν υπάρχει χώρος για τίποτε άλλο παρά μόνο για αυτούς τους οκτώ (κι έπειτα εννέα με την εμφάνιση, στο σαξόφωνο, της Mette Rasmussen) ανθρώπους στη σκηνή. Χωρίς να έρχονται στην παραμικρή επαφή με εμάς, αγκάλιαζαν σχεδόν τα όργανά τους και πέρα από τις μικρές, αμήχανες κάπως παύσεις στις εναλλαγές των κομματιών, ουδέποτε μας έδωσαν την εντύπωση ότι μας αντιλαμβάνονται στον χώρο.

Εμείς, από την άλλη μεριά, ήμαστε εκστατικοί. Τα πόδια κινούνταν ρυθμικά στις εκρήξεις του “Mladic”, το οποίο διαδέχθηκε το πλέον πρόσφατο “Bosses Hang”, κλείνοντας έτσι έναν άτυπο κύκλο ρυθμικότητας με (προς έκπληξή μου) σχεδόν ανατολίτικα στοιχεία. Παρ’ όλα αυτά, η συναυλία δεν απέκτησε τόσο συγκινησιακές διαστάσεις, ώσπου να αντιληφθούμε ότι προς το τέλος της θα είχαμε την ευκαιρία να ακροβατήσουμε στον χώρο του “East Hastings” ακούγοντας το “The Sad Mafioso…” και για encore το πολυλατρεμένο “Moya”.

Δεν έχω κατασταλάξει ακόμα αν ήταν η ηδονοβλεπτική διάσταση που απέκτησε η εμπειρία αυτή ήδη από την αρχή της με τα μέλη των GY!BE να έχουν υψώσει ανάμεσά μας έναν νοητό γυάλινο τοίχο από τον οποίο μπορούσε να περάσει μόνο η μουσική τους ή το γεγονός ότι όλες οι συνθέσεις είχαν τροποποιηθεί ειδικά για λάιβ εμφανίσεις όπως αυτή με τόση μαεστρία και όρεξη που δεν ήσουν βέβαιος αν θα προτιμούσες να βυθιστείς στη μελαγχολία ή να ξεσηκωθείς από την πρωτόγνωρη αυτή μορφή που λάμβανε κάθε ένα από τα οκτώ κομμάτια που μας προσέφεραν.

Κλείνω αυτό το κείμενο ξέροντας ότι έχω περιγράψει πολύ λίγα και πως όσοι από εσάς ήσαστε κοντά μου εκείνο το δίωρο έχετε μυριάδες ακόμα λέξεις να προσθέσετε. Κι όμως, καμία απολογία δεν έχει τη θέση της εδώ. Είναι αυτή η απουσία λεκτικής ακρίβειας που συνηγορεί στο ότι η εμπειρία μας ήταν υπερβατική και ως εκ τούτου μπορεί να αναπαραχθεί μόνο μέσα από τα κανάλια της μνήμης μας.

HOPE.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

MESSA – Feast For Water (Aural Music)

“Φίλε, είναι πολύ βασικό που έχετε μια γυναίκα στα φωνητικά. Εξασφαλισμένο κοινό και ξέρεις… Αν μια γυναίκα κάνει λάθος και φαλτσάρει, ας πούμε, κανείς δεν δίνει σημασία. Δεν είναι όπως στον άντρα, που θα τρέξουν να σε γιουχάρουν όλοι”.

Ο χώρος είναι ένα γειτονικό προβάδικο, ο πρωταγωνιστής ένας μεσήλικας μουσικός και η μουσική υπόκρουση ο δεύτερος δίσκος των Ιταλών MESS. Ο μισογυνισμός είναι προφανής, η ειρωνεία των συνθηκών σχεδόν δαιμονική. Ο δίσκος έχει κυκλοφορήσει μόλις λίγες μέρες και έχω σπεύσει να τον ακούσω – ο απόηχος του ντεμπούτου τους, Belfry, είναι ακόμα ολοζώντανος στα αυτιά μου κι ας κοντεύει να κλείσει τη διετία.

Δεν παύω να αναρωτιέμαι πώς θα ξεχώριζε ένα doom metal σχήμα όπως αυτό, αν δεν έσπαγε τα σχετικά προδιαγεγραμμένα ριφ το χαρακτηριστικά γλυκό ηχόχρωμα της Sara κι αν θα είχαν ποτέ στον νου τους τα λοιπά μέλη του συγκροτήματος την απλοϊκή σκέψη “ας βρούμε μια όμορφη παρουσία που να κουτσοπιάνει τις νότες για να έρχεται κόσμος στα gig”. Πιστεύω πως όχι, και η γνώμη μου απηχεί κάτι παραπάνω από ελπίδα.

Το Feast For Water είναι ένας καλοδουλεμένος, ισοβαρής δίσκος. Μια δουλειά που αναδύει σεβασμό από και προς κάθε μέλος της. Τα doom ριφάκια της έναρξης με το “Naunet” ακολουθούνται από “σιωπές” που προετοιμάζουν την άφιξη των στοιχειωτικών φωνητικών της Sara στο “Snakeskin Drape”. Τίποτε δεν υπερτερεί και τίποτε δεν παραλείπεται.

Μερικές, βέβαια, συνθέσεις πληρούν άκοπα τις προϋποθέσεις της “ραδιοφωνικότητας”, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το οκτάλεπτο “Leah” – γεγονός που φυσικά δεν διαγνώσαμε πρώτοι, καθώς και οι ίδιοι οι MESSA εύλογα το επέλεξαν ως το πρώτο κομμάτι-βίντεο προώθησης του δίσκου, αλλά και το “The Seer”, που είναι ποτισμένο με επιχρώσεις τζαζ στοιχείων και μελωδικότητας. Στον αντίποδα, έχουμε το αργόσυρτο “She Knows” να φέρνει στον νου την Chelsea Wolfe, το ολίγον στονεριασμένο “Tulsi”, το λιγότερο αξιομνημόνευτο από όλα “White Stains” και το αποχαιρετηστήριο “Da Tariki Tariquat”, το καθένα από τα οποία συνιστούν έναν μοναδικό πλανήτη, που κινείται στη δική του αυτόνομη τροχιά.

Όλα αυτά, λοιπόν, συνηγορούν στο ότι το τι φύλο είσαι δεν σε “φτιάχνει” ή σε “χαλάει”, η επιτυχία δεν έχει συνταγή που απλώς με ένα κλικ θα προστεθεί στη φαρέτρα σου και εντέλει ότι, αν έχεις τέτοιο σκεπτικό, αναρωτιέμαι αν είσαι το είδος ακροατή ή δημιουργού που έχει κάτι να προσφέρει στον οποιοδήποτε θνητό από εμάς.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

The Third Eye Foundation – Wake The Dead (Ici, d’ailleurs…)

Ποτέ κανείς δεν με ρώτησε από πού πηγάζει η ανάγκη να γράφεις για μουσική.

Η μουσική είναι μια τέχνη ακοής και συναίσθησης, ένας διαβιβαστής μελωδιών που αν βρεθούν με την κατάλληλη σειρά και την κατάλληλη ένταση στα αυτιά σου είναι ικανά να πλάσουν μια εμπειρία από την αρχή.

Αντίθετα με την ιδέα που δίνεται σε έναν κινηματογραφόφιλο, η μουσική δεν είναι μόνο το νήμα με το οποίο ντύνεις μια συναισθηματική ή επεισοδιακά κρίσιμη στιγμή. Είναι αυθύπαρκτη, ενεργή. Επομένως, γιατί να γράψεις κάτι; Μήπως προσπαθείς απλώς να αντλήσεις νόημα ο ίδιος μιλώντας για κάτι που μεταφέρει από μόνο του νόημα;

Στην εποχή που το να έχεις άποψη για το κάθετι είναι από μόνο του μια απασχόληση και το να μην εκφράζεσαι επί παντός επιστητού συνεπάγεται σχεδόν κοινωνική αποξένωση, θα ήταν εύκολο να απαντήσουμε ότι ακούμε μουσική, μιλάμε και γράφουμε για μουσική, ώστε να έχουμε ένα απάγκιο που θα μας κρατά πάντα λίγο πάνω από την αφάνεια.

Η αλήθεια, όμως, δεν είναι τόσο βολικά μηδενιστική.

Ακριβώς σε τέτοιες χρονικές συγκυρίες –τόσο μαλθακές και άνευρες– είναι που, όταν γεύεσαι κάτι και αυτό αγκομαχά ολοζώντανο στα αυτιά σου, πρέπει να το χωνέψεις, να το βγάλεις από το σύστημά σου και έπειτα να το κόψεις σε μικρά κομματάκια κοινωνίας για τους δικούς σου “άλλους”.

Το Wake The Dead είναι μια αποκάλυψη και ίσως η ομορφότερη δουλειά του Matt Elliott ως τώρα, ειδικά αν σας θυμίσω ότι πριν από δύο χρόνια μιλούσαμε με συγκρατημένη απογοήτευση για το The Calm Before. Ίσως η σύγκριση αυτή να είναι ατυχής, μια που ο ίδιος έχει επιλέξει να διαφοροποιείται υφολογικά, κυκλοφορώντας δουλειές άλλοτε προσωπικά σε φολκ ήχους και άλλοτε με το όνομα The Third Eye Foundation σε καθαρά ηλεκτρονικούς. Δυστυχώς, τέτοιες διχοτομήσεις μοιάζουν πολύ απλοϊκές για να με αποτρέψουν από το να είμαι κάθετα εκστατική με την εμπειρία που μου προσέφερε το Wake The Dead. Ο δε τόνος είναι τόσο προσωπικός, γιατί θέλω με τα λόγια μου αυτά να σας πείσω ότι οι γνώμες μας δεν θα συγκλίνουν, ο καθένας σας θα ανακαλύψει κάτι ολότελα διαφορετικό σε αυτόν τον δίσκο.

Η ίδια του η ψυχή βρίσκεται εκτεθειμένη στην αρχή. Το ομότιτλο κομμάτι ξεδιπλώνεται επί δεκατρία ολόκληρα λεπτά, αποτελούμενο μόνο από μελωδικά φωνητικά και ρυθμικές επαναλήψεις – μια σχεδόν μυστικιστική διάθεση κατακλύζει εξίσου άκοπα το θυμικό. Στο “The Procession for Eric”, αφουγκράζεσαι πνιχτούς ήχους κρουστών, φαντάζεσαι ότι σε προσκαλούν σε μια ιεροτελεστία με μόνο μέτοχο και θεατή εσένα. Η αυλαία απουσιάζει, τα φώτα απαλύνουν και κατά τη διάρκεια του “The Blasted Tower” έχεις όλον τον χρόνο να βυθιστείς στις αγαπημένες σου ψευδαισθήσεις. Να νιώσεις ολόκληρος ή έστω να εντοπίσεις τα χαμένα σου κομμάτια. Να αιφνιδιαστείς με το απρόβλεπτα παράταιρο “That’s Why” μέχρι να θυμίσεις στον εαυτό σου ότι δεν υπάρχει ποτέ κάτι που δεν θα έπρεπε να περιμένεις όταν στέκεσαι ακίνητος μες σε ένα περιβάλλον που ζει και αναπνέει την αναποφασιστικότητά σου.

Ήρθε η ώρα να ξυπνήσουμε και τους ημιθανείς.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

Conjurer – Mire (holy roar records)

Η γνωριμία με τους Άγγλους Conjurer έγινε τον Ιούλιο του 2016 και το EP τους I – κι αν θα είχαν ακολουθήσει την ευθεία γραμμή από το πρώτο αυτό δείγμα ως την επόμενή τους δουλειά, πιθανότατα δεν θα καταπιανόμασταν σήμερα με το μαρτιάτικο Mire.

Απομακρυνόμενοι από τα καθηλωτικά brutal φωνητικά και τις πολυχρησιμοποιημένες στο sludge metal εναλλαγές μεταξύ μελωδικών και doom riff, αυτή τη φορά μάς προσφέρουν μια πολύ πιο επεξεργασμένη, ραφιναρισμένη εμπειρία.

Σημείωση: η απομάκρυνση αυτή δεν είναι αρκετή ώστε να μιλήσουμε για εγκατάλειψη της πεπατημένης, αλλά παίρνει μορφή που υπόσχεται την ανάγκη για πρωτοτυπία, για την οποία πάντοτε θυσιάζεται η ασφάλεια που προσφέρει το οικείο.

Ο δίσκος ξεκινάει με το βαρύγδουπο, “πεταλιασμένο” δίχως έλεος “Choke” – μια συνεπής και προβλέψιμη για το είδος (αλλά όχι αδύναμη) αρχή. Είναι αυτό το εξάλεπτο που θα μας οδηγήσει στις δύο πιο αξιομνημόνευτες στιγμές του Mire, τα κομμάτια “Hollow” και “Thankless”. Η δυάδα αυτή από μόνη της αποτελεί ικανό λόγο για να αφοσιωθείτε στον δίσκο, αφού αποδεικνύει την εξέλιξη της μπάντας καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο σημείο του.

Εδώ οι αδυναμίες του I έχουν παροπλιστεί και η αλλοτινά αμήχανη εναλλαγή μεταξύ τραχύτητας και μελωδικότητας αποκτά τόση φυσικότητα ώστε ίσως και να πιάσεις τον εαυτό σου να αναπολεί για λίγο τόσο το Exercises In Futility των Mgla όσο και το “I: The Weapon” των Cult of Luna.

A bit of a stretch αναμφίβολα, αλλά με μια διετία ακόμα ποιος ξέρει; Για την ώρα ελπίζουμε κι ας μας διαψεύσουν.

Για το υπόλοιπο του Mire και λόγω του ότι θέλουμε πού και πού να αφήνουμε τις ίδιες τις μπάντες να μιλούν για τη δουλειά τους όπως αυτές επιλέγουν, παραδίδουμε στα χέρια σας το video του ομώνυμου κομματιού:

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

 

thallMOTH – ANVRF (the explorer records)

 

Η Olmué είναι μια μικρή πόλη στη Χιλή με μόλις 15.000 κατοίκους κι από τα λίγα γεγονότα-ορόσημα της ύπαρξής της είναι πως σε αυτή άφησε την τελευταία του πνοή ο ποιητής και ζωγράφος Eugenio Cruz Vargas.

Αν ρίξουμε μια φευγαλέα ματιά στους πίνακες του Vargas θα αντικρίσουμε μερικά δείγματα νατουραλισμού σε τοπία, ενώ τα ποιήματά του κατατάσσονται στο είδος του σουρεαλισμού (βάλε στο μυαλό σου μια νότα από Εγγονόπουλο ως αυθαίρετη σημαδούρα, μια που ανέκαθεν από δικές μας αφετηρίες κρίνουμε τις πορείες των άλλων).

Αυτή την τόσο αχνή, αποσπασματική και ανολοκλήρωτη εικόνα είναι που θα προσπαθήσουμε να αντιπαραβάλλουμε –χάριν εντυπωσιασμού– στο ντεμπούτο των thallMOTH. Ο Felipe (Falak) και ο Roberto (Anvrf) θα συναντηθούν το 2017 και θα ηχογραφήσουν το ANVRF, πριν το παραδώσουν στην τύχη του διαδικτύου στις 29 Ιανουαρίου 2018.

“The Decadence has arrived”, θα γράψουν προς τέρψη του νιχιλιστή μέσα μας και έπειτα θα ξεδιπλώσουν ένα “τυπικό” νήμα doom συνθέσεων με σταθερό μουσικό πυρήνα και σποραδικές εμφανίσεις αλλοιωμένων φωνητικών.

Η ύπαρξη intro, ήτοι του σχεδόν μονόλεπτου “The Tie”, όσο και ενός κομματιού αφιερωμένου στους Black Sabbath με τίτλο “Message from ANVRF (Black Sabbath Tribute)” μοιάζουν σαν να υποδηλώνουν μια ανάγκη μαθητικής συνέπειας – ήπια εισαγωγή για το κοινό και απόδοση σεβασμού στους πρώτους διδάξαντες.

Η πραγματική τους ουσία, φυσικά, βρίσκεται στο ενδιάμεσο.

Στα “Memento Mori”, “Sclera”, “Null” και “Comm Check”, η δυάδα φαίνεται να κατευθύνεται προς drone doom παραδείγματα, με αργά επαναλαμβανόμενα μοτίβα να εναλλάσσουν μεταξύ τους ένταση και ρυθμικότητα. Οι εκπλήξεις και οι πειραματισμοί είναι περιορισμένοι, αλλά αυτό (αν είμαστε σωστοί ως προς το πού τους κατατάσσουμε) είναι αναμενόμενο, ηθελημένο…

…και αρκετό.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου