Dilemma – Persona Graffiti (ankh)

Αν η εγχώρια δισκογραφία συνιστά έναν γαλαξία, στη θέση της πειραματικής μουσικής θα βρούμε μια αχανή μαύρη τρύπα. Αν βουτήξουμε μέσα στα πυκνά σκοτάδια, θα ανακαλύψουμε σποραδική δραστηριότητα από μεμονωμένους καλλιτέχνες, σχεδόν τίποτα όμως που να διαμορφώνει “σκηνή’’. Σε αυτό το ψιλοζοφερό σκηνικό, κάποια χαρακτηριστικά των Dilemma τούς μετατρέπουν σε μια μοναχική εξαίρεση. Δεν ξέρω πόσες πειραματικές μπάντες γνωρίζετε με 15ετή διάρκεια ζωής, πέντε άλμπουμ και σταθερή ζωντανή παρουσία. Εγώ ξύνω το κεφάλι μου προσπαθώντας να θυμηθώ. Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Για να είμαστε βέβαια ακριβείς, το δίδυμο των Σωτήρη Τράγκα (φωνή, σαξόφωνο, κλαρινέτο, φυσαρμόνικα και πάει λέγοντας) και της Πόπης Νταλαχάνη (κιθάρες, πλήκτρα) δεν είναι πειραματικό με την έννοια της πρωτοπορίας, αλλά όσον αφορά το ακατάτακτο της μουσικής τους και της ζύμωσής της με ποικιλόμορφα στιλ. Με αναφορές στην κλασική, στη jazz, στη neofolk, στο gothic και στην indie, ο κόσμος των Dilemma δεν κατηγοριοποιείται εύκολα, εξερευνά τα όριά του, διαστέλλεται και συστέλλεται.

Το πέμπτο τους album Persona Graffiti τούς βρίσκει σε φάση συστολής κι ανασύνταξης. Εξηγούμαι: Μετά από δύο instrumental και αμιγώς πειραματικούς δίσκους, το Persona Graffiti δεν επαναφέρει απλώς τα φωνητικά στο επίκεντρο αλλά αποκαλύπτει και τη διάθεση της μπάντας να γράψει “κανονικά’’ τραγούδια. Από αυτή την άποψη, εδώ αποκαλύπτεται το απλούστερο των προσώπων τους. Στα 11 κομμάτια του album κυριαρχεί μια ακουστική διάθεση που τελικά σχηματίζει περισσότερο μια indie/folk ατμόσφαιρα, αν και τα σαξόφωνα διατηρούν ένα jazzy άγγιγμα καθ’ όλη τη διάρκειά του και τα φωνητικά του Τράγκα πατάνε στην παράδοση όλων των μεγάλων “μπασάτων’’ τραγουδιστών από τον Cash ως τον Cave και τον Hoyem. Περισσότερο από κάθε άλλη “κρυφή’’ επιρροή, διαισθάνομαι τις dark wave καταβολές των συνθέσεων, σε ένα επίπεδο που δεν εκδηλώνεται ποτέ ανοιχτά.

Το Persona Graffiti αποτελεί μια συλλογή σκιαγράφησης ανθρώπινων χαρακτήρων, με μια μουσική ματιά κάποιες φορές ρομαντική, κάποιες πικρή, μα πάντα λυρική. Τα track είναι κι αυτά χωρισμένα σε παρατάξεις, σε φως και σκοτάδι. Περίπου τα μισά είναι ματζόρε, παιχνιδιάρικα, φωτεινά και τείνουν προς τη φόρμα της μπαλάντας. Τα υπόλοιπα στρέφονται στα κρυμμένα ενδότερα, σκοτεινιάζουν, φλερτάρουν με λούπες, βαρύτερες κιθάρες και μινόρε διαθέσεις. Η δεύτερη κατηγορία προσωπικά με έλκει λίγο περισσότερο και εκεί ανήκει και το “Addiction’’, η ίσως αγαπημένη μου στιγμή του δίσκου. Το σπουδαιότερο προτέρημα του άλμπουμ είναι ότι, αν και φαίνονται απλές και διάφανες, οι συνθέσεις είναι πολύ καλογραμμένες κι εξόχως κολλητικές. Ειδικότερα οι φωνητικές μελωδίες είναι ικανές να ριζώσουν μέσα σου για τα καλά.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω και το σημαντικό μειονέκτημα του άλμπουμ: η παραγωγή του. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό δεν αποτελεί σημαντικό θέμα, στην περίπτωση των Dilemma, όμως, ένας “μεγάλος’’, εντυπωσιακός ήχος θα ήταν ίσως απαραίτητος. Εδώ ο ήχος είναι στενός και σε στιγμές μοιάζει πρόχειρος για το επίπεδο της μπάντας, θυμίζοντας λίγο ανεξάρτητες 90’s παραγωγές. Κι αν κάποιος ορθά πει ότι καλύτερα είναι να βγει μια δουλειά ακόμα κι αν το budget ή ο χρόνος δεν είναι αρκετά, θα απαντήσω ότι σε περιπτώσεις όπως των Dilemma θα περίμενα λίγο περισσότερο περφεξιονισμό. Η παραγωγή του Persona Graffiti είναι σαν το χτύπημα στο παπούτσι σου που περιορίζει μια πανέμορφη βόλτα.

Καταλήγοντας. Οι Dilemma είναι μια υπέροχη και μοναδική μπάντα που εύχομαι να αντέξει, να μεγαλώσει, να μην υποταχθεί ποτέ. Δεν ξέρω αν το Persona Graffiti είναι το ιδανικό άλμπουμ για μια πρώτη γνωριμία μαζί τους, αφού πολλά καταστατικά τους χαρακτηριστικά εδώ είναι χαμηλόφωνα. Είναι όμως ένα άλμπουμ αληθινό και ποιοτικό, που περιμένει την ευκαιρία του να σε γραπώσει. Το πώς θα συστηθείτε είναι δικό σας θέμα, μην το αμελείτε όμως. Ψάξτε τους και σε αυτές τις αινιγματικές τους εμφανίσεις στα μισόφωτα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Live God Mother/Ilenkus/Destriers (Roisin Dubh, Galway, 20.1.18)

…ή η τέχνη του να φεύγεις από συναυλία με ματωμένο πρόσωπο.

Τα καλύτερα underground όνειρα σμιλεύονται στα υπόγεια, ενίοτε όμως και σε πατάρια. Το θρυλικό για τη μουσική σκηνή του Galway Roisin Dubh club ήταν έτοιμο για ένα ακόμα πολύβουο σαββατόβραδο: στη μεγάλη σκηνή του ισογείου ένα μεγάλο πλήθος από κυριλέ γιαποπενηντάρηδες ήταν έτοιμο να λικνιστεί σε κάποιο χορευτικό live που δεν είδα καν περί τίνος πρόκειται. Πάνω όμως, στο μικρό stage του παταριού, 40-50 νοματαίοι έπιναν τη Guinness τους μέσα στο πορφυρό ημίφως, χαρούμενοι που θα έβλεπαν ένα live σκληρής μουσικής (διψάμε για τέτοια live εδώ) και ίσως ανυποψίαστοι για το επερχόμενο μακελειό. Ο πιο ανυποψίαστος από όλους εγώ, με τη μαύρη μου τραγιάσκα και το αλαζονικό, πολυταξιδεμένο μου τουπέ. Εαυτέ μου, έχεις δει ίσως τετραψήφιο αριθμό συναυλιών και νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα; Περίμενε λίγο ακόμα πριν απαντήσεις!

Οι Destriers έρχονται από το Δουβλίνο και ο ευθύς τους ήχος αποδείχτηκε ιδανικό άνοιγμα. Εμφανίστηκαν ως τρίο (δυο κιθάρες, ντραμς, φωνή), η έλλειψη μπάσου τούς στερεί σε ζεστασιά αλλά τους προσθέτει σε ξεραΐλα, πράγμα το οποίο δεν έδειξε να χαλάει καθόλου τη μουσική τους. Hardcore χαμηλών ταχυτήτων που εστιάζει στην ατμόσφαιρα των βαριών riff και στα “απελπισμένα” φωνητικά, μπορώ να πω ότι μου έφεραν λίγο στο μυαλό τους θεούς Knut, με λιγότερη εγκεφαλικότητα. Στο τελευταίο κομμάτι τα αίματα άναψαν λίγο με τη συμβολή του μπασίστα των God Mother και του κιθαρίστα των Ilenkus και το σετ έκλεισε ωραιότατα. Μια χαρά μπάντα και αξίζει να την τσεκάρεις.

Οι συμπολίτες μου Ilenkus ήταν ο βασικός λόγος που πήγα στο live. Για την ιστορία να πω ότι πρόκειται για μια εξαιρετική μπάντα, μια από τις “καυτότερες’’ στην Ιρλανδία. Στην υπάρχουσα δισκογραφία τους θα βρεις ένα γκρουπ που έχει ως αφετηρία του το mathcore των Dillinger, σταδιακά γίνεται όμως πιο straight metalcore, σκοτεινιάζοντας τον ήχο τους. Δεν είχα ιδέα όμως πώς είναι live… Από τα πρώτα δευτερόλεπτα βασίλευσε το χάος. Η μη ύπαρξη stage μετέτρεψε αυτόματα το μαγαζί σε πεδίο μάχης και η όποια διαχωριστική γραμμή μπάντας-κοινού εξαφανίστηκε αμέσως. Η πεντάδα όρμησε αφηνιασμένη με έξαλλη ενέργεια και το τεχνικότατο υλικό τους αποδόθηκε με αρτιότητα και περίσσια βία. Έχοντας μια τριπλέτα κιθαριστών-τραγουδιστών σε εναλασσόμενους ρόλους, οι Ilenkus έχουν επενδύσει πάρα πολύ στο κομμάτι του performance και δεν τους αρκεί ότι ιδρώνουν τη φανέλα: θα την ιδρώσεις κι εσύ, θες δεν θες. Πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για γνήσια ιρλανδικά ρεμάλια που δεν συνειδητοποιούν πόσο καλή μπάντα είναι. Για μένα ήταν μια θεότρελη εμφάνιση ενός γκρουπ παγκόσμιου βεληνεκούς. Άκου τους σήμερα κιόλας, αλλά πούλα και τη ψυχή σου για να τους δεις ζωντανά. Το πρόσφατο ep τους είναι ψιλοαριστούργημα.

Headliners της βραδιάς οι Σουηδοί God Mother, όνομα το οποίο κάνει πολύ ντόρο στην ευρωπαϊκή hardcore σκηνή. Υπάρχει καλός λόγος και, αν είναι δυνατόν, οι τύποι ήταν ακόμα περισσότερο τρελοί από τους Ilenkus. Εδώ δεν υπήρχε κανένας μουσικός καλλωπισμός. Οι ημιπαρανοϊκές clean cut φατσούλες τους (θυμάσαι το Funny Games…;) σε υπνωτίζουν, το βίαιο, λυσσασμένο grindcore που εξαπέλυσαν όμως δεν αφήνει υποψίες. Αγνή καταιγιστική ακρότητα, αγνό core fun. Ο χαρισματικός Sebastian Campbell είναι ο frontman που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ο τύπος έκανε τα πάντα, ούρλιαξε, χτύπησε, σκαρφάλωσε σε ντραμς-μπαρ, περπάτησε στο ταβάνι μέσα σε crowd surfing (κυριολεκτώ), κάνοντας μέχρι και τον Patton να μοιάζει με μπαλαρίνα. Ο αθεόφοβος μας έβαλε όλους να κάνουμε μέχρι και limbo dancing με το καλώδιο του μικροφώνου του. Πραγματικά δεν έχω λόγια, μπάντα και κόσμος τα διαλύσανε μαζί όλα. Οι God Mother έχουν φρέσκο νέο δίσκο και γυρίζουν τον κόσμο παίζοντας, παρακαλώ πολύ, αν διαβάζει κάποιος σοβαρός hardcore promoter, φέρτε τους στην Ελλάδα χτες.

Έφυγα από το μαγαζί ματωμένος και καταχαρούμενος.

Οι σκέψεις μου ήταν οι εξής:

  1. Το πόσες πολύ καλές μπάντες έχω δει στη ζωή μου που δεν επενδύουν τίποτα στη σκηνική τους παρουσία. Αιώνιο κι ελληνικό φαινόμενο. Μπάντες, ιδρώστε, βάλτε μυαλό, χάνουμε όλοι.
  2. Δοξασμένο εσύ, underground. Όσους θρύλους κι αν δω ζωντανά, όσες τραγουδιστές λαοθάλασσες κι αν έχω ζήσει, τίποτα δεν συγκρίνεται με το αγνό πάθος των λίγων ημιανώνυμων παρταλιών που ενώνουν τις ζωές και τη θέλησή τους με πρόσχημα την ακρότητα της μουσικής. Κι ως ηλικιωμένος metalhead, ζηλεύω και θαυμάζω το core underground κίνημα, γιατί είναι ακραίο μα γελαστό κι αγκαλιασμένο και όχι πνιγμένο στην ίδια του τη σοβαροφάνεια, όπως διάφορα καμπόσα black/death σχήματα…
  3. Θεωρούσα πάντα παράσημο για τα 174 εκατοστά μου τα moshpits στα οποία έχω θριαμβεύσει, ξέρεις, Sodom, Slayer, Morbid Angel και τέτοια. Αποχωρώντας από το Roisin Dubh, αισθανόμουν σαν να αποχωρώ από το Fight Club, την πρώιμη αυθόρμητη εκδοχή του, πριν αποκτήσει παραρτήματα. Extremity can be fun, αν είσαι στην κατηγορία εκείνη που μπορείς να το αντιληφθείς στη μουσική. Κι ας μην καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Δεν κάναμε ποτέ και τίποτα για αυτούς.

4. Μη γερνάς πρόωρα νιώθοντας ότι τα έχεις δει όλα!

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Christos Asonitis – An Ode To The Light (timezone records)

Υπάρχει μια συνειρμικότητα στη λέξη ντεμπούτο. Το υποσυνείδητο θα αιχμαλωτίσει στιγμιαία την εντύπωση κάποιου παθιασμένου πιτσιρικά (ή γκρουπ πιτσιρικάδων), που με την ορμή της νιότης, την αδιαλλαξία της ημιμαθούς καλλιτεχνικής άποψης και με άγνοια κινδύνου είναι ικανός να αφήσει το στίγμα του. Σύμφωνοι, η μουσική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες θρυλικές στιγμές. Υπάρχουν όμως και τα άλλα ντεμπούτα, αυτά που πήραν τον χρόνο τους και περίμεναν, μέστωσαν κι ολοκληρώθηκαν πριν καν αποτυπωθούν. Ο γεννημένος το 1974 ντράμερ Χρήστος Ασωνίτης δεν βιάστηκε. Μελέτησε, έμαθε, ίδρωσε, τζάμαρε, δοκίμασε, συνεργάστηκε, έκανε τα πάντα στον χρόνο που τους έπρεπε. Το πρώτο του άλμπουμ ως bandleader, συνθέτη κι ενορχηστρωτή έπρεπε να βγει τώρα, όχι νωρίτερα. Μόνο έτσι ό,τι θα του “έλειπε’’ σε νεανική ορμητικότητα θα του περίσσευε σε σοφία. Δεν μπορείς να παίξεις αλλιώς όμορφη jazz, πόσο μάλλον να τραγουδήσεις για το Φως.

Με έδρα το Μόναχο, τo κουιντέτο του Ασωνίτη συμπληρώνεται από τους Bastian Rieser (τρομπέτα), Mark Pusker (σαξόφωνο), Maruan Sakas (πιάνο) και τον περιζήτητο Lorenz Heigenhuber (κοντραμπάσο). Τι είναι όμως αυτό που γεννάει η λαμπερή αυτή ομάδα; Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι κάθε τι γύρω από το An Ode to the Light βροντοφωνάζει “Ποιότητα’’. Από αυτήν την άποψη, το να χαρακτηρίσουμε τον δίσκο ως μοντέρνα jazz δεν μοιάζει αρκετό. Μοιάζει περισσότερο συνετό να μιλήσουμε για μια jazz “κλασική’’, με την έννοια ότι εμπεριέχει όλην τη διαχρονική αρχοντιά αυτού του στιλ. Για μια jazz πυκνή κι αδιαπέραστη, χτισμένη από εξαιρετική δεξιοτεχνία και έξοχη αξιοποίηση κάθε κενού χώρου. Ταυτόχρονα, για μια jazz διάφανη, ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες από την πλευρά του ακροατή, ευάλωτη σε συναισθήματα και γενναιόδωρη σε εικόνες.

Το άλμπουμ αποτελείται από 7 συνθέσεις που παρουσιάζουν μεγάλη ποιοτική ομοιογένεια και τα 55 λεπτά του κυλάνε με μια ήπια κι ευγενική ροή. Απουσιάζουν οι ακρότητες: τα ατμοσφαιρικά μέρη δεν προκαλούν χασμουρητό και οι αυτοσχεδιασμοί είναι πληθωρικοί, χωρίς να παρεκκλίνουν ποτέ από το συνθετικό πλάνο. Όλα μοιάζουν μετρημένα, όλα μοιάζουν να βαδίζουν στη αριστοτελική μέση οδό. Φυσικά, οι πολλαπλές ακροάσεις του άλμπουμ θα απογυμνώσουν κάποια patterns, κυρίως τους όμορφους δομικούς διαλόγους ανάμεσα στα δύο πνευστά, τον ενωτικό και ταυτόχρονα αφηρημένο χαρακτήρα του πιάνου και το ατίθασο μπάσο, που ώρες ώρες μοιάζει σαν το αγρίμι που βιάζεται να χιμήξει. Θα αποκαλύψουν επίσης τις συνθετικές αρετές του Ασωνίτη και τη δύναμη της μουσικής του στη διάπλαση εικόνων. Τα “Second day’’ και “Blue and gray’’, για παράδειγμα, μοιάζουν να εμπνέονται από δυϊστικά/διπολικά μοντέλα. Αντίθετα, το εναρκτήριο “Color en ol oscuro’’ είναι από εκείνα τα παράξενα κομμάτια που αδυνατείς να καταλάβεις τελικά αν η γεύση του είναι γλυκιά ή πικρή. Το επικό “Ancient Dance 490 B.C’’ είναι η φιλόδοξη σύνθεση που επιτυγχάνει να αποδώσει με καθαρά μουσική γλώσσα (συνδυάζοντας λαϊκούς δρόμους κι αφροκουβανέζικα groove) την κινηματογραφικότητα μιας ιστορικής στιγμής. Προσωπικά όμως βρίσκω συμπυκνωμένη την ουσία του άλμπουμ στο “Fos’’, μια ατόφια λυρική οδύσσεια, η οποία βουτάει να συναντήσει την ίδια της τη μοίρα με τόλμη, μια σύνθεση που μπλέκει τον χρόνο με το όνειρο, την ανάμνηση με τη φιλοδοξία. Για το τέλος άφησα τη διασκευή του “Τα ματόκλαδά σου λάμπουν’’. Είμαι σχεδόν ορκισμένος εχθρός των διασκευών, παρ’ όλα αυτά η μετάπλαση του λαϊκού anthem του Βαμβακάρη σε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ήχων είναι σχεδόν συγκλονιστική, στον βαθμό που διαισθάνεται κανείς τη παγκόσμια δύναμη της μουσικής γλώσσας.

Θα κλείσω αυτήν την παρουσίαση με το στοιχείο που με κέρδισε περισσότερο και αφορά την παρουσία του ίδιου του Ασωνίτη. Με την αυτοπεποίθηση ενός δημιουργού που γνωρίζει καλά την καλλιέργεια της ίδιας του της δουλειάς, μένει σταθερά μακριά από το προσκήνιο, απολαμβάνει τη σύμπραξη των ταλαντούχων μουσικών γύρω του και χαίρεται με τη δική τους έκφραση στα δικά του βιώματα. Χαϊδεύει τα τύμπανά του σταθερά και μεθοδικά, ευχαριστιέται το ταξίδι και δεν ζητάει να τον προσέξεις υπερβολικά. Ένα ταξίδι προς το Φως, ένα φως πάντα μακρινό και ακαθόριστο κι όμως πανταχού παρόν. Ένα φως που δεν αναζητείται με φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά με ήρεμους κραδασμούς, με γλυκούς κυματισμούς και χωρίς βιασύνες. Ένα φως που τελικά δεν βιάζεσαι να συναντήσεις. Θα έρθει κι αυτό στην ώρα του, όπως αυτό το σοφά αργοπορημένο ντεμπούτο.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Shining – X-Varg Utan Flock (season of mist)

Η συνεχής και παρατεταμένη ώσμωση του black με κάθε άλλο πιθανό κι απίθανο είδος μπορεί να μας γεμίζει ενθουσιασμό αλλά κάπου έχουν μπουκώσει τα αυτιά μας από την πολλή “τέχνη”. Η γυαλάδα που αποπνέει το Varg Utan Flock ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο μια ευχάριστη έκπληξη και μια καλή ευκαιρία να εστιάσω λίγο στη δουλειά των, γνωστών-αγνώστων για μένα, Shining. Μια μπάντα που αν και γνωρίζω τον ρόλο που βαράει στη σκηνή χρόνια τώρα κι έχω ρίξει σκόρπιες ακροάσεις, δεν είχα επενδύσει ποτέ μέχρι να χαράξει το 2018. Ως μη οπαδός τους, δεν μπορώ να τοποθετήσω το album στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Σίγουρα όμως το δέκατο τους πόνημα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την άγνοιά μου.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες θα σου πουν ότι πρόκειται για black metal δίσκο. Μην τις πιστέψεις. Το metal των Shining είναι περισσότερο black-ίζον παρά πραγματικά black. Υπάρχουν πολλών ειδών στιλιστικές επιρροές εδώ πέρα, πολλά ατμοσφαιρικά ημι-ηλεκτρικά σημεία, πολλά απλωμένα μέρη (όχι, δεν θέλω να πω post), μελωδικά παραδοσιακά σόλο, προοδευτικά περάσματα κι ούτω καθεξής. Φυσικά μια χούφτα από black riffάρες θα τις βρεις, ξέρεις, από αυτές που διατηρούν έναν τσαμπουκά που διδάσκει ή υπενθυμίζει στους νεότερους ότι οι μουσικές ρίζες του black βρίσκονται στο punk.

Οι Shining έχουν χτίσει τον μουσικό τους μύθο ως η μπάντα του προβοκάτορα Niklas Kvarforth που προωθεί suicidal ιδέες. Μην τον πιστέψεις. Υπάρχει εδώ υπερβολικά πολλή έκφραση για να είναι το αποτέλεσμα μηδενιστικό. Η γεύση της μουσικής τους είναι φυσικά πικρή σαν στάχτη, όμως συμβαίνουν τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που η όποια αρνητικότητα του μηνύματος αδυνατίζει. Οι δομές των συνθέσεων είναι αληθινά εντυπωσιακές, με απλά υλικά ο Kvarforth χτίζει πραγματικά απρόβλεπτες μικρές τραγωδίες, με πλοκή, με πόνο, κάποιες φορές με κάθαρση. Το ίδιο εντυπωσιακά και τα φωνητικά του, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από ήπιες δραματικές γραμμές μέχρι βίαια γαβγίσματα. Κάτι στις ερμηνείες του με κάνει να υποπτεύομαι ότι η πραγματική του επιρροή είναι ο Thomas Gabriel Fischer. Και τα πόδια που πατάνε σε χώμα που όργωσαν οι Celtic Frost πατάνε χώμα άγιο. Θα σου πουν να επικεντρωθείς στις ερμηνείες του. Μην τους πιστέψεις. Όλοι οι παίχτες κάνουν σπουδαία δουλειά με σύμμαχο την παραγωγή, το drumming δε του Jarle Byberg –κι ειδικά στο “Jag Ar Din Fiende’’– αγγίζει την τελειότητα.

Αυτό που τελικά μένει είναι η αίσθηση ενός εξαιρετικού metal δίσκου, η προσωπικότητα του οποίου είναι πολύ σπουδαία για να την αγνοήσεις. Κι αν αυτός ο λύκος ξέμεινε χωρίς κοπάδι, μη νομίσεις ούτε λεπτό ότι τα δόντια του είναι λιγότερο κοφτερά. Το 2018 ξεκίνησε με μια δυνατή κλοτσιά στο σκοτάδι. Μέσα στη χρονιά θα σου “πουλήσουν’’ πολλούς metal δίσκους ως πολύ ανώτερους αυτού εδώ. Μην τους πιστέψεις.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

One Step From The Edge – Mother Of Millions – Chronoboros

One Step From The Edge – Beneath The Surface (self-released)

Αξίζουν συγχαρητήρια στους Γιαννιώτες OSFTE και μόνο για το γεγονός ότι μας παραδίδουν το ντεμπούτο τους μόλις ένα χρόνο από τη δημιουργία τους. Από την πρώτη ακρόαση του Beneath The Surface καταλαβαίνει κανείς ότι η μπάντα δεν έχει βιαστεί αλλά ότι έχει χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά την ορμή της για τη συγκρότηση μιας δυναμικής και συγκεκριμένης μεταλλικής πρότασης. Από το εξώφυλλο ακόμα – παραπέμποντας σε 90’s Dark Tranquility και Darkane – υπάρχει η υπόσχεση ενός κάποιου είδους μοντέρνου thrashy metal. Η υπόσχεση τηρείται.

Η αισθητική των Nevermore και η πιο γκρουβάτη πλευρά του thrash είναι τα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν το στιλ τους, επιπλέον όμως η προσεκτική ακρόαση των κομματιών μπορεί να αποκαλύψει διάφορες επιρροές, ακόμα κι εκτός metal. Στο ρυθμικό της κομμάτι η μπάντα σχεδόν αριστεύει. Εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα σε επιθετικότητα, τεχνικότητα και γκρούβα, διάσπαρτες ριφάρες και λιωμένο rhythm section πείθουν ότι η μπάντα έχει μελετήσει εκτεταμένα το παρελθόν και το παρόν του επιθετικού ήχου. Ο Αλέξης Σερέτης και τα πολλαπλά του φωνητικά χτίζουν υφολογικά layers, μελωδικά- ακραία- επικίζοντα. Η πρόθεση είναι αγνή, η εκτέλεση όμως δεν είναι ισοδύναμη. Προσωπικά νιώθω ότι τα extreme μέρη πείθουν περισσότερο από κάποια άλλα που συνορεύουν με το power. Νομίζω ότι αν εστιάσουν στην ακραία τους πλευρά κι απομονώσουν ή ελέγξουν τα πιο μελωδικά τους μέρη οι OSFTE θα καταθέσουν ακόμα αρτιότερα πράγματα στο μέλλον. Συνολικά ως ντεμπούτο κρίνεται ως πολύ αξιόλογο κι ιδιαιτέρως ελπιδοφόρο, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι σωστή διαχείριση κι ελαφρύς εκλεκτικισμός. Αν σου αρέσει thrash και τα ξαδέρφια του, τσέκαρέ το οπωσδήποτε. Συμβουλή: Μελλοντικά ας μη γυαλίσουν υπερβολικά τον ήχο τους. Εδώ το in your face attitude συνυπάρχει με μια ανεπαίσθητη underground φρεσκάδα που κάνει καλό στα πνευμόνια μας.

 

 

Mother of Millions – Sigma (ViciSolum Productions)

Όπως μυστηριωδώς συμβαίνει κάποιες φορές, είχα επενδύσει στους Mother of Millions πριν καν ακούσω νότα από αυτούς. Έκανα την πρώτη απόσβεση με το Human του 2014, με το νέο τους άλμπουμ όμως είμαι ήδη προκλητικά κερδισμένος. Σε μια χρονιά που το ελληνικό prog έκανε υπερβάσεις, το Sigma στέκεται στην ίδια κορυφή με το Hegaiamas των Need.

Μοντέρνο prog rock/metal λοιπόν που εστιάζει στην ατμοσφαιρικότητα και στο επιδιωκόμενο συναίσθημα με σοφιστικέ αέρα και όχι με τεχνοκρατική λογική. Για την ακρίβεια, οι MoM ανήκουν στο κλειστό club των πραγματικά καλών γκρουπ που γνωρίζουν ότι η ουσία βρίσκεται στο ότι γράφουν τραγούδια με την αληθινή έννοια του όρου. Τα όμορφα παιξίματα όλων των παιχτών υπάρχουν εκεί μόνο για να υπηρετήσουν τις συνθέσεις. Στο κέντρο στέκεται ολόλαμπρη η εκπληκτική φωνή του Γιώργου Προκοπίου, οι καλοδουλεμένες μελωδικές γραμμές του οποίου διαμορφώνουν και το κυρίαρχο στίγμα της μουσικής τους. Η παραγωγή δεν βαραίνει, αλλά δίνει χώρο στα όργανα και κάθε τι που ακούγεται είναι απλώς ακόμα ένα χρώμα στην παλέτα. Η αφηγηματικότητα, η θεατρικότητα, πού και πού η επιθετικότητα αλλά και ethnic φωτοσκιάσεις επιστρατεύονται σε σοφές δόσεις μόνο και μόνο για να αναδείξουν όλες τις πτυχές της μουσικής τους. Εξαιρετικό άλμπουμ από μια μπάντα που αξίζει κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου σου και δεν μπορώ παρά να μοιραστώ την υποψία μου ότι το επόμενό τους άλμπουμ θα είναι σχεδόν αριστούργημα. Οι MoM ήρθαν για να μείνουν, τα υπόλοιπα είναι στο χέρι σου.

 

 

Chronoboros – No Dirt Or Silver Will Have Us Sated (self-released)

Πέρσι τέτοιες μέρες ήταν το Education των Ruined Families. Τη θέση του για το παράξενο ’17 παίρνουν οι Chronoboros και το No Dirt Or Silver Will Have Us Sated, ο νέος δυναμίτης της ελληνικής σκηνής που θα βάλει φωτιά στις νύχτες σου και θα στοιχειώσει τα underground όνειρά σου. Κι αν τίτλος-εξώφυλλο μύριζαν από μακριά Neurosis, πέσαμε λίγο έξω. Η γεύση είναι πιο τραχιά και πιο πικάντικη.

Hardcore ναι, αλλά τι hardcore; Με punk και sludge πινελιές ολούθε. Με δυσαρμονίες στο φουλ από μια μπάντα που μοιάζει να λοξοκοιτά την πειραματική σκηνή της Νορβηγίας. Με αλλόκοτα περάσματα με καθαρά φωνητικά και παράξενες κιθαριστικές μελωδίες. Με σπαστικά mathcore μετρήματα. Με ένταση που χτίζεται πραγματικά απροσδόκητα κι όχι με post-ιλίκια. Με τρίλεπτες συνθέσεις που κρύβουν γνήσια περιπέτεια που δεν βρίσκεις σε 70λεπτα άλμπουμ. Και όλα αυτά ενώ το υλικό τους μοιάζει να σέβεται απολύτως τις καταστατικές αρχές του hardcore ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει καλά τι συνέβη στον χώρο της ακραίας μουσικής κατά την προηγούμενη δεκαετία. Αν η μουσική των περισσότερων γκρουπ σχηματίζει γραμμές ή κύκλους, οι Chronoboros κατασκευάζουν ασύμμετρα πολύγωνα. Το καλύτερο; Όλα αυτά μπουκάρουν στα ευτυχισμένα αυτιά σου, ενώ νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε πρόβα τους. Ιδιοφυές. Ίσως ο καλύτερος υπόγειος δίσκος που άκουσα φέτος, το No Dirt… είναι ο φαινομενικά αλητάμπουρας που δύσκολα θα τα βγάλεις πέρα μαζί του αν ανοίξετε συζήτηση.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Yorgos Krommydas Quartet – Luteus (ankh)

 

Πολλή κουβέντα θα μπορούσε να γίνει για το υποκείμενο της ελληνικής jazz, η άποψή μου όμως είναι ικανή να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις: περίσσευμα ταλέντου κι επιδεξιότητας, έλλειψη συναισθηματικής και συνθετικής τόλμης. Στις λίγες και φωτεινές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα, ο Γιώργος Κρομμύδας με το κουαρτέτο του έρχεται να συμπληρώσει το όνομά του με αναντίρρητο τρόπο, τουλάχιστον για όσ@ς έχουν το θράσος να τεντώσουν τα αυτιά τους. Θράσος γιατί το τέταρτο άλμπουμ του Luteus κατά κάποιον τρόπο εκθέτει το σύνολο της εγχώριας jazz μέσω της σπάνιας προσωπικής και συναισθηματικής του φόρτισης.

Για να καταδυθούμε στο άλμπουμ, έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια: σε αντίθεση με τους περισσότερους jazz μουσικούς που γεννήθηκαν ανώτεροι μουσικοί γκουρού, ο Κρομμύδας δεν έκρυψε ποτέ το γεγονός ότι μικρός ήταν μεταλλάς. Πέραν από την επιλογή της μη-υποκρισίας, αυτό τεκμηριώνει ότι η μουσική του έχει έναν εξερευνητικό χαρακτήρα και μια διάθεση να χτίσει πάνω στα υπάρχοντα βιώματά του κι όχι στην προσέγγιση της jazz απλώς ως φόρμας. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ στα προηγούμενα άλμπουμ του η κιθαριστική του δουλειά είχε κάποιες οξείες, σκληρές γωνίες, εδώ ο Κρομμύδας απογειώνεται μέσω της κατάκτησης ενός στοιχείου που κανείς μεταλλάς ποτέ δεν μπόρεσε: της σιωπής ή, αλλιώς, της παύσης. Σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ αισθάνομαι ότι η “φωνή” της κιθάρας είναι το ίδιο δυνατή τις στιγμές που παίζει όσο κι εκείνες που απουσιάζει. Κι αν έχει μείνει κάτι από τις παλιές του επιρροές, υπονοείται μόνο στη διάσπαρτη βραχνάδα του τόνου του ή στο ανατριχιαστικό παίξιμο με το volume knob στο τέλος του “Tony”.

Ένα έντονο συναίσθημα μελωδικότητας και μια διάθεση ενδοσκόπησης είναι διάχυτα σε όλη τη διάρκεια του Luteus. Σχεδόν όλες οι συνθέσεις είναι χτισμένες γύρω από μεγαλόπρεπα μελαγχολικά θέματα (“Tony”, “Luteus”) και ακόμα και οι αυτοσχεδιαστικές στιγμές δεν μοιάζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Μένουν ακριβώς όσο χρειάζεται μέχρι την επιστροφή των βασικών θεμάτων, με χαρακτήρα και λειτουργικότητα κάθαρσης. Και τα κύρια συνθετικά μοτίβα, όμως, δεν ακολουθούν τυπικές jazz διαδρομές, αφού ο τρόπος που αλλάζουν σποραδικά μέρη και διαθέσεις δείχνει ότι το κουαρτέτο έχει επενδύσει πολύ πάνω στην κινηματογραφικότητα των συνθέσεων. Αυτό γίνεται εφικτό μέσω της εξαιρετικής και αλληλοσυμπληρωματικής δουλειάς όλων των μουσικών. Ο Περικλής Τριβόλης στο μπάσο έχει μια σπάνια εκφραστική λιτότητα κι επάρκεια, σε αρμονική αντίθεση με το πυκνό παίξιμο του Δημήτρη Κλωνή στα τύμπανα. Ένας Κλωνής που –θα το πω ανοιχτά– ό,τι του λείπει σε γκρούβα, του περισσεύει σε χρώμα. Στο άλμπουμ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, μετατρέπει τα τύμπανα σε ένα αδιάκοπο, μαγικό ψιλόβροχο. Η διαφορά όμως γίνεται κυρίως με το πιάνο του Μάρκου Χαϊδεμένου, ένα πιάνο που μοιάζει να πρωταγωνιστεί ισόποσα με την κιθάρα, αλλά και πάνω του να έχει δομηθεί μεγάλο μέρος από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Κάποια πιανιστικά θέματα μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στον χώρο του soundtrack παρά σε έναν jazz δίσκο. Ως κορύφωση αυτού του ταξιδιού, στο εξαιρετικό “Posidonian Sunset” που κλείνει τον δίσκο, η jazz αποτελεί απλώς μια μάσκα, έναν Δούρειο Ίππο. Μέσα κρύβεται μουσική που στο βάθος της επιθυμεί να διαφοροποιηθεί απ’ όλα και να ορίζεται μόνο από τον εαυτό της.

Για το τέλος άφησα την πληροφορία ότι το Luteus είναι αφιερωμένο στα άτομα με προβλήματα όρασης. Ο Κρομμύδας δομεί μουσικές ιστορίες, που σκοπό έχουν όχι μόνο να αποκαταστήσουν την “ωχρή κηλίδα”, αλλά να κουβαλήσουν τον ακροατή σε ένα ταξίδι όπου η εικόνα συνυπάρχει με τη μαγεία και τη φαντασία. Κι όπως συμβαίνει πάντα στις τέχνες, ο καλλιτέχνης που δημιουργεί εκθέτοντας τον εαυτό του με ειλικρίνεια και βιωματικότητα και τολμά να πολεμήσει την όποια ασφάλεια και το δήθεν του είναι ο καλλιτέχνης που πείθει.

Δεν χρειάζεται να ακούσω άπειρα φετινά jazz άλμπουμ για να αποφανθώ για την ποιότητα του προκείμενου, για τον απλό λόγο ότι το Luteus χτίζει γέφυρες ανάμεσα στον μουσικό και τον ακροατή, τον καλεί να το κάνει δικό του και να γίνει μέρος του, και αυτό πάντα, απολύτως πάντα, αποτελεί κριτήριο μόνο των εξαιρετικών. Για όσους βλέπουν στην jazz μόνο την ακαδημαϊκή ψυχρότητα και το καικαλίκι της, το κουαρτέτο του Γιώργου Κρομμύδα μπορεί να σου χαμογελάσει με ζέση και κατανόηση και, κυρίως, να σε κάνει να ΔΕΙΣ καλύτερα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dublin Diaries # 3

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

Και το έκανα. Περπάτησα και μετά περπάτησα κι άλλο. Περπάτησα μέχρι που άρχισα να ιδρώνω. Ίσως ξέφυγε κάπου και κάποιο δάκρυ, δεν είμαι σίγουρος. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι λιώνουμε. Οι κόποι και οι χαρές μας γίνονται υγρά. Ίσως, μάλιστα, όταν λιώνουμε να είναι οι στιγμές που είμαστε περισσότεροι ζωντανοί. Οι οργασμοί, ο ιδρώτας, τα δάκρυα… κορυφώσεις του πόνου, του μόχθου, της ευτυχίας. Περπατούσα κι έλιωνα.

Κατέβηκα την Taylor’s hill road σαν φάντασμα. Δεν πρόσεχα καν τα αναρίθμητα πιτσιρίκια που πάνε με πατίνια και ποδήλατα κάθε μέρα στο σχολείο. Δεν έδωσα σημασία στα ημιπολυτελή αυτοκίνητα (εδώ δεν έχει κρίση) που κατηφορίζουν προς το ποτάμι ή για το αν άρχισε να βρέχει. Φτάνω στον πεζόδρομο, να τος ο Jim. Σφίγγω τα δόντια και λέω την πρώτη, ψεύτικη μα γενναία καλημέρα της μέρας.

Σκεφτόμουν την ομίχλη της προηγούμενης νύχτας. Τέσσερις το πρωί στεκόμουν στο μπαλκόνι χαμένος στην αμφιβολία. Ο κόσμος ακίνητος και σιωπηλός. Ο κόσμος πάντα σταματάει νύχτες σαν αυτή. Πίσω μου ένας καθρέφτης αντανακλά. Το καθρέφτισμα της ομίχλης… Το μυαλό μου στάθηκε πολύ στην εικόνα, στη σημειολογία, στη μεταφορά. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο θολό και αφηρημένο από έναν καθρέφτη στην ομίχλη. Ευχήθηκα, όταν έρθει η αυγή να διώξει όλες τις ομίχλες και να μη μείνει τίποτα παρά λίγη υγρασία στο χορτάρι, λίγη υγρασία στις ζωές μας. Να λιώνουμε, αλλά να γινόμαστε στέρεοι ξανά για λίγο. Να μπορεί αυτή τρελή σφαίρα να συνεχίζει τον ξέφρενο χορό της.

Για κάποιο λόγο, ξεπήδησε μια πολύ συγκεκριμένη ανάμνηση. Τέλη Απριλίου, 2002. Όπως πάντα στο τρένο, όπως πάντα διαδρομή από κάπου προς Πατήσια. Βράδυ. Ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι πρέπει να κάνω, ανήμπορος να βάλω τις σκέψεις να ταξιδέψουν ευθεία σαν το τρένο που με πάει. Τότε, ο απέναντι κύριος –δεν είδα ποτέ το κεφάλι του, αλλά τον ευχαριστώ– σήκωσε την εφημερίδα του. Το πρωτοσέλιδο έγραφε παχιά παχιά: ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΟΡΚΟΥΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ. Στο σαλεμένο και ανυπόταχτο μυαλό μου, αυτή ήταν η απάντηση που έψαχνα. Αυτό ορκίστηκα τότε, αν και οι μετέπειτα αποφάσεις μου είχαν τραυματικές συνέπειες. Αυτό ορκίζομαι και τώρα. Ξέρω ότι, σε καιρούς ειρήνης, ο εχθρός σε πιάνει απροετοίμαστο. Μετά το πρώτο σάστισμα όμως, είμαι ξανά όρθιος να πολεμήσω. Πήγα, ήρθα, έφυγα, μετάνιωσα, ξεκίνησα ξανά, είδες πόσο μακριά φτάσαμε;

Ξημέρωσε και πρέπει να πάω στη δουλειά. Πλησιάζω διστακτικά το παράθυρο και κοιτάω έξω. Οι ομίχλες έφυγαν και ο ουρανός έχει ένα βαθύ μοβ χρώμα, ακριβώς όπως σου αρέσει. Έλιωσα αρκετά χτες, αλλά πρέπει να λιώσω κι άλλο.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

 

Αντώνης Καλαμούτσος