Werckmeister Harmóniák by Bela Tarr

Η γλυκιά μελαγχολία της κινηματογραφικής Αντίστασης

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι κριτικός κινηματογράφου για να μπορεί να δηλώσει με αίσθημα ασφάλειας ότι το Werckmeister Harmóniák του οραματιστή Ούγγρου δημιουργού Bela Tarr αποτελεί μια σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφική εμπειρία. Δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του, το φιλμ έχει ήδη βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του τρέχοντος αιώνα, θέση την οποία υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατήσει μέχρι αυτός να εκπνεύσει. Εδώ, όμως, δεν μας αφορούν οι λίστες: αν θεωρήσουμε ότι κοινό και κριτικοί δεν πατάνε πάντα στο ίδιο έδαφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι όποιος “απλός” και “ μη-σινεφίλ” γνωρίζω να το είδε, ένιωσε το ίδιο ακριβώς δέος. Ένα δέος που προκύπτει από τον συνδυασμό μιας ύψιστης αισθητικής κινηματογράφησης με μια μοναδική και αντισυμβατική αφηγηματικότητα, που παγιδεύει τον θεατή σε ένα ονειρικά αινιγματικό σύμπαν.

Οι πρώτες και βασικές πληροφορίες για το φιλμ θα αφορούσαν το γεγονός ότι είναι βασισμένο στη νουβέλα The Melancholy of Resistance του Laszlo Krasznahorkai κι ότι αποτελείται από 39 μακράς διάρκειας μονοκάμερα πλάνα. Είναι προφανές ότι ο εχθρός του αργού, σιωπηλού αγγελοπουλικού σινεμά θα νιώσει αμέσως μια πρώτη απέχθεια γι’ αυτήν την πληροφορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού τα 39 αυτά πλάνα του Tarr δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική ανάδειξη της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης και ούτε κατά διάνοια δεν τα επιτάσσει μια κάποια μορφή κουλτούρας. Αντίθετα, σκοπεύουν να σε μετατρέψουν σε σκιά και να σε σύρουν μαζί τους δίπλα στον Janos, βασικό χαρακτήρα της ταινίας (χαμηλόφωνη μα μεγαλειώδης ερμηνεία από τον Lars Rudolph), σε αυτό το ανώνυμο και απομονωμένο από τον χώρο και τον χρόνο ουγγρικό χωριό. Ένα ξεχασμένο μέρος του οποίου η απροσδιόριστη τάξη απειλείται και τελικά ταράσσεται από την επίσης απροσδιόριστη παρουσία ενός ξενόφερτου τσίρκου που έχει ως βασική ατραξιόν το τεράστιο σώμα μιας νεκρής φάλαινας. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω από αυτήν την παράξενη απειλή αποτελούν κι έναν δημιουργικό θρίαμβο της τέχνης της αφήγησης, αφού η τάξη, η ρήξη, η αντίσταση και η εξέγερση της τοπικής κοινωνίας σπανίως απεικονίζονται. Αντίθετα, η ταινία ρέει κυρίως με την υπόνοια και τον αντίκτυπο των γεγονότων. Η υπόνοια αυτή δεν οικοδομεί μόνο ένα μυστηριώδες κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αφήνει όλον τον χώρο στον θεατή να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει αυτά που παρακολουθεί σχεδόν κατά το δοκούν.

Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα το Werckmeister Harmóniák να διαθέτει πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ταινία συγκροτεί μια “πολιτική αλληγορία-σχόλιο στην κομμουνιστική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’ κι εκεί εστιάζει η κριτική ανάλυση. Ναι, είναι προφανές, το έργο του Tarr είναι όμως πολύ πιο πολυπρισματικό και θα αδικηθεί αν δεν θεαθεί κι από άλλες οπτικές. Το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι σημαντικό φυσικά, αν και ο Tarr δεν παίρνει θέση ή έστω δεν παίρνει τη θέση που θα περίμενε κανείς… Ο φιλοσοφικός στοχασμός του φιλμ είναι, θεωρώ, πολύ πιο ευρύς τελικά, ένας στοχασμός που στρέφεται ταυτόχρονα στα ψηλά και στα χαμηλά με τον ίδιο σεβασμό. Στοχασμός που αφορά τον Θεό αλλά και την πεσιμιστική μονοτονία της καθημερινότητας, τον φόβο του αγνώστου αλλά και την ανθρώπινη ατολμία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων, την απανθρωπιά και τη μαζοποίηση αλλά και τη γλύκα του ονείρου, τον έμφυτο θαυμασμό προς το νέο, την αέναη αντίσταση. Ο κόσμος του Werckmeister Harmóniák είναι εξίσου νατουραλιστικός και ονειρικός, δημιουργώντας τελικά έναν παχύ ιστό, από τον οποίο, εθισμένος, δεν μπορείς αλλά και δεν θέλεις να δραπετεύσεις. Το τελικό μήνυμα της ταινίας –αν φυσικά υφίσταται κάτι τέτοιο– κρύβεται κατά την άποψή μου σε δύο σκηνές, χωρίς spoiler: στο ηλιακό σύστημα της εναρκτήριας σκηνής και στον υπερφυσικό μονόλογο του δευτεραγωνιστή, όπου αναλύεται η θεωρία του μουσικού θεωρητικού του μπαρόκ Andreas Werckmeister. Η αμφισβήτησή της και το αίτημα για ανασκευή της οριοθετεί τελικά την κύρια αξίωση του φιλμ: Το ότι η υπάρχουσα και καθιερωμένη κοσμοθεωρία μας είναι λάθος, ότι πρέπει να την ξαναφτιάξουμε κι ότι μέσα σε αυτήν τη χιλιοτσαλακωμένη κι ελαττωματική μας ύπαρξη φωλιάζει ζεστά το Μεγάλο και το Υψηλό.

Δεν θα μπορούσα τελικά να απαντήσω αν το Werckmeister Harmóniák συγκροτεί ένα λυρικό όνειρο ή έναν ζωντανό εφιάλτη. Υπάρχει αλήθεια και στα δύο, αλήθεια απόλυτη σαν το άσπρο και το μαύρο του φιλμ. Είναι όμως μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική. Με απόλυτο συνένοχο την εκπληκτική μινιμαλιστική μουσική του Mihaly Vig, ανεβαίνουμε κι εμείς, κουρασμένοι αλλά με ελπίδα, το απότομο στριφογυριστό μονοπάτι πλάι στον Janos, διψώντας να τρομοκρατηθούμε με κάθε Αλλαγή. Οι στροφές δεν ξέρεις ποτέ τι θα αποκαλύψουν, μάτια και ψυχή πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να μας ζεστάνει λίγο περισσότερο αυτός ο γέρος ήλιος και να νιώσουμε την ανάταση του να είσαι μικρός ή τη μελαγχολία του να είσαι μεγάλος.

Το Werckmeister Harmóniák ζητά την ψυχή σου για να σ’ την επιστρέψει πλουσιότερη, αν το τολμάς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Voices – Frightened (Candlelight)

Ήρθε η ώρα για παράξενους συνειρμούς. Το Frightened, τρίτο άλμπουμ των Βρετανών Voices, αποτελεί την ιδανική ευκαιρία για να εξετάσουμε λίγο τα μεταβλητά πρόσωπα της έννοιας του λυρισμού. Η παραπάνω φράση ίσως μοιάζει οξύμωρο να γεννήθηκε στο σύμπαν μιας μπάντας που πρακτικά αποτελεί τη συνέχεια των black/death metallers Akercocke. Παραδοσιακά, η έννοια του λυρισμού συντάσσεται με την ανάδειξη του πάθους, του ωραίου, του συναισθήματος και, στην περίπτωση της μουσικής, με μια “έντεχνη” καλλιέργεια. Τώρα όμως περπατάς γερά μες στον 21ο αιώνα. Μπορεί να είναι ακόμα το ίδιο αυτό που θεωρούσες λυρικό;

Το Frightened είναι αδύνατο να καταταχτεί και αυτό είναι αδιάσειστο. Ας δούμε σε τι μπορούμε να συμφωνήσουμε. Όπως και αν χαρακτηρίσεις τη μουσική τους, είναι αδιαμφισβήτητο ότι πρόκειται για μουσική σκοτεινή. Το σκοτάδι όμως εδώ δεν αποτελεί μια φαντασιακή προσήλωση ή μια εμμονική θέαση της ζωής. Αποτελεί μια πραγματικότητα, το εδώ και το τώρα μιας βαριάς και μελαγχολικής πραγματικότητας. Πρόκειται τελικά για μουσική ελαφρώς δυστοπική. Οι αδιαπέραστες σκιές της σύγχρονης δυτικής μεγαλούπολης πέφτουν με ορμή πάνω στις νότες, όχι σαν θεατρικό background αλλά σαν παράγοντας συνδιαμόρφωσης. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη επιλογή της μπάντας: είναι σαν να λένε, “είμαστε οι Voices, έχουμε extreme metal υπόβαθρο κι επιθυμούμε να εξερευνήσουμε τα δημιουργικά μας όρια ως Λονδρέζοι”. Εξάλλου το Λονδίνο τούς ενέπνευσε ολοσχερώς στο London του 2014, έναν εξωφρενικά ποιοτικό δίσκο. Και, τέλος πάντων, μιλάμε για τη σπουδαιότερη ευρωπαϊκή μητρόπολη, δεν μιλάμε για κάτι παίξε γέλασε.

Σκοτάδι και σύγχρονη δυστοπία, λοιπόν. Και πώς εκφράζεται αυτό μουσικά; Εδώ θα ήταν εύκολο να πει κανείς ότι οι Voices σκαρώνουν ένα πλούσιο μουσικό αίνιγμα γεμάτο αντιθέσεις, όμως κι αυτό θα αποτελούσε μια γενικευμένη υπεραπλούστευση. Οι Voices περισσότερο εξερευνούν τον εαυτό τους και τις εκφραστικές τους ικανότητες με τρόπους παράδοξους: όσοι επιθυμούν να βρουν τη σύνδεση με το παρελθόν θα βρουν στον δίσκο για παράδειγμα μερικά blastbeats, όμως προσοχή, χωρίς riff από πάνω τους. Θα βρουν την αίσθηση των φωνητικών στριγκλιών, αλλά, αλίμονο, χωρίς ούτε μία βραχνάδα. Μια προσεκτική ματιά στα κιθαριστικά μέρη θα σε κάνουν να παρατηρήσεις με απορία ότι τα metal riff έχουν στην πραγματικότητα πολύ ήπια παραμόρφωση. Δεν νομίζω ότι η μπάντα έχει κατασταλάξει σε αυτές τις στιλιστικές ιδέες, όπως ήδη ανέφερα, διαισθάνομαι μια γνήσια ανάγκη εξερεύνησης και μια καλώς εννοούμενη ματαιοδοξία, σαν να προσπαθούν να φυτρώσουν ένα λουλούδι στο τσιμέντο. Μελωδικές δυσαρμονίες, φωνητικά που ενίοτε φαλτσάρουν επιτηδευμένα, στρυφνός λυρισμός —ναι— και γενικώς οτιδήποτε θα κουνήσει την μπάντα και τον ακροατή της ελαφρώς από τον άξονά τους.

Τα δύο πρώτα track ίσως σε κάνουν να νομίσεις ότι ο δίσκος θα αποτελέσει μια σύγχρονη σπουδή στο σύμπαν που κάποτε αποκάλυψαν οι Ved Buens Ende. Μην τσιμπάς! Ήδη από το τελικό μέρος του τρίτου track ‘’Evaporated’’, όταν κι εμφανίζεται το περήφανο drum groove που κάθε βρετανική indie rock μπάντα έχει δοκιμάσει, μια ακόμη διάσταση των Voices θα αποκαλυφθεί. Ότι περισσότερο από το Akercocke παρελθόν τους, θα σκύψουν συνολικά πάνω από τη βρετανική τους μουσική κληρονομιά, σκάβοντας indie, darkwave (‘’Funeral Day’’), gothic metal (‘’Manipulator’’) και μετά-Cure διαδρομές (‘’Dead feelings’’), που θα τολμήσουν να φτάσουν ως και την υπόνοια του dubstep (‘’Home movies’’). Είπαμε, το Λονδίνο συνδημιουργεί τον δίσκο. Το κλείσιμο του δίσκου με το ‘’Footsteps’’ θα τολμήσει να αφήσει τελικά να χυθεί και λιγοστό φως σε αυτό το ζοφερό δωμάτιο, λίγο χρώμα, λίγη ελπίδα. Είναι τυχαίο ή υπόσχεση; Ο χρόνος θα δείξει.

Καταλήγοντας λοιπόν στην αρχική σκέψη, το Frightened μοιάζει ανορίωτο, ασυμβίβαστο και ταυτόχρονα λυρικό μέχρι τέλους. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, αφού του λείπουν ακόμα αρκετά σε ενότητα και ισορροπία. Είναι όμως ένας από τους πιο ενδιαφέροντες και προκλητικούς δίσκους που μπορεί κάποιος φίλος της σκληρής μουσικής να ακούσει μέσα στο 2018, ένας δίσκος ικανός να δοκιμάσει τις σκέψεις και την καρδιά σου. Ένας δίσκος που θα τολμήσω να πω ότι για τον γράφοντα αποτελεί τελικά μια στιγμιαία έκφραση του λεγόμενου Art Rock, ενός όχι πολύ μακρινού μέλλοντος.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dublin Diaries #4 – Μεσαίωνα, αγάπη μου…

Κάθε μετανάστης έχει πολλές ιστορίες να πει. Είναι αυτή η καινούρια ματιά στα πράγματα, η επανεκκίνηση των εμπειριών του που δρομολογεί το ανανεωμένο του storytelling. Στα ημερολόγια αυτά θα ήθελα να πω μερικές τέτοιες: θα έγραφα για τον Roland από την Τασμανία και τον προδομένο του έρωτα, τον Alexis από τη Γαλλία που γεμίζει το σοκάκι του St Nicholas με την πιο παράξενη ηχώ, τη βουτιά του γιου μου στον Ατλαντικό στις 29 του Απρίλη, τους Pogues και τους απίθανους Lankum και τα λοιπά. Αυτήν τη φορά όμως θα καταχραστώ αυτόν τον χώρο για κάποιες σκέψεις κοινωνικού περιεχομένου, σ’ ένα κείμενο που έχει ως μόνο στόχο το να αναδείξει κάποιες ιδιαίτερες πτυχές των κοινωνικών συνιστωσών που συνεπιδρούν και συνδιαμορφώνουν αυτά τα ταλαιπωρημένα και περήφανα κουρέλια που ονομάζουμε πολιτισμούς.

Η 8η τροπολογία και η τυραννία των απολυτοτήτων

Ήρθε η ώρα και για την Ιρλανδία λοιπόν να απαλλαγεί από τον νόμο που απαγορεύει τις αμβλώσεις. Το δημοψήφισμα της 25ης Μαΐου είναι το κυρίαρχο θέμα που απασχολεί την τοπική κοινωνία, δημοψήφισμα στο οποίο οι πολίτες καλούνται να ψηφίσουν αν θέλουν να καταργηθεί η λεγόμενη 8η τροπολογία του ιρλανδικού συντάγματος –στην οποία ουσιαστικά κατοχυρώνεται το ισότιμο δικαίωμα ενός εμβρύου στη ζωή– ή όχι. Το δημοψήφισμα αυτό έρχεται να επισφραγίσει τους πολυετείς αγώνες πολλών ανθρώπων και φορέων, οι οποίοι βλέπουν τους κόπους τους να δικαιώνονται. Τα προγνωστικά μιλούν για άνετη επικράτηση του ΝΑΙ, και η Ιρλανδία ετοιμάζεται να αλλάξει σελίδα, αφήνοντας μόνο μικρά κράτη (Μάλτα, Λιχτενστάιν, Σαν Μαρίνο, Βατικανό…) να απαγορεύουν ακόμα τις εκτρώσεις. Οι καμπάνιες στους δρόμους είναι εκτεταμένες: οι συντηρητικοί, ενωμένοι όπως πάντα, έχουν σαν κυρίαρχο μότο το “ΟΧΙ – αγάπησε και τους δύο”. Οι υπέρμαχοι του ΝΑΙ, χωρισμένοι σε διάφορες ομάδες έχουν διάφορα σλόγκαν όπως “Μην αστυνομεύεις το σώμα μου”, “Εμπιστοσύνη”, “Συμπόνια” και τα λοιπά.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επερχόμενη κατάργηση του νόμου αποτελεί έναν καθυστερημένο θρίαμβο του αυτονόητου των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Πώς μπορούσε να είναι αποδεκτό σε μια σύγχρονη, πραγματικά δυτική χώρα όπως η Ιρλανδία, οι γυναίκες να μην έχουν το δικαίωμα επιλογής στην έκτρωση; Η κατάσταση –και πρόλαβα να το βιώσω– ήταν δραματική. Ανύπαρκτοι προγεννητικοί έλεγχοι που έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή εμβρύου και μητέρας, σχεδόν ολοκληρωτική αδυναμία του συστήματος να κάνει εξαιρέσεις κατά περίσταση ακόμα και σε περιπτώσεις με προφανείς ανθρωπιστικούς ή ψυχολογικούς λόγους. Κάποιοι ενδεικτικοί αριθμοί: 3.500 γυναίκες κατέφυγαν στο Ηνωμένο Βασίλειο για έκτρωση το 2017, μόνο 25 εκτρώσεις εφαρμόστηκαν στην Ιρλανδία, ενώ ο αριθμός των γυναικών που κατέφυγαν “παράνομα’’ σε online φαρμακεία για το χάπι ή σε “γιατρούς’’ αμφίβολου κύρους, παραμένει ανυπολόγιστος. Οποιοσδήποτε διαθέτει κοινό νου καταλαβαίνει ότι σε αυτό το μεσαιωνικό περιβάλλον η αντιμετώπιση των γυναικών υπήρξε τραγική. Οι αληθινές μαρτυρίες που είχα τη δυνατότητα να συλλέξω είναι ανατριχιαστικές.

Ανέφερα ήδη, όμως, ότι τα συνολικά χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας κι ενός πολιτισμού συνδιαμορφώνονται από πολυποίκιλες και συχνά αντιφατικές συνιστώσες. Να το πω απλούστερα: “κακές” επιλογές έχουν και “καλά” αποτελέσματα και τούμπαλιν. Αν δει κάποιος τη γενική εικόνα της Ιρλανδίας ως χώρας που δεν επιτρέπει τις εκτρώσεις θα δει τουλάχιστον δύο θετικά.

  1. Οι περισσότερες οικογένειες έχουν από 2 έως 5 παιδιά. Αυτό δημιουργεί έναν απίθανα νεανικό πληθυσμό, μια αίσθηση φρεσκάδας και κατά συνέπεια την πεποίθηση ότι το μέλλον της χώρας είναι ευοίωνο και δημιουργικό. Δεν είναι απλώς ότι δεν υπάρχει δημογραφικό πρόβλημα. Οι νέες ιδέες είναι παντού ολόγυρα, σε μια ανεπτυγμένη χώρα που σφύζει από 18χρονα. Πολλοί πιστεύουν ότι η θρησκεία είναι ένας βασικός λόγος για το ότι πολλές ιρλανδικές οικογένειες είναι πολυμελείς. Σημαντικός παράγοντας επίσης μπορεί να είναι οι κρατικές παροχές που ευνοούν την τεκνοποίηση. Σε κάποιο βαθμό τα παραπάνω ισχύουν, παρατηρώντας όμως τα ζευγάρια νεότερων γενιών και τη χαλαρή ως ανύπαρκτη σύνδεσή τους με τη θρησκεία, πιθανολογώ ότι η απελευθέρωση των εκτρώσεων θα συντελέσει στην σταδιακή αλλαγή αυτού του σκηνικού.
  2. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι γεννιούνται βρέξει-χιονίσει σημαίνει ότι πολλοί είναι άτομα με ειδικές ανάγκες. Αυτό όμως έχει δημιουργήσει σαν αποτέλεσμα μια κοινωνία εκπληκτικά φιλική και προσανατολισμένη προς αυτούς, με ισότιμα δικαιώματα που τηρούνται στο έπακρο και με πραγματική πρόσβαση σε κάθε τομέα κοινωνικής δραστηριότητας. Αν στην Ελλάδα ντρεπόμουν για τη συνολική μας παιδεία σε αυτό το ζήτημα, μετά από αυτό που βλέπω εδώ νιώθω βαθιά θλίψη.

Τολμώντας λοιπόν μια μακροπρόθεσμη πρόβλεψη, η επερχόμενη κατάργηση της 8ης τροπολογίας θα βελτιώσει επιτέλους τη θέση και τα δικαιώματα των γυναικών. Ταυτόχρονα, σε περίπου μια εικοσαετία, το σύστημα υγείας θα έχει προσαρμοστεί και θα έχει χτίσει μια νέα βιομηχανία εκμετάλλευσης των μελλοντικών μαμάδων. Θα παίρνει δεκάδες χιλιάδες ευρώ για να εξεταστεί η ποιότητα της κάθε τρίχας του εμβρύου, ενώ τώρα αδιαφορεί παντελώς για την υγεία εμβρύου/εγκύων. Ένας μεγάλος αριθμός γυναικών θα χρησιμοποιεί με αξιοπρέπεια την ελευθερία της βούλησης, αλλά θα υπάρχουν και εκείνες οι λίγες ανεύθυνες γυναίκες που –είτε από ελλιπή ενημέρωση, παιδεία ή απλώς από κακές επιλογές/επιρροές– θα ρίχνουν παιδιά με την ίδια συχνότητα που άλλοι άνθρωποι βγαίνουν για μπίρα. Υπάρχει ο κίνδυνος ο πληθυσμός να αρχίσει σταδιακά να γερνάει και αναρωτιέμαι αν ο κρατικός μηχανισμός θα διατηρήσει την ίδια φλόγα στην υψηλής ποιότητας διαχείριση των ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ειδικότερα στα άτομα με down –στα οποία έχω ιδιαίτερη αδυναμία προσωπικά– αναρωτιέμαι αν θα ‘‘απορρίπτονται’’ από τους γιατρούς κατά την κύηση ή αν θα εξακολουθεί ο μέσος Ιρλανδός κι ολοκληρο το σύστημα υγείας να τα αγαπά και να τα αναδεικνύει. Ως τώρα η Ιρλανδία τα πηγαίνει περίφημα σε αυτό το θέμα και, ως νεοφερμένος, συγκλονίζομαι από τον σεβασμό που απολαμβάνουν ΟΛΟΙ οι συμπολίτες μου. Το αν η χώρα θα διατηρήσει αυτόν τον χαρακτήρα αποτελεί ένα στοίχημα.

Αν και δεν έχω δικαίωμα ψήφου, ξέρω καλά τι θα ψήφιζα. Στο δίλημμα του δημοψηφίσματος, το Ναι και τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι αδιαπραγμάτευτα. Μου μοιάζει παράξενο, όμως, ότι το ζήτημα είναι πολύ περισσότερο σύνθετο από ό,τι αρχικά δείχνει. Αυτό που ενοχλεί τελικά περισσότερο είναι όμως οι απολυτότητες: πίσω από τα ηχηρά ΝΑΙ ή ΟΧΙ και τους παροδικούς θριάμβους πωρωμένων κοντόφθαλμων, φανατικών ή απλώς ανθρώπων που αδυνατούν να σκεφτούν “κοινωνικά’’ αλλά επιλέγουν πάντα προσωπικά, κρύβεται πάντα η ίδια μετριότητα: η αδυναμία των σύγχρονων “κρατών” να αντιληφθούν ότι η αλήθεια πίσω από πολλά απόλυτα διλήμματα είναι συνήθως κάπου στη μέση και να επιδεικνύουν τα αντίστοιχα αντανακλαστικά. Η αδυναμία τους να αναδεικνύουν περισσότερο την παιδεία, την ενημέρωση και την πρόληψη. Η ανικανότητα του να προστατεύονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και να κρίνονται κατά περίσταση οι ακρότητες. Δεν μπορώ να μην αναρωτιέμαι ζοφερά ερωτήματα: Θα συνεχίζει πάντα το άτομο τελικά να υποκύπτει στο όλο και το όλο θα συνεχίσει να διαμορφώνεται από τους ανέμους των καιρών και όχι από πραγματικά ανθρωποκεντρικούς ορίζοντες; Θα συνεχίσουν οι κοινωνίες να βολοδέρνουν από βράχο σε βράχο, από χαστούκι σε χαστούκι κι από λάθος σε λάθος, επειδή πάντα η πλειονότητα “διοικούντων” και “διοικούμενων” θα αδυνατεί να βλέπει πάνω από μία λεπτομέρεια τη φορά;

Φυσικά το θέμα των αμβλώσεων παραμένει ανοιχτό σε ηθικούς, φιλοσοφικούς, θρησκευτικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς. Όποια κι αν είναι τελικά η θεώρηση του καθενός, δεν μπορώ παρά να θυμάμαι τον Αριστοτέλη που, αν κι εκφραστής της περίφημης μέσης οδού, δεν δίσταζε να αναδεικνύει τους κινδύνους της δημοκρατίας όταν αυτή γίνεται οχλοκρατία. Θα μπορέσει η ιρλανδική κοινωνία να διευρύνει επιτέλους τα ανθρώπινα δικαιώματα χωρίς να απωλέσει τα θετικά στοιχεία της υπάρχουσας κουλτούρας; Εμπρός ολοταχώς λοιπόν για νέους μεσαίωνες; Όχι θα απαντήσω, αν θυμηθώ την Brigid και την απαξίωση που δέχτηκε όταν έμεινε έγκυος. Ναι θα απαντήσω, αν θυμηθώ τον Πέτρο στον πλάτανο του Πλωμαρίου που –έχοντας το σύνδρομο down– όταν σηκώνεται για απτάλικο αναστενάζουν τα βουνά.

Και αν κάποιος από εσάς πιστεύει ότι αυτό το άρθρο είναι τοπικού ενδιαφέροντος, σας παρακαλώ να το ξανασκεφτείτε.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Συνέντευξη Hail Spirit Noir

Μετά από τρία εξαιρετικά album, ήρθε επιτέλους η ώρα για τους Θεσσαλονικείς Hail Spirit Noir να σαλπάρουν για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, με πιο αξιοσημείωτο σταθμό της τη συμμετοχή τους στο Roadburn festival. Επίσημη έναρξη του tour αποτελεί το πρώτο τους headline live στην Αθήνα στις 20 Απριλίου, όπου το psychoprog black metal τους θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ανάμεσα σε βαλίτσες, πρόβες κι ετοιμασίες, ο Θεοχάρης βρήκε τον χρόνο για μια κουβέντα με το Against the Silence, κουβέντα που πρόλαβε να πάει στον Ηράκλειτο, τους Death SS και τα didgeridoo… Μην τολμήσετε να τους χάσετε!

Σας καλωσορίζουμε στο ats. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της πρώτης σας ευρωπαϊκής περιοδείας, δεν μπορώ παρά να ρωτήσω πώς αισθάνεται η μπάντα για το γεγονός.

Εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αγχωμένοι, αλλά πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Από την πρώτη μπάντα που έπαιξε ποτέ ο καθένας μας μέχρι και τώρα, μια περιοδεία είναι ένας από τους στόχους. Ήρθε η ώρα να τον πραγματοποιήσουμε!

Φαίνεται ότι έπειτα από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue έχετε επενδύσει αρκετά στο live κομμάτι. Ήταν για εσάς περισσότερο εσωτερική παρόρμηση ή μια απόφαση “στρατηγική’’ όσον αφορά το promotion της δουλειάς σας;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, να σου πω την αλήθεια. Live θέλαμε να κάνουμε από τότε που κυκλοφόρησε το Πνεύμα, αλλά το θέμα είναι ότι οι υποχρεώσεις τότε δεν μας επέτρεπαν ούτε να το σκεφτούμε. Στους Μάγους κάναμε πάλι μια προσπάθεια η οποία δεν ευδοκίμησε, αλλά όταν πλέον το πήραμε και απόφαση ότι αν θέλουμε η μπάντα να εξελιχθεί θα πρέπει οπωσδήποτε έστω και περιστασιακά να κάνουμε κάποιο live, βρήκαμε και τα κατάλληλα άτομα. Με τον Σάκη Μπαντή (Horizon’s End, Uthull), Cons Marg (Until Rain, Dustynation,) και Φοίβο (Agnes Vein, Katavasia, Freefall), θεωρώ ότι το live κομμάτι της μπάντας έδεσε και πλέον αποδίδουμε το υλικό μας επί σκηνής όπως του αξίζει. Και φυσικά τα live βοήθησαν σημαντικά να ακουστούν περισσότερο οι HSN. Άρα η απάντηση είναι τελικά και το ένα και το άλλο, χεχ.

Το δεύτερο live του tour σας είναι στο λατρεμένο Roadburn festival. Με δεδομένο τον εκλεκτικισμό του συγκεκριμένου festival, η συμμετοχή σας σε αυτό αποτελεί για εσάς περισσότερο μια δικαίωση ή μια καλή ευκαιρία να συστήσετε τη μουσική σας και σε ένα σχετικά ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κόσμο που ίσως δεν θα μας έδινε και τόση προσοχή υπό άλλες συνθήκες. Αν υπολογίσουμε ότι είμαστε και το πρώτο ελληνικό group που εμφανίζεται σε ένα τόσο καταξιωμένο φεστιβάλ, νομίζω είναι και τιμητικό το λιγότερο, και θα φροντίσουμε να το εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δικαίωση, ίσως περισσότερο αποτέλεσμα της δουλειάς που καταβάλλουμε και το πόσο σοβαρά παίρνουμε τους Noir οι ίδιοι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αποτελεί τιμή μας και μόνο για το πόσο αυστηρό είναι στην επιλογή των μπαντών που παίζουν… Σε ένα τέτοιο φεστιβάλ, που κοινό από όλον τον κόσμο το βάζει στο πρόγραμμά του να το παρακολουθήσει, είναι μια τεράστια ευκαιρία για εμάς να αγγίξουμε και άλλους. Επίσης είναι και μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία να δούμε μπάντες που υπό άλλες συνθήκες να μην τις βλέπαμε, χεχ!

Η live φιλοσοφία σας είναι να αποδίδεται το υλικό με πιστότητα ή να διαφοροποιείται επί σκηνής; Υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Τα κομμάτια δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια. Προβάροντας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μέρη που αυτοσχεδιάζοντας γίνονταν ακόμα πιο Noir, αν καταλαβαίνεις πώς το εννοώ, και βοηθούσαν κι εμάς τους ίδιους να μπούμε στο πετσί τους εντονότερα. Δίνει μια άλλη διάσταση στα live μας και κρατάει και το δικό μας ενδιαφέρον ζωντανό. Βοηθάει και το γεγονός ότι ο Χάρης, ο Demian κι εγώ παίζουμε μαζί τόσα χρόνια, από τους Bizarre ακόμα, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το τι θα κάνει ο καθένας μας. Νομίζω και για το κοινό από κάτω έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν ξεχειλώνουμε τα κομμάτια, μη φανταστείς, απλά όπου μας παίρνει βάζουμε και μια έκπληξη.

Κάνω μια λογική σκέψη: με το υλικό του επόμενου άλμπουμ να μην είναι, φαντάζομαι, ολοκληρωμένο, θα μπορούσε η συσσωρευμένη ενέργεια των live εμπειριών να συν-δημιουργήσει το μελλοντικό υλικό. Να συντελέσει δηλαδή στη δημιουργία περισσότερο επιθετικών ή πιασάρικων τραγουδιών ή ό,τι άλλο η μπάντα θεωρήσει ότι ήταν “πετυχημένο’’ επί σκηνής. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό; Μπορούν να επηρεάσουν οι fan την όποια μελλοντική σας κατεύθυνση;

Είναι πολύ νωρίς να σου πω το οτιδήποτε για το επόμενο album. Σίγουρα η εμπειρία των live κάπως θα επηρεάσει τη σύνθεση, αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο συνειδητό. Δεν λειτουργούμε έτσι, ειδικά ο Χάρης που είναι και ο βασικός συνθέτης. Για να μη λέμε και ψέματα, όλοι όσοι γράφουν μουσική θέλουν το υλικό τους να έχει απήχηση. Η σύνθεση έχει και λίγο την ικανοποίηση του εγωισμού του καθένα. Οπότε στο πίσω μέρος του μυαλού μας κάπου θα υπάρχει κι αυτό το δημιουργικό άγχος. Όμως δεν νομίζω ότι θα είναι καθοριστικός παράγοντας, όπως δεν υπήρξε και μέχρι τώρα.

Το “κρίσιμο’’ τρίτο album πέρασε. Θεωρείς ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής σας έχουν παγιωθεί ή υπάρχει χώρος για ριζικές διαφοροποιήσεις;

Θέλω να πιστεύω ότι πλέον έχουμε μια δικιά μας ταυτότητα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πούμε ότι «Τέλος. Αυτό ήταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα κινούμαστε πλέον». Νομίζω ότι ο πειραματισμός είναι κομμάτι του χαρακτήρα των HSN και αν λείψει, θα είναι φανερά αισθητό. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι ριζικές οι αλλαγές. Στην πραγματικότητα μπορεί στο τέλος να είναι και ελάχιστες. Γνωρίζοντάς μας, όμως, πιστεύω ότι, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το 4ο album, θα είναι όπως και τα 3 προηγούμενα, ξεχωριστό.

Προσωπικά θαυμάζω τον τρόπο που η μουσική σας πατάει ισομερώς σε δύο κόσμους, του psych και του black metal. H κριτική παγκοσμίως συχνά σας βαφτίζει τελικά prog. Αν και τελικά οι ορισμοί μοιάζουν ανούσιοι, αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η πρωταρχική πηγή της έμπνευσής σας; Θα στοιχημάτιζα στο black, αλλά ίσως να κάνω 100% λάθος.

Όταν ξεκίνησε ο Χάρης να κάνει τα πρώτα demo για τα κομμάτια που κατέληξαν να είναι το Πνεύμα, δεν υπήρχε σαφές πλάνο. Ξεκίνησε σαν συγκερασμός των Goblin, του prog rock των 70’s, σε συνδυασμό με την ψυχεδέλεια και το Black metal. Οπότε διάλεξε, είσαι ή 50% σωστός ή 50% λάθος, χεχ. Το prog νομίζω έμεινε λόγω του ότι ο συνδυασμός όλων αυτών παρέπεμπε στην ελευθερία που υπήρχε τότε στην ταυτόχρονη χρήση πολλών ειδών. Ή απλά γιατί είναι πιο εύκολο.

Έχοντας λιώσει τα album σας, έχω κάνει κάποιες διαισθητικές συνδέσεις. Θα ήθελα να μου πείτε αν όντως υπάρχει σύνδεση με τα παρακάτω ή αν απλώς τα φαντάζομαι. Πρώτον: στιχουργικά το εωσφορικό πνεύμα είναι ζωντανό, κατά τη γνώμη μου στην παράδοση των Milton και Blake, αποσκοπώντας στην αντιστροφή της συμβατικής ανθρώπινης σκέψης. Όλο αυτό μου μοιάζει τελικά αρκετά φιλοσοφικό, αρχαιοελληνικά φιλοσοφικό. Υπάρχει λοιπόν μια καλλιτεχνική σύνδεση με Πλάτωνα, Πυθαγόρα και Ηράκλειτο;

Υπάρχει στον βαθμό της αντισυμβατικότητας. Το Εωσφορικό πνεύμα που αναφέρεις είναι αυτό του Ανταγωνιστή, και ναι, είναι παρών στους στίχους και στη γενικότερη θεώρηση των Noir. Για την ακρίβεια, είναι το Spirit Noir. Αλλά το πώς το εννοούμε είναι κάτι πιο προσωπικό για τον κάθε έναν από μας. Από τους 3 αρχαίους που ανέφερες, νομίζω ότι το πνεύμα του Διαβόλου είναι πιο κοντά στον Ηράκλειτο, κυρίως για τον τρόπο της γραφής του. Παρότι ήταν γεμάτος λεπτομέρειες και επεξεργασμένος, κατάφερνε να είναι σαν γρίφος νοηματικά, σχεδόν απόκρυφος. Επίσης, διαβάζοντας το έργο του, αυτήν την έννοια της συνεχούς αλλαγής την αντιλαμβάνομαι σαν το Χάος στο οποίο πολλά βιβλία αποκρυφισμού αναφέρονται. Είναι ίσως μια πολύ πρωταρχική γνωριμία, αλλά ταυτόχρονα πάρα πολύ ιδιαίτερη.

Δεύτερον: Ιταλία, ιταλικές horror ταινίες στο πνεύμα του Dario Argento και πρωτόλειες black μπάντες τύπου Mortuary Drape.

Έμπνευση το λιγότερο τόσο σε θέματα αισθητικής όσο και μουσικής. Με τους Mortuary Drape η σύνδεση είναι λιγότερη από ό,τι της παράνοιας των Death SS. Η σύνδεση με τους Noir δεν είναι τόσο έντονη.

Η λατέρνα ψάρωσε πολύ κόσμο. Θα ψάχνετε πάντα για τέτοια απρόσμενα στοιχεία ή αυτό βασίζεται καθαρά στην έμπνευση της στιγμής;

Αναμενόμενο, καθώς σε πάρα πολλούς είναι ένα εντελώς άγνωστο όργανο. Ακόμα κι εδώ που την ξέρουμε, δεν νομίζω κανένας να το περίμενε να την ακούσει. Προσπαθούμε πάντα να έχουμε όσο το δυνατόν γίνεται πλούσια ενορχήστρωση. Συνήθως έχει να κάνει με την έμπνευση της στιγμής, γιατί τη λατέρνα πχ, δεν είναι και πολύ εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις. Ή το didgeridoo. Από τη στιγμή που θα καρφωθεί η ιδέα, θέλει αρκετή δουλειά μέχρι να τη θεωρήσουμε τελειοποιημένη. Κάτι θα μας έρθει και πάλι για το επόμενο φαντάζομαι, χωρίς όμως να είναι αυτοσκοπός.

Έχει περάσει 1,5 περίπου χρόνος από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue. Έχετε κάνει μια πρώτη αποτίμηση του album ή είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν σχέδια για τον διάδοχό του;

Θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ μας κι αυτό το πιστεύαμε εξ αρχής. Θα μου πεις, για κάθε πρόσφατη κυκλοφορία όλοι αυτό λένε. Όμως και λόγω των live είναι αυτό που μας έφερε και πιο κοντά στον κόσμο, κάτι το οποίο από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Πέρασε ο καιρός όντως. Ιδέες υπάρχουν, αλλά θα επικεντρωθούμε στο τέλος της περιοδείας και μετά από τα show που έχουμε ακόμα, όπως αυτό στο Horns Up στα Τρίκαλα και στο MetalGate Czech Death Fest στην Τσεχία, θα επικεντρωθούμε σε αυτό.

– Θεοχάρη, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτήν την κουβέντα και να ευχηθώ ολόψυχα ό,τι καλύτερο για την περιοδεία και ό,τι θα την ακολουθήσει.

Εμείς σ’ευχαριστούμε για την ενασχόλησή σου και την υποστήριξη. Ελπίζουμε να δούμε τους αναγνώστες σας στο live της Αθήνας στις 20/4. Θα τα ξαναπούμε στο μέλλον. Μέχρι τότε, το Σκοτεινό Πνεύμα σάς χαιρετά.

 

* Οι HSN θα εμφανιστούν την Παρασκευή 20.4 στο Temple μαζί με τους Mock the Mankind και Spineless. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας στο τελευταίο τους άλμπουμ. (view)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Brigid Mae Power – The Two Worlds (Tompkins Square)

Ας μην μπερδεύουμε τους ψίθυρους για πολεμικές κραυγές. Ούτε φυσικά και τον singer/songwriter συρφετό με το δεύτερο άλμπουμ της Αγγλοϊρλανδής Brigid Mae Power. Πλειοψηφικά, οι καλλιτέχνες του μεν αναλώνονται στο να επενδύουν στο τρίπτυχο φατσούλα-φωνούλα-τραγουδάκι, τη στιγμή που η Power χτίζει μια εντελώς διαφορετική πρόταση, αναγκάζοντας τα μεγαλύτερα έντυπα να θαυμάσουν αυτήν την, ψυχή και σώματι ανεξάρτητη, κυκλοφορία. Μία και μόνη ακρόαση του The Two Worlds αρκεί για να καταλάβεις ότι κάτι καλό, σωστό και όμορφο έχει στηθεί. Μπορεί ο καθένας να εξερευνήσει πού βρίσκεται η πηγή της ομορφιάς. Σε αυτήν την παρουσίαση, θα αναφερθούν απλώς τα τρία σημεία που κάνουν αυτό το ακουστικό άλμπουμ αναπάντεχο.

Η εσωτερική του ψυχεδέλεια. Χωρίς να καταλαβαίνεις πώς, χωρίς εφέ ή άλλα μουσικά/ ηχητικά τρικ, το The Two Worlds διακατέχεται από μια ρευστή και ακατανόητη ψυχεδέλεια. Δεν βγαίνει ποτέ στο προσκήνιο και δεν προσπαθεί να τσιμπήσει fans. Μένει καλά κρυμμένη στις σκιές, κουλουριάζει στην αγγελική φωνή της Power και τα παράξενα τσακίσματα της. Ως μόνος σύμμαχος στέκει η μουντή παραγωγή και αυτό όμως δεν εξηγεί το μυστήριο: το πώς γίνεται να ακούς ακουστικές κιθάρες, πιάνα και τα άλλα όργανα που ακολουθούν διακριτικά, αλλά να είναι τόσο αισθητή η ύπαρξη “αναθυμιάσεων’’.

Η συνθετική λογική του. Ξέχνα τα κουπλέ και τα radio friendly ρεφρέν. Κάθε σύνθεση βασίζεται σε μια και μόνο μουσική ιδέα και μια κεντρική μελωδία. Η Power οδηγεί κι εξελίσσει πάντα τη σύνθεση με σταθερή σύνεση προς ένα ήπιο αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο. Από αυτήν την άποψη, κάθε τραγούδι μοιάζει με μια αποτύπωση μιας μοναχικής στιγμής μέσα στον χρόνο, μιας και μόνης στιγμής ημερολογιακού χαρακτήρα. Η τρίλεπτη αυτή μουσική φωτογραφία τελικά μοιάζει να ίπταται, να ίπταται και να κρέμεται ακίνητη πάνω από το κεφάλι σου. Αυτό το άλμπουμ δεν δημιουργήθηκε για να πουλήσει, αλλά για να καταγράψει μια σύντομη πτήση εντός σου.

Ο εξομολογητικός του τόνος. Γραμμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δεύτερο πρόσωπο, τα τραγούδια καταλήγουν να σε κάνουν σύμμαχο, φίλο ή συνένοχο στα βιώματα της καλλιτέχνιδας. Ολοένα και λιγότερα άλμπουμ έχουν αυτήν τη δύναμη του να συνάψεις μαζί τους μια σχέση που βασίζεται στην αλήθεια και όχι σε αρτιστίκ στερεότυπα. Όλα στο φως από την Power, όλα τα συναισθήματα και οι στιγμές που αξίζουν να τραγουδηθούν και να γίνουν μελωδίες. Αν είσαι ο καλός listener, αυτός που δεν βιάζεται να κρίνει αλλά χαίρεται με το μοίρασμα του άλλου, πάτα το play άφοβα και το The Two Worlds θα έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί.

Σε έναν κόσμο που μπερδεύει την πραγματική δύναμη της καλλιτεχνικής και δη της θηλυκής εκφραστικότητας με νιαουρίσματα και ψευτοδράματα, η Brigid Mae Power μοιάζει με εκείνον τον καλά κρυμμένο θησαυρό που περιμένει να βγει στο φως από τα χέρια του αξιότερου. Η μαγική και αμίμητη φωνή της είναι απλώς το Χ πάνω στον χάρτη. Ο ίδιος ο θησαυρός όμως είναι τα όμορφα τραγούδια και αυτή η αιώνια έκφραση της τέχνης που αρνείται να υποταχτεί, ακόμα κι αν φοράει pop ρούχα. Αν ο μουσικός κόσμος ήταν πεδίο μάχης, το The Two Worlds θα ήταν ο μαχητής που μοιάζει εύθραυστος, αλλά τελικά πολύ δύσκολα θα νικηθεί. Γι αυτό λοιπόν, ας μην μπερδεύουμε τις πολεμικές κραυγές για ψίθυρους.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Hamferð – Támsins Likam (metal blade)

Τελικά επιδράει το τοπίο στη μουσική; Είναι ικανή η γη να συνθέτει μαζί με τον συνθέτη; Άλλο ένα ρητορικό ερώτημα από αυτά που οι καμμένοι μόνο από τους μουσικόφιλους/κριτικούς θα σπαταλήσουν χρόνο να απαντήσουν. Απάντηση: συνήθως όχι. Πώς αλλιώς θα υπήρχαν φαινόμενα όπως νορβηγικό black από Βραζιλιάνους, gangsta rap από Έλληνες, LA glam από Σουηδούς και δεν ξέρω γω τι άλλο; ΌΜΩΣ. Καμιά φορά το τοπίο παίζει ρόλο, αν ο δημιουργός επιθυμεί να το κουβαλήσει στις νότες του και όταν αυτό συμβαίνει, συμβαίνει για καλό. Οι Hamferd είναι από τα νησιά Φερόε και κουβαλούν μαζί τους τη γη και τη θάλασσά τους. Όχι μόνο επειδή τραγουδάνε στη μητρική τους γλώσσα, αλλά κυρίως γιατί οι νότες που γεννάνε κουβαλούν μαζί τη δύναμη, την απομόνωση και την αλμύρα της μικρής βορινής τους πατρίδας.

Το πολύ αργό και πολύ βαρύ μουσικό ταξίδι τους έχει επικεφαλίδα και γράφει doom metal. Ένα doom όμως που έχει προσέξει πολύ τις καταβολές και τις ισορροπίες του. Είναι σπαρακτικό αλλά δεν κλαψουρίζει, επικό χωρίς να γίνεται ρεζίλι, ατμοσφαιρικό χωρίς να καταντάει post υποκρισία και σκοτεινό χωρίς να επιθυμεί να σε πλακώσει. Αυτό είναι και το πρώτο κερδισμένο στοίχημα της μπάντας. Η μουσική τους μοιάζει να αποτελείται από όλα τα στιλιστικά τους ζητούμενα ακριβώς στις δόσεις που πρέπει. Στέκει μόνη ψηλά σε ένα στενό βράχο και το ατένισμα είναι επικίνδυνο. Ένας λάθος άνεμος είναι ικανός να την παρασύρει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Δεν είναι εύκολο να φτάσεις σε αυτόν τον βράχο. Μακάρι να μείνουν εκεί όσο περισσότερο μπορούν.

Το μονίμως αργό tempo παραδόξως δεν βάζει τρικλοποδιές στη σωστή ροή του άλμπουμ. Αντιθέτως. Ριφολογικά η μπάντα ακολουθεί περισσότερο μια λογική ακόρντων, συνοδεύοντας τη σπουδαία φωνή του Jon Aldara. Υποψιάζομαι ότι αν βγάλεις τις παραμορφώσεις, θα μπορούσαν άνετα να φτιάξουν ένα μελαγχολικό ηλεκτροακουστικό άλμπουμ τύπου 90 watt sun. Δεν το κάνουν όμως και το ενδιαφέρον μένει αμείωτο εξαιτίας λεπτών τρικ: αν παίζεις στα 70 bpm, μια άρση μοιάζει με το να κουνάς τον άξονα του πλανήτη. Εναλλαγές βαριών και soft μερών. Ενίοτε ritual rhythm section. Και κυρίως εξαιρετικά φωνητικά, τόσο στα καθαρά όσο και στα brutal death του. Δεύτερο κερδισμένο στοίχημα, τα διπλά φωνητικά συνήθως κρύβουν τη μετριότητα σε κάποιο από τα δύο – ή και στα δύο. Ο Jon Aldara όντως δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, το χρώμα και ο λυρισμός της φωνής του είναι σχεδόν συντριπτικά.

Μόνη μου ανησυχία μήπως εδώ έχουμε άλλο ένα φαινόμενο τύπου Solstafir, ξέρεις, μην το γυρίσουν στο Nordic rock στο επόμενο, γίνουν πασίγνωστοι και κάποιοι από εμάς λέμε “τα παλιά ήταν καλύτερα” και μας μείνει η ρετσινιά του κακού ξερόλα δεινόσαυρου. Αιτία της ανησυχίας το “Frosthvarv’’. Μην παρεξηγηθώ, πρόκειται για φοβερό track, απλώς, να, ψυλλιάζομαι ότι προς τα εκεί θα το πάνε. Οι Solstafir είναι γκρουπάρα, αλλά δεν χρειαζόμαστε άλλους. Και οι Hamferð γκρουπάρα είναι και τους χρειαζόμαστε έτσι.

Σάλπαρε μαζί τους σε αυτό το χωρίς ελπίδα ταξίδι. Θα βρεθείς σε μια κρύα και γκρίζα θάλασσα, χωρίς ορίζοντα τριγύρω. Δεν θα σε χτυπήσουν καταιγίδες, αλλά θα πλέεις σχεδόν ακίνητος, χωρίς άνεμο, τα πανιά σου δεν θα φουσκώσουν. Θα γευτείς την ανάμνηση, τη δίψα, το δάκρυ, την ελπίδα και την απόγνωση, και δεν θα σε νοιάξει αν τελικά θα επιβιώσεις. Ακόμα κι αν δεν πιάσεις ποτέ ξανά στεριά, έχεις ήδη κερδίσει. Ακόμα κι αν πιάσεις στεριά, έχεις ήδη χάσει.

 

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Perfect Beings – Vier (inside out)

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Johannes Luley των Perfect Beings δήλωσε: “Βάλτε ακουστικά και κλείστε το κινητό για μια ώρα. Κάνει καλό στην ψυχή”. Όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν ή και να εφαρμόσουν το παραπάνω, δεν θα βρουν νόημα στην παρουσίαση που ακολουθεί και σίγουρα δεν θα μπορέσουν να αντιληφθούν τι είδους δίσκος είναι το Vier.

H progressive κοινότητα του rock απασχολείται εδώ και αρκετά χρόνια με ζητήματα υπαρξιακού αυτοπροσδιορισμού. Περίλυπος, παρακολουθώ τη συντριπτική πλειονότητα των καλλιτεχνών να θεωρούν “προοδευτικό” οτιδήποτε εμπεριέχει μια κάποια αυξημένη τεχνοκρατική αντίληψη (λες και οι υπόλοιπ@ είναι άτεχν@ και αμόρφωτ@), βιάζοντας κατ’ επανάληψη τα ιερά τέρατα του παρελθόντος και αναδεικνύοντας τελικά το prog ως μια ακόμα στείρα-ξύλινη φόρμα, σε βάρος φυσικά της όποιας πραγματικά ανανεωτικής μουσικής πρότασης. Κι ενώ αυτά συμβαίνουν στον δεξιοτεχνικά φτιαγμένο prog μικρόκοσμο, οι Perfect Beings από το Los Angeles παρουσιάζουν το τρίτο τους πόνημα σαν έτοιμοι από καιρό, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς αυταπάτες. Κυρίως, χωρίς συμπλέγματα αυτοπροσδιορισμού, αφού η δημιουργική τριάδα των Ryan Hurtgen (φωνή, πιάνο), Johannes Luley (κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, παραγωγή) και Jesse Nason (πλήκτρα, πιάνα) μοιάζει να έχει προσπεράσει προ πολλού αυτά τα ζητήματα.

Σ’ ένα χαριτωμένο κλισέ, αποκαλούμε διάφορες ωραίες μουσικές “ταξιδιάρικες”. Αλήθεια, τι είναι αυτό και πώς σηματοδοτείται το ταξίδι στη μουσική; Όπως και να το ορίζει κανείς, όσο συχνά ή σπάνια επικαλείται αυτό το επίθετο, λίγα πράγματα δικαιούνται τόσο να χαρακτηριστούν Ταξίδι όσο το Vier. Δεν είναι φυσικά τα 72 λεπτά του (χωρισμένα σε τέσσερις 18λεπτες συνθέσεις που κάθε μια καλύπτει μια πλευρά βινυλίου), τέτοια “ταξίδια” έχουμε δει πολλά και ανούσια. Είναι ο εντελώς απροσδόκητος χαρακτήρας του. Ο W.Blake έγραψε κάποτε πως “η βελτίωση δημιουργεί ίσιους δρόμους, αλλά οι τεθλασμένοι δρόμοι χωρίς βελτίωση είναι οι δρόμοι της διάνοιας”. Αυτή ακριβώς η χαοτική διάνοια είναι η πηγή και ο σκοπός αυτού του album. Στα 72 του λεπτά, κάθε γνωστή μουσική νόρμα μοιάζει να αγνοείται. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο που να επαναλαμβάνεται, δεν υπάρχουν κουπλέ-ρεφρέν, ούτε ένα εύκολο, πιασάρικο, προσβάσιμο ή αναμενόμενο μέρος. Δεν υπάρχει τίποτα να γαντζωθείς, τίποτα να ανατρέξεις και τίποτα να σε ξεκουράσει, ούτε ένα στρωτό riff για να ξεμπουκώσεις κάπου – εσύ ή η ίδια η μπάντα. Ταυτόχρονα όμως δεν είναι μουσική ψυχρή σαν γυαλί ή αφηρημένη. Είναι πάντα ζεστή και οικεία και προχωράει συνεχώς μπροστά αδιαφορώντας για το τι προηγήθηκε ή τι θα ακολουθήσει. Είναι τελικά μουσική που μάλλον αδιαφορεί πλήρως για τον χρόνο και τα παράγωγά του. Αντίθετα, όπως τα γεωμετρικά σχήματα του εξώφυλλου, το Vier είναι αφιερωμένο καθαρά στην εξερεύνηση του χώρου. Ως αεικίνητο-ακίνητο, διαστέλλεται τόσο που μοιάζει τελικά να γίνεται τόσο μεγάλο που απλώνεται ως τις εσχατιές της έκφρασης. Τόσο ευρύ που τελικά στρέφεται μόνο στον εαυτό του. “Enter the center’’, λέει ξανά και ξανά ο Ryan στο “Guedra’’. Η αναζήτηση του κέντρου είναι η μία από τις δύο φράσεις κλειδιά του album.

Οι PB κερδίζουν λοιπόν με το σπαθί τους τον χαρακτηρισμό progressive, αλλά από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι σίγουρο. Το Vier αφομοιώνει τόσα στοιχεία που το να πούμε ότι πρόκειται για rock δίσκο δεν είναι ασφαλές ή 100% αληθές. Κάθε μια από τις τέσσερις συνθέσεις/θεματικές ενότητες εξάλλου μοιάζει να κατασκευάζεται από διαφορετικά υλικά. Τα “Guedra” και “Anunnaki” έχουν σαφώς πολλά τέτοια rock στοιχεία, το “The golden arc” όμως διαλέγεται ανοιχτά με τη Σύγχρονη Μουσική και το “Vibrational” με ηλεκτρονικoύς/new age ήχους. Να το πω διαφορετικά, το Vier σε καμία περίπτωση δεν οφείλει περισσότερα στους Yes παραδείγματος χάριν απ’ ό,τι στους Tangerine Dream, Mike Oldfield ή στη jazz/fusion, σε world μουσικές ή στον Stravinsky. Όλα τα παραπάνω αποδίδονται με τέτοια συνθετική/ενορχηστρωτική ελευθερία που προκαλεί δέος. Μια πλειάδα ταλαντούχων συντελεστών προσθέτει τη δική τους πινελιά, αξίζει όμως να αναφερθούμε στα σαξόφωνα του Max Kaplan που ξεχωρίζουν όπου εμφανίζονται.

Η ολοκληρωμένη εμπειρία του Vier προϋποθέτει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αφοσίωση και στο στιχουργικό κομμάτι. Με μια ποίηση που με την πρώτη ματιά μοιάζει ρευστή, αφηρημένη, έως και υπερρεαλιστική, οι λέξεις επιθυμούν την ίδια κατάλυση των όποιων ορίων όπως και η μουσική. Οι αινιγματικές αναφορές σε μυσταγωγικούς χορούς του Μαρόκου, στον Λωτό, σε αρχαίους θεούς της Μεσοποταμίας, στον χαλίφη Al Ma’Mun, σε γεωμετρικούς όρους, στους ιθαγενείς Powhatan, εκ πρώτης μπορεί να μοιάζουν ασαφείς κι αινιγματικοί. Είπαμε όμως, το Vier αναζητάει το κέντρο μας πέρα από τα όρια της αντίληψης. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκεται ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος και η διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μακριά από τη φύση και τις μεγάλες φιλοσοφικές μας αλήθειες. Φυσικά, όπως κανένα σοβαρό έργο τέχνης, το album δεν έχει έτοιμες απαντήσεις. Για την ακρίβεια, η δεύτερη φράση κλειδί του είναι το “Mysteries, not answers’’. “ Δεν θέλω απαντήσεις, αλλά περισσότερες ερωτήσεις”, μοιάζει να λέει. Κανείς εδώ δεν θα μασήσει την τροφή σου για σένα, κανείς δεν θα σκεφτεί για σένα. Πρέπει να το κάνεις μόνος και θα είναι ένα μακρύ και μοναχικό ταξίδι.

Όσα θα μπορούσα ακόμα να γράψω για το Vier είναι χωρίς τέλος. Τελικά όμως οι λέξεις πρέπει σιγά σιγά να παύουν και η μουσική να παίρνει τη σκυτάλη. Οι PB έχουν ήδη κάνει το θαύμα τους για όποιον μπορέσει να το αντιληφθεί. Το Vier μοιάζει να είναι ένα άλμπουμ που θα επιλέξει τους ακροατές του και όχι το αντίστροφο. Δεν ξέρω ούτε εγώ ακόμα να πω πόσο “καλό” άλμπουμ είναι – με όρους διασκέδασης. Δεν ξέρω πόσο ψηλά θα είναι στη λίστα μου, γιατί θα μου πάρει μήνες μέχρι να ξεκλειδώσω τα μυστικά του. Ξέρω όμως με μεγάλη σιγουριά ότι πρόκειται για ένα έργο ικανό να ανανεώσει την πίστη μου για ένα prog πραγματικά ανανεωτικό κι επαναστατικό κι ότι πρόκειται για δίσκο-σταθμό για το progressive rock του τρέχοντος αιώνα, μιλώντας καθαρά με καλλιτεχνικούς όρους. Για τ@ς πολύ τολμηρ@ς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος