Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

1476 – Our Season Draws Near (Prophecy)

 Θα πω την ευχή μου δυνατά. Εύχομαι να βρω ένα άλμπουμ που θα ντύσει ιδανικά τον φετινό χειμώνα, ένα άλμπουμ μοναδικό και ιδιαίτερο που θα γίνει ο μουσικός μου σύντροφος όσο οι νύχτες θα καταπίνουν τον ήλιο. Εύχομαι το άλμπουμ αυτό να μην προέρχεται από προφανείς επιλογές: δεν θέλω να είναι ακουστικό, δεν θέλω βαρύγδουπο doom, ούτε κάποιο ψυχρό black του Βορρά. Δεν θέλω κάποια ατμοσφαιρική μιζέρια ή κάποια ωραιοποιημένη κατάθλιψη, ούτε κάποιο άλμπουμ που μιλάει για το πόσο αβυσσαλέα μαύρη είναι η ύπαρξη και η ζωή μας. Θέλω κάτι που να μη βασίζεται στη δημιουργία εντυπώσεων και που δεν θα μου ορίζει υποχρεωτικά το υποκείμενο της μουσικής. Θέλω να έχει πλούτο, δύναμη κι ευγένεια και να μην κλείνει τα παντζούρια της ψυχής μου με κάθε play. Θέλω κάτι απροσδόκητο. Θέλω κάτι που να μην με κάνει να σκέφτομαι στιλιστικά ή αισθητικά ζητήματα και να μη με κουράζει. Ένα άλμπουμ που να μπορώ να αφαιρεθώ για κανένα 5λεπτο και να ξαναβρίσκω την προσοχή μου ενώ η μουσική είναι ακόμα εκεί. Θέλω ένα άλμπουμ που να με περιμένει και να με σέβεται κι όχι το αντίθετο.

 Εύχομαι αυτό το άλμπουμ να γίνει αληθινός μου φίλος. Όχι όμως εκείνος ο τύπος φίλου- κολλητού που μπορείς να περνάς κάθε μέρα μαζί του πίνοντας μπίρες και μιλώντας για τα πάντα. Όχι, προτιμώ να μοιάζει με εκείνον τον άλλο, τον παράξενο φίλο που συναντάς μια δυο φορές τον χρόνο και αν. Εκείνον τον φίλο που επιλέγεις να τον καλέσεις σπίτι σου, να ξεσκονίσεις τις καλύτερες μουσικές σου και να ανοίξεις μαζί του εκείνο το καλό ουίσκι που έχεις φυλαγμένο. Εκείνον τον φίλο που μιλάει για παράξενα πράγματα και που έχει να σου πει τις πιο κρυφές ιστορίες. Εκείνον που όταν μιλάς μαζί του η κουβέντα θα πετάει απρόβλεπτα από θάλασσα σε σύμπαν κι από άβυσσο σε ουρανό, που ο χρόνος παύει και τα φαντάσματα σιωπούν για να κρυφακούσουν την κουβέντα. Θέλω ένα άλμπουμ για να κάνουμε τέτοια παρέα και η φιλία μας να είναι ζεστή, αληθινή, σαν να ανταμώνω ξανά κάποιον χαμένο μου αδερφό.

 Κι ύστερα, κάπου, κάπως, μια φωνή είπε: 1476. Our season draws near.

 Λίγες ακροάσεις μετά, είχα ήδη γίνει λίγο σοφότερος, γνωρίζοντας πια ότι η μεγάλη μελαγχολία μπορεί να είναι βαθιά επική και τούμπαλιν. Γνωρίζοντας ότι η ατμόσφαιρα μπορεί να συνυπάρχει με πραγματική ανάταση. Γνωρίζοντας ότι συμφωνώ με τον όρο “ερμητικό death rock” κι ότι όλα τα παραπάνω μπορούν να προέρχονται από κάποιο γκρουπ που γεννήθηκε σε punk γειτονιά.

 Κυρίως, όμως, είχα βρει το απόλυτο άλμπουμ για τον φετινό χειμώνα, ακριβώς όπως το είχα ευχηθεί.

Αντώνης Καλαμούτσος

Circle – Terminal (Southern Lord)

 

 Το διαστημόπλοιο των Φινλανδών Circle σουλατσάρει εξερευνώντας το γνωστό και άγνωστο σύμπαν του σκληρού ήχου εδώ και σχεδόν 25 χρόνια, γεγονός που από μόνο του μπορεί να χαρακτηριστεί θρίαμβος. τι είναι αυτό που προσφέρει λοιπόν αυτή η τρελοπαρέα που είναι τόσο πολύτιμο; Αβίαστα απαντώ “Ταυτότητα”. Δεν είναι απλό πράγμα να κυκλοφορείς το νιοστό studio album μιας αχανούς δισκογραφίας και να ακούγεσαι με το ίδιο ενδιαφέρον. Η παντελής έλλειψη ματαιοδοξίας ή πλαστών φιλοδοξιών από την πλευρά τους είναι στοιχεία τόσο αντιληπτά που μοιάζουν σαν να συνδημιουργούν τη μουσική τους.

 Πειραματικό rock θα μπορούσε κάποιος να πει και ξεμπέρδεψε. Η αλήθεια είναι όμως πιο πικάντικη: Πώς ταυτοποιείς το πείραμα χωρίς την ύπαρξη καινοτομίας; Οι Circle δεν δείχνουν να νοιάζονται για κανένα μέλλον και δεν χτίζουν μια κάποια νέα δική τους πρόταση. Αντίθετα, αντλούν περήφανοι από το ένδοξο 70’s ψυχεδελικό παρελθόν. Τους αρέσει να παίζουν μέχρι τελικής πτώσης τα heavy μινιμαλιστικά τους riffs χωρίς να κοιτάζουν το ρολόι. Τα γεμίζουν αναθυμιάσεις. Μπλέκουν phrygian κλίμακες με viking χορωδιακά μέρη. Πανκίζουν κιόλας. Πού και πού αυτοσχεδιάζουν λες και ηχογραφούν πρόβα. Ντύνουν τα τραγούδια τους με εντελώς φευγάτα φωνητικά – ουσιαστικά το πιο ξεχωριστό τους στοιχείο. Για να μην το πολυλογούμε, οι Circle μάλλον δεν δίνουν δεκάρα τσακιστή για το πού θα τους κατατάξουμε. Μάλλον χασκογελάνε κιόλας. Πειραματικό θα πω – και ξεμπέρδεψα; Από πολλές απόψεις, πρόκειται απλώς για rock. Το rock όπως θα έπρεπε να είναι.

 Το Terminal ρέει σαν τα γάργαρα μαύρα νερά του Βοϊδομάτη. Δεν υπάρχει μέτρια νότα εδώ, η μουσική κυλάει ελεύθερα και φυσικά επιφυλάσσοντας μόνο ευχάριστες εκπλήξεις: το ομώνυμο track μπορεί να θυμίσει Stooges και Neu! ταυτόχρονα, το φανταστικό “Saxo’’ να διηγηθεί κάποιο παραμύθι του Βορρά, το 13λεπτο “Rakkautta Al Dente’’ να λοξοκοιτάει σε άλλους γαλαξίες και ούτω καθεξής. Βίωσε το όπως θες. Πρόκειται πράγματι για έναν θαυμάσιο κύκλο: κινείσαι πάντα μπροστά κι όμως έχεις ξανάρθει εδώ. Όλα είναι καινούρια κι όλα είναι οικεία. Οι Circle ήταν πάντα εδώ, αλλά η Μουσική τους χρειάζεται σαν να ήρθαν μόλις. Επιβιβαστείτε. Και κάτι ακόμα: Για εσάς τους τυχερούς Αθηνέζους, μην τολμήσετε να τους χάσετε ζωντανά. Θα είναι μια εντελώς άχρονη και ακομπλεξάριστη εμπειρία, ακριβώς σαν το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένοι.

Αντώνης Καλαμούτσος

 

 

 

 

Dublin Diaries #2 – Ας μας πάρει το ποτάμι

 Πέταξα το κέρμα ψηλά και το περίμενα να πέσει. Η πτώση του ήταν σαδιστικά αργή και βασανιστική, χωρίς υπερβολή τού πήρε δύο μήνες μέχρι να αναπαυτεί ακίνητο στα πόδια μου. Πλησίασα κοντά και πάνω έγραφε Galway. Εκεί είχα βρει τη δουλειά που έψαχνα και με μια μπρούτζινη ηχώ η μοίρα μου με φώναξε κι άλλο προς τη Δύση. Και κάπως έτσι, βρέθηκα να ζω ανάμεσα σε τρία μέρη – μεγάλη αλλαγή για κάποιον που τα προηγούμενα 35 χρόνια άλλαζε σπίτια μέσα σε ένα πατησιώτικο τετραγωνικό χιλιόμετρο. Φίλοι, συγγενείς, ακόμα πίσω στην Αθήνα. Η βάση της οικογενειακής μας μετακίνησης, ακόμα στο Δουβλίνο. Κι εγώ μόνος με τα μπρούτζινά μου καλέσματα, να διασχίζω την όμορφη αυτή χώρα σε σιωπηλά τρένα, ανοίγοντας νέα μάτια προς τη Δύση.

 Τι είναι όμως το Galway; Είναι το ρομαντικό και χαλαρό μέρος που γράφουν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί, το πολιτιστικό κέντρο της Ιρλανδίας, ένα ευρωπαϊκό San Francisco ή ένας δυνατός οργασμός για τους ταξιδευτές; Χωρίς δεύτερη σκέψη, ναι, είναι όλα αυτά. Είναι όμως και τόσα ακόμα: Είναι οι άγριοι άνεμοι που δεν αφήνουν εύκολα το τσιγάρο μου να κάψει. Είναι η ορμή του ποταμού Corrib που διασχίζει εκκωφαντικά την πόλη και χυμάει θυμωμένα στον γκρίζο Ατλαντικό. Είναι τα πράσινα πάρκα και οι πέτρινες αψίδες, οι αναποδογυρισμένες βάρκες, τα νούφαρα, οι γλάροι, τα βράχια και τα αγάλματα των ποιητών. Είναι το μετρήσιμο, πολύχρωμο πλήθος που ακολουθεί το δικό του ρεύμα, ονειροπολώντας μελωδικά και ράθυμα, ενώ κατηφορίζει το πλακόστρωτο προς τον ωκεανό. Πάνω από όλα το Galway είναι η πόλη των buskers, των μουσικών του δρόμου. Σχήματα από όλη τη χώρα μαζεύονται και στριμώχνονται στη Shop street για να παίξουν ένα δίωρο εδώ. Ακόμα πιο εντυπωσιακό το γεγονός ότι άνθρωποι από όλη τη χώρα έρχονται επίσης απλώς για να τους ακούσουν. Σας φαίνεται αστείο; Κι όμως, εδώ οι δρόμοι τραγουδάνε. Μοιάζει σαν να παράγουν μουσική τα παπούτσια σου. City of the tribes, τη λένε, “η πόλη των ξένων” κατά το Gaelic όνομα της. Οι ταξιδιώτες σταματούν για λίγο εδώ.

 Είναι η τέταρτη βδομάδα που ζω σε ένα ψιλοάθλιο hostel. Είναι άβολο σίγουρα, προσφέρει όμως τη δυνατότητα να δω τους ταξιδιώτες από κοντά. Συνήθως δεν είμαι κοινωνικός και προτιμώ να περνάω χρόνο με τις μουσικές και τα γραπτά μου, τους παρατηρώ όμως. Φοιτητές από όλα τα μέρη της γης που ψάχνουν να βρουν ένα κρεβάτι στην πόλη. Περαστικοί Αμερικάνοι, κακομαθημένοι Γαλλογερμανοί, σιωπηλοί Σλάβοι. Τους παρακολουθώ σε έναν σταθμό της παράξενης ζωής τους, αναρωτιέμαι πώς βρέθηκαν εδώ, που πάνε, τι σκέφτονται. Μοιάζει με ένα είδος purgatory: όλοι είμαστε περαστικοί εδώ, όλοι θα πάμε κάπου αλλού μετά, όλοι ζούμε μια αναμονή. Παράξενο μέρος. Στο σαλόνι παίζει 24 ώρες την ημέρα παλιά επεισόδια του κλασικού show “Only fools and horses” σε μια ακατανόητη πλύση εγκεφάλου. Πολλοί μετρούν τις περαστικές ώρες χαζεύοντας το ομιλούν κουτί. Όλες αυτές οι φάτσες θα ξεχαστούν, κι εγώ περαστικός είμαι εξάλλου. Νομίζω όμως ότι κάπου στις αναμνήσεις μου θα μείνει ο Ludovico που πήρε τις μπαγκέτες του, άφησε τη Σικελία και βρήκε τον παράδεισό του στην Ιαπωνία, αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει στην Ευρώπη για να αντέξει η μαμά του. Ή τον Andy από τη Γαλλία που σύντομα θα είναι καθηγητής Φυσικής, αλλά η μουσική θα έχει χάσει έναν φοβερό κιθαρίστα. Ή τον Ιρλανδό junkie που με φώναζε amigo, του οποίου η ξεχαρβαλωμένη ζωή δεν μπορούσε να χαλάσει τη χρυσή του καρδιά.

 Μοιάζει λίγο η ζωή με αλχημεία. Η σκέψη έγινε πράξη, η πράξη βήμα, το βήμα τοπίο, το τοπίο χρώμα, το χρώμα νέα ζωή. Η φαντασία έγινε ποτάμι. Η Ράνια κι ο Νηρέας έρχονται σε λίγες μέρες, η ζωή θα ξαναγίνει πιο κανονική, αλλά η περιπέτεια έχει αφήσει το στίγμα της: οι σκέψεις γίνονται ποτάμια. Μπήκε ο Οκτώβρης, οι τουρίστες σιγά σιγά εξαφανίζονται κι εγώ λούζομαι στις πρωινές ομίχλες σαν ντόπιος.

 Ας μιλήσουμε και λίγο για τα “δικά μας”: Emerald Haze Dublin

 …ή αλλιώς το Roadburn του φτωχού Ιρλανδού. Φεστιβάλ που έλαβε χώρα στο Δουβλίνο στις αρχές Σεπτέμβρη. Σκόπευα να το καλύψω κανονικά, όμως το βίωσα πολύ προσωπικά και δεν μου φτάνει κι ο χώρος. Σε ένα διήμερο και σε δύο σκηνές είδα μια παρέλαση 25 περίπου γκρουπ στον χώρο του doom/psych/stoner και τα λοιπά. Λίγα μόνο σχόλια κι εντυπώσεις: Χώρος μέτριος. Η μία σκηνή ήταν τίγκα με 30 άτομα, είχε καλό ήχο και γενικώς τα ’σπαγε. Η κύρια σκηνή –και δυστυχώς το διασημότερο metal venue της πόλης– ήταν ένα στενόμακρο χάλι. Ο ήχος μετριότατος στα περισσότερα γκρουπ. Ο κόσμος λιγότερος από ό,τι θα περίμενα (500 άτομα στο peak του), κλασικά βορειοψυχρούλης στις μπάντες, σαν να είσαι στο Αν Club σε true metal live σαν φάτσες/ συμπεριφορά. Το επίπεδο των συγκροτημάτων ήταν όμως πραγματικά πολύ καλό.

 Από Ιρλανδικές μπάντες, προτείνω να τσεκάρετε τους Nomadic Rituals και το τελετουργικό doom/death τους, το πυρακτωμένο stoner των Ten Ton Slug και το σαλεμένο alternative των The Magnapinna.

 Στις στιγμές που ξεχώρισαν πρέπει να αναφέρω τους εξαιρετικούς Γάλλους Blaak Heat, ο βαριά ψυχεδελικός ήχος των οποίων γίνεται μυσταγωγικός με όλες αυτές τις αναφορές στην Ανατολή. Οι headliners της πρώτης μέρας Church Of The Cosmic Skull ήταν επίσης πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση. Η επταμελής κολεκτίβα από το Nottingham έχει το κοινό της κι ένα πολύ ενδιαφέρον κράμα classic rock/prog/psych με Abba attitude. Το περσινό άλμπουμ των Lord Vicar μού είχε φανεί βαρετό, live όμως σκοτώνουν και πώς όχι άλλωστε; Η βαριά κληρονομιά του Vicar (Reverende Bizarre) και του Christian Linderson (Saint Vitus, τι άλλο θες;) είναι αρκετή.

 Μιλώντας για παραδοσιακές αξίες, καλοί αλλά κατώτεροι του studio φάνηκαν οι Dread Sovereign (του λατρεμένου Alan Nemtheanga των θεών Primordial), οι Death The Leveller (συνεχιστές των Mael Mordha) και οι Iron Void (δυστυχώς μακριά από τα μεγαλεία των Solstice).

 Κορυφαία μπάντα του φεστιβάλ ήταν σίγουρα οι headliners Solstafir. Δεν τους είχα δει ποτέ και ομολογώ ότι δεν περίμενα να είναι ΤΟΣΟ καλοί. Η εμφάνιση τους ήταν αρκετή για μένα για να τους κατατάξω πολύ ψηλότερα στη συνείδησή μου. Η απόλυτη Αποκάλυψη του διημέρου, όμως, ήταν οι απίθανοι, ασύλληπτοι, εντελώς απερίγραπτοι Σκωτσέζοι The Cosmic Dead. Μιλάμε για ζωντανή εμπειρία πολύ πέραν του αναμενομένου ή του φυσιολογικού, ένας κατακλυσμιαίος ψυχεδελικός τυφώνας ικανός να παρασύρει τα πάντα. Ίσως το κορυφαίο psych live που έχω ποτέ μου βιώσει.

 Με τους απόηχους από βαριά παραμορφωμένες κιθάρες, από το hurdy gurdy της Anne ή τις uilleann pipes της Siobhan, το φρέσκο αεράκι της Ιρλανδίας φωνάζει “Φθινόπωρο!’’.

Αντώνης Καλαμούτσος

Dale Cooper Quartet & The Dictaphones – Ex Eye – Brandon Seabrook

Dale Cooper Quartet & Τhe Dictaphones – Astrild Astrild (Denovali Records) 

Όπως θα έκανε στη θέση μου κάθε παλαβός με τον David Lynch, βλέποντας το φανταστικό τους όνομα, ήθελα, πραγματικά ήθελα, να προκύψει ένα καλό album. Η κολεκτίβα από τη Γαλλία δεν με απογοήτευσε, θα έλεγα ότι το πήγε και λίγο παραπέρα. Υπάρχουν από το 2006 και αυτοπροσδιορίζονται ως dark jazz, ταμπελίτσα ελκυστική μα ταυτόχρονα γενικότατη, ασαφής και αμφίσημη, ως κοφτή Πυθίας απάντηση. Υπάρχει μια γερή δόση αλήθειας, αφού ναι, η μουσική τους είναι σκοτεινή και, ναι, τζαζίζει μελαγχολικά. Την ίδια στιγμή, χάνεται σε drone/ambient δρόμους, ορκίζεται στο όνομα του ύψιστου τζαμαριστού αυτοσχεδιασμού και διακοσμεί τη βιτρίνα της με τρεις εξαιρετικούς τραγουδιστές που έχουν πουλήσει την ψυχή τους στα ‘50s. “Sinatra in ambience’’, σκέφτηκα σε στιγμές. Κι όμως, ναι. Ως βίωμα, το Astrild Astrild μοιάζει με το ατελείωτο νυχτερινό ταξίδι ενός τρένου μέσα σε μια ανύπαρκτη μητρόπολη.

 Τα απλωμένα πνευστά βουτάνε σε αβύσσους, απλώς αλλάζοντας ημιτόνια με μια θριαμβευτική less is more σιγουριά και το τρένο σφυρίζει με ανθρώπινες αναπνοές. Μεραρχίες από χλωμά πορτοκαλί φώτα, σπειροειδείς λεωφόροι και μαύρα τούνελ εναλλάσσονται τυχαία, ατέρμονα. Με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τζάμι, πας σε στιγμές να αποκοιμηθείς, πετιέσαι από όνειρο σε όνειρο κι οι σκέψεις σου δεν έχουν συνοχή. Αυτό το μέρος δεν είναι το Twin Peaks (αν και ως μπάντα τον Badalamenti τον έχουμε μελετήσει) και σίγουρα δεν είναι η γενέτειρα τους Brest, κάπου εκεί στη Βρετόνη. Είναι μια γιγάντια πόλη – μήτρα του μέλλοντος που χάνεται στις ζωντανές της ονειροπολήσεις. Ένα άλμπουμ στο οποίο δεν μοιάζει να συμβαίνουν πολλά. Αν του δώσεις όμως τη σωστή συνθήκη, επιταχύνει και ό,τι μοιάζει ως στατικό μετατρέπεται σ’ ένα παράξενο ψυχικό time-lapse.

Ex Eye – Ex Eye (Relapse)

 Το όνομα του Colin Stetson και το πλήρως ανένταχτο και μοναδικό bass saxophone του είναι το δόλωμα γι’ αυτήν την κυκλοφορία, κι αυτό όμως δεν θα μπορούσε να μας υποψιάσει για το πόσο λαμπρός θησαυρός κρύβεται εδώ. Είναι η τρίτη φορά φέτος (μετά από Exquirla και Igorrr) που αισθάνομαι ότι ακούω μουσική αγέννητη, τέχνη από το μέλλον. Το αμερικάνικο αυτό κουαρτέτο στο ομώνυμο ντεμπούτο του ίσως και να τους ξεπερνάει όλους. Τα βιογραφικά των Fox/ Summerfield/ Ismaily που πλαισιώνουν τον Stetson αρκούν για να καταλάβει κανείς ότι εδώ θα υπήρχε ένας πειραματικός οργασμός. Οι λέξεις όμως είναι κούφιες και δεν μπορούν να τον περιγράψουν: πρόκειται για ένα απίθανο post/metal/ prog/ jazz όργιο, που αιχμαλωτίζει σώμα και νου σε μια δαιδαλώδη κοσμική λούπα, όπου τίποτα δεν αποκλείεται και τίποτα δεν είναι βέβαιο. 

 Άκουσμα που σταδιακά σε εξαϋλώνει και καταλήγεις να πλανιέσαι ως ανώνυμος ήχος σε ένα άγνωστο βασίλειο, όπου κανένας γνωστός φυσικός νόμος δεν ισχύει. Το παίξιμο όλων είναι ανεπανάληπτο –ειδικά ο Shahzad Ismaily χαρτογραφεί με τα synth του το άγνωστο διάστημα– ακόμα όμως και αυτό μοιάζει σαν λεπτομέρεια που ωχριά μπροστά στο βάθος της συνολικής τους αισθητικής.

 Πραγματικά ένα άλμπουμ που αυτόματα τοποθετεί τους δημιουργούς του στην πραγματική πρωτοπορία του σκληρού ήχου. Είμαι σίγουρος ότι θα είναι στα προσωπικά μου αγαπημένα της χρονιάς –δεν ξέρω πόσο ψηλά– και μάλλον η απόλυτη έκφραση της μουσικής προοδευτικότητας για το 2017. Να το πω αλλιώς. Ακούγοντάς το, ίσως νιώσεις σαν τους πίθηκους που χαζεύουν τον Μονόλιθο του Space Odyssey. Θα με βρεις κι εμένα εκεί να τον θαυμάζω και να τον τρέμω!

 

Brandon Seabrook – Die Trommel Fatale (New Atlantis Records)

 Ο Brandon Seabrook είχε ψηφιστεί πριν από λίγα χρόνια ως ο καλύτερος νέος jazz κιθαρίστας της Νέας Υόρκης. Η τιμή δεν είναι μικρή και υποδηλώνει ότι αυτός ο μυστήριος τύπος κάτι μάλλον κάνει καλά. Πραγματικά, η τεχνική του σε κιθάρα και μπάντζο αγγίζει τα όρια του υπερρεαλιστικού, πρέπει όμως να προειδοποιήσω ότι αυτή η jazz δεν είναι για τους πολλούς. Το Die Trommel Fatale βρίσκεται κοντά στα έσχατα άκρα της free jazz και των άγρια πειραματικών ορέξεών της, συνεπώς τα αυτιά που αναζητούν κάτι δομικά κατανοητό ας μείνουν μακριά.

 Το παρόν άλμπουμ βασίζεται ουσιαστικά πάνω σε μια αντιπαράθεση: η σαλεμένη κιθάρα του Seabrook ενάντια σε τσέλο, μπάσο, electronics και δύο ντραμς. Το σύνολο των αυτοσχεδιασμών χτίζουν πάνω στην προαναφερθείσα σύγκρουση, παράγοντας στιγμές συμπυκνωμένου θορύβου, αλλά και καθαρού κενού χώρου. Η σύγκρουση αυτή και η εξερεύνηση των ρυθμικών δυνατοτήτων της μοιάζει να είναι και ο απώτερος στόχος αυτού του μουσικού ταξιδιού. Όποιος αρέσκεται σε ακαδημαϊκές ακροβασίες και αυτοσχεδιασμούς ως το κόκαλο θα το βρει από ενδιαφέρον ως πολύ καλό, οι υπόλοιποι ίσως απλώς ανυπόφορο.

Αντώνης Καλαμούτσος

Queens Of The Stone Age – Villains (matador)

  Οι QOTSA είναι ένα συγκρότημα που έχει ήδη καταχωρηθεί στην ιστορία του rock, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν αυτό έχει γίνει για τους σωστούς λόγους. Κάπου ανάμεσα στο hype, τον μύθο των Kuyss, στον ωραίο τρόπο που “γράφουν’’ οι φάτσες τους και στην all American αλητεία που εκπέμπουν, παρατηρώ μια παρατεταμένη αδιαφορία/αποσιώπηση του γεγονότος ότι οι τύποι έχουν γράψει μερικά από τα καλύτερα rock τραγούδια της 20ετίας, αφομοιώνοντας πάμπολλα στιλ στον σοφά δομημένο ήχο τους. Ένας πραγματικός χαμαιλέοντας της California, διάσημος κι όμως ακόμα ξένος. Η ιδιοφυΐα του Josh Homme αποκαλύφθηκε και στον πιο δύσπιστο πέρσι, όταν κάτω απ’ το ηλεκτρικό του άγγιγμα ακόμα κι ο παππούλης Iggy Pop ξανάγινε τζόβενο που σε κουνάει από την καρέκλα.

 Το έβδομο άλμπουμ τους Villains είναι λοιπόν εδώ κι είναι ξεκάθαρο ότι αυτό που σου ζητάει είναι να διασκεδάσεις. Πρόκειται άνετα για την πλέον “χορευτική’’ τους δουλειά και το σχετικό feeling δεν εκλείπει σχεδόν ποτέ στη διάρκεια του άλμπουμ. Το απολαυστικό “Feet Don’t Fail Me’’, που μας καλωσορίζει, δεν αφήνει περιθώρια για παρανοήσεις. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρόκειται για δίσκο μονοδιάστατο – πότε κυκλοφόρησαν τέτοιο; Ο λυρισμός του “Fortress’’, οι ψυχεδέλειες του “Un-Reborn Again’’ , η σκοτεινιά του “Domesticated Animals’’ είναι κάποια από τα σημεία που τα νερά βαθαίνουν πολύ για να πεις ότι βρίσκεσαι σε ρηχή feel good παραλία. Θα έλεγα ότι τα παραπάνω tracks, παρέα και με το “Evil Has Landed’’, είναι και οι καλύτερες συνθέσεις ενός, έτσι κι αλλιώς ποιοτικά ισορροπημένου δίσκου.

 Πρέπει να γίνει ιδιαίτερη αναφορά στο γεγονός ότι πρόκειται για το πρώτο τους άλμπουμ, χωρίς τις θορυβώδεις συνεργασίες του παρελθόντος. Ίσως αυτός να είναι κι ένας λόγος που το Villains ακούγεται λιγότερο συγκεχυμένο από τα δύο προηγούμενα άλμπουμ τους. Μια από τις αρετές που αξίζει να αναφέρω επίσης είναι η φωνή του Josh. Το ότι πρόκειται για εξαιρετικό τραγουδιστή με ευρύτατη εκφραστική παλέτα είναι γνωστό  σε όποι@ έχει κάνει τον κόπο να το προσέξει. Αυτή τη φορά ξεγυμνώνει και μια σειρά από David Bowie επιρροές, σε στιγμές δε όπως το προαναφερθέν “Feet….’’ η ομοιότητα αγγίζει τα όρια του αναπάντεχου.

 Το Villains δεν είναι αριστούργημα. Είναι όμως ένα αδιαπραγμάτευτα ποιοτικό άλμπουμ από μια εξαιρετική μπάντα, της οποίας ο mastermind δεν δείχνει σημάδια κόπωσης. Το ότι είναι καταδικασμένο να πουλήσει δεν λέει απολύτως τίποτα για την ουσία του περιεχόμενου του. Ότι πρόκειται για rock που μπορεί να μπει στο σαλόνι ή να στροβιλιστεί με ντισκομπάλα, παράλληλα όμως κουβαλάει τη σκόνη της ερήμου, το αεράκι ενός επαρχιακού δρόμου, την ανάμνηση της μυρωδιάς ενός κομματιού της εφηβικής σου ψυχής.

Αντώνης Καλαμούτσος

Leprous – Malina (inside out)

 Ποτέ δεν αντιλήφθηκα ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημα όταν, σύμφωνα με τους fan, ένα γκρουπ “μαλακώνει’’, λες και η “σκληρότητα’’ είναι μονάδα μέτρησης της ποιότητας. Νόμιζα ότι αυτή η ηλίθια αντίληψη έχει μείνει πίσω στο 1994. Κι όμως συχνά πυκνά συναντάμε ξανά άλμπουμ που καταδικάζονται από αρκετούς με αντίστοιχες κατηγορίες. Οι πρώτες αντιδράσεις γύρω από το Malina κινήθηκαν από διάφορους από το χλιαρό έως και το ανάθεμα. Και όπως πάμπολλες φορές στο παρελθόν, η πραγματικότητα αποκαλύπτει σπουδαία, εξαίσια άλμπουμ, συχνά τα κορυφαία των “ξεπουλημένων’’ δημιουργών τους. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι “μαλακότερος’’ ήχος σημαίνει ότι τα παιξίματα, οι ιδέες και οι ενορχηστρώσεις μιας μπάντας είναι περισσότερο εκτεθειμένα. Το πέμπτο full length των Νορβηγών prog rock/metallers αποτελεί το πέμπτο διαμάντι της δισκογραφίας τους. Ίσως και το λαμπρότερο.

 Η συνθετική λογική των Leprous βασίζεται στους ίδιους άξονες: στα κοφτά “σπαστικά’’ riff, το μηχανικό rhythm section, στα πλήκτρα που αντλούν από κλασικές έως electro επιρροές, και κυρίως στα μοναδικά σε ύφος κι έκφραση φωνητικά του Einar Soldberg. Εδώ όμως παρατηρούμε ότι η μπάντα εστιάζει σ’ έναν πιο ζεστό και ζωντανό ήχο, και κάτι από την παλιά τους τεχνοκρατική ψυχρότητα μοιάζει να ξεθωριάζει. Οι ιδιοφυείς και κρυστάλλινες φωνητικές γραμμές του Einar ήταν πάντα το highlight της μουσικής τους, στο Malina όμως το παλικάρι ξεπερνάει και τον εαυτό του. Με την εξαίρεση του βαριά soundtrack-ικού και κλασικότροπου “The last milestone’’ που κλείνει το άλμπουμ, οι υπόλοιπες 10 συνθέσεις πραγματικά σφάζονται για το ποια είναι η πιο κολλητική. Χωρίς υπερβολή, τα ίδια τα τραγούδια σε αναγκάζουν να τα βιώσεις/τραγουδήσεις πολύ περισσότερο από το να τα αναλύσεις στιλιστικά. Μιλάμε για αληθινό γλέντι μελωδικής ευφυΐας.

 Η αλήθεια είναι ότι το δραματικό αριστουργηματάκι που ονομάζεται “Bonneville’’ και ανοίγει απρόσμενα το άλμπουμ ακολουθείται από δύο ιδιαιτέρως radio friendly tracks (“Stuck’’, “From the flame’’), που χωρίς να είναι καθόλου μα καθόλου άσχημα, αρχικά σε κάνουν να φυλάς τα νώτα σου. Από εκεί κι έπειτα όμως το πράγμα απογειώνεται και δεν ξαναπατά ποτέ στο έδαφος. Δεν μπορώ να μην αναφέρω το μνημειώδες “Leashes’’, ένα από αυτά τα σπάνια τραγούδια που αποφασίζεις να το λες παντοτινό σου φίλο. Ή το κυριολεκτικά εκτυφλωτικό “Mirage’’, όπου η ερμηνεία του Einar μοιάζει ικανή να σηκώσει το βάρος σου. Τα falsetto του, ναι, είναι ισχυρότερα από τη βαρύτητα.

 Διανύουμε μια χρονιά όπου οι εξαιρετικοί προοδευτικοί δίσκοι σχηματίζουν διψήφιο αριθμό, είναι όμως οι Leprous πιθανότερο να κόψουν πρώτοι το νήμα στο είδος τους. Ο λόγος είναι ότι το prog rock τους μπορεί να είναι σύγχρονο αλλά και μεστό ταυτόχρονα, χωρίς να φλυαρεί, να παλιμπαιδίζει ή να πουλάει μούρη. Είναι κοφτό, στιβαρό και άμεσα κατανοητό. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, γιατί, διάολε, έχει μόνο κομματάρες.

 Δεν ξέρω τι επιφυλάσσει το μέλλον για τους Leprous κι αν ποτέ θεωρηθούν ΟΙ κορυφαίοι. Η πορεία τους όμως είναι σταθερή κι ανοδική, κάθε δουλειά τους έχει τον δικό της χαρακτήρα και η έμπνευση δεν δείχνει ότι θα τους εγκαταλείψει. Όχι ακόμα. Σίγουρα όχι τώρα. Απολαύστε το Malina για το παρόν του, γι’ αυτό που είναι και για τίποτα άλλο. Δεν αποθεώνω, αλλά, να, πώς να το πω; Τραγουδάω μαζί του. Τραγουδήστε λίγο κι εσείς, ας μη γερνάμε ακόμα!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος