Christos Asonitis – An Ode To The Light (timezone records)

Υπάρχει μια συνειρμικότητα στη λέξη ντεμπούτο. Το υποσυνείδητο θα αιχμαλωτίσει στιγμιαία την εντύπωση κάποιου παθιασμένου πιτσιρικά (ή γκρουπ πιτσιρικάδων), που με την ορμή της νιότης, την αδιαλλαξία της ημιμαθούς καλλιτεχνικής άποψης και με άγνοια κινδύνου είναι ικανός να αφήσει το στίγμα του. Σύμφωνοι, η μουσική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες θρυλικές στιγμές. Υπάρχουν όμως και τα άλλα ντεμπούτα, αυτά που πήραν τον χρόνο τους και περίμεναν, μέστωσαν κι ολοκληρώθηκαν πριν καν αποτυπωθούν. Ο γεννημένος το 1974 ντράμερ Χρήστος Ασωνίτης δεν βιάστηκε. Μελέτησε, έμαθε, ίδρωσε, τζάμαρε, δοκίμασε, συνεργάστηκε, έκανε τα πάντα στον χρόνο που τους έπρεπε. Το πρώτο του άλμπουμ ως bandleader, συνθέτη κι ενορχηστρωτή έπρεπε να βγει τώρα, όχι νωρίτερα. Μόνο έτσι ό,τι θα του “έλειπε’’ σε νεανική ορμητικότητα θα του περίσσευε σε σοφία. Δεν μπορείς να παίξεις αλλιώς όμορφη jazz, πόσο μάλλον να τραγουδήσεις για το Φως.

Με έδρα το Μόναχο, τo κουιντέτο του Ασωνίτη συμπληρώνεται από τους Bastian Rieser (τρομπέτα), Mark Pusker (σαξόφωνο), Maruan Sakas (πιάνο) και τον περιζήτητο Lorenz Heigenhuber (κοντραμπάσο). Τι είναι όμως αυτό που γεννάει η λαμπερή αυτή ομάδα; Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι κάθε τι γύρω από το An Ode to the Light βροντοφωνάζει “Ποιότητα’’. Από αυτήν την άποψη, το να χαρακτηρίσουμε τον δίσκο ως μοντέρνα jazz δεν μοιάζει αρκετό. Μοιάζει περισσότερο συνετό να μιλήσουμε για μια jazz “κλασική’’, με την έννοια ότι εμπεριέχει όλην τη διαχρονική αρχοντιά αυτού του στιλ. Για μια jazz πυκνή κι αδιαπέραστη, χτισμένη από εξαιρετική δεξιοτεχνία και έξοχη αξιοποίηση κάθε κενού χώρου. Ταυτόχρονα, για μια jazz διάφανη, ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες από την πλευρά του ακροατή, ευάλωτη σε συναισθήματα και γενναιόδωρη σε εικόνες.

Το άλμπουμ αποτελείται από 7 συνθέσεις που παρουσιάζουν μεγάλη ποιοτική ομοιογένεια και τα 55 λεπτά του κυλάνε με μια ήπια κι ευγενική ροή. Απουσιάζουν οι ακρότητες: τα ατμοσφαιρικά μέρη δεν προκαλούν χασμουρητό και οι αυτοσχεδιασμοί είναι πληθωρικοί, χωρίς να παρεκκλίνουν ποτέ από το συνθετικό πλάνο. Όλα μοιάζουν μετρημένα, όλα μοιάζουν να βαδίζουν στη αριστοτελική μέση οδό. Φυσικά, οι πολλαπλές ακροάσεις του άλμπουμ θα απογυμνώσουν κάποια patterns, κυρίως τους όμορφους δομικούς διαλόγους ανάμεσα στα δύο πνευστά, τον ενωτικό και ταυτόχρονα αφηρημένο χαρακτήρα του πιάνου και το ατίθασο μπάσο, που ώρες ώρες μοιάζει σαν το αγρίμι που βιάζεται να χιμήξει. Θα αποκαλύψουν επίσης τις συνθετικές αρετές του Ασωνίτη και τη δύναμη της μουσικής του στη διάπλαση εικόνων. Τα “Second day’’ και “Blue and gray’’, για παράδειγμα, μοιάζουν να εμπνέονται από δυϊστικά/διπολικά μοντέλα. Αντίθετα, το εναρκτήριο “Color en ol oscuro’’ είναι από εκείνα τα παράξενα κομμάτια που αδυνατείς να καταλάβεις τελικά αν η γεύση του είναι γλυκιά ή πικρή. Το επικό “Ancient Dance 490 B.C’’ είναι η φιλόδοξη σύνθεση που επιτυγχάνει να αποδώσει με καθαρά μουσική γλώσσα (συνδυάζοντας λαϊκούς δρόμους κι αφροκουβανέζικα groove) την κινηματογραφικότητα μιας ιστορικής στιγμής. Προσωπικά όμως βρίσκω συμπυκνωμένη την ουσία του άλμπουμ στο “Fos’’, μια ατόφια λυρική οδύσσεια, η οποία βουτάει να συναντήσει την ίδια της τη μοίρα με τόλμη, μια σύνθεση που μπλέκει τον χρόνο με το όνειρο, την ανάμνηση με τη φιλοδοξία. Για το τέλος άφησα τη διασκευή του “Τα ματόκλαδά σου λάμπουν’’. Είμαι σχεδόν ορκισμένος εχθρός των διασκευών, παρ’ όλα αυτά η μετάπλαση του λαϊκού anthem του Βαμβακάρη σε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ήχων είναι σχεδόν συγκλονιστική, στον βαθμό που διαισθάνεται κανείς τη παγκόσμια δύναμη της μουσικής γλώσσας.

Θα κλείσω αυτήν την παρουσίαση με το στοιχείο που με κέρδισε περισσότερο και αφορά την παρουσία του ίδιου του Ασωνίτη. Με την αυτοπεποίθηση ενός δημιουργού που γνωρίζει καλά την καλλιέργεια της ίδιας του της δουλειάς, μένει σταθερά μακριά από το προσκήνιο, απολαμβάνει τη σύμπραξη των ταλαντούχων μουσικών γύρω του και χαίρεται με τη δική τους έκφραση στα δικά του βιώματα. Χαϊδεύει τα τύμπανά του σταθερά και μεθοδικά, ευχαριστιέται το ταξίδι και δεν ζητάει να τον προσέξεις υπερβολικά. Ένα ταξίδι προς το Φως, ένα φως πάντα μακρινό και ακαθόριστο κι όμως πανταχού παρόν. Ένα φως που δεν αναζητείται με φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά με ήρεμους κραδασμούς, με γλυκούς κυματισμούς και χωρίς βιασύνες. Ένα φως που τελικά δεν βιάζεσαι να συναντήσεις. Θα έρθει κι αυτό στην ώρα του, όπως αυτό το σοφά αργοπορημένο ντεμπούτο.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Shining – X-Varg Utan Flock (season of mist)

Η συνεχής και παρατεταμένη ώσμωση του black με κάθε άλλο πιθανό κι απίθανο είδος μπορεί να μας γεμίζει ενθουσιασμό αλλά κάπου έχουν μπουκώσει τα αυτιά μας από την πολλή “τέχνη”. Η γυαλάδα που αποπνέει το Varg Utan Flock ήταν από το πρώτο δευτερόλεπτο μια ευχάριστη έκπληξη και μια καλή ευκαιρία να εστιάσω λίγο στη δουλειά των, γνωστών-αγνώστων για μένα, Shining. Μια μπάντα που αν και γνωρίζω τον ρόλο που βαράει στη σκηνή χρόνια τώρα κι έχω ρίξει σκόρπιες ακροάσεις, δεν είχα επενδύσει ποτέ μέχρι να χαράξει το 2018. Ως μη οπαδός τους, δεν μπορώ να τοποθετήσω το album στο σύνολο της δισκογραφίας τους. Σίγουρα όμως το δέκατο τους πόνημα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από την άγνοιά μου.

Οι παρεχόμενες πληροφορίες θα σου πουν ότι πρόκειται για black metal δίσκο. Μην τις πιστέψεις. Το metal των Shining είναι περισσότερο black-ίζον παρά πραγματικά black. Υπάρχουν πολλών ειδών στιλιστικές επιρροές εδώ πέρα, πολλά ατμοσφαιρικά ημι-ηλεκτρικά σημεία, πολλά απλωμένα μέρη (όχι, δεν θέλω να πω post), μελωδικά παραδοσιακά σόλο, προοδευτικά περάσματα κι ούτω καθεξής. Φυσικά μια χούφτα από black riffάρες θα τις βρεις, ξέρεις, από αυτές που διατηρούν έναν τσαμπουκά που διδάσκει ή υπενθυμίζει στους νεότερους ότι οι μουσικές ρίζες του black βρίσκονται στο punk.

Οι Shining έχουν χτίσει τον μουσικό τους μύθο ως η μπάντα του προβοκάτορα Niklas Kvarforth που προωθεί suicidal ιδέες. Μην τον πιστέψεις. Υπάρχει εδώ υπερβολικά πολλή έκφραση για να είναι το αποτέλεσμα μηδενιστικό. Η γεύση της μουσικής τους είναι φυσικά πικρή σαν στάχτη, όμως συμβαίνουν τόσο ενδιαφέροντα πράγματα που η όποια αρνητικότητα του μηνύματος αδυνατίζει. Οι δομές των συνθέσεων είναι αληθινά εντυπωσιακές, με απλά υλικά ο Kvarforth χτίζει πραγματικά απρόβλεπτες μικρές τραγωδίες, με πλοκή, με πόνο, κάποιες φορές με κάθαρση. Το ίδιο εντυπωσιακά και τα φωνητικά του, που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα από ήπιες δραματικές γραμμές μέχρι βίαια γαβγίσματα. Κάτι στις ερμηνείες του με κάνει να υποπτεύομαι ότι η πραγματική του επιρροή είναι ο Thomas Gabriel Fischer. Και τα πόδια που πατάνε σε χώμα που όργωσαν οι Celtic Frost πατάνε χώμα άγιο. Θα σου πουν να επικεντρωθείς στις ερμηνείες του. Μην τους πιστέψεις. Όλοι οι παίχτες κάνουν σπουδαία δουλειά με σύμμαχο την παραγωγή, το drumming δε του Jarle Byberg –κι ειδικά στο “Jag Ar Din Fiende’’– αγγίζει την τελειότητα.

Αυτό που τελικά μένει είναι η αίσθηση ενός εξαιρετικού metal δίσκου, η προσωπικότητα του οποίου είναι πολύ σπουδαία για να την αγνοήσεις. Κι αν αυτός ο λύκος ξέμεινε χωρίς κοπάδι, μη νομίσεις ούτε λεπτό ότι τα δόντια του είναι λιγότερο κοφτερά. Το 2018 ξεκίνησε με μια δυνατή κλοτσιά στο σκοτάδι. Μέσα στη χρονιά θα σου “πουλήσουν’’ πολλούς metal δίσκους ως πολύ ανώτερους αυτού εδώ. Μην τους πιστέψεις.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

One Step From The Edge – Mother Of Millions – Chronoboros

One Step From The Edge – Beneath The Surface (self-released)

Αξίζουν συγχαρητήρια στους Γιαννιώτες OSFTE και μόνο για το γεγονός ότι μας παραδίδουν το ντεμπούτο τους μόλις ένα χρόνο από τη δημιουργία τους. Από την πρώτη ακρόαση του Beneath The Surface καταλαβαίνει κανείς ότι η μπάντα δεν έχει βιαστεί αλλά ότι έχει χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά την ορμή της για τη συγκρότηση μιας δυναμικής και συγκεκριμένης μεταλλικής πρότασης. Από το εξώφυλλο ακόμα – παραπέμποντας σε 90’s Dark Tranquility και Darkane – υπάρχει η υπόσχεση ενός κάποιου είδους μοντέρνου thrashy metal. Η υπόσχεση τηρείται.

Η αισθητική των Nevermore και η πιο γκρουβάτη πλευρά του thrash είναι τα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν το στιλ τους, επιπλέον όμως η προσεκτική ακρόαση των κομματιών μπορεί να αποκαλύψει διάφορες επιρροές, ακόμα κι εκτός metal. Στο ρυθμικό της κομμάτι η μπάντα σχεδόν αριστεύει. Εξαιρετική ισορροπία ανάμεσα σε επιθετικότητα, τεχνικότητα και γκρούβα, διάσπαρτες ριφάρες και λιωμένο rhythm section πείθουν ότι η μπάντα έχει μελετήσει εκτεταμένα το παρελθόν και το παρόν του επιθετικού ήχου. Ο Αλέξης Σερέτης και τα πολλαπλά του φωνητικά χτίζουν υφολογικά layers, μελωδικά- ακραία- επικίζοντα. Η πρόθεση είναι αγνή, η εκτέλεση όμως δεν είναι ισοδύναμη. Προσωπικά νιώθω ότι τα extreme μέρη πείθουν περισσότερο από κάποια άλλα που συνορεύουν με το power. Νομίζω ότι αν εστιάσουν στην ακραία τους πλευρά κι απομονώσουν ή ελέγξουν τα πιο μελωδικά τους μέρη οι OSFTE θα καταθέσουν ακόμα αρτιότερα πράγματα στο μέλλον. Συνολικά ως ντεμπούτο κρίνεται ως πολύ αξιόλογο κι ιδιαιτέρως ελπιδοφόρο, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι σωστή διαχείριση κι ελαφρύς εκλεκτικισμός. Αν σου αρέσει thrash και τα ξαδέρφια του, τσέκαρέ το οπωσδήποτε. Συμβουλή: Μελλοντικά ας μη γυαλίσουν υπερβολικά τον ήχο τους. Εδώ το in your face attitude συνυπάρχει με μια ανεπαίσθητη underground φρεσκάδα που κάνει καλό στα πνευμόνια μας.

 

 

Mother of Millions – Sigma (ViciSolum Productions)

Όπως μυστηριωδώς συμβαίνει κάποιες φορές, είχα επενδύσει στους Mother of Millions πριν καν ακούσω νότα από αυτούς. Έκανα την πρώτη απόσβεση με το Human του 2014, με το νέο τους άλμπουμ όμως είμαι ήδη προκλητικά κερδισμένος. Σε μια χρονιά που το ελληνικό prog έκανε υπερβάσεις, το Sigma στέκεται στην ίδια κορυφή με το Hegaiamas των Need.

Μοντέρνο prog rock/metal λοιπόν που εστιάζει στην ατμοσφαιρικότητα και στο επιδιωκόμενο συναίσθημα με σοφιστικέ αέρα και όχι με τεχνοκρατική λογική. Για την ακρίβεια, οι MoM ανήκουν στο κλειστό club των πραγματικά καλών γκρουπ που γνωρίζουν ότι η ουσία βρίσκεται στο ότι γράφουν τραγούδια με την αληθινή έννοια του όρου. Τα όμορφα παιξίματα όλων των παιχτών υπάρχουν εκεί μόνο για να υπηρετήσουν τις συνθέσεις. Στο κέντρο στέκεται ολόλαμπρη η εκπληκτική φωνή του Γιώργου Προκοπίου, οι καλοδουλεμένες μελωδικές γραμμές του οποίου διαμορφώνουν και το κυρίαρχο στίγμα της μουσικής τους. Η παραγωγή δεν βαραίνει, αλλά δίνει χώρο στα όργανα και κάθε τι που ακούγεται είναι απλώς ακόμα ένα χρώμα στην παλέτα. Η αφηγηματικότητα, η θεατρικότητα, πού και πού η επιθετικότητα αλλά και ethnic φωτοσκιάσεις επιστρατεύονται σε σοφές δόσεις μόνο και μόνο για να αναδείξουν όλες τις πτυχές της μουσικής τους. Εξαιρετικό άλμπουμ από μια μπάντα που αξίζει κάθε δευτερόλεπτο του χρόνου σου και δεν μπορώ παρά να μοιραστώ την υποψία μου ότι το επόμενό τους άλμπουμ θα είναι σχεδόν αριστούργημα. Οι MoM ήρθαν για να μείνουν, τα υπόλοιπα είναι στο χέρι σου.

 

 

Chronoboros – No Dirt Or Silver Will Have Us Sated (self-released)

Πέρσι τέτοιες μέρες ήταν το Education των Ruined Families. Τη θέση του για το παράξενο ’17 παίρνουν οι Chronoboros και το No Dirt Or Silver Will Have Us Sated, ο νέος δυναμίτης της ελληνικής σκηνής που θα βάλει φωτιά στις νύχτες σου και θα στοιχειώσει τα underground όνειρά σου. Κι αν τίτλος-εξώφυλλο μύριζαν από μακριά Neurosis, πέσαμε λίγο έξω. Η γεύση είναι πιο τραχιά και πιο πικάντικη.

Hardcore ναι, αλλά τι hardcore; Με punk και sludge πινελιές ολούθε. Με δυσαρμονίες στο φουλ από μια μπάντα που μοιάζει να λοξοκοιτά την πειραματική σκηνή της Νορβηγίας. Με αλλόκοτα περάσματα με καθαρά φωνητικά και παράξενες κιθαριστικές μελωδίες. Με σπαστικά mathcore μετρήματα. Με ένταση που χτίζεται πραγματικά απροσδόκητα κι όχι με post-ιλίκια. Με τρίλεπτες συνθέσεις που κρύβουν γνήσια περιπέτεια που δεν βρίσκεις σε 70λεπτα άλμπουμ. Και όλα αυτά ενώ το υλικό τους μοιάζει να σέβεται απολύτως τις καταστατικές αρχές του hardcore ιδιώματος, ενώ ταυτόχρονα γνωρίζει καλά τι συνέβη στον χώρο της ακραίας μουσικής κατά την προηγούμενη δεκαετία. Αν η μουσική των περισσότερων γκρουπ σχηματίζει γραμμές ή κύκλους, οι Chronoboros κατασκευάζουν ασύμμετρα πολύγωνα. Το καλύτερο; Όλα αυτά μπουκάρουν στα ευτυχισμένα αυτιά σου, ενώ νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε πρόβα τους. Ιδιοφυές. Ίσως ο καλύτερος υπόγειος δίσκος που άκουσα φέτος, το No Dirt… είναι ο φαινομενικά αλητάμπουρας που δύσκολα θα τα βγάλεις πέρα μαζί του αν ανοίξετε συζήτηση.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Yorgos Krommydas Quartet – Luteus (ankh)

 

Πολλή κουβέντα θα μπορούσε να γίνει για το υποκείμενο της ελληνικής jazz, η άποψή μου όμως είναι ικανή να συνοψιστεί σε λίγες λέξεις: περίσσευμα ταλέντου κι επιδεξιότητας, έλλειψη συναισθηματικής και συνθετικής τόλμης. Στις λίγες και φωτεινές εξαιρέσεις αυτού του κανόνα, ο Γιώργος Κρομμύδας με το κουαρτέτο του έρχεται να συμπληρώσει το όνομά του με αναντίρρητο τρόπο, τουλάχιστον για όσ@ς έχουν το θράσος να τεντώσουν τα αυτιά τους. Θράσος γιατί το τέταρτο άλμπουμ του Luteus κατά κάποιον τρόπο εκθέτει το σύνολο της εγχώριας jazz μέσω της σπάνιας προσωπικής και συναισθηματικής του φόρτισης.

Για να καταδυθούμε στο άλμπουμ, έχει ιδιαίτερη σημασία να αναφερθούμε σε μια συγκεκριμένη λεπτομέρεια: σε αντίθεση με τους περισσότερους jazz μουσικούς που γεννήθηκαν ανώτεροι μουσικοί γκουρού, ο Κρομμύδας δεν έκρυψε ποτέ το γεγονός ότι μικρός ήταν μεταλλάς. Πέραν από την επιλογή της μη-υποκρισίας, αυτό τεκμηριώνει ότι η μουσική του έχει έναν εξερευνητικό χαρακτήρα και μια διάθεση να χτίσει πάνω στα υπάρχοντα βιώματά του κι όχι στην προσέγγιση της jazz απλώς ως φόρμας. Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι, ενώ στα προηγούμενα άλμπουμ του η κιθαριστική του δουλειά είχε κάποιες οξείες, σκληρές γωνίες, εδώ ο Κρομμύδας απογειώνεται μέσω της κατάκτησης ενός στοιχείου που κανείς μεταλλάς ποτέ δεν μπόρεσε: της σιωπής ή, αλλιώς, της παύσης. Σε όλη τη διάρκεια του άλμπουμ αισθάνομαι ότι η “φωνή” της κιθάρας είναι το ίδιο δυνατή τις στιγμές που παίζει όσο κι εκείνες που απουσιάζει. Κι αν έχει μείνει κάτι από τις παλιές του επιρροές, υπονοείται μόνο στη διάσπαρτη βραχνάδα του τόνου του ή στο ανατριχιαστικό παίξιμο με το volume knob στο τέλος του “Tony”.

Ένα έντονο συναίσθημα μελωδικότητας και μια διάθεση ενδοσκόπησης είναι διάχυτα σε όλη τη διάρκεια του Luteus. Σχεδόν όλες οι συνθέσεις είναι χτισμένες γύρω από μεγαλόπρεπα μελαγχολικά θέματα (“Tony”, “Luteus”) και ακόμα και οι αυτοσχεδιαστικές στιγμές δεν μοιάζουν να βγαίνουν εκτός ελέγχου. Μένουν ακριβώς όσο χρειάζεται μέχρι την επιστροφή των βασικών θεμάτων, με χαρακτήρα και λειτουργικότητα κάθαρσης. Και τα κύρια συνθετικά μοτίβα, όμως, δεν ακολουθούν τυπικές jazz διαδρομές, αφού ο τρόπος που αλλάζουν σποραδικά μέρη και διαθέσεις δείχνει ότι το κουαρτέτο έχει επενδύσει πολύ πάνω στην κινηματογραφικότητα των συνθέσεων. Αυτό γίνεται εφικτό μέσω της εξαιρετικής και αλληλοσυμπληρωματικής δουλειάς όλων των μουσικών. Ο Περικλής Τριβόλης στο μπάσο έχει μια σπάνια εκφραστική λιτότητα κι επάρκεια, σε αρμονική αντίθεση με το πυκνό παίξιμο του Δημήτρη Κλωνή στα τύμπανα. Ένας Κλωνής που –θα το πω ανοιχτά– ό,τι του λείπει σε γκρούβα, του περισσεύει σε χρώμα. Στο άλμπουμ κάνει αυτό που ξέρει καλύτερα, μετατρέπει τα τύμπανα σε ένα αδιάκοπο, μαγικό ψιλόβροχο. Η διαφορά όμως γίνεται κυρίως με το πιάνο του Μάρκου Χαϊδεμένου, ένα πιάνο που μοιάζει να πρωταγωνιστεί ισόποσα με την κιθάρα, αλλά και πάνω του να έχει δομηθεί μεγάλο μέρος από την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του άλμπουμ. Κάποια πιανιστικά θέματα μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στον χώρο του soundtrack παρά σε έναν jazz δίσκο. Ως κορύφωση αυτού του ταξιδιού, στο εξαιρετικό “Posidonian Sunset” που κλείνει τον δίσκο, η jazz αποτελεί απλώς μια μάσκα, έναν Δούρειο Ίππο. Μέσα κρύβεται μουσική που στο βάθος της επιθυμεί να διαφοροποιηθεί απ’ όλα και να ορίζεται μόνο από τον εαυτό της.

Για το τέλος άφησα την πληροφορία ότι το Luteus είναι αφιερωμένο στα άτομα με προβλήματα όρασης. Ο Κρομμύδας δομεί μουσικές ιστορίες, που σκοπό έχουν όχι μόνο να αποκαταστήσουν την “ωχρή κηλίδα”, αλλά να κουβαλήσουν τον ακροατή σε ένα ταξίδι όπου η εικόνα συνυπάρχει με τη μαγεία και τη φαντασία. Κι όπως συμβαίνει πάντα στις τέχνες, ο καλλιτέχνης που δημιουργεί εκθέτοντας τον εαυτό του με ειλικρίνεια και βιωματικότητα και τολμά να πολεμήσει την όποια ασφάλεια και το δήθεν του είναι ο καλλιτέχνης που πείθει.

Δεν χρειάζεται να ακούσω άπειρα φετινά jazz άλμπουμ για να αποφανθώ για την ποιότητα του προκείμενου, για τον απλό λόγο ότι το Luteus χτίζει γέφυρες ανάμεσα στον μουσικό και τον ακροατή, τον καλεί να το κάνει δικό του και να γίνει μέρος του, και αυτό πάντα, απολύτως πάντα, αποτελεί κριτήριο μόνο των εξαιρετικών. Για όσους βλέπουν στην jazz μόνο την ακαδημαϊκή ψυχρότητα και το καικαλίκι της, το κουαρτέτο του Γιώργου Κρομμύδα μπορεί να σου χαμογελάσει με ζέση και κατανόηση και, κυρίως, να σε κάνει να ΔΕΙΣ καλύτερα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Dublin Diaries # 3

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

Και το έκανα. Περπάτησα και μετά περπάτησα κι άλλο. Περπάτησα μέχρι που άρχισα να ιδρώνω. Ίσως ξέφυγε κάπου και κάποιο δάκρυ, δεν είμαι σίγουρος. Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι λιώνουμε. Οι κόποι και οι χαρές μας γίνονται υγρά. Ίσως, μάλιστα, όταν λιώνουμε να είναι οι στιγμές που είμαστε περισσότεροι ζωντανοί. Οι οργασμοί, ο ιδρώτας, τα δάκρυα… κορυφώσεις του πόνου, του μόχθου, της ευτυχίας. Περπατούσα κι έλιωνα.

Κατέβηκα την Taylor’s hill road σαν φάντασμα. Δεν πρόσεχα καν τα αναρίθμητα πιτσιρίκια που πάνε με πατίνια και ποδήλατα κάθε μέρα στο σχολείο. Δεν έδωσα σημασία στα ημιπολυτελή αυτοκίνητα (εδώ δεν έχει κρίση) που κατηφορίζουν προς το ποτάμι ή για το αν άρχισε να βρέχει. Φτάνω στον πεζόδρομο, να τος ο Jim. Σφίγγω τα δόντια και λέω την πρώτη, ψεύτικη μα γενναία καλημέρα της μέρας.

Σκεφτόμουν την ομίχλη της προηγούμενης νύχτας. Τέσσερις το πρωί στεκόμουν στο μπαλκόνι χαμένος στην αμφιβολία. Ο κόσμος ακίνητος και σιωπηλός. Ο κόσμος πάντα σταματάει νύχτες σαν αυτή. Πίσω μου ένας καθρέφτης αντανακλά. Το καθρέφτισμα της ομίχλης… Το μυαλό μου στάθηκε πολύ στην εικόνα, στη σημειολογία, στη μεταφορά. Τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο θολό και αφηρημένο από έναν καθρέφτη στην ομίχλη. Ευχήθηκα, όταν έρθει η αυγή να διώξει όλες τις ομίχλες και να μη μείνει τίποτα παρά λίγη υγρασία στο χορτάρι, λίγη υγρασία στις ζωές μας. Να λιώνουμε, αλλά να γινόμαστε στέρεοι ξανά για λίγο. Να μπορεί αυτή τρελή σφαίρα να συνεχίζει τον ξέφρενο χορό της.

Για κάποιο λόγο, ξεπήδησε μια πολύ συγκεκριμένη ανάμνηση. Τέλη Απριλίου, 2002. Όπως πάντα στο τρένο, όπως πάντα διαδρομή από κάπου προς Πατήσια. Βράδυ. Ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι πρέπει να κάνω, ανήμπορος να βάλω τις σκέψεις να ταξιδέψουν ευθεία σαν το τρένο που με πάει. Τότε, ο απέναντι κύριος –δεν είδα ποτέ το κεφάλι του, αλλά τον ευχαριστώ– σήκωσε την εφημερίδα του. Το πρωτοσέλιδο έγραφε παχιά παχιά: ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΟΡΚΟΥΣ ΠΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΛΑΚΕΙΕΣ ΟΤΑΝ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΜΑΙΝΕΤΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΡΤΑ ΣΟΥ. Στο σαλεμένο και ανυπόταχτο μυαλό μου, αυτή ήταν η απάντηση που έψαχνα. Αυτό ορκίστηκα τότε, αν και οι μετέπειτα αποφάσεις μου είχαν τραυματικές συνέπειες. Αυτό ορκίζομαι και τώρα. Ξέρω ότι, σε καιρούς ειρήνης, ο εχθρός σε πιάνει απροετοίμαστο. Μετά το πρώτο σάστισμα όμως, είμαι ξανά όρθιος να πολεμήσω. Πήγα, ήρθα, έφυγα, μετάνιωσα, ξεκίνησα ξανά, είδες πόσο μακριά φτάσαμε;

Ξημέρωσε και πρέπει να πάω στη δουλειά. Πλησιάζω διστακτικά το παράθυρο και κοιτάω έξω. Οι ομίχλες έφυγαν και ο ουρανός έχει ένα βαθύ μοβ χρώμα, ακριβώς όπως σου αρέσει. Έλιωσα αρκετά χτες, αλλά πρέπει να λιώσω κι άλλο.

Κλείνοντας την πόρτα πίσω μου, αποφάσισα ότι σήμερα θα περπατήσω.

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Celeste – Myrkur – Wolves In The Throne Room

Celeste – Infidèle​(​s) (denovali)

Οι Γάλλοι Celeste επιστρέφουν με το Infidèle​(​s) κι επιδεικνύουν τους λόγους για τους οποίους το όνομά τους ακούγεται όλο και περισσότερο. Προσωπικά, εντοπίζω δύο στοιχεία ιδιαιτέρως αξιόλογα στην περίπτωσή τους: το ότι ντύνουν με μια πολύ προσεγμένη, σοβαρή και μετρημένη αισθητική τη μουσική τους και το ότι δεν μασκαρεύουν πίσω από βαρύγδουπες ορολογίες “τέχνης’’ το γεγονός ότι απλώς παίζουν metal. Και τα δύο αυτά χαρακτηριστικά είναι δυσκολότερα στην επίτευξή τους απ’ όσο μπορεί να νομίζει κανείς.

Extreme metal που φοράει τα καλά του, λοιπόν. Μπορούμε να διαφωνήσουμε για το ποιο εκ των black metal ή hardcore αποτελεί την πρωταρχική τους πηγή (τείνω προς το δεύτερο), αλλά είναι τελικά τα διάσπαρτα extreme metal μέρη –που θυμίζουν ελαφρώς τους λατρεμένους Strapping Young Lad– που κλέβουν τις εντυπώσεις. Το μενού περιλαμβάνει πολλά σπειροειδή μαύρα riff, τυπική core επιθετικότητα στα φωνητικά κι (ευτυχώς) όχι πολλά ανοιχτά “post’’ περάσματα. Οι γνωστές αδυναμίες του extreme ήχου είναι επίσης παρούσες: όχι μεγάλη ποικιλία σε ατμόσφαιρες και δυναμικές. Τίποτα όμως ικανό να αποχαρακτηρίσει έναν πολύ καλό δίσκο, που αξίζει να τον κάνεις παρέα.

 

 

Myrkur – Mareridt (relapse)

Μεγάλος ντόρος γύρω από το Mareridt της Δανής Amalie Bruun: πολύμηνη προώθηση πριν από την κυκλοφορία του άλμπουμ, εκτεταμένες παρουσιάσεις παντού, διθύραμβοι, μεγάλο σούσουρο σου λέω. Το αν τελικά είναι δικαιολογημένο μοιάζει να είναι περισσότερο ζήτημα προδιάθεσης του ακροατή. Όσο κι αν κρυφογέλασα με κακόβουλα σχολιάκια τύπου “η Lana Del Ray του black metal’’, ας ξεκαθαρίσουμε ότι δεν υπάρχει καμία αλήθεια σε αυτή την φράση. Η Amalie δεν είναι Del Ray –όσο κι αν το “Crown’’ δικαιολογεί τους κακόβουλους– και σε καμία μα καμία περίπτωση δεν είναι black metal. Ούτε κατά διάνοια. Δυο τρία σημεία σε έναν ωριαίο δίσκο και λίγο αίμα στο σαγόνι δεν αρκούν, ok;

Το απόσταγμα του Mareridt είναι ότι προσπαθεί να χτίσει μια εναλλακτικά σκοτεινή πρόταση πάνω στην artistic περσόνα της Myrkur. Σε στιγμές το καταφέρνει. Η παραγωγή του Randall Dunn (SunnO))), Boris, Wolves in the throne room κ.λπ.) τοποθετεί τη φωνή της ως το κυρίαρχο συμβάν (με αναλογίες εντάσεων στη μίξη που θα ταίριαζαν σε δίσκο της Βίσση) και “θολώνει’’ σοφά τα υπόλοιπα τεκταινόμενα, μην αναδεικνύοντας όμως αρκετά τις ομολογουμένως αρκετά πλούσιες ενορχηστρώσεις. Η μουσική γενικώς πατάει πάνω σε Nordic/viking/celtic folk χώματα, χρησιμοποιώντας σε στιγμές σχετικά ψυχρά περιβλήματα. Υπάρχουν ενδιαφέρουσες στιγμές (“De tre piker’’, “The Serpent’’, “Ulvinde’’), η συνολική όμως εμπειρία και ροή του άλμπουμ δεν δικαιολογεί το hype. Αξιοπρεπές ατμοσφαιρικό metal θα έλεγα εγώ, προσαρμοσμένο στο πνεύμα των καιρών. Οι 3rd And The Mortal ούτε που σαλεύουν εκεί πάνω στον θρόνο τους. Συνιστώ ψυχραιμία και να κρατάς μικρό καλάθι.

 

 

Wolves In The Throne Room – Thrice Woven (artemisia records)

Ψάχνοντας κάποιες λέξεις που θα μοιάζουν “σωστές’’, σκοντάφτω σε παραδοξότητες κι αινίγματα. Οι Λύκοι δεν είναι από αυτές τις μπάντες που θα έστηναν σκηνικά εντυπωσιασμού, η “επιστροφή’’ τους σε πρωτόγονα ηχητικά λημέρια, ωστόσο, χαιρετίστηκε από τους περισσότερους με άγριους αλαλαγμούς χαράς. Πιθανόν η χαρά να ήταν η ίδια αν η μπάντα παρέμενε στα σίνθια του Celestite. Ας μην κοροϊδευόμαστε, οι περισσότεροι θα τους ακολουθούσαμε ό,τι κι αν έκαναν. Το γιατί είναι ένα πραγματικό μυστήριο. Λέξεις σωστές δεν βρίσκω, ίσως τελικά το Thrice Woven να μιλάει μια νεκρή γλώσσα.

Δεν είναι αριστούργημα. Για την ακρίβεια, δεν υπάρχει τίποτα εδώ που δεν έχουμε ξανακούσει χιλιάδες φορές και παρ’ όλα αυτά, λίγα γκρουπ μπορούν να είναι τόσο μαγνητικά. Κάτι παράξενο φωλιάζει μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Δεν είναι μηδενιστικό ή κακόβουλο. Δεν είναι μεγαλοπρεπές ή επικό. Είναι όμως βαθύ, είναι παλιό σαν ψυχή αρχαία και φτιαγμένο από άγνωστο υλικό. Το αγγίζεις κι είναι παγωμένο και καυτό, σκληρό κι εύθραυστο ταυτόχρονα. Αυτό εδώ το black metal δεν είναι “κακό’’. Είναι όμως αθεράπευτα μοναχικό, με χαρακτήρα ασκητικό κι εσωστρεφή. Δεν μοιάζει να νοιάζεται να σε κερδίσει, κι όμως θα γυρίσεις ξανά κοντά του. Αυτό που φωλιάζει τελικά δεν μπορεί παρά να είναι η Αύρα των σπουδαίων, το αδιόρατο κάτι που λίγοι μόνο εκλεκτοί κατέχουν κι εμείς οι κοινοί τους δοξάζουμε γι’ αυτό. Οι Λύκοι σε φωνάζουν να σταθείς κοντά τους και να προσπαθήσεις να αγγίξεις το άυλο. Το μεσαιωνικό/παγανιστικό τους ρολόι ίσως σε παγιδέψει κάπου στον χρόνο κι ίσως κι εσύ νιώσεις αυτό το κάτι που τελικά λέξεις γι’ αυτό δεν βρήκα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

1476 – Our Season Draws Near (Prophecy)

 Θα πω την ευχή μου δυνατά. Εύχομαι να βρω ένα άλμπουμ που θα ντύσει ιδανικά τον φετινό χειμώνα, ένα άλμπουμ μοναδικό και ιδιαίτερο που θα γίνει ο μουσικός μου σύντροφος όσο οι νύχτες θα καταπίνουν τον ήλιο. Εύχομαι το άλμπουμ αυτό να μην προέρχεται από προφανείς επιλογές: δεν θέλω να είναι ακουστικό, δεν θέλω βαρύγδουπο doom, ούτε κάποιο ψυχρό black του Βορρά. Δεν θέλω κάποια ατμοσφαιρική μιζέρια ή κάποια ωραιοποιημένη κατάθλιψη, ούτε κάποιο άλμπουμ που μιλάει για το πόσο αβυσσαλέα μαύρη είναι η ύπαρξη και η ζωή μας. Θέλω κάτι που να μη βασίζεται στη δημιουργία εντυπώσεων και που δεν θα μου ορίζει υποχρεωτικά το υποκείμενο της μουσικής. Θέλω να έχει πλούτο, δύναμη κι ευγένεια και να μην κλείνει τα παντζούρια της ψυχής μου με κάθε play. Θέλω κάτι απροσδόκητο. Θέλω κάτι που να μην με κάνει να σκέφτομαι στιλιστικά ή αισθητικά ζητήματα και να μη με κουράζει. Ένα άλμπουμ που να μπορώ να αφαιρεθώ για κανένα 5λεπτο και να ξαναβρίσκω την προσοχή μου ενώ η μουσική είναι ακόμα εκεί. Θέλω ένα άλμπουμ που να με περιμένει και να με σέβεται κι όχι το αντίθετο.

 Εύχομαι αυτό το άλμπουμ να γίνει αληθινός μου φίλος. Όχι όμως εκείνος ο τύπος φίλου- κολλητού που μπορείς να περνάς κάθε μέρα μαζί του πίνοντας μπίρες και μιλώντας για τα πάντα. Όχι, προτιμώ να μοιάζει με εκείνον τον άλλο, τον παράξενο φίλο που συναντάς μια δυο φορές τον χρόνο και αν. Εκείνον τον φίλο που επιλέγεις να τον καλέσεις σπίτι σου, να ξεσκονίσεις τις καλύτερες μουσικές σου και να ανοίξεις μαζί του εκείνο το καλό ουίσκι που έχεις φυλαγμένο. Εκείνον τον φίλο που μιλάει για παράξενα πράγματα και που έχει να σου πει τις πιο κρυφές ιστορίες. Εκείνον που όταν μιλάς μαζί του η κουβέντα θα πετάει απρόβλεπτα από θάλασσα σε σύμπαν κι από άβυσσο σε ουρανό, που ο χρόνος παύει και τα φαντάσματα σιωπούν για να κρυφακούσουν την κουβέντα. Θέλω ένα άλμπουμ για να κάνουμε τέτοια παρέα και η φιλία μας να είναι ζεστή, αληθινή, σαν να ανταμώνω ξανά κάποιον χαμένο μου αδερφό.

 Κι ύστερα, κάπου, κάπως, μια φωνή είπε: 1476. Our season draws near.

 Λίγες ακροάσεις μετά, είχα ήδη γίνει λίγο σοφότερος, γνωρίζοντας πια ότι η μεγάλη μελαγχολία μπορεί να είναι βαθιά επική και τούμπαλιν. Γνωρίζοντας ότι η ατμόσφαιρα μπορεί να συνυπάρχει με πραγματική ανάταση. Γνωρίζοντας ότι συμφωνώ με τον όρο “ερμητικό death rock” κι ότι όλα τα παραπάνω μπορούν να προέρχονται από κάποιο γκρουπ που γεννήθηκε σε punk γειτονιά.

 Κυρίως, όμως, είχα βρει το απόλυτο άλμπουμ για τον φετινό χειμώνα, ακριβώς όπως το είχα ευχηθεί.

Αντώνης Καλαμούτσος