Συνέντευξη Hail Spirit Noir

Μετά από τρία εξαιρετικά album, ήρθε επιτέλους η ώρα για τους Θεσσαλονικείς Hail Spirit Noir να σαλπάρουν για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, με πιο αξιοσημείωτο σταθμό της τη συμμετοχή τους στο Roadburn festival. Επίσημη έναρξη του tour αποτελεί το πρώτο τους headline live στην Αθήνα στις 20 Απριλίου, όπου το psychoprog black metal τους θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ανάμεσα σε βαλίτσες, πρόβες κι ετοιμασίες, ο Θεοχάρης βρήκε τον χρόνο για μια κουβέντα με το Against the Silence, κουβέντα που πρόλαβε να πάει στον Ηράκλειτο, τους Death SS και τα didgeridoo… Μην τολμήσετε να τους χάσετε!

Σας καλωσορίζουμε στο ats. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της πρώτης σας ευρωπαϊκής περιοδείας, δεν μπορώ παρά να ρωτήσω πώς αισθάνεται η μπάντα για το γεγονός.

Εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αγχωμένοι, αλλά πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Από την πρώτη μπάντα που έπαιξε ποτέ ο καθένας μας μέχρι και τώρα, μια περιοδεία είναι ένας από τους στόχους. Ήρθε η ώρα να τον πραγματοποιήσουμε!

Φαίνεται ότι έπειτα από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue έχετε επενδύσει αρκετά στο live κομμάτι. Ήταν για εσάς περισσότερο εσωτερική παρόρμηση ή μια απόφαση “στρατηγική’’ όσον αφορά το promotion της δουλειάς σας;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, να σου πω την αλήθεια. Live θέλαμε να κάνουμε από τότε που κυκλοφόρησε το Πνεύμα, αλλά το θέμα είναι ότι οι υποχρεώσεις τότε δεν μας επέτρεπαν ούτε να το σκεφτούμε. Στους Μάγους κάναμε πάλι μια προσπάθεια η οποία δεν ευδοκίμησε, αλλά όταν πλέον το πήραμε και απόφαση ότι αν θέλουμε η μπάντα να εξελιχθεί θα πρέπει οπωσδήποτε έστω και περιστασιακά να κάνουμε κάποιο live, βρήκαμε και τα κατάλληλα άτομα. Με τον Σάκη Μπαντή (Horizon’s End, Uthull), Cons Marg (Until Rain, Dustynation,) και Φοίβο (Agnes Vein, Katavasia, Freefall), θεωρώ ότι το live κομμάτι της μπάντας έδεσε και πλέον αποδίδουμε το υλικό μας επί σκηνής όπως του αξίζει. Και φυσικά τα live βοήθησαν σημαντικά να ακουστούν περισσότερο οι HSN. Άρα η απάντηση είναι τελικά και το ένα και το άλλο, χεχ.

Το δεύτερο live του tour σας είναι στο λατρεμένο Roadburn festival. Με δεδομένο τον εκλεκτικισμό του συγκεκριμένου festival, η συμμετοχή σας σε αυτό αποτελεί για εσάς περισσότερο μια δικαίωση ή μια καλή ευκαιρία να συστήσετε τη μουσική σας και σε ένα σχετικά ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κόσμο που ίσως δεν θα μας έδινε και τόση προσοχή υπό άλλες συνθήκες. Αν υπολογίσουμε ότι είμαστε και το πρώτο ελληνικό group που εμφανίζεται σε ένα τόσο καταξιωμένο φεστιβάλ, νομίζω είναι και τιμητικό το λιγότερο, και θα φροντίσουμε να το εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δικαίωση, ίσως περισσότερο αποτέλεσμα της δουλειάς που καταβάλλουμε και το πόσο σοβαρά παίρνουμε τους Noir οι ίδιοι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αποτελεί τιμή μας και μόνο για το πόσο αυστηρό είναι στην επιλογή των μπαντών που παίζουν… Σε ένα τέτοιο φεστιβάλ, που κοινό από όλον τον κόσμο το βάζει στο πρόγραμμά του να το παρακολουθήσει, είναι μια τεράστια ευκαιρία για εμάς να αγγίξουμε και άλλους. Επίσης είναι και μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία να δούμε μπάντες που υπό άλλες συνθήκες να μην τις βλέπαμε, χεχ!

Η live φιλοσοφία σας είναι να αποδίδεται το υλικό με πιστότητα ή να διαφοροποιείται επί σκηνής; Υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Τα κομμάτια δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια. Προβάροντας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μέρη που αυτοσχεδιάζοντας γίνονταν ακόμα πιο Noir, αν καταλαβαίνεις πώς το εννοώ, και βοηθούσαν κι εμάς τους ίδιους να μπούμε στο πετσί τους εντονότερα. Δίνει μια άλλη διάσταση στα live μας και κρατάει και το δικό μας ενδιαφέρον ζωντανό. Βοηθάει και το γεγονός ότι ο Χάρης, ο Demian κι εγώ παίζουμε μαζί τόσα χρόνια, από τους Bizarre ακόμα, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το τι θα κάνει ο καθένας μας. Νομίζω και για το κοινό από κάτω έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν ξεχειλώνουμε τα κομμάτια, μη φανταστείς, απλά όπου μας παίρνει βάζουμε και μια έκπληξη.

Κάνω μια λογική σκέψη: με το υλικό του επόμενου άλμπουμ να μην είναι, φαντάζομαι, ολοκληρωμένο, θα μπορούσε η συσσωρευμένη ενέργεια των live εμπειριών να συν-δημιουργήσει το μελλοντικό υλικό. Να συντελέσει δηλαδή στη δημιουργία περισσότερο επιθετικών ή πιασάρικων τραγουδιών ή ό,τι άλλο η μπάντα θεωρήσει ότι ήταν “πετυχημένο’’ επί σκηνής. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό; Μπορούν να επηρεάσουν οι fan την όποια μελλοντική σας κατεύθυνση;

Είναι πολύ νωρίς να σου πω το οτιδήποτε για το επόμενο album. Σίγουρα η εμπειρία των live κάπως θα επηρεάσει τη σύνθεση, αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο συνειδητό. Δεν λειτουργούμε έτσι, ειδικά ο Χάρης που είναι και ο βασικός συνθέτης. Για να μη λέμε και ψέματα, όλοι όσοι γράφουν μουσική θέλουν το υλικό τους να έχει απήχηση. Η σύνθεση έχει και λίγο την ικανοποίηση του εγωισμού του καθένα. Οπότε στο πίσω μέρος του μυαλού μας κάπου θα υπάρχει κι αυτό το δημιουργικό άγχος. Όμως δεν νομίζω ότι θα είναι καθοριστικός παράγοντας, όπως δεν υπήρξε και μέχρι τώρα.

Το “κρίσιμο’’ τρίτο album πέρασε. Θεωρείς ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής σας έχουν παγιωθεί ή υπάρχει χώρος για ριζικές διαφοροποιήσεις;

Θέλω να πιστεύω ότι πλέον έχουμε μια δικιά μας ταυτότητα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πούμε ότι «Τέλος. Αυτό ήταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα κινούμαστε πλέον». Νομίζω ότι ο πειραματισμός είναι κομμάτι του χαρακτήρα των HSN και αν λείψει, θα είναι φανερά αισθητό. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι ριζικές οι αλλαγές. Στην πραγματικότητα μπορεί στο τέλος να είναι και ελάχιστες. Γνωρίζοντάς μας, όμως, πιστεύω ότι, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το 4ο album, θα είναι όπως και τα 3 προηγούμενα, ξεχωριστό.

Προσωπικά θαυμάζω τον τρόπο που η μουσική σας πατάει ισομερώς σε δύο κόσμους, του psych και του black metal. H κριτική παγκοσμίως συχνά σας βαφτίζει τελικά prog. Αν και τελικά οι ορισμοί μοιάζουν ανούσιοι, αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η πρωταρχική πηγή της έμπνευσής σας; Θα στοιχημάτιζα στο black, αλλά ίσως να κάνω 100% λάθος.

Όταν ξεκίνησε ο Χάρης να κάνει τα πρώτα demo για τα κομμάτια που κατέληξαν να είναι το Πνεύμα, δεν υπήρχε σαφές πλάνο. Ξεκίνησε σαν συγκερασμός των Goblin, του prog rock των 70’s, σε συνδυασμό με την ψυχεδέλεια και το Black metal. Οπότε διάλεξε, είσαι ή 50% σωστός ή 50% λάθος, χεχ. Το prog νομίζω έμεινε λόγω του ότι ο συνδυασμός όλων αυτών παρέπεμπε στην ελευθερία που υπήρχε τότε στην ταυτόχρονη χρήση πολλών ειδών. Ή απλά γιατί είναι πιο εύκολο.

Έχοντας λιώσει τα album σας, έχω κάνει κάποιες διαισθητικές συνδέσεις. Θα ήθελα να μου πείτε αν όντως υπάρχει σύνδεση με τα παρακάτω ή αν απλώς τα φαντάζομαι. Πρώτον: στιχουργικά το εωσφορικό πνεύμα είναι ζωντανό, κατά τη γνώμη μου στην παράδοση των Milton και Blake, αποσκοπώντας στην αντιστροφή της συμβατικής ανθρώπινης σκέψης. Όλο αυτό μου μοιάζει τελικά αρκετά φιλοσοφικό, αρχαιοελληνικά φιλοσοφικό. Υπάρχει λοιπόν μια καλλιτεχνική σύνδεση με Πλάτωνα, Πυθαγόρα και Ηράκλειτο;

Υπάρχει στον βαθμό της αντισυμβατικότητας. Το Εωσφορικό πνεύμα που αναφέρεις είναι αυτό του Ανταγωνιστή, και ναι, είναι παρών στους στίχους και στη γενικότερη θεώρηση των Noir. Για την ακρίβεια, είναι το Spirit Noir. Αλλά το πώς το εννοούμε είναι κάτι πιο προσωπικό για τον κάθε έναν από μας. Από τους 3 αρχαίους που ανέφερες, νομίζω ότι το πνεύμα του Διαβόλου είναι πιο κοντά στον Ηράκλειτο, κυρίως για τον τρόπο της γραφής του. Παρότι ήταν γεμάτος λεπτομέρειες και επεξεργασμένος, κατάφερνε να είναι σαν γρίφος νοηματικά, σχεδόν απόκρυφος. Επίσης, διαβάζοντας το έργο του, αυτήν την έννοια της συνεχούς αλλαγής την αντιλαμβάνομαι σαν το Χάος στο οποίο πολλά βιβλία αποκρυφισμού αναφέρονται. Είναι ίσως μια πολύ πρωταρχική γνωριμία, αλλά ταυτόχρονα πάρα πολύ ιδιαίτερη.

Δεύτερον: Ιταλία, ιταλικές horror ταινίες στο πνεύμα του Dario Argento και πρωτόλειες black μπάντες τύπου Mortuary Drape.

Έμπνευση το λιγότερο τόσο σε θέματα αισθητικής όσο και μουσικής. Με τους Mortuary Drape η σύνδεση είναι λιγότερη από ό,τι της παράνοιας των Death SS. Η σύνδεση με τους Noir δεν είναι τόσο έντονη.

Η λατέρνα ψάρωσε πολύ κόσμο. Θα ψάχνετε πάντα για τέτοια απρόσμενα στοιχεία ή αυτό βασίζεται καθαρά στην έμπνευση της στιγμής;

Αναμενόμενο, καθώς σε πάρα πολλούς είναι ένα εντελώς άγνωστο όργανο. Ακόμα κι εδώ που την ξέρουμε, δεν νομίζω κανένας να το περίμενε να την ακούσει. Προσπαθούμε πάντα να έχουμε όσο το δυνατόν γίνεται πλούσια ενορχήστρωση. Συνήθως έχει να κάνει με την έμπνευση της στιγμής, γιατί τη λατέρνα πχ, δεν είναι και πολύ εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις. Ή το didgeridoo. Από τη στιγμή που θα καρφωθεί η ιδέα, θέλει αρκετή δουλειά μέχρι να τη θεωρήσουμε τελειοποιημένη. Κάτι θα μας έρθει και πάλι για το επόμενο φαντάζομαι, χωρίς όμως να είναι αυτοσκοπός.

Έχει περάσει 1,5 περίπου χρόνος από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue. Έχετε κάνει μια πρώτη αποτίμηση του album ή είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν σχέδια για τον διάδοχό του;

Θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ μας κι αυτό το πιστεύαμε εξ αρχής. Θα μου πεις, για κάθε πρόσφατη κυκλοφορία όλοι αυτό λένε. Όμως και λόγω των live είναι αυτό που μας έφερε και πιο κοντά στον κόσμο, κάτι το οποίο από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Πέρασε ο καιρός όντως. Ιδέες υπάρχουν, αλλά θα επικεντρωθούμε στο τέλος της περιοδείας και μετά από τα show που έχουμε ακόμα, όπως αυτό στο Horns Up στα Τρίκαλα και στο MetalGate Czech Death Fest στην Τσεχία, θα επικεντρωθούμε σε αυτό.

– Θεοχάρη, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτήν την κουβέντα και να ευχηθώ ολόψυχα ό,τι καλύτερο για την περιοδεία και ό,τι θα την ακολουθήσει.

Εμείς σ’ευχαριστούμε για την ενασχόλησή σου και την υποστήριξη. Ελπίζουμε να δούμε τους αναγνώστες σας στο live της Αθήνας στις 20/4. Θα τα ξαναπούμε στο μέλλον. Μέχρι τότε, το Σκοτεινό Πνεύμα σάς χαιρετά.

 

* Οι HSN θα εμφανιστούν την Παρασκευή 20.4 στο Temple μαζί με τους Mock the Mankind και Spineless. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας στο τελευταίο τους άλμπουμ. (view)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Brigid Mae Power – The Two Worlds (Tompkins Square)

Ας μην μπερδεύουμε τους ψίθυρους για πολεμικές κραυγές. Ούτε φυσικά και τον singer/songwriter συρφετό με το δεύτερο άλμπουμ της Αγγλοϊρλανδής Brigid Mae Power. Πλειοψηφικά, οι καλλιτέχνες του μεν αναλώνονται στο να επενδύουν στο τρίπτυχο φατσούλα-φωνούλα-τραγουδάκι, τη στιγμή που η Power χτίζει μια εντελώς διαφορετική πρόταση, αναγκάζοντας τα μεγαλύτερα έντυπα να θαυμάσουν αυτήν την, ψυχή και σώματι ανεξάρτητη, κυκλοφορία. Μία και μόνη ακρόαση του The Two Worlds αρκεί για να καταλάβεις ότι κάτι καλό, σωστό και όμορφο έχει στηθεί. Μπορεί ο καθένας να εξερευνήσει πού βρίσκεται η πηγή της ομορφιάς. Σε αυτήν την παρουσίαση, θα αναφερθούν απλώς τα τρία σημεία που κάνουν αυτό το ακουστικό άλμπουμ αναπάντεχο.

Η εσωτερική του ψυχεδέλεια. Χωρίς να καταλαβαίνεις πώς, χωρίς εφέ ή άλλα μουσικά/ ηχητικά τρικ, το The Two Worlds διακατέχεται από μια ρευστή και ακατανόητη ψυχεδέλεια. Δεν βγαίνει ποτέ στο προσκήνιο και δεν προσπαθεί να τσιμπήσει fans. Μένει καλά κρυμμένη στις σκιές, κουλουριάζει στην αγγελική φωνή της Power και τα παράξενα τσακίσματα της. Ως μόνος σύμμαχος στέκει η μουντή παραγωγή και αυτό όμως δεν εξηγεί το μυστήριο: το πώς γίνεται να ακούς ακουστικές κιθάρες, πιάνα και τα άλλα όργανα που ακολουθούν διακριτικά, αλλά να είναι τόσο αισθητή η ύπαρξη “αναθυμιάσεων’’.

Η συνθετική λογική του. Ξέχνα τα κουπλέ και τα radio friendly ρεφρέν. Κάθε σύνθεση βασίζεται σε μια και μόνο μουσική ιδέα και μια κεντρική μελωδία. Η Power οδηγεί κι εξελίσσει πάντα τη σύνθεση με σταθερή σύνεση προς ένα ήπιο αυτοσχεδιαστικό κρεσέντο. Από αυτήν την άποψη, κάθε τραγούδι μοιάζει με μια αποτύπωση μιας μοναχικής στιγμής μέσα στον χρόνο, μιας και μόνης στιγμής ημερολογιακού χαρακτήρα. Η τρίλεπτη αυτή μουσική φωτογραφία τελικά μοιάζει να ίπταται, να ίπταται και να κρέμεται ακίνητη πάνω από το κεφάλι σου. Αυτό το άλμπουμ δεν δημιουργήθηκε για να πουλήσει, αλλά για να καταγράψει μια σύντομη πτήση εντός σου.

Ο εξομολογητικός του τόνος. Γραμμένο σχεδόν εξ ολοκλήρου σε δεύτερο πρόσωπο, τα τραγούδια καταλήγουν να σε κάνουν σύμμαχο, φίλο ή συνένοχο στα βιώματα της καλλιτέχνιδας. Ολοένα και λιγότερα άλμπουμ έχουν αυτήν τη δύναμη του να συνάψεις μαζί τους μια σχέση που βασίζεται στην αλήθεια και όχι σε αρτιστίκ στερεότυπα. Όλα στο φως από την Power, όλα τα συναισθήματα και οι στιγμές που αξίζουν να τραγουδηθούν και να γίνουν μελωδίες. Αν είσαι ο καλός listener, αυτός που δεν βιάζεται να κρίνει αλλά χαίρεται με το μοίρασμα του άλλου, πάτα το play άφοβα και το The Two Worlds θα έχει πολλές ιστορίες να διηγηθεί.

Σε έναν κόσμο που μπερδεύει την πραγματική δύναμη της καλλιτεχνικής και δη της θηλυκής εκφραστικότητας με νιαουρίσματα και ψευτοδράματα, η Brigid Mae Power μοιάζει με εκείνον τον καλά κρυμμένο θησαυρό που περιμένει να βγει στο φως από τα χέρια του αξιότερου. Η μαγική και αμίμητη φωνή της είναι απλώς το Χ πάνω στον χάρτη. Ο ίδιος ο θησαυρός όμως είναι τα όμορφα τραγούδια και αυτή η αιώνια έκφραση της τέχνης που αρνείται να υποταχτεί, ακόμα κι αν φοράει pop ρούχα. Αν ο μουσικός κόσμος ήταν πεδίο μάχης, το The Two Worlds θα ήταν ο μαχητής που μοιάζει εύθραυστος, αλλά τελικά πολύ δύσκολα θα νικηθεί. Γι αυτό λοιπόν, ας μην μπερδεύουμε τις πολεμικές κραυγές για ψίθυρους.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Hamferð – Támsins Likam (metal blade)

Τελικά επιδράει το τοπίο στη μουσική; Είναι ικανή η γη να συνθέτει μαζί με τον συνθέτη; Άλλο ένα ρητορικό ερώτημα από αυτά που οι καμμένοι μόνο από τους μουσικόφιλους/κριτικούς θα σπαταλήσουν χρόνο να απαντήσουν. Απάντηση: συνήθως όχι. Πώς αλλιώς θα υπήρχαν φαινόμενα όπως νορβηγικό black από Βραζιλιάνους, gangsta rap από Έλληνες, LA glam από Σουηδούς και δεν ξέρω γω τι άλλο; ΌΜΩΣ. Καμιά φορά το τοπίο παίζει ρόλο, αν ο δημιουργός επιθυμεί να το κουβαλήσει στις νότες του και όταν αυτό συμβαίνει, συμβαίνει για καλό. Οι Hamferd είναι από τα νησιά Φερόε και κουβαλούν μαζί τους τη γη και τη θάλασσά τους. Όχι μόνο επειδή τραγουδάνε στη μητρική τους γλώσσα, αλλά κυρίως γιατί οι νότες που γεννάνε κουβαλούν μαζί τη δύναμη, την απομόνωση και την αλμύρα της μικρής βορινής τους πατρίδας.

Το πολύ αργό και πολύ βαρύ μουσικό ταξίδι τους έχει επικεφαλίδα και γράφει doom metal. Ένα doom όμως που έχει προσέξει πολύ τις καταβολές και τις ισορροπίες του. Είναι σπαρακτικό αλλά δεν κλαψουρίζει, επικό χωρίς να γίνεται ρεζίλι, ατμοσφαιρικό χωρίς να καταντάει post υποκρισία και σκοτεινό χωρίς να επιθυμεί να σε πλακώσει. Αυτό είναι και το πρώτο κερδισμένο στοίχημα της μπάντας. Η μουσική τους μοιάζει να αποτελείται από όλα τα στιλιστικά τους ζητούμενα ακριβώς στις δόσεις που πρέπει. Στέκει μόνη ψηλά σε ένα στενό βράχο και το ατένισμα είναι επικίνδυνο. Ένας λάθος άνεμος είναι ικανός να την παρασύρει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Δεν είναι εύκολο να φτάσεις σε αυτόν τον βράχο. Μακάρι να μείνουν εκεί όσο περισσότερο μπορούν.

Το μονίμως αργό tempo παραδόξως δεν βάζει τρικλοποδιές στη σωστή ροή του άλμπουμ. Αντιθέτως. Ριφολογικά η μπάντα ακολουθεί περισσότερο μια λογική ακόρντων, συνοδεύοντας τη σπουδαία φωνή του Jon Aldara. Υποψιάζομαι ότι αν βγάλεις τις παραμορφώσεις, θα μπορούσαν άνετα να φτιάξουν ένα μελαγχολικό ηλεκτροακουστικό άλμπουμ τύπου 90 watt sun. Δεν το κάνουν όμως και το ενδιαφέρον μένει αμείωτο εξαιτίας λεπτών τρικ: αν παίζεις στα 70 bpm, μια άρση μοιάζει με το να κουνάς τον άξονα του πλανήτη. Εναλλαγές βαριών και soft μερών. Ενίοτε ritual rhythm section. Και κυρίως εξαιρετικά φωνητικά, τόσο στα καθαρά όσο και στα brutal death του. Δεύτερο κερδισμένο στοίχημα, τα διπλά φωνητικά συνήθως κρύβουν τη μετριότητα σε κάποιο από τα δύο – ή και στα δύο. Ο Jon Aldara όντως δεν ανήκει σε αυτήν την κατηγορία, το χρώμα και ο λυρισμός της φωνής του είναι σχεδόν συντριπτικά.

Μόνη μου ανησυχία μήπως εδώ έχουμε άλλο ένα φαινόμενο τύπου Solstafir, ξέρεις, μην το γυρίσουν στο Nordic rock στο επόμενο, γίνουν πασίγνωστοι και κάποιοι από εμάς λέμε “τα παλιά ήταν καλύτερα” και μας μείνει η ρετσινιά του κακού ξερόλα δεινόσαυρου. Αιτία της ανησυχίας το “Frosthvarv’’. Μην παρεξηγηθώ, πρόκειται για φοβερό track, απλώς, να, ψυλλιάζομαι ότι προς τα εκεί θα το πάνε. Οι Solstafir είναι γκρουπάρα, αλλά δεν χρειαζόμαστε άλλους. Και οι Hamferð γκρουπάρα είναι και τους χρειαζόμαστε έτσι.

Σάλπαρε μαζί τους σε αυτό το χωρίς ελπίδα ταξίδι. Θα βρεθείς σε μια κρύα και γκρίζα θάλασσα, χωρίς ορίζοντα τριγύρω. Δεν θα σε χτυπήσουν καταιγίδες, αλλά θα πλέεις σχεδόν ακίνητος, χωρίς άνεμο, τα πανιά σου δεν θα φουσκώσουν. Θα γευτείς την ανάμνηση, τη δίψα, το δάκρυ, την ελπίδα και την απόγνωση, και δεν θα σε νοιάξει αν τελικά θα επιβιώσεις. Ακόμα κι αν δεν πιάσεις ποτέ ξανά στεριά, έχεις ήδη κερδίσει. Ακόμα κι αν πιάσεις στεριά, έχεις ήδη χάσει.

 

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Perfect Beings – Vier (inside out)

Σε πρόσφατη συνέντευξή του, ο Johannes Luley των Perfect Beings δήλωσε: “Βάλτε ακουστικά και κλείστε το κινητό για μια ώρα. Κάνει καλό στην ψυχή”. Όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν ή και να εφαρμόσουν το παραπάνω, δεν θα βρουν νόημα στην παρουσίαση που ακολουθεί και σίγουρα δεν θα μπορέσουν να αντιληφθούν τι είδους δίσκος είναι το Vier.

H progressive κοινότητα του rock απασχολείται εδώ και αρκετά χρόνια με ζητήματα υπαρξιακού αυτοπροσδιορισμού. Περίλυπος, παρακολουθώ τη συντριπτική πλειονότητα των καλλιτεχνών να θεωρούν “προοδευτικό” οτιδήποτε εμπεριέχει μια κάποια αυξημένη τεχνοκρατική αντίληψη (λες και οι υπόλοιπ@ είναι άτεχν@ και αμόρφωτ@), βιάζοντας κατ’ επανάληψη τα ιερά τέρατα του παρελθόντος και αναδεικνύοντας τελικά το prog ως μια ακόμα στείρα-ξύλινη φόρμα, σε βάρος φυσικά της όποιας πραγματικά ανανεωτικής μουσικής πρότασης. Κι ενώ αυτά συμβαίνουν στον δεξιοτεχνικά φτιαγμένο prog μικρόκοσμο, οι Perfect Beings από το Los Angeles παρουσιάζουν το τρίτο τους πόνημα σαν έτοιμοι από καιρό, χωρίς τυμπανοκρουσίες και χωρίς αυταπάτες. Κυρίως, χωρίς συμπλέγματα αυτοπροσδιορισμού, αφού η δημιουργική τριάδα των Ryan Hurtgen (φωνή, πιάνο), Johannes Luley (κιθάρα, μπάσο, πλήκτρα, παραγωγή) και Jesse Nason (πλήκτρα, πιάνα) μοιάζει να έχει προσπεράσει προ πολλού αυτά τα ζητήματα.

Σ’ ένα χαριτωμένο κλισέ, αποκαλούμε διάφορες ωραίες μουσικές “ταξιδιάρικες”. Αλήθεια, τι είναι αυτό και πώς σηματοδοτείται το ταξίδι στη μουσική; Όπως και να το ορίζει κανείς, όσο συχνά ή σπάνια επικαλείται αυτό το επίθετο, λίγα πράγματα δικαιούνται τόσο να χαρακτηριστούν Ταξίδι όσο το Vier. Δεν είναι φυσικά τα 72 λεπτά του (χωρισμένα σε τέσσερις 18λεπτες συνθέσεις που κάθε μια καλύπτει μια πλευρά βινυλίου), τέτοια “ταξίδια” έχουμε δει πολλά και ανούσια. Είναι ο εντελώς απροσδόκητος χαρακτήρας του. Ο W.Blake έγραψε κάποτε πως “η βελτίωση δημιουργεί ίσιους δρόμους, αλλά οι τεθλασμένοι δρόμοι χωρίς βελτίωση είναι οι δρόμοι της διάνοιας”. Αυτή ακριβώς η χαοτική διάνοια είναι η πηγή και ο σκοπός αυτού του album. Στα 72 του λεπτά, κάθε γνωστή μουσική νόρμα μοιάζει να αγνοείται. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο που να επαναλαμβάνεται, δεν υπάρχουν κουπλέ-ρεφρέν, ούτε ένα εύκολο, πιασάρικο, προσβάσιμο ή αναμενόμενο μέρος. Δεν υπάρχει τίποτα να γαντζωθείς, τίποτα να ανατρέξεις και τίποτα να σε ξεκουράσει, ούτε ένα στρωτό riff για να ξεμπουκώσεις κάπου – εσύ ή η ίδια η μπάντα. Ταυτόχρονα όμως δεν είναι μουσική ψυχρή σαν γυαλί ή αφηρημένη. Είναι πάντα ζεστή και οικεία και προχωράει συνεχώς μπροστά αδιαφορώντας για το τι προηγήθηκε ή τι θα ακολουθήσει. Είναι τελικά μουσική που μάλλον αδιαφορεί πλήρως για τον χρόνο και τα παράγωγά του. Αντίθετα, όπως τα γεωμετρικά σχήματα του εξώφυλλου, το Vier είναι αφιερωμένο καθαρά στην εξερεύνηση του χώρου. Ως αεικίνητο-ακίνητο, διαστέλλεται τόσο που μοιάζει τελικά να γίνεται τόσο μεγάλο που απλώνεται ως τις εσχατιές της έκφρασης. Τόσο ευρύ που τελικά στρέφεται μόνο στον εαυτό του. “Enter the center’’, λέει ξανά και ξανά ο Ryan στο “Guedra’’. Η αναζήτηση του κέντρου είναι η μία από τις δύο φράσεις κλειδιά του album.

Οι PB κερδίζουν λοιπόν με το σπαθί τους τον χαρακτηρισμό progressive, αλλά από εκεί και πέρα τίποτα δεν είναι σίγουρο. Το Vier αφομοιώνει τόσα στοιχεία που το να πούμε ότι πρόκειται για rock δίσκο δεν είναι ασφαλές ή 100% αληθές. Κάθε μια από τις τέσσερις συνθέσεις/θεματικές ενότητες εξάλλου μοιάζει να κατασκευάζεται από διαφορετικά υλικά. Τα “Guedra” και “Anunnaki” έχουν σαφώς πολλά τέτοια rock στοιχεία, το “The golden arc” όμως διαλέγεται ανοιχτά με τη Σύγχρονη Μουσική και το “Vibrational” με ηλεκτρονικoύς/new age ήχους. Να το πω διαφορετικά, το Vier σε καμία περίπτωση δεν οφείλει περισσότερα στους Yes παραδείγματος χάριν απ’ ό,τι στους Tangerine Dream, Mike Oldfield ή στη jazz/fusion, σε world μουσικές ή στον Stravinsky. Όλα τα παραπάνω αποδίδονται με τέτοια συνθετική/ενορχηστρωτική ελευθερία που προκαλεί δέος. Μια πλειάδα ταλαντούχων συντελεστών προσθέτει τη δική τους πινελιά, αξίζει όμως να αναφερθούμε στα σαξόφωνα του Max Kaplan που ξεχωρίζουν όπου εμφανίζονται.

Η ολοκληρωμένη εμπειρία του Vier προϋποθέτει την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αφοσίωση και στο στιχουργικό κομμάτι. Με μια ποίηση που με την πρώτη ματιά μοιάζει ρευστή, αφηρημένη, έως και υπερρεαλιστική, οι λέξεις επιθυμούν την ίδια κατάλυση των όποιων ορίων όπως και η μουσική. Οι αινιγματικές αναφορές σε μυσταγωγικούς χορούς του Μαρόκου, στον Λωτό, σε αρχαίους θεούς της Μεσοποταμίας, στον χαλίφη Al Ma’Mun, σε γεωμετρικούς όρους, στους ιθαγενείς Powhatan, εκ πρώτης μπορεί να μοιάζουν ασαφείς κι αινιγματικοί. Είπαμε όμως, το Vier αναζητάει το κέντρο μας πέρα από τα όρια της αντίληψης. Στο επίκεντρο αυτής της αναζήτησης βρίσκεται ο σύγχρονος δυτικός άνθρωπος και η διαμόρφωση ενός τρόπου ζωής μακριά από τη φύση και τις μεγάλες φιλοσοφικές μας αλήθειες. Φυσικά, όπως κανένα σοβαρό έργο τέχνης, το album δεν έχει έτοιμες απαντήσεις. Για την ακρίβεια, η δεύτερη φράση κλειδί του είναι το “Mysteries, not answers’’. “ Δεν θέλω απαντήσεις, αλλά περισσότερες ερωτήσεις”, μοιάζει να λέει. Κανείς εδώ δεν θα μασήσει την τροφή σου για σένα, κανείς δεν θα σκεφτεί για σένα. Πρέπει να το κάνεις μόνος και θα είναι ένα μακρύ και μοναχικό ταξίδι.

Όσα θα μπορούσα ακόμα να γράψω για το Vier είναι χωρίς τέλος. Τελικά όμως οι λέξεις πρέπει σιγά σιγά να παύουν και η μουσική να παίρνει τη σκυτάλη. Οι PB έχουν ήδη κάνει το θαύμα τους για όποιον μπορέσει να το αντιληφθεί. Το Vier μοιάζει να είναι ένα άλμπουμ που θα επιλέξει τους ακροατές του και όχι το αντίστροφο. Δεν ξέρω ούτε εγώ ακόμα να πω πόσο “καλό” άλμπουμ είναι – με όρους διασκέδασης. Δεν ξέρω πόσο ψηλά θα είναι στη λίστα μου, γιατί θα μου πάρει μήνες μέχρι να ξεκλειδώσω τα μυστικά του. Ξέρω όμως με μεγάλη σιγουριά ότι πρόκειται για ένα έργο ικανό να ανανεώσει την πίστη μου για ένα prog πραγματικά ανανεωτικό κι επαναστατικό κι ότι πρόκειται για δίσκο-σταθμό για το progressive rock του τρέχοντος αιώνα, μιλώντας καθαρά με καλλιτεχνικούς όρους. Για τ@ς πολύ τολμηρ@ς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

 

Dilemma – Persona Graffiti (ankh)

Αν η εγχώρια δισκογραφία συνιστά έναν γαλαξία, στη θέση της πειραματικής μουσικής θα βρούμε μια αχανή μαύρη τρύπα. Αν βουτήξουμε μέσα στα πυκνά σκοτάδια, θα ανακαλύψουμε σποραδική δραστηριότητα από μεμονωμένους καλλιτέχνες, σχεδόν τίποτα όμως που να διαμορφώνει “σκηνή’’. Σε αυτό το ψιλοζοφερό σκηνικό, κάποια χαρακτηριστικά των Dilemma τούς μετατρέπουν σε μια μοναχική εξαίρεση. Δεν ξέρω πόσες πειραματικές μπάντες γνωρίζετε με 15ετή διάρκεια ζωής, πέντε άλμπουμ και σταθερή ζωντανή παρουσία. Εγώ ξύνω το κεφάλι μου προσπαθώντας να θυμηθώ. Και μόνο γι’ αυτό, αξίζει να τους γνωρίσουμε καλύτερα. Για να είμαστε βέβαια ακριβείς, το δίδυμο των Σωτήρη Τράγκα (φωνή, σαξόφωνο, κλαρινέτο, φυσαρμόνικα και πάει λέγοντας) και της Πόπης Νταλαχάνη (κιθάρες, πλήκτρα) δεν είναι πειραματικό με την έννοια της πρωτοπορίας, αλλά όσον αφορά το ακατάτακτο της μουσικής τους και της ζύμωσής της με ποικιλόμορφα στιλ. Με αναφορές στην κλασική, στη jazz, στη neofolk, στο gothic και στην indie, ο κόσμος των Dilemma δεν κατηγοριοποιείται εύκολα, εξερευνά τα όριά του, διαστέλλεται και συστέλλεται.

Το πέμπτο τους album Persona Graffiti τούς βρίσκει σε φάση συστολής κι ανασύνταξης. Εξηγούμαι: Μετά από δύο instrumental και αμιγώς πειραματικούς δίσκους, το Persona Graffiti δεν επαναφέρει απλώς τα φωνητικά στο επίκεντρο αλλά αποκαλύπτει και τη διάθεση της μπάντας να γράψει “κανονικά’’ τραγούδια. Από αυτή την άποψη, εδώ αποκαλύπτεται το απλούστερο των προσώπων τους. Στα 11 κομμάτια του album κυριαρχεί μια ακουστική διάθεση που τελικά σχηματίζει περισσότερο μια indie/folk ατμόσφαιρα, αν και τα σαξόφωνα διατηρούν ένα jazzy άγγιγμα καθ’ όλη τη διάρκειά του και τα φωνητικά του Τράγκα πατάνε στην παράδοση όλων των μεγάλων “μπασάτων’’ τραγουδιστών από τον Cash ως τον Cave και τον Hoyem. Περισσότερο από κάθε άλλη “κρυφή’’ επιρροή, διαισθάνομαι τις dark wave καταβολές των συνθέσεων, σε ένα επίπεδο που δεν εκδηλώνεται ποτέ ανοιχτά.

Το Persona Graffiti αποτελεί μια συλλογή σκιαγράφησης ανθρώπινων χαρακτήρων, με μια μουσική ματιά κάποιες φορές ρομαντική, κάποιες πικρή, μα πάντα λυρική. Τα track είναι κι αυτά χωρισμένα σε παρατάξεις, σε φως και σκοτάδι. Περίπου τα μισά είναι ματζόρε, παιχνιδιάρικα, φωτεινά και τείνουν προς τη φόρμα της μπαλάντας. Τα υπόλοιπα στρέφονται στα κρυμμένα ενδότερα, σκοτεινιάζουν, φλερτάρουν με λούπες, βαρύτερες κιθάρες και μινόρε διαθέσεις. Η δεύτερη κατηγορία προσωπικά με έλκει λίγο περισσότερο και εκεί ανήκει και το “Addiction’’, η ίσως αγαπημένη μου στιγμή του δίσκου. Το σπουδαιότερο προτέρημα του άλμπουμ είναι ότι, αν και φαίνονται απλές και διάφανες, οι συνθέσεις είναι πολύ καλογραμμένες κι εξόχως κολλητικές. Ειδικότερα οι φωνητικές μελωδίες είναι ικανές να ριζώσουν μέσα σου για τα καλά.

Δεν μπορώ να μην αναφέρω και το σημαντικό μειονέκτημα του άλμπουμ: η παραγωγή του. Σε πολλές περιπτώσεις αυτό δεν αποτελεί σημαντικό θέμα, στην περίπτωση των Dilemma, όμως, ένας “μεγάλος’’, εντυπωσιακός ήχος θα ήταν ίσως απαραίτητος. Εδώ ο ήχος είναι στενός και σε στιγμές μοιάζει πρόχειρος για το επίπεδο της μπάντας, θυμίζοντας λίγο ανεξάρτητες 90’s παραγωγές. Κι αν κάποιος ορθά πει ότι καλύτερα είναι να βγει μια δουλειά ακόμα κι αν το budget ή ο χρόνος δεν είναι αρκετά, θα απαντήσω ότι σε περιπτώσεις όπως των Dilemma θα περίμενα λίγο περισσότερο περφεξιονισμό. Η παραγωγή του Persona Graffiti είναι σαν το χτύπημα στο παπούτσι σου που περιορίζει μια πανέμορφη βόλτα.

Καταλήγοντας. Οι Dilemma είναι μια υπέροχη και μοναδική μπάντα που εύχομαι να αντέξει, να μεγαλώσει, να μην υποταχθεί ποτέ. Δεν ξέρω αν το Persona Graffiti είναι το ιδανικό άλμπουμ για μια πρώτη γνωριμία μαζί τους, αφού πολλά καταστατικά τους χαρακτηριστικά εδώ είναι χαμηλόφωνα. Είναι όμως ένα άλμπουμ αληθινό και ποιοτικό, που περιμένει την ευκαιρία του να σε γραπώσει. Το πώς θα συστηθείτε είναι δικό σας θέμα, μην το αμελείτε όμως. Ψάξτε τους και σε αυτές τις αινιγματικές τους εμφανίσεις στα μισόφωτα.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Live God Mother/Ilenkus/Destriers (Roisin Dubh, Galway, 20.1.18)

…ή η τέχνη του να φεύγεις από συναυλία με ματωμένο πρόσωπο.

Τα καλύτερα underground όνειρα σμιλεύονται στα υπόγεια, ενίοτε όμως και σε πατάρια. Το θρυλικό για τη μουσική σκηνή του Galway Roisin Dubh club ήταν έτοιμο για ένα ακόμα πολύβουο σαββατόβραδο: στη μεγάλη σκηνή του ισογείου ένα μεγάλο πλήθος από κυριλέ γιαποπενηντάρηδες ήταν έτοιμο να λικνιστεί σε κάποιο χορευτικό live που δεν είδα καν περί τίνος πρόκειται. Πάνω όμως, στο μικρό stage του παταριού, 40-50 νοματαίοι έπιναν τη Guinness τους μέσα στο πορφυρό ημίφως, χαρούμενοι που θα έβλεπαν ένα live σκληρής μουσικής (διψάμε για τέτοια live εδώ) και ίσως ανυποψίαστοι για το επερχόμενο μακελειό. Ο πιο ανυποψίαστος από όλους εγώ, με τη μαύρη μου τραγιάσκα και το αλαζονικό, πολυταξιδεμένο μου τουπέ. Εαυτέ μου, έχεις δει ίσως τετραψήφιο αριθμό συναυλιών και νομίζεις ότι τα έχεις δει όλα; Περίμενε λίγο ακόμα πριν απαντήσεις!

Οι Destriers έρχονται από το Δουβλίνο και ο ευθύς τους ήχος αποδείχτηκε ιδανικό άνοιγμα. Εμφανίστηκαν ως τρίο (δυο κιθάρες, ντραμς, φωνή), η έλλειψη μπάσου τούς στερεί σε ζεστασιά αλλά τους προσθέτει σε ξεραΐλα, πράγμα το οποίο δεν έδειξε να χαλάει καθόλου τη μουσική τους. Hardcore χαμηλών ταχυτήτων που εστιάζει στην ατμόσφαιρα των βαριών riff και στα “απελπισμένα” φωνητικά, μπορώ να πω ότι μου έφεραν λίγο στο μυαλό τους θεούς Knut, με λιγότερη εγκεφαλικότητα. Στο τελευταίο κομμάτι τα αίματα άναψαν λίγο με τη συμβολή του μπασίστα των God Mother και του κιθαρίστα των Ilenkus και το σετ έκλεισε ωραιότατα. Μια χαρά μπάντα και αξίζει να την τσεκάρεις.

Οι συμπολίτες μου Ilenkus ήταν ο βασικός λόγος που πήγα στο live. Για την ιστορία να πω ότι πρόκειται για μια εξαιρετική μπάντα, μια από τις “καυτότερες’’ στην Ιρλανδία. Στην υπάρχουσα δισκογραφία τους θα βρεις ένα γκρουπ που έχει ως αφετηρία του το mathcore των Dillinger, σταδιακά γίνεται όμως πιο straight metalcore, σκοτεινιάζοντας τον ήχο τους. Δεν είχα ιδέα όμως πώς είναι live… Από τα πρώτα δευτερόλεπτα βασίλευσε το χάος. Η μη ύπαρξη stage μετέτρεψε αυτόματα το μαγαζί σε πεδίο μάχης και η όποια διαχωριστική γραμμή μπάντας-κοινού εξαφανίστηκε αμέσως. Η πεντάδα όρμησε αφηνιασμένη με έξαλλη ενέργεια και το τεχνικότατο υλικό τους αποδόθηκε με αρτιότητα και περίσσια βία. Έχοντας μια τριπλέτα κιθαριστών-τραγουδιστών σε εναλασσόμενους ρόλους, οι Ilenkus έχουν επενδύσει πάρα πολύ στο κομμάτι του performance και δεν τους αρκεί ότι ιδρώνουν τη φανέλα: θα την ιδρώσεις κι εσύ, θες δεν θες. Πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για γνήσια ιρλανδικά ρεμάλια που δεν συνειδητοποιούν πόσο καλή μπάντα είναι. Για μένα ήταν μια θεότρελη εμφάνιση ενός γκρουπ παγκόσμιου βεληνεκούς. Άκου τους σήμερα κιόλας, αλλά πούλα και τη ψυχή σου για να τους δεις ζωντανά. Το πρόσφατο ep τους είναι ψιλοαριστούργημα.

Headliners της βραδιάς οι Σουηδοί God Mother, όνομα το οποίο κάνει πολύ ντόρο στην ευρωπαϊκή hardcore σκηνή. Υπάρχει καλός λόγος και, αν είναι δυνατόν, οι τύποι ήταν ακόμα περισσότερο τρελοί από τους Ilenkus. Εδώ δεν υπήρχε κανένας μουσικός καλλωπισμός. Οι ημιπαρανοϊκές clean cut φατσούλες τους (θυμάσαι το Funny Games…;) σε υπνωτίζουν, το βίαιο, λυσσασμένο grindcore που εξαπέλυσαν όμως δεν αφήνει υποψίες. Αγνή καταιγιστική ακρότητα, αγνό core fun. Ο χαρισματικός Sebastian Campbell είναι ο frontman που δεν είχα ξαναδεί ποτέ. Ο τύπος έκανε τα πάντα, ούρλιαξε, χτύπησε, σκαρφάλωσε σε ντραμς-μπαρ, περπάτησε στο ταβάνι μέσα σε crowd surfing (κυριολεκτώ), κάνοντας μέχρι και τον Patton να μοιάζει με μπαλαρίνα. Ο αθεόφοβος μας έβαλε όλους να κάνουμε μέχρι και limbo dancing με το καλώδιο του μικροφώνου του. Πραγματικά δεν έχω λόγια, μπάντα και κόσμος τα διαλύσανε μαζί όλα. Οι God Mother έχουν φρέσκο νέο δίσκο και γυρίζουν τον κόσμο παίζοντας, παρακαλώ πολύ, αν διαβάζει κάποιος σοβαρός hardcore promoter, φέρτε τους στην Ελλάδα χτες.

Έφυγα από το μαγαζί ματωμένος και καταχαρούμενος.

Οι σκέψεις μου ήταν οι εξής:

  1. Το πόσες πολύ καλές μπάντες έχω δει στη ζωή μου που δεν επενδύουν τίποτα στη σκηνική τους παρουσία. Αιώνιο κι ελληνικό φαινόμενο. Μπάντες, ιδρώστε, βάλτε μυαλό, χάνουμε όλοι.
  2. Δοξασμένο εσύ, underground. Όσους θρύλους κι αν δω ζωντανά, όσες τραγουδιστές λαοθάλασσες κι αν έχω ζήσει, τίποτα δεν συγκρίνεται με το αγνό πάθος των λίγων ημιανώνυμων παρταλιών που ενώνουν τις ζωές και τη θέλησή τους με πρόσχημα την ακρότητα της μουσικής. Κι ως ηλικιωμένος metalhead, ζηλεύω και θαυμάζω το core underground κίνημα, γιατί είναι ακραίο μα γελαστό κι αγκαλιασμένο και όχι πνιγμένο στην ίδια του τη σοβαροφάνεια, όπως διάφορα καμπόσα black/death σχήματα…
  3. Θεωρούσα πάντα παράσημο για τα 174 εκατοστά μου τα moshpits στα οποία έχω θριαμβεύσει, ξέρεις, Sodom, Slayer, Morbid Angel και τέτοια. Αποχωρώντας από το Roisin Dubh, αισθανόμουν σαν να αποχωρώ από το Fight Club, την πρώιμη αυθόρμητη εκδοχή του, πριν αποκτήσει παραρτήματα. Extremity can be fun, αν είσαι στην κατηγορία εκείνη που μπορείς να το αντιληφθείς στη μουσική. Κι ας μην καταλαβαίνουν οι υπόλοιποι. Δεν κάναμε ποτέ και τίποτα για αυτούς.

4. Μη γερνάς πρόωρα νιώθοντας ότι τα έχεις δει όλα!

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Christos Asonitis – An Ode To The Light (timezone records)

Υπάρχει μια συνειρμικότητα στη λέξη ντεμπούτο. Το υποσυνείδητο θα αιχμαλωτίσει στιγμιαία την εντύπωση κάποιου παθιασμένου πιτσιρικά (ή γκρουπ πιτσιρικάδων), που με την ορμή της νιότης, την αδιαλλαξία της ημιμαθούς καλλιτεχνικής άποψης και με άγνοια κινδύνου είναι ικανός να αφήσει το στίγμα του. Σύμφωνοι, η μουσική ιστορία είναι γεμάτη από τέτοιες θρυλικές στιγμές. Υπάρχουν όμως και τα άλλα ντεμπούτα, αυτά που πήραν τον χρόνο τους και περίμεναν, μέστωσαν κι ολοκληρώθηκαν πριν καν αποτυπωθούν. Ο γεννημένος το 1974 ντράμερ Χρήστος Ασωνίτης δεν βιάστηκε. Μελέτησε, έμαθε, ίδρωσε, τζάμαρε, δοκίμασε, συνεργάστηκε, έκανε τα πάντα στον χρόνο που τους έπρεπε. Το πρώτο του άλμπουμ ως bandleader, συνθέτη κι ενορχηστρωτή έπρεπε να βγει τώρα, όχι νωρίτερα. Μόνο έτσι ό,τι θα του “έλειπε’’ σε νεανική ορμητικότητα θα του περίσσευε σε σοφία. Δεν μπορείς να παίξεις αλλιώς όμορφη jazz, πόσο μάλλον να τραγουδήσεις για το Φως.

Με έδρα το Μόναχο, τo κουιντέτο του Ασωνίτη συμπληρώνεται από τους Bastian Rieser (τρομπέτα), Mark Pusker (σαξόφωνο), Maruan Sakas (πιάνο) και τον περιζήτητο Lorenz Heigenhuber (κοντραμπάσο). Τι είναι όμως αυτό που γεννάει η λαμπερή αυτή ομάδα; Το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι είναι ότι κάθε τι γύρω από το An Ode to the Light βροντοφωνάζει “Ποιότητα’’. Από αυτήν την άποψη, το να χαρακτηρίσουμε τον δίσκο ως μοντέρνα jazz δεν μοιάζει αρκετό. Μοιάζει περισσότερο συνετό να μιλήσουμε για μια jazz “κλασική’’, με την έννοια ότι εμπεριέχει όλην τη διαχρονική αρχοντιά αυτού του στιλ. Για μια jazz πυκνή κι αδιαπέραστη, χτισμένη από εξαιρετική δεξιοτεχνία και έξοχη αξιοποίηση κάθε κενού χώρου. Ταυτόχρονα, για μια jazz διάφανη, ανοιχτή σε διαφορετικές ερμηνείες από την πλευρά του ακροατή, ευάλωτη σε συναισθήματα και γενναιόδωρη σε εικόνες.

Το άλμπουμ αποτελείται από 7 συνθέσεις που παρουσιάζουν μεγάλη ποιοτική ομοιογένεια και τα 55 λεπτά του κυλάνε με μια ήπια κι ευγενική ροή. Απουσιάζουν οι ακρότητες: τα ατμοσφαιρικά μέρη δεν προκαλούν χασμουρητό και οι αυτοσχεδιασμοί είναι πληθωρικοί, χωρίς να παρεκκλίνουν ποτέ από το συνθετικό πλάνο. Όλα μοιάζουν μετρημένα, όλα μοιάζουν να βαδίζουν στη αριστοτελική μέση οδό. Φυσικά, οι πολλαπλές ακροάσεις του άλμπουμ θα απογυμνώσουν κάποια patterns, κυρίως τους όμορφους δομικούς διαλόγους ανάμεσα στα δύο πνευστά, τον ενωτικό και ταυτόχρονα αφηρημένο χαρακτήρα του πιάνου και το ατίθασο μπάσο, που ώρες ώρες μοιάζει σαν το αγρίμι που βιάζεται να χιμήξει. Θα αποκαλύψουν επίσης τις συνθετικές αρετές του Ασωνίτη και τη δύναμη της μουσικής του στη διάπλαση εικόνων. Τα “Second day’’ και “Blue and gray’’, για παράδειγμα, μοιάζουν να εμπνέονται από δυϊστικά/διπολικά μοντέλα. Αντίθετα, το εναρκτήριο “Color en ol oscuro’’ είναι από εκείνα τα παράξενα κομμάτια που αδυνατείς να καταλάβεις τελικά αν η γεύση του είναι γλυκιά ή πικρή. Το επικό “Ancient Dance 490 B.C’’ είναι η φιλόδοξη σύνθεση που επιτυγχάνει να αποδώσει με καθαρά μουσική γλώσσα (συνδυάζοντας λαϊκούς δρόμους κι αφροκουβανέζικα groove) την κινηματογραφικότητα μιας ιστορικής στιγμής. Προσωπικά όμως βρίσκω συμπυκνωμένη την ουσία του άλμπουμ στο “Fos’’, μια ατόφια λυρική οδύσσεια, η οποία βουτάει να συναντήσει την ίδια της τη μοίρα με τόλμη, μια σύνθεση που μπλέκει τον χρόνο με το όνειρο, την ανάμνηση με τη φιλοδοξία. Για το τέλος άφησα τη διασκευή του “Τα ματόκλαδά σου λάμπουν’’. Είμαι σχεδόν ορκισμένος εχθρός των διασκευών, παρ’ όλα αυτά η μετάπλαση του λαϊκού anthem του Βαμβακάρη σε ένα πολύχρωμο μωσαϊκό ήχων είναι σχεδόν συγκλονιστική, στον βαθμό που διαισθάνεται κανείς τη παγκόσμια δύναμη της μουσικής γλώσσας.

Θα κλείσω αυτήν την παρουσίαση με το στοιχείο που με κέρδισε περισσότερο και αφορά την παρουσία του ίδιου του Ασωνίτη. Με την αυτοπεποίθηση ενός δημιουργού που γνωρίζει καλά την καλλιέργεια της ίδιας του της δουλειάς, μένει σταθερά μακριά από το προσκήνιο, απολαμβάνει τη σύμπραξη των ταλαντούχων μουσικών γύρω του και χαίρεται με τη δική τους έκφραση στα δικά του βιώματα. Χαϊδεύει τα τύμπανά του σταθερά και μεθοδικά, ευχαριστιέται το ταξίδι και δεν ζητάει να τον προσέξεις υπερβολικά. Ένα ταξίδι προς το Φως, ένα φως πάντα μακρινό και ακαθόριστο κι όμως πανταχού παρόν. Ένα φως που δεν αναζητείται με φτηνούς εντυπωσιασμούς αλλά με ήρεμους κραδασμούς, με γλυκούς κυματισμούς και χωρίς βιασύνες. Ένα φως που τελικά δεν βιάζεσαι να συναντήσεις. Θα έρθει κι αυτό στην ώρα του, όπως αυτό το σοφά αργοπορημένο ντεμπούτο.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος