Exquirla – Para Quienes Aun Viven (Superball music)

Ο μύθος λέει ότι ένας σοφός ή πονηρός θεούλης κάποτε με τον πύργο της Βαβέλ καταδίκασε την ανθρωπότητα στη μη επικοινωνία. Έκτοτε η ανθρώπινη δραστηριότητα, με την τέχνη στην εμπροσθοφυλακή, κάνει ότι περνάει απ’ το χέρι της για να απαξιώσει αυτήν την καταδίκη. Και υπάρχουν στιγμές που η τέχνη καταφέρνει μικρούς ή μεγάλους θριάμβους, η επικοινωνία αποκαθίσταται ολοκληρωτικά και η Βαβέλ μοιάζει με μαντρότοιχο. Η εισαγωγή αυτή ταιριάζει για έναν δίσκο που δεν αποτελεί απλώς το απόλυτο φαβορί για δίσκος της χρονιάς αλλά ανοίγει κουβέντα για την παγκοσμιότητα της μουσικής. Και πως να μην το επιχειρήσεις, όταν ακούς μια γλώσσα της οποίας δεν καταλαβαίνεις ούτε λέξη και η ψυχή σου δεν σταματάει να φτερουγίζει;

Πάμε στα τυπικά. Οι Exquirla αποτελούν ένα project- σύμπραξη των Ισπανών Toundra και του flamenco τραγουδιστή Nine de Elche. Μια χονδροειδής προσέγγιση θα ήταν λοιπόν ότι το post rock/metal των Toundra (πολύ αξιόλογη η δισκογραφία τους) συναντά την flamenco. Μην προσπαθήσεις όμως να το φανταστείς για τι απλά αυτό που παράγουν οι Exquirla είναι εντελώς πρωτόγνωρο. Αυτό εξηγείται καταρχήν από τους αρμονικούς συσχετισμούς: η μπάντα χρησιμοποιεί τυπικές ροκ αρμονίες που το αυτί μας γνωρίζει και ο Nine χτίζει φωνητικές μελωδίες με κλίμακες εντελώς ξένες του ροκ. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει με ένωση των δύο αλλά με έναν ήχο άγνωστο που προκαλεί εντελώς διαφορετικά δραματουργικά αποτελέσματα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια απρόβλεπτη χημική ένωση. Δύο στοιχεία με γνωστές ιδιότητες ενώνονται και δημιουργούν ένα παντελώς καινούριο.

Ακόμα κι αν ήταν instrumental το άλμπουμ θα ήταν εξαιρετικό. Το post των Exquirla δεν κλαψουρίζει, δεν πλατειάζει, δεν χτίζεται κάτω από τόνους reverb. Είναι ευθυτενές, κινηματογραφικό και συνεχώς παράγει Δύναμη – με την καστανεντική έννοια της λέξης. Σε πολλές στιγμές μοιάζει να προσεγγίζει το progressive rock, όχι εξαιτίας κάποιας δομικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας που προτάσσει αλλά από την αδιάκοπα intellectual αύρα της μουσικής. Πάρε για παράδειγμα το αριστουργηματικό “Un hombre”: στις δεκάδες φορές που το άκουσα δεν μπόρεσα ποτέ να μην σκεφτώ ότι ακούω την μετενσάρκωση του “Epitaph”, μισό αιώνα μετά. Ναι, είναι τόσο καλό. Κυριολεκτικά από την πρώτη νότα και για 55 λεπτά, η μουσική σε γραπώνει και σε ταξιδεύει σε μια πολύχρωμη δίνη, υποβοηθούμενη από την εξαιρετική παραγωγή.

Ο κύριος υπεύθυνος για την απογείωση του Para Quienes Aun Viven όμως είναι ο μίστερ Nine de Elche. Ο εν λόγω βοκαλίστας είναι καταξιωμένος στο χώρο του flamenco, έχει όμως να επιδείξει και αρκετά πειραματικά projects και συνεργασίες, σκιαγραφώντας το προφίλ ενός ανήσυχου καλλιτέχνη. Οι συγκλονιστικές του ερμηνείες αποδεικνύουν ότι γνωρίζει πως να μεταφέρει την δική του άποψη στο εκάστοτε ηχητικό περιβάλλον με σεβασμό και ευγένεια. Επίσης φανερώνουν τη βαθιά γνώση του στην flamenco παράδοση και τεχνοτροπία. Το αποτέλεσμα είναι θριαμβευτικό. Κάθε σύνθεση στοχεύει – και επιτυγχάνει – στο ολόδικο της βίωμα, στην απελευθέρωση της τσιγγάνικης ψυχής: η θλίψη και η υπερηφάνεια του νομάδα πάνω σε έναν contemporary rock καμβά; Βεβαίως, θα πάρω. Μπορώ να έχω διπλή μερίδα;

Πέραν της περαιτέρω περιγραφής, θεωρώ επίσης περιττό να γραφτούν πολλά για τις συνθέσεις ξεχωριστά. Μη μεταχειριστείς αυτό το άλμπουμ τμηματικά. Πρέπει να το δεις στην ολότητα του για να το νιώσεις, για να δεις κάθε πράγμα στη θέση του. Για να καταλάβεις την ορμή του “Destruidnos Juntos”, την αίγλη του “ Europa Muda”, το ότι το “Hijos de la rabia” είναι η σύνθεση που οι Tool θα ήθελαν στο επόμενο άλμπουμ τους. Μόνο η αδιανόητη ένταση του εισαγωγικού “Cancion de E” μπορεί να σταθεί μόνη, ακριβώς επειδή απλώς εισάγει.

Δεν ξέρω αν μέσα στη χρονιά θα βγει κάτι ανώτερο από το Para Quienes Aun Viven ούτε αν το συγκεκριμένο project θα συνεχίσει. Μικρή σημασία έχει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ μοιάζει να έχει τη δική του μικρή αίγλη στο μεγάλο μουσικό κόσμο και δεν νιώθω την ανάγκη να το δω να επαναλαμβάνεται. Η υπερβατική του μοναδικότητα θα διατηρήσει τη λάμψη του για αρκετά χρόνια (δεν αποφεύγω τους συνειρμούς με το Lazarus Bird των Burst). Θα μοιάζει πάντα με ένα πολύ σύντομο ταξίδι που κάποτε έκανες αλλά ποτέ δεν ξέχασες. Δεν ξέρω αν όταν τελειώσει το 2017 θα είναι στην κορυφή της λίστας μου, ξέρω όμως καλά ότι όταν το ακούω η Βαβέλ καταρρέει κι εγώ υψώνω τη μικρή μου γροθιά προς ένα θεούλη που, τελικά κανείς δεν ξέρει αν είναι σοφός ή πονηρός.

Αντώνης Καλαμούτσος

Soen – Lykaia (UDR Music)

Μην έχοντας επαφή με το υποκείμενο της μουσικής των Soen, ο τίτλος και το εξώφυλλο αποδείχτηκαν κάπως παραπλανητικά. Τα δελτία τύπου επίσης θολώνουν την κατάσταση: η μπάντα επιλέγει να χτίσει επικοινωνία με το κοινό πάνω στην ατάκα “ το γκρουπ του πρώην ντράμερ των Opeth”. Δεν ξέρω αν κερδίζουν κλικ έτσι κι ούτε με ενδιαφέρει, είναι όμως βέβαιο ότι αδικούν τους εαυτούς τους. Αν ήμουν μάνατζερ, θα τους πρότεινα: “ ένα από τα ελάχιστα γκρουπ που κατέχουν την ξεχασμένη τέχνη του καλού ρεφρέν”. Ακολουθούν επεξηγήσεις.

Οι ομοιότητες με Opeth -παλιούς ή νέους- είναι ανεπαίσθητες. Περισσότερο θα έλεγα ότι το heavy prog τους αποπνέει μια “σουηδίλα” γενικώς και αορίστως, μια σοφιστικέ αίσθηση που κουλουριάζει μέσα στα τραγούδια κι είναι πανταχού παρούσα. Τα βασικά δομικά υλικά της μουσικής τους μοιάζουν όμως να είναι οι Tool – η εγκεφαλικότητα του rhythm section, τα σπειροειδή riffs κλπ – και οι ευαίσθητες, μελαγχολικές φωνητικές γραμμές του Steven Wilson. Ακριβώς οι ίδιες επιρροές δηλαδή με αμέτρητα ακόμα prog γκρουπ από το 2000 και μετά, σε μια μουσική κληρονομιά που περισσότερο μοιάζει με υποχρεωτική δικτατορία. Ήμουν έτοιμος να τους αγνοήσω παραδειγματικά μέχρι που μπήκε το ρεφρέν του “Sectarian”. Το δάχτυλο απομακρύνθηκε από το stop και ναι, δεν το ξαναπλησίασε για κάμποσες ακροάσεις. Το έντεχνο heavy rock τους είναι καλοστημένο, καλοπαιγμένο και χιλιοακουσμένο και είναι τελικά οι υπέροχες φωνητικές γραμμές του που κλέβουν την παράσταση και κρατάνε το επίπεδο ψηλά. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι το ρεφρέν ως δομικό συστατικό κατακτήθηκε μέσα από μουσικές ζυμώσεις αιώνων, καταξιώθηκε από το κοινό και συχνά απαξιώνεται από “ ψαγμένους” μουσικόφιλους. Οι Soen απενοχοποιούν την απόλαυση ενός καλού ρεφρέν, αφού είναι μελωδικά και μελαγχολικά χωρίς να είναι cheesy ή ευτελή.

Προσωπικά αμφισβητώ τη βαρύτητα του όρου prog στην περίπτωση του Lykaia. Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα heavy alternative rock δίσκο που προτιμάει να είναι σκεπτόμενος από αλήτης. Υπάρχουν σαφώς ξεσηκωτικά grooves και βαριά riffs, η φωνή του Joel Ekelof όμως παραμένοντας πάντα ήπια διατηρεί το άκουσμα σε intellectual αποχρώσεις. Μια διάσπαρτη δραματικότητα μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή χωρίς όμως να βαραίνει υπερβολικά τις συνθέσεις. Ότι λείπει από τους Soen σε ταυτότητα, περισσεύει σε συνθετική και στιλιστική ισορροπία. Και κομματάρες όπως το “ Jinn” ανταμείβουν και με το παραπάνω τον ακροατή που δεν βιάστηκε να απορρίψει…

Το καταστάλαγμα είναι ότι το Lykaia είναι ένας πολύ καλός και ολοκληρωμένος δίσκος που είναι εύκολο να αρέσει σε αρκετό κόσμο, από μουσικούς που καταθέτουν ψυχή και νου στο μοντέρνο rock τους. Σίγουρα προτεινόμενο στους φίλους τους είδους. Αν διαβάζουν λάτρεις της καινοτομίας, στην υποθετική ερώτηση αν δίνω πιθανότητες για κάποια μελλοντική, καλλιτεχνική υπέρβαση από τους Soen απαντώ με θράσος: καμία. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει να μουρμουρίζω τις ρεφρενάρες τους, OK;

Αντώνης Καλαμούτσος

Grails – Chalice Hymnal (temporary residence)

Οι Αμερικάνοι Grails είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν κατακτήσει έναν οικουμενικό καλλιτεχνικό σεβασμό. Η δισκογραφία τους είναι τέτοια που ξέρεις πια που να ποντάρεις: μην τζογάρεις ούτε cent στο ότι μια μέρα θα γίνουν πολύ μεγάλοι. Βάλε ότι έχεις και δεν έχεις στο ότι δεν θα βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο. Από αυτήν την άποψη η εξάχρονη απουσία τους δεν σημαίνει, δεν μεταφράζεται, ούτε σηματοδοτεί κάτι.

Για τους μη έχοντες γνώση, ο ήχος των Grails είναι ψιλοαπερίγραπτος. Το ότι προέρχονται και εντάσσονται γενικώς και αορίστως στo post-κάτι rock δεν λέει και πολλά. Η οργανική, αναλογική τους ζεστασιά και τα κοσμικά vibes που αποπνέουν τους τοποθετούν σαφώς στο σύμπαν που δημιούργησαν οι Neurosis, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω ομοιότητα. Ο ιδιαίτερος τους χαρακτήρας εκφράζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης διάφορων εφφέ και οργάνων και της απρόβλεπτης ενορχήστρωσης τους, στοιχεία που αναδεικνύουν ένα πρωτότυπο ethnic/ γήινο στυλ. Δανείζονται όμως και ψυχεδελικά, prog, ηλεκτρονικά, έως και kraut κόλπα και το κουβάρι τυλίγεται για τα καλά. Σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση του τι ακούει αλλά η απλή απόλαυση του.

Εστιάζοντας στο Chalice Hymnal και σε ότι αφορά την αίσθηση που αποπνέει, υπάρχει κάτι διαφορετικό από προηγούμενες δουλειές τους. Ο ανατολίτικος μυστικισμός των συνθέσεων τείνει να ξεθωριάσει και λείπουν εκείνα τα δραματικά θέματα που εμφανίζονταν τακτικά στα τραγούδια τους, με εκπληκτικά αποτελέσματα είναι η αλήθεια. Επίσης οι ημίσκληρες γωνίες τους έχουν λειανθεί αισθητά. Στη θέση τους, βρίσκουμε μια πιο πολύχρωμη, κινηματογραφική προσέγγιση που μου φέρνει στο νου τις τελευταίες δουλειές των Mogwai. Κάθε track δείχνει να εμπνέεται από μια βασική ιδέα, ένα μικρό μοτίβο. Η μπάντα το ντύνει, το στολίζει, το εξερευνεί και το ακολουθεί μέχρι τέλους, συνήθως μέσα σε πλαίσια 4-5 λεπτών. Ακούγονται σαν να βουτάνε οι ίδιοι μέσα στην εσωτερική ατμόσφαιρα της ιδέας που οι ίδιοι γέννησαν. Σαν παρθένοι, κάθε φορά η εξερεύνηση μοιάζει να ξεκινάει από το μηδέν και το μεγαλύτερο τους προσόν είναι ότι, κάθε φορά την ξαναχτίζουν ελεύθερα και με νέα εργαλεία.

Η ροή του άλμπουμ είναι εξαιρετική και τα tracks μπλέκονται όπως τα χρώματα στην παλέτα. Η τελική αίσθηση είναι ενός τόπου φωτεινότερου απ’ ότι είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Ξεχωρίζει η σχεδόν new age κατασκευή του ‘’The Moth & The flame’’, οι “ ψύλλοι στα αυτιά μου μπήκανε” ηλεκτρονικές υποψίες του ‘’Empty Chamber’’ και η περήφανη floydίλα του 10λεπτου ‘’After The funeral’’ .Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στον πλούτο και τη φροντίδα που οι Grails προσδίδουν στις ψηλές συχνοτικές περιοχές -σπανιότατο για rock γκρουπ. Αφουγκράσου τους λόγους που σε κάθε τους κυκλοφορία οι υπόλοιποι post δημιουργοί στήνουν αυτί. Δώσε τους κι εσύ το σεβασμό σου, το σεβασμό που αρμόζει σε αυτούς που ακολουθούνται και δεν ακολουθούν.

Αντώνης Καλαμούτσος

9T Antiope – Of Murk and Shallow Water (self-released)

9tantiope.murk.againstthesilence

Το ιρανικό σχήμα με έδρα στο Παρίσι παράγει ένα ηχητικό τοπίο που δεν έχει καταγωγή ή προορισμό. Αντίθετα, μοιάζει να προέρχεται από ένα ονειρικό βασίλειο κάποιας μηχανικής φαντασίας. Η ηχητική μάζα και οι αυθόρμητες συχνότητες που συνιστούν τη μουσική τους μοιάζουν με χιλιάδες μικρά αιχμηρά κομμάτια γυαλιού. Ιδού το αίνιγμα: Πρόκειται για θραύσματα της μνήμης; Για οράματα μιας αστικής δυστοπίας; Ή μήπως πρόκειται για την ήσυχη κραυγή μιας ευάλωτης απελπισίας; Μια γυναικεία φωνή, παράταιρη μέσα στην ομορφιά της, παλεύει να κυριαρχήσει πάνω στον ηλεκτρονικό παλμό. Χαλαρή και αφηρημένη, παλεύει να πείσει ότι αδιαφορεί, ότι υπάρχει μια ψυχή ανθρώπινη κλεισμένη μέσα στα γυάλινα θραύσματα. Το γλυκό jazzy βιμπράτο της μοιάζει με πικρό αστείο ή με μια πονηρή διαπίστωση. Τολμά στο “Edax” μέχρι και να κάνει ethnic υπαινιγμούς. Όμως, όπως θα έλεγε ο Sartre, μοιάζει να εκπνέει κάτω από έναν ανώφελο ουρανό.

Η ψυχή και το γυάλινο σώμα της παλεύουν όπως το φως με το σκοτάδι. Οι 9t Antiope δηλώνουν πειραματιστές. Περισσότερο βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό που τροφοδοτείται από την παραπάνω πάλη. Σαν να μας πέταξαν σε μια προβολή ταινίας του Lynch, περιμένουμε να δούμε αν τελικά η τραγουδίστρια με το ρετρό φόρεμα λιποθυμήσει επί σκηνής ή αν το γυάλινο πάτωμα θα σπάσει. Στα 4 tracks του ep Of Murk and Shallow Water δεν έρχεται η τελική απάντηση. Άλλη μια αναμέτρηση φωτός και σκοταδιού λήγει ισόπαλη. Θα χρειαστεί ρεβάνς.

Αντώνης Καλαμούτσος

Litany – Pyres of Lamentation (Eatmetal Records)

litany.pyres.againstthesilence

Το doom metal είναι από τα ωμότερα πάθη που υπάρχουν στον κόσμο της μουσικής. Είναι ο σκορπιός που αν σε κεντρίσει, θα κουβαλάς το δηλητήριο του για πάντα, είτε το θες είτε όχι. Δεν μπορείς να προσποιηθείς και δεν υπάρχουν μέσες λύσεις, ούτε για τους δημιουργούς ούτε για τους ακροατές του. Ο αέρας του sludge – μεγάλη κουβέντα αν το sludge είναι πράγματι doom – κάπως ανανέωσε τον χώρο, κάπου κάπου όμως συναντάς μπάντες σαν τους Litany και θυμάσαι ότι doom metal σημαίνει μια μουσική που είναι φτιαγμένη από τους πολύ λίγους για τους πολύ λίγους.

Καθετί γύρω από αυτήν την κυκλοφορία κυβερνάται από καθαρά underground νόμους. Οι Litany είναι παλιές καραβάνες του χώρου, ποτέ δεν άλλαξαν και ποτέ δεν θα αλλάξουν. Στο αντιεμπορικότερο metal παρακλάδι καταθέτουν την αντιεμπορικότερη εκδοχή του. Δεν έχουν sludge ή stoner στοιχεία. Δεν είναι funeral ή γοτθικό doom. Δεν είναι πολύ επικό – αν και το επιθυμεί – ούτε ροκάρει όπως οι παλιοί δάσκαλοι. Τί απομένει; Ένα παραδοσιακό doom, λίγο μαύρο και λίγο γενναίο , σίγουρα πολύ περήφανο για τις 80s καταβολές του. Πράγματι, το Pyres of lamentation θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει το 1988 και θα ακουγόταν obscure και τότε. Από τα παραπάνω συνεπάγεται ότι η μπάντα αφορά μόνο αφοσιωμένους doom fans, ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για το τι λένε τα περιοδικά και τα ημερολόγια, παρά μόνο ζητάνε το metal τους να είναι αγνό, αληθινό και τίμιο. Αφορά τους πάρα πολύ λίγους.

Γι’ αυτούς έχω να πω ότι η δισκογραφική επιστροφή των Litany μετά από 9 χρόνια αποτελείται από 11 τραγούδια που γράφτηκαν μέσα σε αυτό το μεγάλο διάστημα. Αυτό παρέχει στο υλικό αρκετή ποικιλομορφία σε riffs και ταχύτητες, ταυτόχρονα όμως κάνει το σύνολο του άλμπουμ να φαντάζει σχετικά ανομοιογενές. Έχω την εντύπωση ότι αν είχαν διαλέξει τα 7-8 καλύτερα tracks, το Pyres θα έπειθε και λίγο περισσότερο ως αισθητική πρόταση.

Αν είσαι κι εσύ δηλητηριασμένος από την σκοτεινή τέχνη του doom, η μουσική και η ροή του άλμπουμ θα σε παρασύρει. Κάθε σύνθεση έχει κάτι να πει. Μια προσεκτικότερη ακρόαση στις κιθάρες φανερώνει μια τάση εμπλουτισμού του, κατά τα άλλα δογματικού τους ύφους. Το φινάλε του “Niobe” για παράδειγμα ή το “Abjuration” δείχνει ότι οι Litany θα μπορούσαν ίσως και να πειραματιστούν. Το rhythm section σε όλον τον δίσκο οργώνει, χρωματίζει και συμπληρώνει με γνήσια doom σύνεση. Τα δε φωνητικά είναι σοβαρά και απολύτως εναρμονισμένα με την συνολική ατμόσφαιρα (για κάποιον λόγο μου φέρνουν στο νου τον Mike Scalzi των υπέροχων Lord Weird Slough Feg), δεν αποφεύγουν όμως και κάποιες τονικές ατασθαλίες. Το μόνο σοβαρό μειονέκτημα είναι η παραγωγή του άλμπουμ, η οποία έχει κάποιες ατέλειες ακόμα και με underground δεδομένα. Οι χροιές των οργάνων δεν διαμορφώνουν ένα συμπαγές αποτέλεσμα και κάπου φαίνεται το low budget του πράγματος, αν και οι δηλητηριασμένοι δεν μασάνε από τέτοια. Είμαι πάντως σίγουρος ότι ένας πιο κρυστάλλινος, in your face ήχος θα ήταν πιο δίκαιος και για την αξία της μπάντας.

Πιστεύω και ελπίζω σε μια μεγαλύτερη δισκογραφική συνέπεια από τους Litany, συνέπεια που θα τους κάνει να αποκρυσταλλωθούν περισσότερο, συνθετικά και ηχητικά. Κι αν αυτό δεν συμβεί δεν πειράζει, το γκρουπ είναι εδώ δηλώνοντας παρόν και όλοι οι δηλητηριασμένοι μπορείτε να προσέλθετε άφοβα. Κι αν οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν τί ακριβώς ρόλο βαράει αυτό που ακούτε, δεν πειράζει. Εσείς ξέρετε καλά.

Αντώνης Καλαμούτσος

Iamthemorning – Lighthouse (Kscope rec)

Iamthemorning.againstthesilence

Συνηθίσαμε οι μουσικές μας να μιλάνε για σκοτάδι κι όταν μας πλησιάζει μια μουσική φωτεινή, μας τυφλώνει και μας αναγκάζει να σκεπάσουμε τα μάτια. Συνηθίσαμε οι μουσικές μας να είναι πύρινες ή γήινες κι όταν μας πλησιάζει μια μουσική αιθέρια, μας φαίνεται ελαφριά και ασήμαντη. Αυτές είναι οι βασικές δυσκολίες που συναντάς με μπάντες όπως οι Iamthemorning. Χρειάζεται τόλμη για να τους βιώσεις. Πρέπει ν’ αφήσεις στην άκρη κάθε υποσυνείδητο ψυχικό ποζεριλίκι και ν’ αποφασίσεις να λουστείς στο φως. Πρέπει ν’ αναγνωρίσεις στον εαυτό σου την πιθανότητα ν’ ακούσει κάτι που θα τον κάνει να αισθανθεί ρομαντικά, παιδικά, ταξιδιάρικα. Πρέπει να παραδοθείς. Αν κάτι τέτοιο είναι πιθανό, συνέχισε να διαβάζεις.

Οι Iamthemorning έρχονται από την Αγία Πετρούπολη της Ρωσίας και αποτελούνται από τον πιανίστα Gleb Kolyadin και την τραγουδίστρια Marjana Semkina. Αποκαλούν τη μουσική τους ‘’progressive δωματίου’’ και οφείλω να αναγνωρίσω την ευστοχία του όρου. Παρά το γεγονός ότι λαμβάνουν ολοένα και αυξανόμενη εκτίμηση στην prog rock κοινότητα, θεωρώ ότι το να σου αρέσει η κλασική – και ειδικότερα η πιανιστική – μουσική είναι πιο αναγκαία συνθήκη για να τους απολαύσεις πραγματικά. Το Lighthouse είναι το τρίτο και καλύτερο studio album τους. Αν κι έχει κυκλοφορήσει πριν αρκετούς μήνες, το παρουσιάζουμε γιατί απλώς το αξίζει.

Για να εξηγούμαστε: το Lighthouse δεν περιέχει κανένα απολύτως rock στοιχείο παρά μόνο την υπόνοια κάποιων επιρροών του. Το πιάνο του Kolyadin οδηγεί και η εξαιρετική φωνή της Semkina επικαλύπτει όλες τις συνθέσεις, το υλικό όμως αισθητικά μοιάζει μοιρασμένο. Υπάρχουν κλασικότροπα tracks που προσεγγίζουν, ορθώς εννοούμενα, σαουντρακικά χωράφια. Το υπέροχο ‘’Belighted’’ π.χ. θα μπορούσε να πέφτει με τους τίτλους τέλους οποιασδήποτε χολιγουντιανής παραγωγής κι όλο το κοινό να φεύγει από την αίθουσα με συναισθήματα ανάτασης. Σε άλλες στιγμές του δίσκου, οι ερμηνείες της Semkina οδηγούν τις ατμόσφαιρες σε folk αισθητικές τύπου Loreena ή Deanta. Τέλος, υπάρχουν τα τραγούδια που διακατέχονται από μια prog πνοή , εξαιτίας των σύνθετων μέτρων και κάποιων μελωδιών που, αν τις πολυκοσκινήσεις, ίσως σου αποκαλύψουν ένα μετά-porcupine μεταλλαγμένο και απογυμνωμένο prog γκρουπ. Η ηπιότητα της μουσικής και η έλλειψη κιθαριστικών και μπασοτυμπανιστικών εξάρσεων κάνει στην αρχή το album να μοιάζει σχετικά μονοδιάστατο, η τρίτη ακρόαση όμως είχε ήδη αποκαλύψει ένα πολύχρωμο και ποικιλόμορφο τοπίο. Το συνθετικό και ενορχηστρωτικό επίπεδο είναι υψηλότατο καθόλη τη διάρκεια. Αξίζει όμως να προσεχθεί το ομώνυμο track, όχι τόσο λόγω της επιτυχημένης συμμετοχής του Mariusz Duda των Riverside, όσο της μινιμαλιστικής του προσέγγισης και της μη-βιασύνης του να αναπτυχθεί και να κορυφωθεί. Το παιχνιδιάρικο ‘’Matches’’ με τις χρωματικές jazzy κλίμακες. Ειδικά το αγαπημένο μου ‘’Chalk and Coal’’ όπου τα διακροτήματα, οι ‘’λάθος’’ αρμονίες και η υποδειγματική χρήση ηχοχρωμάτων αποδεικνύουν ότι οι Iamthemorning θα μπορούσαν να είναι πιο στριφνοί αν το ήθελαν κι ότι στις επιρροές τους χωράει κι ο Emerson πλάι στον Chopin και τον Wilson.

Οι Iamthemorning αποτελούν μια αξιοπρόσεκτη εναλλακτική πρόταση στον prog χώρο και ενδεικτικό γκρουπ για το πόσες μεταμφιέσεις μπορεί να σκαρφιστεί ο προοδευτικός νους. Προσωπικά, πιστεύω ότι το μόνο τους μειονέκτημα είναι ότι δεν μου μοιάζουν αρκετά βιωματικοί. Η μουσική τους κρατάει αποστάσεις από avant garde εκφράσεις αλλά δεν είναι και αρκετά μελαγχολική για να σαγηνεύσει τη θηλυκή μας πλευρά. Στέκει κάπου στη μέση. Αν μελλοντικά στραφούν σε μια από τις δύο κατευθύνσεις, ίσως αναγκάσουν και τον ακροατή να καταδυθεί σε βαθύτερη ενδελέχεια.

Η μπάντα έκανε τη δουλειά της. Αυτό που απομένει είναι η ακροάτρια να αποφασίσει αν την αφορούν λέξεις όπως φως, αγάπη, ελπίδα, παιδί ή αν τις θεωρεί ντεμοντέ. Εγώ πάντως αποφασίζοντας κέρδισα ένα φίλο από τη Ρωσία. Φόρα άφοβα τα λευκά σου ρούχα αν ακούσεις Iamthemorning. Μετά την ακρόαση, δεν θα έχουν λερωθεί.

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Need – Hegaiamas (Self released)

need.againstthesilence

 Ο πολύπαθος χώρος του παραδοσιακού progressive metal υποφέρει εδώ και χρόνια κάτω από το βάρος της ίδιας του της αντίφασης: έχει πάψει στο σύνολο του να είναι κυριολεκτικά προοδευτικό. Ο όρος progressive έχει απομείνει απλώς για να υποδηλώνει μια ανεπτυγμένη τεχνική κι εκτελεστική εκφραστικότητα η οποία όμως – ξυπνήστε, ο μουσικός κόσμος έχει προχωρήσει! – αποτελεί πλέον δικαίωμα των πάντων. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι οι περισσότεροι από τους παλιούς είτε αποποιούνται τον όρο progressive, είτε στρεφόμενοι σε πιο 70’s prog φόρμες, αποποιούνται τον όρο metal. Σε αυτό το χλιαρό σκηνικό, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για τους οποίους οι Αθηναίοι Need αποτελούν αυτή τη στιγμή μια από τις καλύτερες prog metal μπάντες παγκοσμίως: Κινούνται μεθοδικά, με όρους μουσικής εξέλιξης και όχι βελτίωσης του PR. Λιώνουν τα μυαλά και τα δάχτυλα τους στη δουλειά. Ενδυναμώνονται από μια underground φλόγα που καίει μέσα τους φωνάζοντας ‘’Μεράκι!’’. Και κυρίως, γράφουν διαολεμένα ωραία τραγούδια.

 Η σιγουριά που αποπνέουν ήταν ήδη εύγλωττη απ’ το εξαιρετικό Orvam του 14, ένα άλμπουμ που τους άνοιξε το δρόμο προς το αμερικάνικο κοινό και γενικώς μας έκανε να επενδύσουμε τις προσδοκίες μας πάνω τους. Στο 4ο άλμπουμ τους Hegaiamas που κυκλοφορεί στις 17 Ιανουαρίου, τα πράγματα μοιάζουν ακόμα καλύτερα. Οι Need κουβαλούν κάτι από την αίγλη των καλών 90’s γκρουπ, τότε που οι ιδέες ακούγονταν φρέσκες, τα άλμπουμ σημαντικά και γεμάτα έμπνευση. Από το πρώτο δευτερόλεπτο του εναρκτήριου ‘’Rememory’’ όλα μοιάζουν κρυστάλλινα. Εδώ έχεις μια μπάντα που ξέρει τι και πόσο καλά παίζει, με ειλικρίνεια, πάθος και χωρίς συμπλέγματα. Η μουσική τους ρέει με μεγάλη φυσικότητα και τεράστια προσοχή σε κάθε συνθετική και δομική λεπτομέρεια. Η ανάγκη για εκφραστικότητα δεν εκλείπει ποτέ και δεν σπαταλιέται μόνο σε ψηλομύτικες βιρτουοζιτέ. Οι ερμηνεία όλων των μελών είναι θαυμάσια, χωρίς ποτέ κανείς να παρεκκλίνει απ’ το σύνολο. Δεν μπορώ όμως να μην κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στα πελώρια riffs του Ravaya, riffs που ’’αναγκάζουν’’ το σώμα σου να θυμηθεί όλους τους λόγους που κάποτε γνώρισες το headbanging. Riffs που δυστυχώς σε κάνουν να μελαγχολήσεις γιατί απλά δεν τα συναντάς πια συχνά.

 Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι οι Need δεν είναι ουσιαστικά νεωτεριστικοί. Αυτό ισχύει για τις ‘’μικρές’’ συνθέσεις του δίσκου (μέση διάρκεια τα 7 λεπτά) όπου ο νεωτερισμός δεν μοιάζει να είναι το καλλιτεχνικό ζητούμενο. (Για την ιστορία, να αναφέρω ότι στο άλμπουμ αναδύονται πολλάκις αναφορές σε μια Fates Warning μελωδική καλαισθησία.) Στα δυο τελευταία tracks όμως, το μινιμαλιστικό ‘’Ι.ΟΤ.Α’’ και το 22λεπτο ομώνυμο (ακριβώς όπως και στο ομώνυμο του Orvam) παρεισφρύει μια θεατρικότητα που προσεγγίζει την όπερα ή την τραγωδία, όπου η μουσική δεν είναι πια ο μοναχικός πρωταγωνιστής αλλά υποστηρίζει μια ευρύτερη δημιουργική ιδέα. Τα 22 αυτά λεπτά με τις ethnic αναφορές, τις απαγγελίες και τα υμνικά μέρη, αποτελούν μια ξεχωριστή εμπειρία, όπου φέρνουν στιλιστικά στο νου prog γίγαντες του παρελθόντος αλλά και ‘’καμένες’’ 90’s μπάντες όπως οι Time Machine ή οι Payne’s Grey , για τις οποίες η μουσική ήταν απλώς το μέσο για το ευρύτερο concept.

 Αν αγαπάς το παραδοσιακό progressive metal ή αν κάποτε το αγάπησες αληθινά, το Hegaiamas σου βροντοφωνάζει την ύπαρξη του. Είναι εδώ, ήδη υποψήφια κορυφή στο είδος του για το 2017, κουβαλώντας μια διαχρονική ποιότητα που θα το έκανε εξίσου άξιο το 1997 ή το 2037. Από αυτήν την άποψη, οι Need είναι ήδη στους κορυφαίους του παρόντος για το prog metal. Τα υπόλοιπα, ευτυχώς ή δυστυχώς, είναι ζήτημα μουσικής βιομηχανίας.

Αντώνης Καλαμούτσος