Oxbow – Thin Black Duke (Hydra Head Records)

Προς το καινούριο γκρουπ της (κάθε) γειτονιάς:

 Και τώρα που έχετε βγάλει τα πρώτα σας τραγούδια και αρχίζετε να δένετε, προκύπτουν κάποια κρίσιμα στιλιστικά ζητήματα: πώς θα χωρέσουν οι επιρροές και τα γούστα όλων σας; Ο ένας μελετάει jazz, ο άλλος την έχει ακούσει πειραματιστής, ο άλλος ονειρεύεται rock σταριλίκια και ούτω καθεξής. Αγαπητ@ μου, εδώ βρίσκονται οι πραγματικές απαντήσεις στο ποιοι πραγματικά είστε. Η λύση “ας τζαμάρουμε να δούμε που θα πάει” συνήθως καθυστερεί το γεγονός ότι θα διαλυθείτε. Αν η απόφαση είναι να συνδυάσετε κάποια στιλ για να είναι όλοι ευχαριστημέν@, συνήθως οδηγεί στη γελοιοποίηση. Κι αν αποφασίσετε να βάλετε τη μουσική σε δεύτερη μοίρα και ασχοληθείτε απλώς με την πόζα και το PR , χμμ, τότε δεν είστε καν μπάντα.

 Υπάρχει και η δύσκολη απόφαση. Να προσπαθήσετε να ανιχνεύσετε, να ανακαλύψετε τον δικό σας, τον ολόδικό σας δρόμο. Να τον ακολουθήσετε μέχρι τέλος, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς και όπου αυτό σας βγάλει. Ευτυχώς η μουσική έχει πολλά τέτοια παραδείγματα που μπορούν να σας εμπνεύσουν. Πάρα πολλά. Θέλετε ένα πρόχειρο παράδειγμα; Κάτσε να σκεφτώ λίγο. Το ’χω! Oxbow.

 Δεν τους ξέρεις; Τριάντα χρόνια, δικέ μου. Επτά studio album. Άκου το φετινό τους Thin Black Duke ή το πρώτο τους, δεν έχει σημασία. Ο δρόμος τους είναι πάντα ο δικός τους. Τί παίζουν; Ας τους εντάξουμε γενικώς και αορίστως στο alternative rock για να συνεννοηθούμε. Παίζουν όμως και noise. Kαι jazz. Και heavy. Έχουν και κουφά πνευστά. Έχουν έναν τιτάνιο frontman που ονομάζεται Eugene Robinson που τραγουδάει, στριγγλίζει, αναστενάζει και μαρτυρά όσα εκείνος θέλει. Έχουν δρόμο δικό τους να περπατούν και δεν νοιάστηκαν ποτέ να είναι ομαλός. Είμαι σίγουρος ότι αν μια σύνθεσή τους βγαίνει εύκολη, θα κάνουν ό,τι μπορούν να δυσκολέψουν τον δρόμο με νέες λακκούβες και εμπόδια, με νέους τοίχους. Κι όπως είπε κάποτε ο μεγάλος Buddy Lackey: “Αν ένας τοίχος είναι πολύ ψηλός, θα σκάψω από κάτω του”. Εσύ, γκρουπ της γειτονιάς, ίσως θες τον δρόμο στρωμένο. Οι Oxbow θέλουν βουνά. Κι αφού παίζεις μουσική, τι άλλο είσαι παρά η κορυφή που θες να πατήσεις;

 Αν τύχει και το ακούσεις, θα βρεις πολλή εκκεντρικότητα. Θα βρεις πολλή έκφραση. Θα βρεις τραγούδια, δικέ μου, από αυτά που σε αναγκάζουν να ανακαλύψεις κάτι δικό σου που ίσως αγνοούσες, από αυτά που είναι ικανά να συντροφέψουν μικρές ώρες μεγάλων ημερών. Θα βρεις έναν από τους πιο ιδιοφυείς φασαριόζους κιθαρίστες της πιάτσας, τις καλύτερες δυναμικές που θα ακούσεις από rock rhythm section και, είπαμε, έναν Eugene. Θα μου επιτρέψεις να πω ότι, χωρίς ούτε μία σχετική μουσική αναφορά, θα βρεις το απόλυτο urban blues γκρουπ του 21ου αιώνα. Άκου το “The Upper” και το συζητάμε μετά.

 Και τώρα πρόβα. Στην τελική όλοι κάπου κάπου πρέπει ν’ αναλογιζόμαστε τον δρόμο μας. Οι Oxbow ανηφορίζουν το δικό τους ανώφελο μονοπάτι με μνημειώδη αδιαφορία!

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

Expo 70 – America Here & Now Sessions (essence music)

 Ο Justin Wright, κινητήριος μοχλός των Expo 70, πρέπει να είναι ένας αθεράπευτα ρομαντικός τύπος που μάλλον δεν δίνει δεκάρα για τον χωροχρόνο που ζει. Το σχήμα του αλλάζει μορφές και line-up σαν χαμαιλέοντας, το καλλιτεχνικό όραμα μένει όμως πάντα απαράλλακτο: psych, drone, space, experimental, πες-το-όπως-θες ροκ. Βαριά παραμορφωμένο, τζαμαριστό και παραισθησιογόνο, θα έλεγα εγώ. Μπορείς να σπάσεις και λίγο πλάκα με τις περιγραφές στα δελτία τύπου, όπου περιγράφονται acid αστρικά ταξίδια, supernovas, ψυχεδελικοί γαλαξίες και τα συναφή. Θα προτιμήσω γήινους όρους για να πω απλώς ότι οι Expo 70 είναι ένα psychedelic rock γκρουπ που παράγει κολοσσιαία αυτοσχεδιαστικά jams.

  Σε αυτή την ενσάρκωση, πρόκειται για κουαρτέτο που περιλαμβάνει δύο ντράμερ. Το άλμπουμ αποτελείται από τρία γιγάντια tracks (τα ονομάζουν “Movements” και μου αρέσει), όπου γύρω από τα θεόαργα κιθαριστικά μοτίβα και τους τόνους των εφέ του Justin, οι υπόλοιποι μουσικοί βαράνε ή χρωματίζουν στους αντίστοιχους τόνους. Τίποτα φανταχτερό. Τίποτα συγκλονιστικό. Τίποτα που δεν έχεις ξανακούσει. Κι όμως, η ειλικρίνεια κι ο αυθορμητισμός του θα σε κάνουν να τους σέβεσαι.

  Τα πάντα κυλάνε απολύτως γραμμικά. Η διαφορά ανάμεσα στο να το χαρακτηρίσεις βαρετό ή συναρπαστικό ορίζεται μάλλον από τη δική σου συγκυριακή διάθεση. Αν κάτι όμως βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον –και σε προκαλώ σε αυτό το παιχνίδι–, είναι η έννοια της κίνησης. Δεν χρειάζεται να είσαι high για να μπερδευτείς ακούγοντάς το: τα πάντα κινούνται συνεχώς ή στέκονται ολοκληρωτικά ακίνητα; Ο χρόνος κυλάει ή έμεινε στάσιμος; Οι Expo 70 είναι πολύ καλοί σε αυτό το trip. Η μονοτονία, ναι, μπορεί να είναι παντοδύναμη. Και, τέλος πάντων, είναι το τρένο που ξεκίνησε ή μήπως φεύγει ο σταθμός;!

  Τα America Here & Now Sessions είναι οι στιγμιαίες ηχογραφήσεις του group στο πλαίσιο μιας έκθεσης/φεστιβάλ που θα συνέβαινε πριν από μερικά χρόνια. Η έλλειψη επαρκούς χρηματοδότησης ακύρωσε τελικά το project, οι Expo 70 αποφάσισαν όμως να κυκλοφορήσουν τα jams τους. Από αυτή την άποψη, ο δίσκος αυτός είναι από τα πιο γνήσια πράγματα που μπορείς να ακούσεις στον rock πλανήτη. Μακριά από πόζες, φωτογραφίσεις και μανατζαραίους, μακριά από rock n roll μόδες και υποκρισίες. Μόνο μια γνήσια καλλιτεχνική έκφραση, μια αποτύπωση της στιγμής, μια τίμια αντανάκλαση ενός από τα εκατομμύρια πράγματα που συμβαίνουν πάνω σε αυτή την τρελή σφαίρα. Μια αντανάκλαση που άντεξε. Είπαμε, ο Justin Wright πρέπει να είναι φοβερά ρομαντικός τύπος. Και στην τελική, όσο κι αν γυρίζει η Γη, εγώ δεν το νιώθω.

Αντώνης Καλαμούτσος

Gevende – Kirinardi (Baykus Music)

  Προσέχω τους Gevende σαν τα μάτια μου. Είναι το καλό μου μυστικό όπλο όταν η κουβέντα πάει σε ψιλοάγνωστα αλλά σπουδαία ψαγμένα group. Είναι το θριαμβευτικό μου χαμόγελο όταν τελικά κάποιος έρχεται ενθουσιασμένος να μου πει πόσο καλοί είναι. Είναι η πληροφορία που θέλω να δίνω σε λίγους. Οι διθύραμβοι οφείλονται κυρίως στο Sen Balik Degilsin Ki του 2011, άλμπουμ που θεωρώ ότι κατέχει θέση στα 10 καλύτερα της τρέχουσας δεκαετίας. Και τώρα, μετά από 6 χρόνια που πέρασαν σαδιστικά αργά, στέλνουν το Kirinardi ως διάδοχό του, σε μια κολοσσιαία αναμέτρηση με τον εαυτό τους.

 Για να δώσω ένα στίγμα των Gevende: το τούρκικο αυτό σχήμα συνδυάζει ψυχεδελικά, progressive rock, jazz και ethnic στοιχεία σε ένα συναρπαστικό, απροσδιόριστο και συμπαγές υβρίδιο. Σε στιγμές, θα μπορούσαν να είναι ξαδέρφια των δικών μας Sleepin Pillow και Human Touch, με μια συντριπτική όμως εκπνοή λυρισμού και ατμοσφαιρικής γραφής. Η εκλέπτυνση κι η ηχητική ελευθερία είναι τα στοιχεία που τους χαρακτηρίζουν. Ό,τι νότα θ’ ακούσεις είναι αισθητικά δουλεμένη. Κι όπως είπε κάποτε ο Wittgenstein “Η αισθητική είναι ηθική’’.

 Στη ζυγαριά των συστατικών του Kirinardi οι ισορροπίες έχουν αλλάξει σε σχέση με το παρελθόν: προς λύπη μου, τα psych και ethnic στοιχεία έχουν συρρικνωθεί επικίνδυνα. Η prog πλευρά τους δείχνει να παίρνει τα ηνία, σε συνδυασμό με μια νέα, εντελώς soundtrack προσέγγιση (μάλλον η κληρονομιά του Monochroma OST που συνέθεσαν το 2014). Επίσης παρουσιάζονται 2 κλικ πιο μελωδικοί. Ομολογώ ότι οι πρώτες ακροάσεις με μούδιασαν, σύντομα όμως κατάλαβα ότι αυτό το άλμπουμ απαιτεί ηρεμία. Αν του τη δώσεις, θα σ’ το ξεπληρώσει με μια intellectual κομψότητα που μόνο οι Gevende μοιάζουν να κατέχουν.

 Βαθύτερα μες στη μουσική, το υλικό του Kirinardi εξελίσσεται ασύμμετρα. Το εισαγωγικό “Omelas’’ είναι το prog άκρο των Gevende, ενώ τα επόμενα 5 tracks μοιάζουν με σπουδή στη μελωδία. Κι εκεί που το πράγμα μοιάζει να γέρνει, έρχονται τα εντελώς fusion “Domino’’ και “Vertigo’’ και το ελαφρώς πειραματικό “Ters Okyanus’’ να δώσουν στο Kirinardi μια νέα ισορροπία. Σε όλη τη διάρκεια, η παραδοσιακή ροκ τραγουδοποιία βρίσκεται σε συνεχή αντιπαράθεση με πνευστά και έγχορδα, το αποτέλεσμα είναι ισόπαλο. Δεν μπορώ όμως να κρύψω την αδυναμία μου στα θεόρατα μέρη όπου σκοτεινές τρομπέτες απλώνονται πάνω σε γλυκές κιθάρες – σήμα κατατεθέν των Gevende: το απόλυτο noir στην πιο παγκόσμια εκδοχή του.

 Τελικά, δεν ξέρω να πω αν το Kirinardi είναι ισάξιο του Sen Balik… Δεν ξέρω καν αν κανείς νοιάζεται για μια τέτοια σύγκριση. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι αυτός ο δίσκος θα τους διατηρήσει σε ψηλά εμπορικά επίπεδα εντός Τουρκίας, σχετικά άγνωστους εκτός. Αν συζητάμε όμως για ποιότητα, οι Gevende στρογγυλοκάθονται σε δύσβατες κορυφές. Το μυστικό μου είναι ακόμα ζωντανό, το χαμόγελο θα παραμείνει θριαμβευτικό. Αυτή η μπάντα μοιάζει με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό. Αν σε κερδίσουν, θα γεύεσαι τα οφέλη τους μέχρι τα γηρατειά σου.

Αντώνης Καλαμούτσος

Exquirla – Para Quienes Aun Viven (Superball music)

Ο μύθος λέει ότι ένας σοφός ή πονηρός θεούλης κάποτε με τον πύργο της Βαβέλ καταδίκασε την ανθρωπότητα στη μη επικοινωνία. Έκτοτε η ανθρώπινη δραστηριότητα, με την τέχνη στην εμπροσθοφυλακή, κάνει ότι περνάει απ’ το χέρι της για να απαξιώσει αυτήν την καταδίκη. Και υπάρχουν στιγμές που η τέχνη καταφέρνει μικρούς ή μεγάλους θριάμβους, η επικοινωνία αποκαθίσταται ολοκληρωτικά και η Βαβέλ μοιάζει με μαντρότοιχο. Η εισαγωγή αυτή ταιριάζει για έναν δίσκο που δεν αποτελεί απλώς το απόλυτο φαβορί για δίσκος της χρονιάς αλλά ανοίγει κουβέντα για την παγκοσμιότητα της μουσικής. Και πως να μην το επιχειρήσεις, όταν ακούς μια γλώσσα της οποίας δεν καταλαβαίνεις ούτε λέξη και η ψυχή σου δεν σταματάει να φτερουγίζει;

Πάμε στα τυπικά. Οι Exquirla αποτελούν ένα project- σύμπραξη των Ισπανών Toundra και του flamenco τραγουδιστή Nine de Elche. Μια χονδροειδής προσέγγιση θα ήταν λοιπόν ότι το post rock/metal των Toundra (πολύ αξιόλογη η δισκογραφία τους) συναντά την flamenco. Μην προσπαθήσεις όμως να το φανταστείς για τι απλά αυτό που παράγουν οι Exquirla είναι εντελώς πρωτόγνωρο. Αυτό εξηγείται καταρχήν από τους αρμονικούς συσχετισμούς: η μπάντα χρησιμοποιεί τυπικές ροκ αρμονίες που το αυτί μας γνωρίζει και ο Nine χτίζει φωνητικές μελωδίες με κλίμακες εντελώς ξένες του ροκ. Το αποτέλεσμα δεν μοιάζει με ένωση των δύο αλλά με έναν ήχο άγνωστο που προκαλεί εντελώς διαφορετικά δραματουργικά αποτελέσματα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια απρόβλεπτη χημική ένωση. Δύο στοιχεία με γνωστές ιδιότητες ενώνονται και δημιουργούν ένα παντελώς καινούριο.

Ακόμα κι αν ήταν instrumental το άλμπουμ θα ήταν εξαιρετικό. Το post των Exquirla δεν κλαψουρίζει, δεν πλατειάζει, δεν χτίζεται κάτω από τόνους reverb. Είναι ευθυτενές, κινηματογραφικό και συνεχώς παράγει Δύναμη – με την καστανεντική έννοια της λέξης. Σε πολλές στιγμές μοιάζει να προσεγγίζει το progressive rock, όχι εξαιτίας κάποιας δομικής ή τεχνικής πολυπλοκότητας που προτάσσει αλλά από την αδιάκοπα intellectual αύρα της μουσικής. Πάρε για παράδειγμα το αριστουργηματικό “Un hombre”: στις δεκάδες φορές που το άκουσα δεν μπόρεσα ποτέ να μην σκεφτώ ότι ακούω την μετενσάρκωση του “Epitaph”, μισό αιώνα μετά. Ναι, είναι τόσο καλό. Κυριολεκτικά από την πρώτη νότα και για 55 λεπτά, η μουσική σε γραπώνει και σε ταξιδεύει σε μια πολύχρωμη δίνη, υποβοηθούμενη από την εξαιρετική παραγωγή.

Ο κύριος υπεύθυνος για την απογείωση του Para Quienes Aun Viven όμως είναι ο μίστερ Nine de Elche. Ο εν λόγω βοκαλίστας είναι καταξιωμένος στο χώρο του flamenco, έχει όμως να επιδείξει και αρκετά πειραματικά projects και συνεργασίες, σκιαγραφώντας το προφίλ ενός ανήσυχου καλλιτέχνη. Οι συγκλονιστικές του ερμηνείες αποδεικνύουν ότι γνωρίζει πως να μεταφέρει την δική του άποψη στο εκάστοτε ηχητικό περιβάλλον με σεβασμό και ευγένεια. Επίσης φανερώνουν τη βαθιά γνώση του στην flamenco παράδοση και τεχνοτροπία. Το αποτέλεσμα είναι θριαμβευτικό. Κάθε σύνθεση στοχεύει – και επιτυγχάνει – στο ολόδικο της βίωμα, στην απελευθέρωση της τσιγγάνικης ψυχής: η θλίψη και η υπερηφάνεια του νομάδα πάνω σε έναν contemporary rock καμβά; Βεβαίως, θα πάρω. Μπορώ να έχω διπλή μερίδα;

Πέραν της περαιτέρω περιγραφής, θεωρώ επίσης περιττό να γραφτούν πολλά για τις συνθέσεις ξεχωριστά. Μη μεταχειριστείς αυτό το άλμπουμ τμηματικά. Πρέπει να το δεις στην ολότητα του για να το νιώσεις, για να δεις κάθε πράγμα στη θέση του. Για να καταλάβεις την ορμή του “Destruidnos Juntos”, την αίγλη του “ Europa Muda”, το ότι το “Hijos de la rabia” είναι η σύνθεση που οι Tool θα ήθελαν στο επόμενο άλμπουμ τους. Μόνο η αδιανόητη ένταση του εισαγωγικού “Cancion de E” μπορεί να σταθεί μόνη, ακριβώς επειδή απλώς εισάγει.

Δεν ξέρω αν μέσα στη χρονιά θα βγει κάτι ανώτερο από το Para Quienes Aun Viven ούτε αν το συγκεκριμένο project θα συνεχίσει. Μικρή σημασία έχει. Το συγκεκριμένο άλμπουμ μοιάζει να έχει τη δική του μικρή αίγλη στο μεγάλο μουσικό κόσμο και δεν νιώθω την ανάγκη να το δω να επαναλαμβάνεται. Η υπερβατική του μοναδικότητα θα διατηρήσει τη λάμψη του για αρκετά χρόνια (δεν αποφεύγω τους συνειρμούς με το Lazarus Bird των Burst). Θα μοιάζει πάντα με ένα πολύ σύντομο ταξίδι που κάποτε έκανες αλλά ποτέ δεν ξέχασες. Δεν ξέρω αν όταν τελειώσει το 2017 θα είναι στην κορυφή της λίστας μου, ξέρω όμως καλά ότι όταν το ακούω η Βαβέλ καταρρέει κι εγώ υψώνω τη μικρή μου γροθιά προς ένα θεούλη που, τελικά κανείς δεν ξέρει αν είναι σοφός ή πονηρός.

Αντώνης Καλαμούτσος

Soen – Lykaia (UDR Music)

Μην έχοντας επαφή με το υποκείμενο της μουσικής των Soen, ο τίτλος και το εξώφυλλο αποδείχτηκαν κάπως παραπλανητικά. Τα δελτία τύπου επίσης θολώνουν την κατάσταση: η μπάντα επιλέγει να χτίσει επικοινωνία με το κοινό πάνω στην ατάκα “ το γκρουπ του πρώην ντράμερ των Opeth”. Δεν ξέρω αν κερδίζουν κλικ έτσι κι ούτε με ενδιαφέρει, είναι όμως βέβαιο ότι αδικούν τους εαυτούς τους. Αν ήμουν μάνατζερ, θα τους πρότεινα: “ ένα από τα ελάχιστα γκρουπ που κατέχουν την ξεχασμένη τέχνη του καλού ρεφρέν”. Ακολουθούν επεξηγήσεις.

Οι ομοιότητες με Opeth -παλιούς ή νέους- είναι ανεπαίσθητες. Περισσότερο θα έλεγα ότι το heavy prog τους αποπνέει μια “σουηδίλα” γενικώς και αορίστως, μια σοφιστικέ αίσθηση που κουλουριάζει μέσα στα τραγούδια κι είναι πανταχού παρούσα. Τα βασικά δομικά υλικά της μουσικής τους μοιάζουν όμως να είναι οι Tool – η εγκεφαλικότητα του rhythm section, τα σπειροειδή riffs κλπ – και οι ευαίσθητες, μελαγχολικές φωνητικές γραμμές του Steven Wilson. Ακριβώς οι ίδιες επιρροές δηλαδή με αμέτρητα ακόμα prog γκρουπ από το 2000 και μετά, σε μια μουσική κληρονομιά που περισσότερο μοιάζει με υποχρεωτική δικτατορία. Ήμουν έτοιμος να τους αγνοήσω παραδειγματικά μέχρι που μπήκε το ρεφρέν του “Sectarian”. Το δάχτυλο απομακρύνθηκε από το stop και ναι, δεν το ξαναπλησίασε για κάμποσες ακροάσεις. Το έντεχνο heavy rock τους είναι καλοστημένο, καλοπαιγμένο και χιλιοακουσμένο και είναι τελικά οι υπέροχες φωνητικές γραμμές του που κλέβουν την παράσταση και κρατάνε το επίπεδο ψηλά. Αξίζει εδώ να αναφερθεί ότι το ρεφρέν ως δομικό συστατικό κατακτήθηκε μέσα από μουσικές ζυμώσεις αιώνων, καταξιώθηκε από το κοινό και συχνά απαξιώνεται από “ ψαγμένους” μουσικόφιλους. Οι Soen απενοχοποιούν την απόλαυση ενός καλού ρεφρέν, αφού είναι μελωδικά και μελαγχολικά χωρίς να είναι cheesy ή ευτελή.

Προσωπικά αμφισβητώ τη βαρύτητα του όρου prog στην περίπτωση του Lykaia. Θα έλεγα ότι πρόκειται για ένα heavy alternative rock δίσκο που προτιμάει να είναι σκεπτόμενος από αλήτης. Υπάρχουν σαφώς ξεσηκωτικά grooves και βαριά riffs, η φωνή του Joel Ekelof όμως παραμένοντας πάντα ήπια διατηρεί το άκουσμα σε intellectual αποχρώσεις. Μια διάσπαρτη δραματικότητα μπορεί επίσης να γίνει αντιληπτή χωρίς όμως να βαραίνει υπερβολικά τις συνθέσεις. Ότι λείπει από τους Soen σε ταυτότητα, περισσεύει σε συνθετική και στιλιστική ισορροπία. Και κομματάρες όπως το “ Jinn” ανταμείβουν και με το παραπάνω τον ακροατή που δεν βιάστηκε να απορρίψει…

Το καταστάλαγμα είναι ότι το Lykaia είναι ένας πολύ καλός και ολοκληρωμένος δίσκος που είναι εύκολο να αρέσει σε αρκετό κόσμο, από μουσικούς που καταθέτουν ψυχή και νου στο μοντέρνο rock τους. Σίγουρα προτεινόμενο στους φίλους τους είδους. Αν διαβάζουν λάτρεις της καινοτομίας, στην υποθετική ερώτηση αν δίνω πιθανότητες για κάποια μελλοντική, καλλιτεχνική υπέρβαση από τους Soen απαντώ με θράσος: καμία. Αυτό όμως δεν με εμποδίζει να μουρμουρίζω τις ρεφρενάρες τους, OK;

Αντώνης Καλαμούτσος

Grails – Chalice Hymnal (temporary residence)

Οι Αμερικάνοι Grails είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις συγκροτημάτων που έχουν κατακτήσει έναν οικουμενικό καλλιτεχνικό σεβασμό. Η δισκογραφία τους είναι τέτοια που ξέρεις πια που να ποντάρεις: μην τζογάρεις ούτε cent στο ότι μια μέρα θα γίνουν πολύ μεγάλοι. Βάλε ότι έχεις και δεν έχεις στο ότι δεν θα βγάλουν ποτέ μέτριο δίσκο. Από αυτήν την άποψη η εξάχρονη απουσία τους δεν σημαίνει, δεν μεταφράζεται, ούτε σηματοδοτεί κάτι.

Για τους μη έχοντες γνώση, ο ήχος των Grails είναι ψιλοαπερίγραπτος. Το ότι προέρχονται και εντάσσονται γενικώς και αορίστως στo post-κάτι rock δεν λέει και πολλά. Η οργανική, αναλογική τους ζεστασιά και τα κοσμικά vibes που αποπνέουν τους τοποθετούν σαφώς στο σύμπαν που δημιούργησαν οι Neurosis, χωρίς όμως καμιά περαιτέρω ομοιότητα. Ο ιδιαίτερος τους χαρακτήρας εκφράζεται κυρίως μέσω της εκτεταμένης χρήσης διάφορων εφφέ και οργάνων και της απρόβλεπτης ενορχήστρωσης τους, στοιχεία που αναδεικνύουν ένα πρωτότυπο ethnic/ γήινο στυλ. Δανείζονται όμως και ψυχεδελικά, prog, ηλεκτρονικά, έως και kraut κόλπα και το κουβάρι τυλίγεται για τα καλά. Σύντομα συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση του τι ακούει αλλά η απλή απόλαυση του.

Εστιάζοντας στο Chalice Hymnal και σε ότι αφορά την αίσθηση που αποπνέει, υπάρχει κάτι διαφορετικό από προηγούμενες δουλειές τους. Ο ανατολίτικος μυστικισμός των συνθέσεων τείνει να ξεθωριάσει και λείπουν εκείνα τα δραματικά θέματα που εμφανίζονταν τακτικά στα τραγούδια τους, με εκπληκτικά αποτελέσματα είναι η αλήθεια. Επίσης οι ημίσκληρες γωνίες τους έχουν λειανθεί αισθητά. Στη θέση τους, βρίσκουμε μια πιο πολύχρωμη, κινηματογραφική προσέγγιση που μου φέρνει στο νου τις τελευταίες δουλειές των Mogwai. Κάθε track δείχνει να εμπνέεται από μια βασική ιδέα, ένα μικρό μοτίβο. Η μπάντα το ντύνει, το στολίζει, το εξερευνεί και το ακολουθεί μέχρι τέλους, συνήθως μέσα σε πλαίσια 4-5 λεπτών. Ακούγονται σαν να βουτάνε οι ίδιοι μέσα στην εσωτερική ατμόσφαιρα της ιδέας που οι ίδιοι γέννησαν. Σαν παρθένοι, κάθε φορά η εξερεύνηση μοιάζει να ξεκινάει από το μηδέν και το μεγαλύτερο τους προσόν είναι ότι, κάθε φορά την ξαναχτίζουν ελεύθερα και με νέα εργαλεία.

Η ροή του άλμπουμ είναι εξαιρετική και τα tracks μπλέκονται όπως τα χρώματα στην παλέτα. Η τελική αίσθηση είναι ενός τόπου φωτεινότερου απ’ ότι είχαμε συνηθίσει ως τώρα. Ξεχωρίζει η σχεδόν new age κατασκευή του ‘’The Moth & The flame’’, οι “ ψύλλοι στα αυτιά μου μπήκανε” ηλεκτρονικές υποψίες του ‘’Empty Chamber’’ και η περήφανη floydίλα του 10λεπτου ‘’After The funeral’’ .Δώσε ιδιαίτερη προσοχή στον πλούτο και τη φροντίδα που οι Grails προσδίδουν στις ψηλές συχνοτικές περιοχές -σπανιότατο για rock γκρουπ. Αφουγκράσου τους λόγους που σε κάθε τους κυκλοφορία οι υπόλοιποι post δημιουργοί στήνουν αυτί. Δώσε τους κι εσύ το σεβασμό σου, το σεβασμό που αρμόζει σε αυτούς που ακολουθούνται και δεν ακολουθούν.

Αντώνης Καλαμούτσος

9T Antiope – Of Murk and Shallow Water (self-released)

9tantiope.murk.againstthesilence

Το ιρανικό σχήμα με έδρα στο Παρίσι παράγει ένα ηχητικό τοπίο που δεν έχει καταγωγή ή προορισμό. Αντίθετα, μοιάζει να προέρχεται από ένα ονειρικό βασίλειο κάποιας μηχανικής φαντασίας. Η ηχητική μάζα και οι αυθόρμητες συχνότητες που συνιστούν τη μουσική τους μοιάζουν με χιλιάδες μικρά αιχμηρά κομμάτια γυαλιού. Ιδού το αίνιγμα: Πρόκειται για θραύσματα της μνήμης; Για οράματα μιας αστικής δυστοπίας; Ή μήπως πρόκειται για την ήσυχη κραυγή μιας ευάλωτης απελπισίας; Μια γυναικεία φωνή, παράταιρη μέσα στην ομορφιά της, παλεύει να κυριαρχήσει πάνω στον ηλεκτρονικό παλμό. Χαλαρή και αφηρημένη, παλεύει να πείσει ότι αδιαφορεί, ότι υπάρχει μια ψυχή ανθρώπινη κλεισμένη μέσα στα γυάλινα θραύσματα. Το γλυκό jazzy βιμπράτο της μοιάζει με πικρό αστείο ή με μια πονηρή διαπίστωση. Τολμά στο “Edax” μέχρι και να κάνει ethnic υπαινιγμούς. Όμως, όπως θα έλεγε ο Sartre, μοιάζει να εκπνέει κάτω από έναν ανώφελο ουρανό.

Η ψυχή και το γυάλινο σώμα της παλεύουν όπως το φως με το σκοτάδι. Οι 9t Antiope δηλώνουν πειραματιστές. Περισσότερο βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό που τροφοδοτείται από την παραπάνω πάλη. Σαν να μας πέταξαν σε μια προβολή ταινίας του Lynch, περιμένουμε να δούμε αν τελικά η τραγουδίστρια με το ρετρό φόρεμα λιποθυμήσει επί σκηνής ή αν το γυάλινο πάτωμα θα σπάσει. Στα 4 tracks του ep Of Murk and Shallow Water δεν έρχεται η τελική απάντηση. Άλλη μια αναμέτρηση φωτός και σκοταδιού λήγει ισόπαλη. Θα χρειαστεί ρεβάνς.

Αντώνης Καλαμούτσος