Σκέτος καφές (Melana Chasmata)

«Αυτή η μέρα πέρασε χωρίς καμιάν απόχρωση/ Τόσο διαφορετική από τις άλλες μέρες/ …./έσβησε έτσι ανάλαφρα όπως ήρθε/ χωρίς να παιχνιδίσει ο ήλιος στα κλαδιά /Τράβηξε τις κουρτίνες της με διάκριση η νύχτα…»

Είναι απόγευμα και, κάτι που η μέρα ήταν σκοτεινή και ανήλιαγη, κάτι που ξεκίνησε ήδη να νυχτώνει, αυτοί οι στίχοι του Αναγνωστάκη καρφώνονται στο μυαλό μου. Καταφέρνει ο ποιητής να φορτίσει τη μοναξιά μου σε μια μέρα με έντονους ρυθμούς, αλλά ωστόσο άχρωμη, χωρίς να έχει συμβεί κάτι που θα ήθελα να ταράξει τη ρουτίνα της και να της δώσει μια διαφορετική τροπή. Σταμάτησα για λίγο να κάνω οτιδήποτε, χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα, μόνο για μένα. Χωρίς δηλαδή, να κάνω τίποτα για τη δουλειά (χαμός γίνεται εδώ μέσα, αλλά ακόμα κι αν σταματήσω για λίγο, τίποτε δεν θα φύγει από τη θέση του μοναχό του, θα με περιμένουν όλα ανυπόμονα να τα διευθετήσω), χωρίς να επισκεφτώ καμία υπηρεσία, χωρίς να απαντήσω σε τηλέφωνα, χωρίς να κάνω το οτιδήποτε μπορεί να διαταράξει αυτήν την πολυπόθητη -αν και προσωρινή- ηρεμία μου.

Πολλές φορές νιώθεις πως το 24ωρο είναι πολύ λίγο για να χωρέσει όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μέσα όμως, σε αυτό υπάρχουν στιγμές που μπορείς να ξεκλέψεις για τον ίδιο σου τον εαυτό. Θα μου πεις τώρα, πολύ αισιόδοξη είσαι που θεωρείς ότι μπορείς να βρεις αυτό το χρόνο για την πάρτη σου. Κι εγώ εκεί θα σου απαντήσω πως δεν είναι θέμα αισιοδοξίας, αλλά ζήτημα οπτικής και ιεράρχησης αναγκών. Η αδυσώπητη καθημερινότητα δεν μπορεί να σε ρουφά στους ρυθμούς της κι εσύ απλά να το αποδέχεσαι.

Εκμεταλλεύομαι λοιπόν, αυτές τις πολύτιμες στιγμές της αναπάντεχης και τόσο ποθητής μοναξιάς εν μέσω του στεγνού εργασιακού 8ωρου κι ακριβώς επειδή αυτές οι μοναχικές στιγμές συμβαίνουν σπάνια, αποφασίζω να τους δώσω τη βαρύτητα που τους αξίζει. Και αξία σε στιγμές εργασιακά μοναχικές, χωρίς καφέ δεν υπάρχει. Ετοιμάζω λοιπόν, τον καφέ μου, τον τέταρτο της ημέρας, αλλά τι σημασία έχουν οι αριθμοί, δεν έχει κανένα νόημα να αριθμείς ή να ταξινομείς τις απολαύσεις. Ο καφές σκέτος, καυτός μέσα στην κούπα, «την κολυμπήθρα μου», όπως την αποκαλούν οι συνάδελφοι. Μεγάλη κούπα για μεγάλη απόλαυση, άλλωστε είμαι συνειδητά και αμετανόητα εθισμένη στην καφεΐνη. Την αγκαλιάζω, σχεδόν ευλαβικά και κάθομαι στο γραφείο μου.

Υπάρχει όμως, προσωπική στιγμή χωρίς τη μουσική; Για μένα όχι, νομίζω ότι ακόμα και τα όνειρά μου τα επενδύω μουσικά ανάλογα με το θέμα που επιλέγει το υποσυνείδητο να διαπραγματευτεί κάθε φορά. Θα προτιμούσα βέβαια, να ήμουν αυτή τη στιγμή μπροστά στο πικάπ μου, όπως κάνω κάθε φορά που είμαι μόνη μου, σαν μια προσωπική, μυστικιστική τελετή ακρόασης της μουσικής. Ελλείψει αυτού, καταφεύγω στον υπολογιστή μου και επιτρέπω στην τεχνολογία να επιληφθεί της μουσικής επένδυσης της στιγμής μου. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο νου μου ανοίγοντας τη μηχανή αναζήτησης. Κοιτάζοντας όμως, την οθόνη του υπολογιστή μια σκέψη με διαπερνά και σχεδόν, παραλύει κάθε κίνησή μου. Εκεί, αγκαλιά με την κούπα με τον ζεστό, αχνιστό και μυρωδάτο μου καφέ αυτή η σκέψη σταματά το χρόνο γύρω μου. Ή μάλλον, με γυρίζει πίσω στο χρόνο. Τι περίεργο πράγμα το μυαλό… πως επιλέγει να ανασύρει από το υποσυνείδητο γεγονότα πασπαλισμένα με τα συναισθήματα εκείνης της εποχής… ακριβώς όπως τα ένιωσες τότε…

Κινούμαι στην καρέκλα σαν να θέλω να διώξω αυτή τη σκέψη. Έλα όμως, που εκείνη δεν θέλει να φύγει, παραμένει εκεί, σταθερή, βράχος, αγκωνάρι στο μυαλό μου. Δεν έχω σωτηρία. Με ακολουθεί όπου και να πάω. Και σαν να υπάρχει ενσωματωμένο player στον εγκέφαλο ξεκινά μια μελωδία να «ακούγεται», αυτή του “Aurorae” από τους Triptykon. Τι περίεργη σχέση έχω με αυτό το τραγούδι… Παρόν σε τόσες και τόσες στιγμές της ζωής μου! Συνδεδεμένη μελωδία με κάθε δυσκολία, σαν να θέλει να είναι δίπλα μου, να μην μ΄ αφήνει μόνη.

Επιτόπου βάζω το δίσκο Melana Chasmata και ακούγεται από τα ηχεία του υπολογιστή. Και οι πρώτοι ήχοι των ντραμς συγχρονίζονται με τον καρδιακό μου ρυθμό. Ανεβάζω την ένταση στο τέρμα. Και όσο o Fischer, ο κοινώς γνωστός ως Tom Warrior, παίζει την κιθάρα του και ξεκινά να βγάζει αυτήν την απόκοσμη φωνή του τόσο στο μυαλό μου οι σκέψεις ανακατεύονται, ανακατευθύνονται, αναμοχλεύονται. Η ένταση χτυπάει κόκκινο, ακριβώς όπως μου αρέσει να τον ακούω, τόσο δυνατά, όσο και το συναίσθημα που μου προκαλεί. Ανατρεπτικός ο ίδιος ο Fisher όσο και οι εμπνεύσεις του. Με μεγάλη μουσική μεταλλική ιστορία (ιδρυτικό μέλος των Hellhamer, των Celtic Frost και των Τriptykon) ισορροπεί ανάμεσα στα βαθιά σκοτάδια και το ελάχιστο –αλλά αρκετό για να δημιουργήσει σκιές- φως, ανάμεσα στην σκληρότητα και την gothic – doom ευαισθησία, ένας καλλιτέχνης την αξία του οποίου δεν μπορείς να αμφισβητήσεις ακόμα κι αν δεν είσαι φανατικός οπαδός του. Δίνοντας την απαραίτητη σημασία σε κάθε πτυχή της δουλειάς του, συνεργάστηκε στο δίσκο αυτό με τον H. R. Giger που φιλοτέχνησε το εξώφυλλο των Μελανών Χασμάτων, όπως είχε κάνει και στο προηγούμενο LP Eparistera Daimones και στο To Mega Therion των Celtic Frost.

Και παρασύρομαι δεν έχω την αίσθηση ότι είμαι στον εργασιακό μου χώρο, νιώθω πως είμαι κάπου αλλού έξω σε φυσικό περιβάλλον, νύχτα, μόνη, χωρίς να υπάρχει κανείς δίπλα μου. Είναι αυτή η αίσθηση που έχεις ότι θες να χαράξεις κάποια πορεία, να οδηγηθείς κάπου, χωρίς απαραίτητα να γνωρίζεις ούτε το που θες να πας ούτε το πώς θα πορευτείς, ούτε τελικά αν θα τα καταφέρεις να φτάσεις στον ζητούμενο προορισμό. Αλλά, ως γνήσια ξεροκέφαλη, αφήνομαι στους ήχους των Χασμάτων να με πάνε εκεί που θέλουν. Με τον καφέ να τελειώνει στην κούπα, με τη σκέψη να έχει κυριαρχήσει στο μυαλό και την καρδιά μου, συνειδητοποιώ πως πάντα στις στιγμές μου ένα σκοτάδι και μια μουσική με οδηγούσαν. Άλλοτε σωστά, άλλοτε λανθασμένα. Πάντα όμως, με οδηγούσαν σε συλλογή στιγμών που ακόμα κι αν εμπεριείχαν δυσκολίες ή ζόρια ή στενοχώριες ήταν όμορφες, γιατί τελικά η ομορφιά είναι αυτό που εμείς επινοούμε ανάμεσα στις όποιες ασχήμιες μας περιβάλλουν.

Sylvia Ioannou

Σκέτος καφές (The Man Who Died In His Boat)

Κάτι άγνωστο συμβαίνει εντός μου και πριν το καταλάβω ανοίγω τα μάτια. Το φως έξω αμυδρό και μετά από κάθε ανοιγοκλείσιμο των βλεφάρων η φωτεινότητα μεγαλώνει. Αργά όλα αποκαθίστανται στην τάξη, τα χρώματα, οι κινήσεις, όχι όμως και οι σκέψεις. Αυτές περιμένουν τον σκέτο καφέ. Σηκώνομαι και στέκομαι μπροστά σε μια μηχανή που μπορώ να την υποκαταστήσω με ποτήρια και πετσέτες, αλλά δεν μπορώ να την ανταγωνιστώ σε ταχύτητα και εξυπνάδα. Τον χειμώνα μέτρια η δοσολογία στον καφέ, το καλοκαίρι λίγο πιο βαρύς με ένα παγάκι μέσα, ποτέ ζάχαρη, ποτέ γάλα. Τα σήματα καπνού πάνω από το μηχάνημα κόπασαν και γεμίζω το ποτήρι προσεκτικά. Με την πρώτη γουλιά το μυαλό μαρσάρει και κάτι σαν έμπνευση μου χτυπά την πόρτα, δεν ανοίγει όμως κανείς και αυτή τα μαζεύει και φεύγει.

Με μια χριστουγεννιάτικη ή βερολινέζικη κούπα στο χέρι μεταβαίνω στο γραφείο με τη χαρτούρα για ντεκόρ περιπέτειας. Πατάω το on χωρίς να το βλέπω και η οθόνη από μαύρη, γίνεται μπλε και μετά πολύχρωμη. Τσεκάρω το κινητό μην τυχόν η ώρα πέρασε. Η ίδια ώρα φαίνεται στην κάτω δεξιά γωνία της οθόνης, όλα σε τάξη λοιπόν για αρχή. Ανοίγω την πρώτη σελίδα όπως το παράθυρο της κουζίνας, που πάντα δείχνει σπίτια σχεδόν ακατοίκητα και περαστικούς σχεδόν περίεργους που με κοιτάνε αδιάφορα. Στα mail όλα υπό έλεγχο, ο αριθμός τους δεν αυξάνεται με απειλητικό ρυθμό. Στο fb άπειρες ειδοποιήσεις για να χαθώ καθώς έχω ξεχάσει που είχα μείνει χτες. Μηνύματα λίγα, αλλά επίμονα. Το πρώτο «καλημέρα» γυαλίζει μπροστά μου, ααα, το έγραψα εγώ πρώτος. Μην ξεχάσω να στείλω για την ομάδα, να ρωτήσω τι συνέβη εκεί που δεν πήγα, να δηλώσω ενδιαφέρον για μια εκδήλωση που δεν θα πάω, να σαπορτάρω μια μουσική που δεν έχω ακούσει, να πατήσω like σε ένα κομμάτι που δεν θα ακούσω, να μιλήσω με ένα άτομο που ποτέ δεν θα γνωρίσω… πιθανόν.

Η ώρα περνά, ο καφές λιγοστεύει ευτυχώς πιο αργά από αυτήν και ανοίγω το στερεοφωνικό που είναι συνδεδεμένο με το pc για να δω τι μου έχουν στείλει από μουσικές. Καλό-εντάξει-αδιάφορο-γιατί μου το έστειλαν, σε μόλις λίγα δευτερόλεπτα βγαίνει η βαρύνουσα απόφαση. Πάμε παρακάτω! Φάκελοι στον (πολύ) σκληρό, γαμώτο, πού είναι το άλλο που ψάχνω; Αυτό γιατί υπάρχει δυο φορές; «Όταν σβήνεις κάτι αυτό μπορεί να χάνεται, αλλά ο χώρος που είχε καταλάβει δεν αδειάζει», τι το ήθελες, φίλε μηχανικέ, με τη φιλοσοφική σου ρήση, πιο πολύ με μπέρδεψες, παρά με βοήθησες. Επιλέγω κάτι ήπιο, πρωί είναι. Αν ξεκινήσουμε με τα άγρια, το μεσημέρι θα έχουμε απογειωθεί. Πατάω «αναπαραγωγή» αν και δεν προβλέπονται γεννητούρια. Ο καθαρός ήχος γεμίζει το δωμάτιο. Επιστροφή στις συνομιλίες, στις ειδήσεις, σε κάποιο κείμενο που τις αναιρεί, στα βίντεο με ζωάκια, στα αστεία δημοτικού, στις διαφημίσεις παντού, από πάνω , από κάτω, από δίπλα. Ο σύντομος δίσκος που δεν ήταν δίσκος τελείωσε. Τι μου έμεινε από δαύτον; Για να τον αφήσω να παίξει ολόκληρος κάτι θα έλεγε, αλλά αυτό είναι το θέμα; Τι γίνεται με την πεμπτουσία της μουσικής, το βίωμα, το συναίσθημα, τη συγκίνηση. Η προσήλωσή μου έχει εξασθενήσει με τόσα μπροστά μου, ο ήχος του υπολογιστή με προστάζει να τον ταΐζω συνέχεια εντολές με το πληκτρολόγιο και το ποντίκι (και δεν έχω πλέον γατί στο σπίτι). Δηλαδή πριν την ύπαρξή του ακούγαμε με τον καφέ βινύλια; Αυτά τα σκονισμένα αντικείμενα του πόθου που όσο δεν τα παίζεις μαραζώνουν; Προσωπική μου θεωρία αυτή, που την έβγαλα όταν είδα έναν δίσκο μου ελληνικής παραγωγής να βγάζει κάτι μικρά εξογκώματα, του είχα υποσχεθεί να τον παίζω πιο συχνά και μπορεί να μην ανάρρωσε ποτέ, αλλά οι κακοήθεις όγκοι σταμάτησαν να επεκτείνονται. Άλλος ένας διάλογος κατ’ ιδίαν με τη μουσική που είχε happy end, γιατί με αυτή στο τέλος οι καλοί νικούν, ο πλανήτης σώζεται, η πίτα είναι ολόκληρη και ο σκύλος (που δεν είχα ποτέ) είναι πάντα χορτάτος.

grouper.coffee

Με μια αποφασιστική κίνηση νοκ-άουτ τα κλείνω όλα και ανοίγω το πικάπ. Διαλέγω το The Man Who Died In His Boat της Grouper. Κάπου είχα διαβάσει ότι πολύς κόσμος προτιμά τη μουσική της για νανούρισμα, αλλά εμένα καμία μουσική δεν με νανουρίζει, καθώς τρυπά στα εγκεφαλικά κύτταρα μαλώνοντας πάντα με τον Μορφέα για το ποιος θα επιβληθεί πάνω σε αυτά. Οι ήχοι της με βάζουν στον καναπέ να κοιτάζω το εξώφυλλο που η ίδια έχει σχεδιάσει και να κάνω ότι διαβάζω τους στίχους της που δεν υπάρχουν σε κανένα εσώφυλλο. Σκέφτομαι τα πρωινά που τον πρωτάκουσα στους -15 βαθμούς Κελσίου στον Βορρά, σε ένα βαγόνι και το πώς αυτή η αίσθηση του τότε δένει με το άσχετο τώρα. Το τότε το αγκαλιάζει, ερωτοτροπεί μαζί του και στο τέλος τα δυο τους αφού έχουν χαλαρώσει αποχωρίζονται για να τραβήξει το καθένα τον δρόμο του. Είναι η στιγμή που ο δίσκος τελειώνει, μαζί και ο καφές και έρχεται η ώρα που μου λέει ο ήλιος να ετοιμαστώ για τη δουλειά. Ευτυχώς αυτήν τη φορά θα έχω να ακούω κάτι στον εγκέφαλο μου όλη τη μέρα!

 

Μπάμπης Κολτράνης