Καζαμίας 2019 (Γενάρης – Απρίλης)

Γενάρης

Ξεκίνημα από ένα σημείο που δεν είναι ποτέ αφετηριακό. Νέα αρχή, όχι σε όλα, αλλά σε κάποια τουλάχιστον, στα μουσικά ας πούμε. Το μόνιμο άγχος της αναγνώρισης μέσα στο χάος θα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση για την γκάμα των δημιουργών που θεωρούν ότι οτιδήποτε βγάζουν είναι άξιο κυκλοφορίας προς τα έξω, για όλ@ς δηλαδή, σήμερα! Για παράδειγμα, οι MMD παρουσιάζουν τέλη Γενάρη στο γνωστό ναό την τελευταία τους δουλειά που ανάθεμα κι αν ακούστηκε πουθενά από τον Σεπτέμβρη που κυκλοφόρησε. Μπας και περίμενε όλος ο κόσμος την προβολή της ταινίας που αυτή η μουσική, ζωντανά παιγμένη, φτιάχτηκε για να συνοδεύει;! Θα δείξει.

Πάντως, την ίδια σχεδόν, ημέρα κυκλοφορεί το πρώτο soundtrack που έχει την σφραγίδα του James Holden για το πολιτικό και άκρως ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ “A Cambodian Spring”. Άραγε, την ιστορία που διαπραγματεύεται το φιλμ αυτό την είδαμε ποτέ στις ειδήσεις; Επίσης, προς τα τέλη Γενάρη κυκλοφορεί νέο άλμπουμ από τον Jay Glass Dubs στην Bokeh Versions και ακολουθεί το πρώτο διαθέσιμο κομμάτι του:

 
 
 

Φλεβάρης

Μετά το άπλωμα των πλάνων και τον αρχικό ενθουσιασμό έρχεται η πραγματικότητα. Οι διαψεύσεις βέβαια, έχουν πάντα καλοκαιρινό χρώμα, οπότε είναι ακόμη νωρίς για να τα βάψουμε μαύρα ή λευκά, αν προτιμάτε την αντιστροφή της γνωστής ποιήτριας. Μαύρο βέβαια, θα ντύνει τις επικείμενες εμφανίσεις των Slapshot σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με την πρωτοτυπία ότι άλλοι διοργανωτές κινούν τα ηνία της πρώτης εμφάνισης και άλλοι της δεύτερης! Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει κάποιο θέμα με την μπάντα, γιατί ο Choke – ο τραγουδιστής της ντε- και το μόνο μέλος από την αρχική σύνθεση τους, δεν έχει και την καλύτερη φήμη ως ο ψυχραιμότερος (βλ. κυνηγητό σε ναζί, χώσιμο σε κατάληψη που φιλοξενήθηκε για ένα live στην Αγγλία και πολλά άλλα). Λογικά και το νέο άλμπουμ του Evan Caminiti των Barn Owl θα έχει το σκουράκι του κι αυτό, αλλά σε εντελώς άλλο μήκος κύματος. Επίσης, οι Xiu Xiu, ο Bob Mould και οι Teeth Of The Sea θα προσπαθήσουν να δώσουν περισσότερους χρωματισμούς κι ένα ενδιαφέρον στο μήνα με τις νέες τους δουλειές γιατί έρχεται και η άνοιξη! Πριν κλείσει ο μήνας, θα βγει στις οθόνες και η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν Der Goldene Handshuh, οπότε όλα καλά!

 

 

Μάρτης

Αφήστε τα ζώδια, γιατί ο πιο ανορθόδοξος μήνας βρήκε μάλλον, το άλμπουμ που θα τον εκφράσει. Οι Snapped Ankles βγάζουν την πρώτη μέρα του μήνα το νέο τους πόνημα και το μοναδικό δείγμα που έχουμε εύκαιρο είναι καλούτσικο για τα δικά μας στάνταρ και αριστουργηματικό για αυτά που μας έχει συνηθίσει η Βρετανία εδώ και πολλά χρόνια! Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Helado Negro από το άγνωστο πουθενά και οι Lambchop από το γνωστό παντού κάνουν ήπια την μετάβαση στην καλοκαιρία που, κάποια στιγμή, θα έρθει κι αυτή. Συναυλιακά ο μήνας ξεκινά με δύο εμφανίσεις των Sad Lovers & The Giants στο γνωστό υπόγειο των Εξαρχείων και η ελπίδα να ξεφύγουν λίγο από την προβλεψιμότητα των συνομήλικων τους σχημάτων που ζουν μια νέα εφηβεία αυτή την εποχή μένει να πεθάνει τελευταία!

 

Απρίλης

Οι πτήσεις πάνω από την Ευρώπη με μπαγκάζια μουσικά όργανα, όλο και θα πληθαίνουν. Το Borderline, που διοργανώνει η φιλόπτωχος εταιρία που δεν αφήνει τίποτα άστεγο, θα δώσει ένα άλλο χρώμα στα μουσικά της πόλης. Ακραιφνής πειραματισμός θα φέρει σε αμηχανία mainstream μουσικούς συντάκτες που προμηθεύθηκαν προσκλήσεις για την κάλυψη του φεστιβάλ. Κάπως έτσι, αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είναι για τα εν λόγω άτομα, όχι μόνο να φτάνουν νωρίς στην ώρα τους για να δουν τα αποκαλούμενα “support”, αλλά να πρέπει να μένουν μέχρι τέλους σε συναυλία που όχι μόνο δεν έχει κιθάρες, αλλά ούτε καν μελωδίες! Έλεος κάπου!

Έχουμε και την δύσμοιρη την Record Store Day προς το τέλος του μήνα που αντί να αναβιώσει την αγάπη μας προς το βινύλιο θα αποτελέσει την ταφόπλακα του. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων συναντά την μανία της κατανάλωσης και το νόημα κάπου αναζητείται στο μεράκι κάποιων μικρών που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα ως παιχνίδι με την κλασσική έννοια και όχι ως παιχνίδι στις πλάτες άλλων, μουσικών ή μουσικόφιλων! Τον δυναμικό δίσκο του μήνα μη ξεχάσουμε: Jaws – The Ceiling 5.4!

 

 

January

A beginning from a point that is hardly ever a starting point. New start, not in everything, but just in some, let’s say in music. The constant anxiety of recognition within the chaos will be continued with unbearable intensity for the music producers who believe that everything they write is worthy of public release, and that applies to all of them! For example, MMD are presenting at the end of January at the known Temple their latest work which wasn’t heard almost anywhere since September when it was officially released. Was it because everyone was waiting for the screening of the film which this album was made to accompany? We’ll see. However, almost on the same day, the first soundtrack bearing James Holden’s signature will be released. It’s the musical score composed for “A Cambodian Spring”, a political documentary, painting the picture of story which no media ever covered! There is also a new release from Jay Glass Dubs on Bokeh Visions coming up on late January and here is its first song.

February

After the unveiling of the plans and the initial enthusiasm, here comes reality. Disenchantment always has a summer shade on it, so it is still early for black and white predictions. Eventually, though, black will be the colour to characterise the two upcoming Slapshot gigs in Athens and Thessaloniki with the novelty that this time it will not be the same organising company responsible for making both concerts happen. Let’s hope that no problemwil occur because of that since Choke, the singer of the band and the only remaining original member, is not exactly the calmest guy, rumour has it (see a hunting down on nazis, an argument with a British squat which was meant to accommodate them among others). Logically, Evan Caminiti’s new album will have its own dark aesthetics but in a totally different and unique way. We‘ll also have new releases from Bob Mould, Xiu Xiu and Teeth Of The Sea that will show us more colours and a whole fresh interest in new music as spring prevails. Before this month ends, Fatih Akin’s new film, called Der Goldene Handshuh, will be released,so everything will be fine!

March

Don’t listen what the zodiac signs tell us, as the album to signify the most unorthodox month has been found. On the first day of March, Snapped Ankles release their new work and the only sneak peek available, is simply good for our standards and a masterpiece for the ones that Britain usually has presented it us with during the past years! On the other side of the ocean, Helado Negro hailing from the unknown and Lambchop from the known, make a smooth transition towards summer which won’t be far for long. This month has also two Sad Lovers and Giants concerts in store for us at the famous basement in Exarheia with the hope that they‘ll avoid the predictability of a revisited adolescence that other bands of their era seem to have dived into.

April

Flights above Europe with luggage full of instruments will be more and more frequent. Borderline festival, which is held by the well known philanthropist company, will give a whole new colour in the music affairs of the city. Acute experimentalism will bring about confusion and puzzlement to mainstream music columnists who already got the necessary passes to cover the fest. And this will prove how difficult it will be for these columnists who not only must not be late and catch the opening support acts, but also to see this through and stay till the very end of these concerts that not only lack guitars but melodies too!

We also have this miserable Record Store Day at the end of this month who instead of reviving our love towards vinyl, it will be its gravestone. The fetishising of products meets the mania of consumption and the whole meaning of this may only be found among the persistent love of some small record lovers who face this subject as a game with its classic notion and not as a game on the backs of others, musicians or music lovers.Let’s also not forget the dynamic album of the month: Jaws – The Ceiling 5.4!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

The shape of dark to come in 2019

Κάπου έχουν ήδη στολίσει γιορτινά κάθε πρόσοψη κτιρίου, τα φώτα αναβοσβήνουν σε έναν άγνωστο ρυθμό και οι ευχές ετοιμάζονται να εκτοξευθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως και κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάπου, όχι όμως εδώ, καθώς ψάχνουμε στα σκοτάδια κάτι που να φωτίσει την επόμενη μέρα. Ούτε ιερό, ούτε όσιο σε αυτή την διαδικασία της αναζήτησης, παρά μόνο μια δίψα για την δύναμη που, ενώ απορρέει από το σκότος, αποβαίνει λυτρωτική και οξυγονούχα. Αν δεν το καταλάβατε, μιλάμε για την μουσική που θα έρθει με το νέο έτος για να αποτελέσει, όχι απλώς ένα όνομα ή τίτλο, αλλά κάτι το σωτήριο που θα μας γεμίσει ενθουσιασμό. Προβλέψεις δεν κάνουμε, απλώς υποθέσεις, οπότε ας δούμε τι ξεχωρίζει ως τώρα από την μεριά των σκοτεινών ακουσμάτων που είναι να μας χτυπήσουν την πόρτα ως άλλοι μάγοι με τα δώρα.

Το μυστήριο με τους Boy Harsher μένει να συνεχιστεί, καθώς και με το νέο τους άσμα-προπομπό του Careful που θα βγει αρχές Φλεβάρη, νιώθεις ότι αυτό που ακούς δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα σου γεννά μέσα σου έναν εθισμό! Στον ήχο, στη φωνή, στο ρυθμό και στα κενά που συγκολλούν τα πάντα σφιχτά σαν να ήταν κλειστά μάτια στο σκοτάδι.

 

 

Ο περίεργος αυτός τύπος που κρατά στα χέρια του τις τύχες ενός από τα πιο πρωτοποριακά label στο σύγχρονο ήχο, έχει έτοιμο το επόμενο του χτύπημα ως Croatian Amor. Όπως αναμενόταν, το πρώτο δείγμα συσκοτίζει αυτό που μπορούμε να περιμένουμε από το σύνολο των νέων του συνθέσεων, αν και η συνεισφορά της τραγουδίστριας των HTRK, μόνο ως ελπιδοφόρο στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί. Αν του χρόνου τέτοια εποχή, το Isa βρίσκεται στις λίστες με τα καλύτερα του 2019 μην εκπλαγείτε και μη ξεχάσετε ποιος το πρόβλεψε πρώτος!

 

 

Ναι, υπάρχει το παρελθόν που πολλές φορές καλύτερα να το αφήνεις εκεί που ήταν και υπάρχει το παρόν που δυσκολεύεται να βρει μια θέση να βολευτεί. Ασχέτως του κανόνα, η Cosey Fanni Tutti των ύψιστων Throbbing Gristle μάλλον ετοιμάζει μια έκπληξη. Το Tutti αναμένεται να είναι η εξαίρεση στις ζόμπι κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων της Mute με βάση και αυτό που ακούμε στο πρώτο σύντομο δείγμα του επερχόμενου δίσκου.

 

 

Δεν έχουμε όμως, μόνο αυτά τα ονόματα. Υπάρχουν οι HTRK, οι Second Still, ο Siavash Amini με τον Matt Finney και τόσα άλλα που πιθανόν αγνοούμε την ύπαρξη τους και που ετοιμάζονται να εμπλουτίσουν το επόμενο έτος με νέα αναζωογονητικά άλμπουμ. Αμήν!

 

Somewhere they have already decorated festive the façade of every building, the lights flash at an unknown rhythm and wishes are ready to be launched as it happens every year. Somewhere, but not here, as weare looking for something in the darkness, something to illuminate next day. There is nothing sacred in this process, but the thirst for a specific power that, although it issues from gloom, it turns out redeeming. In case you didn’t get it, we are talking about music which will be released next year, so as toconstitute not only a name or a title but something that will bring us enthusiasm.We don’t make forecasts, just assumptions, whereat lets see what stands outuntil now, from the dark stuff to come in 2019.

The mystery with Boy Harsher goes on as the new song of their upcoming album Careful which will be out on February, makes you feel that you don’t listen something original, but at the same time it sounds so addictive like the rest of their work! In sound, in voice, in rhythm and in between the gaps that splice, everything as if they were eyes closed in the dark.

This strange guy who holds in his hands one of the most innovative labels in contemporary music, has a new album as Croatian Amor coming up on January. As it was expected, the first available song obfuscates what is there to come as a whole, although the contribution of HTRK’s singer is a promising one. If next year, this time of season, Isa is in the lists of the greatest albums of 2019, don’t be surprised and remember who predicted that first!

Yes, there is the past that in many cases it is better to be left where it was and there is the present that finds it difficult toplace itself. Regardless of the rule, Cosey Fanni Tutti of the mighty Throbbing Gristle may prepare a surprise for us. Tuttiis expected to be the exception among the zombie releases of Mute the last fewyears, as we can tell, by listening the first sample of it.

Besides all that we have HTRK, Second Still, Siavash Amini with Matt Finney and many others, which we may ignore, that they areready to fill next year with refreshing albums. Amen!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Wolves In The Throne Room

Diadem Of 12 Stars (Vendlus Records, 2006)

Αν το demo κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία κάθε μπάντας ως το απαύγασμα ενός ακατέργαστου ενθουσιασμού που με τα χρόνια θα υποστεί τη ζύμωση και την εκλέπτυνση που απαιτείται για να “αποδειχθεί” η καλλιτεχνική αξία των δημιουργών του, τότε η πρώτη full length κυκλοφορία δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο αναφοράς στο οποίο πάντοτε θα επιστρέφει ο ακροατής.

Στην περίπτωση των WITTR, τη θέση αυτή κατέχει το Diadem Of 12 Stars τόσο επάξια και διακριτά που ενδεχομένως η εισαγωγή να περιττεύει. Μια νεοφερμένη τότε μπάντα εισέρχεται στη black metal σκηνή της Αμερικής, με ξεκάθαρη πρόθεση να διακριθεί από την ωμότητα που καθιέρωσε το είδος στη μαμά Νορβηγία. Μέσα σε τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις, τα “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars”, συνολικής διάρκειας μίας ώρας, οι WITTR αναμειγνύουν doom ριφάκια με φολκ ιντερλούδια, γυναικεία μελωδικά φωνητικά με σπουδές στο growling, τον δοκιμασμένο πειραματισμό μπαντών όπως οι Εmperor και οι Enslaved και με τη δική τους συνθετική φαρέτρα. Ειδικά κατά τη διάρκεια του εξαιρετικού, κατ’ εμέ, δεύτερου μέρους του “Face in a Night Time Mirror”, η έξαψη που δημιουργείται στον ακροατή είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την ήδη δεκαετή πορεία της μπάντας που έχει ήδη αποδειχθεί αντίστοιχα πολυεπίπεδη και εξελίξιμη.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

Η βροχή που πέφτει στην αρχή του δίσκου είναι σαν να εγκυμονεί το πρόσφορο έδαφος που άφησε το ντεμπούτο της μπάντας. Όπως πάντα κάθε γέννα κουβαλά την απόλυτη ελπίδα για αυτό που θα γεννηθεί, και το Two Hunters είναι η απόδειξη ότι το απόλυτο έργο ενός ονόματος δεν χρειάζεται πολλά χρόνια για να κυοφορηθεί. Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή το πού παραπέμπει κάτι και ας απολαύσουμε έναν δίσκο ανεπιτήδευτα άρτιο από όλες τις απόψεις.

Μια απίστευτη ισορροπία τέμνει τα μελωδικά μέρη με τα άγρια, κάνοντας τα θέματα να φτιάχτηκαν για να παίζουν αέναα σε έναν άλλο κόσμο. Μόνο που ο κόσμος του Two Hunters όσο γήινος στην αίσθησή του κι αν προσλαμβάνεται, άλλο τόσο απόκοσμος είναι. Ανήκει αλλού, στο επέκεινα, σε μια ουτοπία που φοβόμαστε, γιατί χρειάζεται θάρρος να την αγγίξουμε. Για αυτό οφείλουμε να διαβούμε τα ωμά και σκληρά του ίχνη, ώστε ακολουθώντας την καταστροφή να χτίσουμε κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι στίχοι που κλείνουν το άλμπουμ… “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Black Cascade (Southern Lord, 2009)

Για τους WITTR το black metal είναι η ωδή στην καταιγίδα και στο σκοτάδι που καλύπτει τα πυκνά δάση, δίπλα σε θάλασσες και ωκεανούς. Στο τρίτο άλμπουμ τους Black Cascade κυριαρχεί η σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, σε απόλυτη αισθητική αρμονία με τις μορφές που απεικονίζονται στο εξώφυλλο. Πριν ηχήσει η πρώτη νότα ακούς τον ήχο της βροχής και μπαίνεις κατευθείαν στην κατανυκτική και μυστικιστική ατμόσφαιρα των Λύκων. Κι αρχίζει αμέσως μετά, ο ηχητικός καταιγισμός ήχων απλών, ωμών και απογυμνωμένων από κάθε τι περιττό.

Τα drums του Aaron Weaver δίνουν τον ρυθμό, τα synthesizer εισβάλλουν στη μέση του “Wanderer Above the Sea of Fog”, οι κιθάρες δίνουν την απαραίτητη ένταση, ενώ η φωνή του Nathan Weaver προσδίδει στο τραγούδι απόκοσμες διαστάσεις. Και νιώθεις το σκοτάδι να σε αγκαλιάζει μελωδικά, την ιδιαίτερη πινελιά των WITTR, που προσδίδει στη black metal μουσική τη μεγαλοπρέπεια που της αξίζει. Το “Ex Cathedra” δηλώνει ακριβώς αυτήν τη μεγαλοπρέπεια χωρίς την υπεροψία και την επιβολή εξουσίας που δείχνει ο τίτλος, ενώ το “Ahrimanic Trance” ξεκινά δυναμικά και καταλήγει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να ξεθωριάζουν οι κιθάρες σταδιακά, σαν να ξεφτίζουν. Ζεστό συναίσθημα σε κρύο μέταλλο η αίσθηση που δημιουργεί το “Crystal Ammunition”, στοιχειωμένες μελωδικές κραυγές που αναδεικνύουν την ομορφιά της αγριότητας ή την αγριάδα της ομορφιάς.

Ακόμα κι αν κυκλοφόρησε μετά το υπέροχο Two Hunters, το Black Cascade έχει τη δική του σκοτεινή γοητεία.

 

 

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage (Southern Lord, 2011)

Αν και τόσο χρονικά όσο και δημιουργικά βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, μεταξύ των δύο πυλώνων Two Hunters και Celestite –κάτι που μου έφερε στο μυαλό εικόνες από τα δυο επιβλητικά αγάλματα των βασιλιάδων της Gondor (για τους γνώστες του κόσμου του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, Argonath)– το Celestial Lineage καταφέρνει να κάνει τον ανυποψίαστο ακροατή να κοντοσταθεί. Ισορροπώντας μεταξύ των πιο “εμπορικών” riff του Two Hunters και την υποβλητική dark ambience του Celestite, ο εν λόγω δίσκος ξεκινά με αλλόκοσμα, κατανυκτικά γυναικεία φωνητικά που σε παρασύρουν σε μια θύελλα εναλλαγών μεταξύ δυνατού μπλακ μέταλ και καθαρτήριων διαλειμμάτων, αφήνοντας κάθε φορά μια αίσθηση καταιγίδας που κόπασε. Το ύφος αυτό συμπυκνώνεται στο “Astral Blood”, το κορυφαίο, ίσως, κομμάτι αυτού του δίσκου, τα ήρεμα σημεία του οποίου είναι απλώς αποχαυνωτικά.

Στο νοητό timeline πάνω στο οποίο καρφιτσώνονται αυτά τα τρία album, ο ακροατής καλείται να διαβάσει τα ίχνη της δημιουργικής πορείας του συγκροτήματος. Ίσως το Celestial Lineage να μην είναι ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι WITTR σε σύγκριση με τα εκατέρωθεν άλμπουμ, τουλάχιστον κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, μα αξίζει να ακουστεί ως το αποτύπωμα της μετάβασης από τις κιθάρες στα synth. Από το πιο “καθαρό” στο πιο ατμοσφαιρικό/πειραματικό μπλακ.

 

 

phren

Celestite (Artemisia Records, 2014)

Ήρθε κάποτε η ώρα γι’ αυτήν την παράξενη αγέλη να πάψει να κοιτά ολόγυρα τα δάση, να υψώσει το κεφάλι και να κοιτάξει προς τον ουρανό. Κι ενώ η εξερεύνηση είχε ήδη ξεκινήσει 3 χρόνια πριν με όρους σύνθεσης των παραδοσιακών black και των space στοιχείων, το Celestite σηματοδότησε την ολική εγκατάλειψη όχι μόνο της black αλλά και της κιθαριστικής φόρμας συνολικά. Οι WITTR το είχαν πει καθαρά τότε: το Celestite θα αποτελούσε ένα πείραμα και τη συνέχεια/συμπληρωματική ματιά πάνω στο Celestial Lineage, ένα είδος αδερφικού άλμπουμ. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, όμως, πολλοί metal fan βιάστηκαν να απογοητευτούν, ως και να πανικοβληθούν.

Τα αναλογικά synth που ντύνουν τις, ως επί το πλείστον, μακροσκελείς συνθέσεις χαράζουν μια ευθεία γραμμή με τα ’70s και τη μεγάλη κληρονομιά των Tangerine Dream και των space rock ατενίσεων μάλλον, παρά με την ambient/electronica, σε μια λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της. Τα παραμορφωμένα drone ταυτόχρονα αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση των καταβολών της μπάντας και του γεγονότος ότι, ναι, κάπως, κάπου στο βάθος χτυπάει μια black metal καρδιά. Το Celestite δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ, αλλά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι εμπλουτίζει σημαντικά την προσωπική μυθολογία των WITTR, κι αν το τοποθετήσει κανείς στο σύνολο της δισκογραφίας τους, πιθανόν θα του μοιάζει σαν τη Μεγάλη Κόκκινη Κηλίδα στην επιφάνεια του πλανήτη Δία – η μικρή σε κλίμακα απόκλιση από την κανονικότητα, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο και χαράζεται στο μυαλό του παρατηρητή.

 

 

Antonis Kalamoutsos


Diadem Of 12 Stars

If it were to be said that a demo holds a separate post in each band’s discography – being the result of raw enthusiasm that is set to be processed and refined through the course of years so as to stand as evidence of its creators’ artistic value – then it goes without saying that each band’s first full length release stands as the reference mark for the listener to return to.

In the case of Wolves In The Throne Room, it is Diadem Of 12 Stars that holds that position in such a worthy and distinct manner that perhaps an introduction was poorly needed. A then newcomer in America’s black metal scene, WITTR came out with a clear intent to distinguish themselves from the absolute crudeness that the kind’s homeland, Norway, introduced. The album’s four lengthy compositions “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars” manage, within a total duration of an hour, to mix doom riffs with folk interludes, melodic female vocals with a study on growling, the already established experimentation of band such as Emperor and Enslaved with WITTR’s own compositional quiver. Especially during the, in my opinion, exquisite second half of “Face in a Night Time Mirror”, the excitement created is such that one cannot but foresee the long-lasting presence of the band which has proven to be equally multilayered and evolving.

Viktoria L.

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

The rain that’s pouring down at the beginning of the album seems to be utilizing the fertile ground of the band’s debut. As always, a birth holds an absolute hope regarding that which is to be born. Baring that in mind Two Hunters proves us that the most distinct work of a band needn’t wait many years to come to life. Let us all forget for a second whatever references there may be involved and just enjoy an album that is unintentionally even in every way.

An incredible balance intersects the melodic parts from the raw ones making each composition seem like it’s destined to be incessantly played in another world. However, even though the world of Two Hunters feels so close to heart, it is equally outlandish. It belongs in another land, the land beyond, a eutopia that scares us because it needs a display of courage on our part. This is why we must follow its raw and tough tracks in order to build of the existing destruction just like the closing lyrics of the album suggest…. “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

Black Cascade

For Wolves in the Throne Room, black metal is the ode to the storm and the darkness, that covers the dense forests, next to seas and oceans. Their third album, Black Cascade, is dominated by darkness and claustrophobic atmosphere, in complete aesthetic harmony with the figures depicted on the cover. Even before the music begins, you can hear the sound of pouring rain and so you are entering directly into the devilish and mystical atmosphere of the Wolves. And it begins immediately, the sound burst of simple and raw sounds, stripped of everything that is unnecessary.

Aaron Weaver’s drums are setting the rhythm, the synthesizers invade in the middle of “Wanderer Above the Sea of ​​Fog,” the guitars are giving the necessary intensity, while Nathan Weaver’s voice gives the song a mysterious dimension. You can feel the darkness embracing you, the special touch of WITTR, which gives black metal music the grandiosity it deserves. “Ex Cathedra” reveals that sense of magnificence and dominion, free from arrogance, while “Ahrimanic Trance” starts dynamically and ends in a special way, as if the guitars were fading away gradually, as if they were breaking off. The sensation “Crystal Ammunition” leaves you with, is similar to that of the warmness embracing a cold metal· haunted melodic cries highlighting the beauty of savagery or the wildness of beauty.

Even though it was released after the superior Two Hunters, Black Cascade has its own dark charm.

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage

Although both chronologically and creatively Celestial Lineage finds itself among the two pillars of the band, named Two Hunters and Celestite – something that brought to mind images and visions of the two imposing statues at the borders of Gondor (to those familiar with the Lord of the Rings, the “Argonath”) – and succeeds in luring in its audience. Balancing between the more “commercial” riffs of Two Hunters and the evocative dark ambience that Celestite conjures, this album begins with enticingly eerie female vocals that swoosh you in a hurricane of interchanging black metal and cathartic intermissions, leaving each time a feeling or an image of a receding storm. The essence of all these is captured in “Astral Blood”, maybe the best track in this album, the calm/clean parts of which are simply captivating.

Through the mental timeline on which these albums are pinned, the listener can follow the trace of the creative process of the band. It may be the case that Celestial Lineage is not the best weapon in the WITTR’s inventory, at least according to the writer’s humble opinion, but it’s worth a listen as the footprint of the transition from guitar-dominated sounds to a more synth-endorsing sonic exploration. From norm-abiding black metal to the realms of atmospheric/experimental black metal.

phren

Celestite

There came finally a time for this strange wolf pack to stop wandering in the woods, to raise their heads and gaze at the skies. And while this new exploration had already begun 3 years before this, in terms of combining traditional black metal and space elements, Celestite signaled the detachment from all extreme – and generally guitar oriented – musical forms. WITTR had stated clearly that this album would be just an experiment, a sequel and an addition to Celestial Lineage, as a kind of a sibling. Despite the warnings, black metal purists were disappointed, panicked even.

A detail of great significance is that the analogue synths that dress the lengthy compositions draw a straight line with the ’70s and the great heritage of Tangerine Dream and other space rock observations of that era, rather than with ambient/electronica. At the same time, distorted guitar drones are there to remind the band’s origins and the fact that somehow, somewhere in the deep there’s a black metal heart beating. Celestite is not a truly exceptional album, but it is of great special interest and it enriches the personal mythology of WITTR significantly. And if it is to be appreciated relatively with their entire discography, it looks like that Giant Red Spot in Jupiter’s surface – the short scale divergence from normality that characterises the whole and is being intensively carved in the beholder’s mind.

Antonis Kalamoutsos

 

Werckmeister Harmóniák by Bela Tarr

Η γλυκιά μελαγχολία της κινηματογραφικής Αντίστασης

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι κριτικός κινηματογράφου για να μπορεί να δηλώσει με αίσθημα ασφάλειας ότι το Werckmeister Harmóniák του οραματιστή Ούγγρου δημιουργού Bela Tarr αποτελεί μια σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφική εμπειρία. Δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του, το φιλμ έχει ήδη βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του τρέχοντος αιώνα, θέση την οποία υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατήσει μέχρι αυτός να εκπνεύσει. Εδώ, όμως, δεν μας αφορούν οι λίστες: αν θεωρήσουμε ότι κοινό και κριτικοί δεν πατάνε πάντα στο ίδιο έδαφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι όποιος “απλός” και “ μη-σινεφίλ” γνωρίζω να το είδε, ένιωσε το ίδιο ακριβώς δέος. Ένα δέος που προκύπτει από τον συνδυασμό μιας ύψιστης αισθητικής κινηματογράφησης με μια μοναδική και αντισυμβατική αφηγηματικότητα, που παγιδεύει τον θεατή σε ένα ονειρικά αινιγματικό σύμπαν.

Οι πρώτες και βασικές πληροφορίες για το φιλμ θα αφορούσαν το γεγονός ότι είναι βασισμένο στη νουβέλα The Melancholy of Resistance του Laszlo Krasznahorkai κι ότι αποτελείται από 39 μακράς διάρκειας μονοκάμερα πλάνα. Είναι προφανές ότι ο εχθρός του αργού, σιωπηλού αγγελοπουλικού σινεμά θα νιώσει αμέσως μια πρώτη απέχθεια γι’ αυτήν την πληροφορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού τα 39 αυτά πλάνα του Tarr δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική ανάδειξη της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης και ούτε κατά διάνοια δεν τα επιτάσσει μια κάποια μορφή κουλτούρας. Αντίθετα, σκοπεύουν να σε μετατρέψουν σε σκιά και να σε σύρουν μαζί τους δίπλα στον Janos, βασικό χαρακτήρα της ταινίας (χαμηλόφωνη μα μεγαλειώδης ερμηνεία από τον Lars Rudolph), σε αυτό το ανώνυμο και απομονωμένο από τον χώρο και τον χρόνο ουγγρικό χωριό. Ένα ξεχασμένο μέρος του οποίου η απροσδιόριστη τάξη απειλείται και τελικά ταράσσεται από την επίσης απροσδιόριστη παρουσία ενός ξενόφερτου τσίρκου που έχει ως βασική ατραξιόν το τεράστιο σώμα μιας νεκρής φάλαινας. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω από αυτήν την παράξενη απειλή αποτελούν κι έναν δημιουργικό θρίαμβο της τέχνης της αφήγησης, αφού η τάξη, η ρήξη, η αντίσταση και η εξέγερση της τοπικής κοινωνίας σπανίως απεικονίζονται. Αντίθετα, η ταινία ρέει κυρίως με την υπόνοια και τον αντίκτυπο των γεγονότων. Η υπόνοια αυτή δεν οικοδομεί μόνο ένα μυστηριώδες κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αφήνει όλον τον χώρο στον θεατή να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει αυτά που παρακολουθεί σχεδόν κατά το δοκούν.

Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα το Werckmeister Harmóniák να διαθέτει πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ταινία συγκροτεί μια “πολιτική αλληγορία-σχόλιο στην κομμουνιστική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’ κι εκεί εστιάζει η κριτική ανάλυση. Ναι, είναι προφανές, το έργο του Tarr είναι όμως πολύ πιο πολυπρισματικό και θα αδικηθεί αν δεν θεαθεί κι από άλλες οπτικές. Το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι σημαντικό φυσικά, αν και ο Tarr δεν παίρνει θέση ή έστω δεν παίρνει τη θέση που θα περίμενε κανείς… Ο φιλοσοφικός στοχασμός του φιλμ είναι, θεωρώ, πολύ πιο ευρύς τελικά, ένας στοχασμός που στρέφεται ταυτόχρονα στα ψηλά και στα χαμηλά με τον ίδιο σεβασμό. Στοχασμός που αφορά τον Θεό αλλά και την πεσιμιστική μονοτονία της καθημερινότητας, τον φόβο του αγνώστου αλλά και την ανθρώπινη ατολμία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων, την απανθρωπιά και τη μαζοποίηση αλλά και τη γλύκα του ονείρου, τον έμφυτο θαυμασμό προς το νέο, την αέναη αντίσταση. Ο κόσμος του Werckmeister Harmóniák είναι εξίσου νατουραλιστικός και ονειρικός, δημιουργώντας τελικά έναν παχύ ιστό, από τον οποίο, εθισμένος, δεν μπορείς αλλά και δεν θέλεις να δραπετεύσεις. Το τελικό μήνυμα της ταινίας –αν φυσικά υφίσταται κάτι τέτοιο– κρύβεται κατά την άποψή μου σε δύο σκηνές, χωρίς spoiler: στο ηλιακό σύστημα της εναρκτήριας σκηνής και στον υπερφυσικό μονόλογο του δευτεραγωνιστή, όπου αναλύεται η θεωρία του μουσικού θεωρητικού του μπαρόκ Andreas Werckmeister. Η αμφισβήτησή της και το αίτημα για ανασκευή της οριοθετεί τελικά την κύρια αξίωση του φιλμ: Το ότι η υπάρχουσα και καθιερωμένη κοσμοθεωρία μας είναι λάθος, ότι πρέπει να την ξαναφτιάξουμε κι ότι μέσα σε αυτήν τη χιλιοτσαλακωμένη κι ελαττωματική μας ύπαρξη φωλιάζει ζεστά το Μεγάλο και το Υψηλό.

Δεν θα μπορούσα τελικά να απαντήσω αν το Werckmeister Harmóniák συγκροτεί ένα λυρικό όνειρο ή έναν ζωντανό εφιάλτη. Υπάρχει αλήθεια και στα δύο, αλήθεια απόλυτη σαν το άσπρο και το μαύρο του φιλμ. Είναι όμως μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική. Με απόλυτο συνένοχο την εκπληκτική μινιμαλιστική μουσική του Mihaly Vig, ανεβαίνουμε κι εμείς, κουρασμένοι αλλά με ελπίδα, το απότομο στριφογυριστό μονοπάτι πλάι στον Janos, διψώντας να τρομοκρατηθούμε με κάθε Αλλαγή. Οι στροφές δεν ξέρεις ποτέ τι θα αποκαλύψουν, μάτια και ψυχή πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να μας ζεστάνει λίγο περισσότερο αυτός ο γέρος ήλιος και να νιώσουμε την ανάταση του να είσαι μικρός ή τη μελαγχολία του να είσαι μεγάλος.

Το Werckmeister Harmóniák ζητά την ψυχή σου για να σ’ την επιστρέψει πλουσιότερη, αν το τολμάς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Else Marie Pade – Iannis Xenakis

Στην εποχή της σύγχυσης που ζούμε, δεν θα μπορούσε να μην ισχύει και για τους καλλιτέχνες και δημιουργούς το ό,τι δηλώσεις είσαι, αντί του να δηλώνεις ό,τι είσαι. Όλ@ ανεβαίνουν σε ένα αόρατο βάθρο για να δηλώσουν αφενός ότι είναι πολιτικά σκεπτόμενα άτομα ενώ απέχουν από την πολιτική δράση και αφετέρου ότι είναι κοινωνικά ευαίσθητα, χωρίς να επεμβαίνουν κοινωνικά κάπου. Στη μόδα επανέρχονται συνεχώς οι ταμπέλες, όχι ως στοιχείο που οφείλουμε να ξεπεράσουμε ώστε να μιλήσουμε μια κοινή γλώσσα αλλά ως παράσημα ενός αόρατου πολέμου που μάλιστα σημειώνει κερδοφόρες μάχες. Μην τον ενοχλείτε αυτόν τον κόσμο, εξάλλου ούτε αυτός ενοχλεί αυτό που ζούμε.

Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Πέρα ακόμη και από το φαινόμενο της στρατευμένης τέχνης, έντονο σε προηγούμενες δεκαετίες, το οποίο έφτασε νωρίς στα όριά του και χωρά εξάλλου αρκετό προβληματισμό ως ζήτημα, έχουμε παραδείγματα ανθρώπων που πολέμησαν πραγματικά για έναν διαφορετικό κόσμο που είχαν στις καρδιές τους. Το ενδιαφέρον στοιχείο στα δύο παραδείγματα που θα αναφέρουμε, πέραν της σημαντικότητάς τους, είναι ο χώρος από τον οποίο προήλθαν μουσικά και στιγμάτισαν με το έργο τους στη συνέχεια. Δεν πρόκειται για κάποιον χώρο που θεωρείται (ή θεωρούταν για την ακρίβεια) κατεξοχήν επαναστατικός, αλλά για τη σύγχρονη πειραματική μουσική που για τον περισσότερο κόσμο θεωρείται ακαδημαϊκή και απολίτικη, πεποίθηση που και οι ίδιοι οι φορείς της προωθούν συνειδητά ή μη σήμερα. Κλείνοντας την εισαγωγή να σημειωθεί ότι δεν θα καταπιαστούμε με το συνολικό έργο τους, αλλά θα εστιάσουμε στην πολιτική τους δράση που καθόρισε τη σκέψη τους και την πορεία τους, χωρίς να αποτελέσει απλώς τις δάφνες ενός επαναστατικού παρελθόντος.

Η Else Marie Pade, πριν γίνει το πρώτο άτομο στη Δανία που ασχολήθηκε με την ηλεκτρονική μουσική και μία από τις κρυφές πρωτοπόρους του είδους, είχε πάρει μέρος στην αντίσταση εναντίον των Ναζί. Πιτσιρίκα ακόμη, έφτυσε ένα απόσπασμα Γερμανών που παρέλαυνε στο Aarhus, τον τόπο καταγωγής της, και κατάφερε να ξεφύγει καταδιωκόμενη από αυτούς στα στενά της πόλης. Το 1943 εντάσσεται σε μια γυναικεία αντιστασιακή ομάδα που είχε ως σκοπό τη διανομή παράνομου υλικού. Στη συνέχεια, εκπαιδεύτηκε στα όπλα και στα εκρηκτικά, ώστε σε περίπτωση αγγλικής επέμβασης αυτή και η ομάδα της να σαμποτάρουν τις γραμμές τηλεπικοινωνίας του κατακτητή. Τους πρόλαβε η επέμβαση στη Νορμανδία, και στα είκοσί της συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο καθώς παρακολουθούσε κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων από μια οροφή ενός κτιρίου. Λόγω του εγκλεισμού της κλονίζεται η υγεία της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί στη συνέχεια της ζωής της να συνεχίσει το πιάνο, αλλά να αφοσιωθεί στην πρώιμη ηλεκτρονική μουσική. Ως έγκλειστη, συνθέτει το πρώτο της κομμάτι καθώς βλέπει ένα άστρο να φωτίζει από το παράθυρο του κελιού της, το οποίο καταγράφει με κομμάτι της αλυσίδας της στον τοίχο. Δυστυχώς, το “You and I and The Stars” είναι δυσεύρετο για να πάρουμε μια γεύση από αυτό, αλλά υπάρχει μια άλλη σύνθεση που αναφέρεται σε έναν άλλο πόλεμο και είναι διαθέσιμη. Λέγεται “Se Det I Øjnene”, κυκλοφόρησε το 1970 και λογοκρίθηκε, γιατί, γραμμένο ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, έλεγε στους στίχους του “Ο Χίτλερ είναι ζωντανός, ζει μέσα στον Νίξον”.

 

 

Ο Γιάννης Ξενάκης ήταν τυχερός να κερδίσει την αναγνώριση εν ζωή ως ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της σύγχρονης κλασικής και πειραματικής μουσικής, αλλά ήταν ακόμη πιο τυχερός να ζήσει μετά από οβίδα των Άγγλων που σχεδόν τον πέτυχε στα Δεκεμβριανά το 1944 στα Εξάρχεια όντας στρατιώτης του ΕΛΑΣ και τον άφησε τυφλό από το ένα μάτι και παραμορφωμένο! Πριν από αυτό το γεγονός, είχε πολεμήσει στο μέτωπο της Αλβανίας, μετά ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και πρόεδρός της στο Πολυτεχνείο και ενεργό μέλος της Αντίστασης.

Το 1947, λόγω της σκλήρυνσης του δεξιού καθεστώτος απέναντι στην Αριστερά, αναγκάζεται να φύγει για Ιταλία και έπειτα να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Το γεγονός αυτό τον σημαδεύει, μιας και θεωρεί ότι όφειλε πολλά στον κόσμο που άφησε πίσω του αγωνιζόμενο, φυλακισμένο και βασανισμένο. Αυτό ήταν και η κινητήριά του δύναμη για να δημιουργήσει κάτι που να έχει σημασία και να μείνει στην ιστορία. Μετέπειτα, ο ίδιος κατέκρινε τον σταλινισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και έφτασε το 1974 να αμνηστευθεί από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς εκκρεμούσαν βαριές ποινές στο όνομά του λόγω της πολιτικής του δράσης.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Συνέντευξη Hail Spirit Noir

Μετά από τρία εξαιρετικά album, ήρθε επιτέλους η ώρα για τους Θεσσαλονικείς Hail Spirit Noir να σαλπάρουν για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, με πιο αξιοσημείωτο σταθμό της τη συμμετοχή τους στο Roadburn festival. Επίσημη έναρξη του tour αποτελεί το πρώτο τους headline live στην Αθήνα στις 20 Απριλίου, όπου το psychoprog black metal τους θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ανάμεσα σε βαλίτσες, πρόβες κι ετοιμασίες, ο Θεοχάρης βρήκε τον χρόνο για μια κουβέντα με το Against the Silence, κουβέντα που πρόλαβε να πάει στον Ηράκλειτο, τους Death SS και τα didgeridoo… Μην τολμήσετε να τους χάσετε!

Σας καλωσορίζουμε στο ats. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της πρώτης σας ευρωπαϊκής περιοδείας, δεν μπορώ παρά να ρωτήσω πώς αισθάνεται η μπάντα για το γεγονός.

Εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αγχωμένοι, αλλά πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Από την πρώτη μπάντα που έπαιξε ποτέ ο καθένας μας μέχρι και τώρα, μια περιοδεία είναι ένας από τους στόχους. Ήρθε η ώρα να τον πραγματοποιήσουμε!

Φαίνεται ότι έπειτα από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue έχετε επενδύσει αρκετά στο live κομμάτι. Ήταν για εσάς περισσότερο εσωτερική παρόρμηση ή μια απόφαση “στρατηγική’’ όσον αφορά το promotion της δουλειάς σας;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, να σου πω την αλήθεια. Live θέλαμε να κάνουμε από τότε που κυκλοφόρησε το Πνεύμα, αλλά το θέμα είναι ότι οι υποχρεώσεις τότε δεν μας επέτρεπαν ούτε να το σκεφτούμε. Στους Μάγους κάναμε πάλι μια προσπάθεια η οποία δεν ευδοκίμησε, αλλά όταν πλέον το πήραμε και απόφαση ότι αν θέλουμε η μπάντα να εξελιχθεί θα πρέπει οπωσδήποτε έστω και περιστασιακά να κάνουμε κάποιο live, βρήκαμε και τα κατάλληλα άτομα. Με τον Σάκη Μπαντή (Horizon’s End, Uthull), Cons Marg (Until Rain, Dustynation,) και Φοίβο (Agnes Vein, Katavasia, Freefall), θεωρώ ότι το live κομμάτι της μπάντας έδεσε και πλέον αποδίδουμε το υλικό μας επί σκηνής όπως του αξίζει. Και φυσικά τα live βοήθησαν σημαντικά να ακουστούν περισσότερο οι HSN. Άρα η απάντηση είναι τελικά και το ένα και το άλλο, χεχ.

Το δεύτερο live του tour σας είναι στο λατρεμένο Roadburn festival. Με δεδομένο τον εκλεκτικισμό του συγκεκριμένου festival, η συμμετοχή σας σε αυτό αποτελεί για εσάς περισσότερο μια δικαίωση ή μια καλή ευκαιρία να συστήσετε τη μουσική σας και σε ένα σχετικά ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κόσμο που ίσως δεν θα μας έδινε και τόση προσοχή υπό άλλες συνθήκες. Αν υπολογίσουμε ότι είμαστε και το πρώτο ελληνικό group που εμφανίζεται σε ένα τόσο καταξιωμένο φεστιβάλ, νομίζω είναι και τιμητικό το λιγότερο, και θα φροντίσουμε να το εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δικαίωση, ίσως περισσότερο αποτέλεσμα της δουλειάς που καταβάλλουμε και το πόσο σοβαρά παίρνουμε τους Noir οι ίδιοι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αποτελεί τιμή μας και μόνο για το πόσο αυστηρό είναι στην επιλογή των μπαντών που παίζουν… Σε ένα τέτοιο φεστιβάλ, που κοινό από όλον τον κόσμο το βάζει στο πρόγραμμά του να το παρακολουθήσει, είναι μια τεράστια ευκαιρία για εμάς να αγγίξουμε και άλλους. Επίσης είναι και μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία να δούμε μπάντες που υπό άλλες συνθήκες να μην τις βλέπαμε, χεχ!

Η live φιλοσοφία σας είναι να αποδίδεται το υλικό με πιστότητα ή να διαφοροποιείται επί σκηνής; Υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Τα κομμάτια δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια. Προβάροντας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μέρη που αυτοσχεδιάζοντας γίνονταν ακόμα πιο Noir, αν καταλαβαίνεις πώς το εννοώ, και βοηθούσαν κι εμάς τους ίδιους να μπούμε στο πετσί τους εντονότερα. Δίνει μια άλλη διάσταση στα live μας και κρατάει και το δικό μας ενδιαφέρον ζωντανό. Βοηθάει και το γεγονός ότι ο Χάρης, ο Demian κι εγώ παίζουμε μαζί τόσα χρόνια, από τους Bizarre ακόμα, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το τι θα κάνει ο καθένας μας. Νομίζω και για το κοινό από κάτω έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν ξεχειλώνουμε τα κομμάτια, μη φανταστείς, απλά όπου μας παίρνει βάζουμε και μια έκπληξη.

Κάνω μια λογική σκέψη: με το υλικό του επόμενου άλμπουμ να μην είναι, φαντάζομαι, ολοκληρωμένο, θα μπορούσε η συσσωρευμένη ενέργεια των live εμπειριών να συν-δημιουργήσει το μελλοντικό υλικό. Να συντελέσει δηλαδή στη δημιουργία περισσότερο επιθετικών ή πιασάρικων τραγουδιών ή ό,τι άλλο η μπάντα θεωρήσει ότι ήταν “πετυχημένο’’ επί σκηνής. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό; Μπορούν να επηρεάσουν οι fan την όποια μελλοντική σας κατεύθυνση;

Είναι πολύ νωρίς να σου πω το οτιδήποτε για το επόμενο album. Σίγουρα η εμπειρία των live κάπως θα επηρεάσει τη σύνθεση, αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο συνειδητό. Δεν λειτουργούμε έτσι, ειδικά ο Χάρης που είναι και ο βασικός συνθέτης. Για να μη λέμε και ψέματα, όλοι όσοι γράφουν μουσική θέλουν το υλικό τους να έχει απήχηση. Η σύνθεση έχει και λίγο την ικανοποίηση του εγωισμού του καθένα. Οπότε στο πίσω μέρος του μυαλού μας κάπου θα υπάρχει κι αυτό το δημιουργικό άγχος. Όμως δεν νομίζω ότι θα είναι καθοριστικός παράγοντας, όπως δεν υπήρξε και μέχρι τώρα.

Το “κρίσιμο’’ τρίτο album πέρασε. Θεωρείς ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής σας έχουν παγιωθεί ή υπάρχει χώρος για ριζικές διαφοροποιήσεις;

Θέλω να πιστεύω ότι πλέον έχουμε μια δικιά μας ταυτότητα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πούμε ότι «Τέλος. Αυτό ήταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα κινούμαστε πλέον». Νομίζω ότι ο πειραματισμός είναι κομμάτι του χαρακτήρα των HSN και αν λείψει, θα είναι φανερά αισθητό. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι ριζικές οι αλλαγές. Στην πραγματικότητα μπορεί στο τέλος να είναι και ελάχιστες. Γνωρίζοντάς μας, όμως, πιστεύω ότι, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το 4ο album, θα είναι όπως και τα 3 προηγούμενα, ξεχωριστό.

Προσωπικά θαυμάζω τον τρόπο που η μουσική σας πατάει ισομερώς σε δύο κόσμους, του psych και του black metal. H κριτική παγκοσμίως συχνά σας βαφτίζει τελικά prog. Αν και τελικά οι ορισμοί μοιάζουν ανούσιοι, αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η πρωταρχική πηγή της έμπνευσής σας; Θα στοιχημάτιζα στο black, αλλά ίσως να κάνω 100% λάθος.

Όταν ξεκίνησε ο Χάρης να κάνει τα πρώτα demo για τα κομμάτια που κατέληξαν να είναι το Πνεύμα, δεν υπήρχε σαφές πλάνο. Ξεκίνησε σαν συγκερασμός των Goblin, του prog rock των 70’s, σε συνδυασμό με την ψυχεδέλεια και το Black metal. Οπότε διάλεξε, είσαι ή 50% σωστός ή 50% λάθος, χεχ. Το prog νομίζω έμεινε λόγω του ότι ο συνδυασμός όλων αυτών παρέπεμπε στην ελευθερία που υπήρχε τότε στην ταυτόχρονη χρήση πολλών ειδών. Ή απλά γιατί είναι πιο εύκολο.

Έχοντας λιώσει τα album σας, έχω κάνει κάποιες διαισθητικές συνδέσεις. Θα ήθελα να μου πείτε αν όντως υπάρχει σύνδεση με τα παρακάτω ή αν απλώς τα φαντάζομαι. Πρώτον: στιχουργικά το εωσφορικό πνεύμα είναι ζωντανό, κατά τη γνώμη μου στην παράδοση των Milton και Blake, αποσκοπώντας στην αντιστροφή της συμβατικής ανθρώπινης σκέψης. Όλο αυτό μου μοιάζει τελικά αρκετά φιλοσοφικό, αρχαιοελληνικά φιλοσοφικό. Υπάρχει λοιπόν μια καλλιτεχνική σύνδεση με Πλάτωνα, Πυθαγόρα και Ηράκλειτο;

Υπάρχει στον βαθμό της αντισυμβατικότητας. Το Εωσφορικό πνεύμα που αναφέρεις είναι αυτό του Ανταγωνιστή, και ναι, είναι παρών στους στίχους και στη γενικότερη θεώρηση των Noir. Για την ακρίβεια, είναι το Spirit Noir. Αλλά το πώς το εννοούμε είναι κάτι πιο προσωπικό για τον κάθε έναν από μας. Από τους 3 αρχαίους που ανέφερες, νομίζω ότι το πνεύμα του Διαβόλου είναι πιο κοντά στον Ηράκλειτο, κυρίως για τον τρόπο της γραφής του. Παρότι ήταν γεμάτος λεπτομέρειες και επεξεργασμένος, κατάφερνε να είναι σαν γρίφος νοηματικά, σχεδόν απόκρυφος. Επίσης, διαβάζοντας το έργο του, αυτήν την έννοια της συνεχούς αλλαγής την αντιλαμβάνομαι σαν το Χάος στο οποίο πολλά βιβλία αποκρυφισμού αναφέρονται. Είναι ίσως μια πολύ πρωταρχική γνωριμία, αλλά ταυτόχρονα πάρα πολύ ιδιαίτερη.

Δεύτερον: Ιταλία, ιταλικές horror ταινίες στο πνεύμα του Dario Argento και πρωτόλειες black μπάντες τύπου Mortuary Drape.

Έμπνευση το λιγότερο τόσο σε θέματα αισθητικής όσο και μουσικής. Με τους Mortuary Drape η σύνδεση είναι λιγότερη από ό,τι της παράνοιας των Death SS. Η σύνδεση με τους Noir δεν είναι τόσο έντονη.

Η λατέρνα ψάρωσε πολύ κόσμο. Θα ψάχνετε πάντα για τέτοια απρόσμενα στοιχεία ή αυτό βασίζεται καθαρά στην έμπνευση της στιγμής;

Αναμενόμενο, καθώς σε πάρα πολλούς είναι ένα εντελώς άγνωστο όργανο. Ακόμα κι εδώ που την ξέρουμε, δεν νομίζω κανένας να το περίμενε να την ακούσει. Προσπαθούμε πάντα να έχουμε όσο το δυνατόν γίνεται πλούσια ενορχήστρωση. Συνήθως έχει να κάνει με την έμπνευση της στιγμής, γιατί τη λατέρνα πχ, δεν είναι και πολύ εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις. Ή το didgeridoo. Από τη στιγμή που θα καρφωθεί η ιδέα, θέλει αρκετή δουλειά μέχρι να τη θεωρήσουμε τελειοποιημένη. Κάτι θα μας έρθει και πάλι για το επόμενο φαντάζομαι, χωρίς όμως να είναι αυτοσκοπός.

Έχει περάσει 1,5 περίπου χρόνος από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue. Έχετε κάνει μια πρώτη αποτίμηση του album ή είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν σχέδια για τον διάδοχό του;

Θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ μας κι αυτό το πιστεύαμε εξ αρχής. Θα μου πεις, για κάθε πρόσφατη κυκλοφορία όλοι αυτό λένε. Όμως και λόγω των live είναι αυτό που μας έφερε και πιο κοντά στον κόσμο, κάτι το οποίο από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Πέρασε ο καιρός όντως. Ιδέες υπάρχουν, αλλά θα επικεντρωθούμε στο τέλος της περιοδείας και μετά από τα show που έχουμε ακόμα, όπως αυτό στο Horns Up στα Τρίκαλα και στο MetalGate Czech Death Fest στην Τσεχία, θα επικεντρωθούμε σε αυτό.

– Θεοχάρη, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτήν την κουβέντα και να ευχηθώ ολόψυχα ό,τι καλύτερο για την περιοδεία και ό,τι θα την ακολουθήσει.

Εμείς σ’ευχαριστούμε για την ενασχόλησή σου και την υποστήριξη. Ελπίζουμε να δούμε τους αναγνώστες σας στο live της Αθήνας στις 20/4. Θα τα ξαναπούμε στο μέλλον. Μέχρι τότε, το Σκοτεινό Πνεύμα σάς χαιρετά.

 

* Οι HSN θα εμφανιστούν την Παρασκευή 20.4 στο Temple μαζί με τους Mock the Mankind και Spineless. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας στο τελευταίο τους άλμπουμ. (view)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Prologue to history… Matterhorn/A Perfect Circle/ATME/The Mystery Of The Bulgarian Voices

Τον καταποντισμό νεοφερθέντων μουσικών κυκλοφοριών δεν μπορείς να τον αποφύγεις. Δεν υπάρχουν γωνιές να κρυφτείς, αδιάβροχα να προφυλαχτείς ή να τρέξεις μακριά. Άλλωστε για αυτό δεν είμαστε εδώ; Να βουτηχτούμε στα μέσα τους, να γίνουμε ένα, να τις αγαπήσουμε ή να τις αρνηθούμε;

Το ότι το 2018 είναι εδώ είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Τα καινούρια album που πέφτουν καταιγιστικά δίπλα μας μπορεί να μας χτυπήσουν κατακέφαλα αλλά μπορεί και μέσα στη θολούρα να περάσουν από δίπλα μας σαν σίφουνας, να μας προσπεράσουν θα έλεγα καλύτερα. (Η δεύτερη περίπτωση με στεναχωρεί πάντα.)

Στην ενότητα αυτή θα παρουσιάσω 4 διαφορετικά σχήματα από 4 διαφορετικές χώρες που έκαναν την είσοδό τους πριν λίγες μέρες με 2 ήδη τραγούδια/κομμάτια και που είναι ο προπομπός επερχόμενου ολοκληρωμένου album. Και στις 4 περιπτώσεις ξεπερνάμε το επίπεδο “πολλά υποσχόμενοι”, μιας και κατά τη γνώμη μου και το εσωτερικό μου κριτήριο θα τραβήξουν την προσοχή, θα παιχτούν και θα μπουν σε δισκοθήκες.

 

Το Matterhorn δεν είχα ιδέα ότι είναι ίσως από τις πιο εντυπωσιακές και επιβλητικές βουνοκορφές των Άλπεων. Καταλαμβάνει έκταση από την Ελβετία μέχρι και την Ιταλία. Είναι μια φανερή πλέον αγάπη του Νορβηγού μουσικού Tommy Sebastian Halseth. Έτσι ονομάζει το καινούριο του project Matterhorn. Μακριά πια από τη metal σκηνή (χωρίς βέβαια να την έχει απαρνηθεί κιόλας), ετοιμάζει κάτι νέο. Ήδη κυκλοφορεί το Aorta και Aorta pr2. Στο Aorta έχουμε ένα υπέροχο κομμάτι 8 λεπτών με καθαρά (φυσικά) dreamy φωνητικά και πολύ όμορφα lyrics.

Μια ματιά στους συντελεστές. Τorstein Parelius και Tommy Sebastian Halseth: lyrics / Tommy Sebastian Halseth: music & vocals / Rhys Marsh: all instruments & production featuring the Matterhorn choir. Τον Rhys Marsh τον έχω συνατήσει μουσικά πολλά χρόνια τώρα με προσωπικές του δουλειές, συνεργασίες, μπάντες, project συν ότι έχει και το Autumnsongs Recording Studio όπου εκεί έγινε και η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering του άλμπουμ Matterhorn. Τι θα ακούσεις; Ατμοσφαιρικό προοδευτικό ροκ με μια τάση εναλλακτικής διαδρομής. Στο Aorta pt2 θα ακούσεις το ίδιο κομμάτι με μικρές αλλαγές. Η διαφορά πέφτει στον χρόνο, που ακουμπά τα 5 λεπτά. Θα έλεγα ότι είναι πιο ατμοσφαιρικό. Εκπληκτικό video, φωνητικά με ηχώ και ένα κιθαριστικό σόλο που με σακάτεψε. Εδώ αλλάζουν λιγάκι οι συντελεστές και έχουμε: Torstein Parelius και Tommy Sebastian Halseth: lyrics / Tommy Sebastian Halseth: music & vocals / Rhys Marsh: Guitars / Tor Helge Skei: Production, loops και samples.

Οι μελωδίες θα σε πιάσουν από την αρχή. Είναι από αυτές που μπορείς να θυμάσαι. Τώρα όσο για τον τίτλο του άλμπουμ δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα, παρόλο που προσπάθησα να του αποσπάσω πληροφορίες του Tommy, εκείνος δεν “λύγισε” και μου είπε γελώντας: “Είναι μυστικό”. Περιμένω με ανυπομονησία την επίσημη κυκλοφορία, που δεν είναι ακόμα εξακριβωμένο πότε θα γίνει.

 

Η περίπτωση της εξάλειψης της γκρίνιας δεν παίζει πουθενά; Ήμαρτον δηλαδή. Το φαινόμενο της παγκόσμιας τρέλας, της εξάρτησης και του παραλογισμού έχουν φτάσει να δίνουν ένα kick περισσότερο στη διασημότητα μιας μπάντας από ό,τι το εν λόγω δισκογραφικό υλικό, right? Τον Νοέμβριο που μας πέρασε έκανε εντυπωσιακή είσοδο το The Doomed σαν πρώτο single και οι Αμερικανοί A Perfect Circle ήρθαν να αναστατώσουν τα ήσυχα νερά των οπαδών τους, καλά κοιμόντουσαν! (χαχαχαχα!) Απολαμβάνω τις περιπτώσεις φανατισμού και ενδελεχούς πνευματικού κολλήματος, που ουσιαστικά χωρίς λόγο πυροδοτεί ανεξέλεγκτες internet-ικές καταστάσεις. Περισσότερα post και ιστορίες θα δεις γραμμένες εκεί για τους Tool παρά για τους APC. Oι κόντρες να έρχονται βροχή και οι συγκρίσεις για το ποιο άλμπουμ υπερέχει ή υστερεί να μην έχουν τελειωμό. Το άκουσα το The Doomed πάρα πολλές φορές και αυτές όχι για να πεισθώ, απλώς μου άρεσε, ρε φίλε, πολύ. Τι σημασία έχει αν δεν μοιάζει, δεν θυμίζει ή ξεφεύγει. Δεν θέλω να μοιάζει και να θυμίζει. Θέλω να είναι φρέσκο, διαφορετικό και ιδιόμορφο. Θέλω να κουβαλάει όλη τη ζούρλα του Maynard με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ξεκίνησαν 18 χρόνια πριν και τα 14 περιμένουμε για άλμπουμ. Ε και; λέω εγώ. Ας είναι. Τότε θέλουν, τότε μπορούν και τότε γουστάρουν στην τελική. Δεν θέλω να κολυμπάω στα ίδια νερά όλη την ώρα, και ας υπάρχουν οι ειδήμονες (φοβεροί και τρομεροί πάντα όμως!) που κατηγορούν το καινούριο single άνευ έμπνευσης ή τη μουσική επίπεδη και ξέρω εγώ τι άλλο. Κάντε μας τη χάρη και ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.

1η Ιανουαρίου σκάει και το “Disillusioned” που τα σπάει κυριολεκτικά. “Dopamine”… ό,τι χρειαζόμαστε. Και από μουσικής πλευράς και από στίχους. Το κομμάτι έχει μελωδίες σκοτεινές και μελαγχολικές, αναπνέει. Τα φωνητικά είναι αυτά που πρέπει, με έκφραση και δυναμικές. Πολύ έντονες πιανιστικές γραμμές. Το ηλεκτρονικό στοιχείο είναι διάχυτο υποστηρίζοντας για άλλη μια φορά την εναλλακτική πλευρά της μπάντας. Περισσότερο rock και λιγότερο metal συν art hard rock και έχουμε το καινούριο πολυπόθητο δημιούργημα των APC. Δεν έχουν ανακοινώσει κάτι συγκεκριμένο για την επικείμενη κυκλοφορία, αλλά στο φλου κάπου στα μέσα του χρόνου θα κυκλοφορήσει το full studio album. Μέχρι στιγμής θα κυκλοφορήσει Limited-Edition Dual Groove The Doomed/Disillusioned 10” Vinyl. Στην αγορά 9 Μαρτίου 2018. Sit back and relax, φίλοι. Απολαύστε ό,τι σας δίνεται.

atme,againstthesilence.com

ATME… Ο δρόμος θα με βγάλει άλλη μια φορά στην Πολωνία. Τη χώρα με τις άπειρες μουσικές εκπλήξεις. Φυτώριο. Έφτασαν, λοιπόν, στα αυτάκια μου δύο κομμάτια. Τα “Trickster” και “(Un)cut Thoughts”. Κομματάρες και τα δύο. Το άλμπουμ ονομάζεται State Of Necessity και, ενώ έχει ηχογραφηθεί, έχουν βγει και κομμάτια στην κυκλοφορία, η επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ αναμένεται… όπου να ’ναι. Ένα self released debut album και οι υποσχέσεις για κάτι άκρως ελπιδοφόρο και εντυπωσιακό στέκονται στην πόρτα και περιμένουν να τους ανοίξεις. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δυναμισμό, σαφώς προοδευτικό ήχο. Ξεκάθαρα όργανα και η ηχογράφηση εκπληκτική. Ιδιαιτερότητα σημειώνεται στα φωνητικά του Luke Pawełoszek. Οk, ξέρω πως πολλοί ίσως να συγκρίνετε τα φωνητικά του αλλά και γενικότερα το στιλ της μουσικής και το ύφος των συνθέσεών τους με αυτή των Tool. Αν σας αρέσει, ακούστε αυτά τα 2 κομμάτια και απλώς ευχαριστηθείτε τα, αποφεύγοντας τις συγκρίσεις. Τα έχουμε πει αυτά. Σε μια δήλωσή τους στην προσωπική τους σελίδα στο fb γράφουν: “Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι το πρώτο μας LP, State Of Necessity, βρίσκεται τελικά στα χέρια μας! Ξέρουμε ότι περιμένατε για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά, όπως και εμείς, πρέπει να πιστέψετε ότι αξίζει τον κόπο. Για εμάς ήταν μακρύς ο δρόμος, γεμάτος από κύματα απροσδόκητων γεγονότων και προκλήσεων, μήνες που πέρασαν να δουλεύουμε το υλικό στην αίθουσα πρόβας και στο στούντιο, ώρες αδράνειας μπροστά στον υπολογιστή και πλήθος τηλεφώνων. Αυτή η εμπειρία μάς δίδαξε πολλά για τη δημιουργία και τη σύνθεση, αλλά και για τον εαυτό μας και γι’ αυτό πιστεύουμε ότι με την απελευθέρωση αυτού του άλμπουμ ανοίγουμε ένα νέο και σπουδαίο κεφάλαιο για τη μουσική μας. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους εσάς που δεν μας αφήσατε να απομακρυνθούμε από αυτό το μονοπάτι, τις οικογένειές μας, τους φίλους και μούσες μας και ειδικά εκείνους που υποστήριξαν το έργο μας. Σύντομα το State Of Necessity θα βρεθεί στα σπίτια σας στην πρώτη θέση”.

Αυτά τα λίγα προς το παρόν και αναμένουμε. Ενδιαφέρουσες καταστάσεις λαμβάνουν μέρος στις ανιαρές χειμωνιάτικες νύχτες μου.

 

Όταν τα ηνία τα χειρίζεται η Prophecy τότε δεν έχεις κανένα δικαίωμα όχι να αντιδράσεις αλλά ούτε καν να σκεφτείς: “Χμμμ, λες να αξίζει; Να το ακούσω; Τι να είναι;” Απαγορεύεται. Αποδεδειγμένα πια πατάμε play χωρίς ενδοιασμούς και αφηνόμαστε στα λεπτά που θα ακολουθήσουν. Οι The Mystery Of The Bulgarian Voices είναι πραγματικά η εξαιρετική, θαυμάσια και απίθανη μουσική ιστορία που φυτρώνει στα χώματα της Βουλγαρίας. Έχοντας μια ιστορία 60 χρόνων, χρωματίζουν με τις υπέροχες φωνές τους τη λαογραφία και τον πολιτισμό κατ’ επέκταση της χώρας. Η 4AD απλώς έβαλε το χεράκι της με την επανακυκλοφορία του Le Mystère des Voix Bulgares και που οι ηχογραφήσεις χρονολογούνται από το 1957, (άλλες πηγές μού δίνουν το 1952) για να γίνουν πιο γνωστές (οι βουλγάρικες φωνές) στο ευρύ κοινό. Πατώντας πάνω στην παράδοση και δίνοντας πολλές φορές μεταμοντέρνα στοιχεία, οι The Mystery Of The Bulgarian Voices μάς θυμίζουν πως η φωνή είναι το πιο ισχυρό, πολύπλευρο και ευέλικτο όργανο που δημιουργήθηκε ποτέ. Οι παραστάσεις του συγκροτήματος παρέχουν μια από τις πιο μοναδικές και συναρπαστικές εμπειρίες στη μουσική. Έχουν συνεργαστεί με αρκετούς μουσικούς, και κάποιοι μεταξύ των Kate Bush και VAST έχουν δανειστεί samples.

Τι έχουμε όμως σήμερα εδώ; Έχουμε το “Pora Sotunda” και είναι το πρώτο single-κυκλοφορία της Χορωδίας μετά από πάρα πολλά χρόνια. Αυτό όμως που ίσως να ξέφυγε σε πολλούς -αφού κυκλοφόρησε στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς- είναι η παρουσία της Lisa Gerrard (Dead Can Dance) μέσα σε αυτό. Η Θεά, το πλάσμα το μαγικό, το χαρισματικό, η Αγγελική φωνή, αυτή η υπόσταση που αιωρείται μεταξύ Γης και Ουρανού… Η ΦΩΝΗ λοιπόν μέσα στις άλλες υπέροχες φωνές. Αυτό που βγαίνει είναι απλώς συγκλονιστικό. Μπορείς να δεις και μια και δυο και χίλιες φορές το video του “Pora Sotunda”, που υπάρχει ήδη στο y-tube. Αριστούργημα. Η ίδια σε συνέντευξή της δηλώνει μαγεμένη και σχεδόν εκστασιασμένη, λέει, για τη γυναικεία χορωδία. “Αυτό είναι, αυτή είναι η κορυφή, δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από αυτό”.

Η άλλη πλευρά έχει το κομμάτι “Ganka”, το οποίο είναι εξίσου υπέροχο. Η αρμονία που σχετίζεται με κοινούς τόνους. Οι παράλληλες φωνές, όπου οι τραγουδίστριες επιλέγονται από τα χωριά της χώρας για την ομορφιά και την έκταση των -a cappella- φωνών τους. Οι επιρροές έρχονται από τα βάθη του χρόνου, από τη θρακική, βουλγαρική, οθωμανική και βυζαντινή ιστορία της Βουλγαρίας.

Το single κυκλοφορεί σε limited edition 7″ vinyl format μόνο (αν και νομίζω πως δεν υπάρχει πια ούτε κι αυτό, ξέρετε, φανατικοί, συλλέκτες…), αλλά εμείς οι υπομονετικοί θα περιμένουμε το άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει μέσα στο ’18, ναι; BooCheeMish ο τίτλος, λένε…

 

Eleni Liverakou Eriksson