King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.

Fraternity Of Sound Opening Rites – Club Night

Το να πηγαίνεις σε μια συναυλία με ονόματα που δεν πολυξέρεις είναι σαν να σκας σε πρώτο ραντεβού. Αυτή η αίσθηση ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς να περιμένεις προσθέτει έναν τόνο μυστηρίου και ίντριγκας, και κάπως έτσι ένιωθα πηγαίνοντας στο άνοιγμα του FOS. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τι κόσμο θα συναντούσα ήξερα, και φάνηκε τελικά πως αρκετ@ γνωστ@ μου έχουν πιο διευρυμένα γούστα από ό,τι νόμιζα. Επίσης, το φτηνό εισιτήριο σε σχέση με τις επόμενες ημέρες του φεστιβάλ, μιας και τα ονόματα ήταν χαμηλότερου βεληνεκούς, έκανε κάποιο λίγο κόσμο να δώσει το “παρών” μόνο τη συγκεκριμένη βραδιά, αντί των άλλων. Και κάπως έτσι εγένετο φως…

…Ή για την ακρίβεια σκοτάδι, μιας και αυτό απαιτούν οι περιστάσεις του πρώτου ραντεβού. Ο Dead Gum έδωσε το εναρκτήριο κάλεσμα με ένα drone/ambient σετ, το οποίο ταίριαζε ιδανικά εκείνη τη στιγμή που ένα φεγγάρι παραμόνευε πίσω και πάνω από αυτόν στα τζάμια. Η Puce Mary ακολούθησε, και πολύ νωρίς νιώσαμε ένα συγκινησιακό ντου, μη αναμενόμενο. Όταν βλέπεις μια μουσικό να ψιθυρίζει στην αρχή του live τα λόγια μιας προηχογραφημένης φωνής που ακούγεται πάνω στα ερεβώδη ηχοκύματά της, τότε ξέρεις ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά στη συνέχεια. Ειδικά όταν πήρε το μικρόφωνο, φτύνοντας στίχους με έναν υποβλητικό τρόπο και παραδόξως στο υπόβαθρο ενός μαζικού θορύβου, καταλάβαμε για τα καλά ποιο όνομα θα ξεχώριζε εκείνη τη βραδιά στα νέον φώτα του εγκεφάλου μας.

Από το ζεστό στο κρύο θα χαρακτήριζα τη συνέχεια, με τον Colin Potter των Nurse With Wound να κουράζει με τον θόρυβό του, όπως μόνο οι μπαρμπάδες ξέρουν όταν έρχονται σε οικογενειακές μαζώξεις και λένε “Να, εγώ εδώ θα κάτσω με τη νεολαία!”. Θα επέμενα στο χάσμα γενεών, αλλά και ο νεαρός Croatian Amor, που τον γνώριζα μουσικά ως Loke Rahbek, δεν μου έκανε καμία φοβερή εντύπωση. Βέβαια, οφείλω να παραδεχθώ ότι ανήκα στη μειονότητα, γιατί το καλοδουλεμένο του political concept με τη μουσική και τα βίντεο, το οποίο θύμισε Oneohtrix Point Never, κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετού κόσμου.

Η νύχτα έτρεχε κι άντε να την προλάβεις, οπότε αν και δεν ξέφυγε χρονικά στο πρόγραμμα η εμφάνιση του τελευταίου της βραδιάς Jay Glass Dubs, ήταν ωστόσο λίγο αργά για να ρισκάρω να μην προλάβω το τελευταίο τρένο. Όσο άκουσα προσπάθησα να το κρατήσω για τη διαδρομή της επιστροφής…

…και, ξανά μέσα σε ούτε ένα εικοσιτετράωρο, πίσω στο The Temple για το Club Night του FOS. Αφού νόμισα ότι απλώς ξεκουράστηκα σπίτι για να αντέξω το ξενύχτι που προμηνυόταν. Ο Zorz μας έβαλε στο κλίμα με τα βινύλιά του και ένα γλυκό techno, χωρίς να είναι techno σετ. Στη συνέχεια, ο Bill Kouligas βγήκε με δικό του νέο υλικό, το οποίο, αν και είχε ωραίες στιγμές, μου φάνηκε αρκετά περίπλοκο για να ταιριάζει με μια βραδιά που είχε τον χαρακτήρα “κλαμπ” μπροστά. Ο Zorz πάλι εμφανίστηκε στα decks, και μάλιστα παίζοντας αυτήν τη φορά κανονική techno αρκετών bpm για να μη μας έρθει απότομα ο ερχομός του JK Flesh (αυτού του συμπαθητικού τύπου των Godflesh). Ένα άρτιο live industrial-techno σετ μας βάρεσε κατακούτελα κάνοντάς με να σκέφτομαι πόσο ταίριαζε αυτό που ακουγόταν στον συγκεκριμένο χώρο, και μάλιστα με τόσο καλό ήχο να βγαίνει από τα άγια ηχεία. Ακόμη πιο πολύ ταίριαζε η συνέχεια με τους Kondaktor και 3.14 (ο σωσίας του Dave Gahan; Ίσως). Απλό και ξερό techno b2b επιλογών, όπου προσωπικά με έκανε να νιώσω ότι βρίσκομαι σε κάποιο μεγάλο κλαμπ ακούγοντας κάποιο γνωστό όνομα του χώρου. Το ξημέρωμα όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε η επιστροφή σπίτι είχε αυτό ως φόντο, όπως εξάλλου κάθε έξοδο σε κλαμπ οφείλει να έχει.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Fraternity Of Sound Festival Days 1-2

FOS Day 1

 Αναμένοντας το Fraternity of Sound festival από την ανακοίνωση του μέχρι και σήμερα το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα. Μαζί του έτρεχαν και σκόρπιες σκέψεις όπως πώς κατάφεραν και μάζεψαν έναν τέτοιο πλούτο ξεχωριστής μουσικής, με τόσες ιδιόμορφες μπάντες σε τόσες λίγες μέρες; Ποια είναι η χρυσή τομή σε τέτοιες περιπτώσεις; Τουτέστιν, πού θα πρώτο-πάω και πώς θα μείνω νηφάλιος αρκετά ώστε να έχω πλήρη επίγνωση της εμπειρίας; Γιατί δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο τόσο καιρό; Υπάρχω άραγε; Μωρέ, μήπως να γίνω βοσκός; Και αλλά τέτοια πολλά!

 Και φτάνει η πολυπόθητη πρώτη μέρα του φεστιβάλ (αν εξαιρέσουμε το εναρκτήριο πάρτι). Έπειτα από μια αγχωτική εβδομάδα φτάνει η Παρασκευή. Και μετά από μια αγχωτική ήμερα φτάνει η ώρα 18:00. Ήταν σαν να χτύπησε το τελευταίο κουδούνι στο σχολείο και να έφυγα τρέχοντας. Μετά από δυο νόστιμες μπίρες κάπου στο κέντρο, κατηφόρισα προς το φεστιβάλ. Η αναμονή έχει φτάσει στο τέλος της.

 Αγαπημένος ήχος η πρώτη νότα από τους Maggot Heart και την εξαιρετική Linnea Olsson. Οι σκοτεινές διαθέσεις άλλαζαν συνεχώς θέση με τη noise rock αισθητικη, σαν έναν όμορφο αυτιστικό κυματισμό της θάλασσας. Ο κόσμος λίγος στην αρχή, με την Olsson να αστειεύεται για την αναλογία γυναικών αντρών, αλλά αυτό δεν έδειχνε να πτοεί την μπάντα. Πολύ καλό σετ, με τις heavy metal επιρροές από τους Oath, την προηγούμενη μπάντα της Olsson, να γυροφέρνει τον χώρο σαν φάντασμα.

 Ακολουθούν οι ντόπιοι Kooba Tercu. Προσωπικά, δεν τους είχα ακούσει και ήταν πολύ καλή έκπληξη. Με tribal διαθέσεις και γρήγορες εναλλαγές σε ένα είδους-αρχές-moby punk/rock (τι;;) η ατμόσφαιρα άρχισε να ζεσταίνει και τα πρώτα κουνήματα των κεφαλών άρχισαν να δίνουν τον ρυθμό. Ο πειραματισμός τους μόνο σε κακό δεν τους βγήκε. Από ψηλά στα χαμηλά και από τα λίγα στα πολλά. Η αγνότητα της παρθένας Αφρικής γνώρισε τη μητρόπολη. Και από τα σπλάχνα της βγήκε η μουσική και η διάθεση της μπάντας. Όμορφη και ηλεκτρισμένη, προκλητική και δυναμική!

 Και με αυτή τη διάθεση δίνουν τη σκυτάλη στους Circle. Με μια μικρή καθυστέρηση για soundcheck, οι πρώτες νότες ακούγονται. Και αμέσως καταλαβαίνεις την εκρηκτική διάθεσή τους. Οι περίεργοι τύποι με τα φωσφοριζέ κολάν κατάφεραν να μας στήσουν στον τοίχο με τη δαιμονισμένη συμπεριφορά τους. Άψογες εκτελέσεις, φοβερά δεμένη μπάντα και trippy καταστάσεις έφεραν τη βραδιά στα ίσια της και την έπιασαν απ’ τον λαιμό, λέγοντάς της, κοίτα να δεις, εμείς κάνουμε κουμάντο τώρα! Προσωπικά, ήταν η καλύτερη έκπληξη της ημέρας.

 Σειρά έχουν οι Nurse with wound. Μεγάλη εναλλαγή διάθεσης. Η κατάσταση πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή απόχρωση του μαύρου. Η ψυχολογία, από την ανεβαστική εμπειρία της προηγούμενης μπάντας, κατέβηκε στο πιο βαθύ σημείο της γης. Το μείγμα noise/industrial με πειραγμένα samples είναι ό,τι πρέπει για σιρόπι ενάντια στην ευτυχία. Δυο φορές τη μέρα, μετά το φαγητό, και η κατάθλιψη είναι εγγυημένη. Το γεγονός ότι μου έβγαλε τόσα μαύρα συναισθήματα στη λίγη ώρα που παίξανε μου ήταν κάτι πολύ πρωτόγνωρο και πρωτόγονο. Αφού τελείωσαν η γεύση που άφησαν ήταν πικρή, αλλά αναλογιζόμενος την εμπειρία μετέπειτα, μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν από τις πιο περίεργες και όμορφες που έχω ζήσει.

 Και τέλος, οι πολυ αναμενόμενοι Soft Moon! Από την πρώτη κιόλας νότα βγήκε η post-punk αισθητική και μου αφαίρεσε κάπως πρώιμα την εμπειρία την προηγούμενης μπάντας. Η ένταση και η χορευτική διάθεση δεν σταμάτησε ούτε λεπτό, με τον frontman της μπάντας να μην αφήνει το κοινό να πάρει ανάσα. Ακόρεστη ενέργεια, επιληπτικός φωτισμός και άψογος ήχος ήρθαν και έδεσαν τον γλυκό. Αν και η κούραση είχε έρθει και είχε καθίσει, νομίζω η ενέργεια της μπάντας ήταν ό,τι έπρεπε για να κρατήσει το κοινό λίγο ακόμα όρθιο.

 Εν τέλει, και χωρίς φανφάρες πια, η όλη εμπειρία τους φεστιβάλ ήταν από τις καλύτερες που έχω ζήσει και μακάρι στο μέλλον να ακολουθήσουν πολλές τέτοιες διοργανώσεις!

ichie

FOS Day 2: Θα μετράς τις μέρες σου σε μπασογραμμές

 Αν ξεκινήσουμε αμέσως αμέσως με την παραδοχή ότι το Fraternity of Sound Festival στήθηκε με σκοπό να συγκεράσει διάφορα μουσικά είδη φιλοξενώντας τόσο εγχώρια όσο και ξένα σχήματα σχετικά “αδικημένα” (αν το δίκαιο μετριέται με δόσεις αναγνωρισιμότητας), θα διαφωνήσω.

 Όταν ακούστηκαν ονόματα όπως Nurse With Wound και Ben Frost πολλοί σύντροφοι έκοψαν το πρωινό γάλα και τη βραδινή βότκα για να καταθέσουν τον οβολό τους για ένα τετραήμερο εξοντωτικής χαράς. Αλλά σε αυτό το κειμενάκι θα περιοριστούμε στις εντυπώσεις από τη δεύτερη μέρα της διοργάνωσης – μια μέρα άτυπα αφιερωμένη στις μπασογραμμές που μετουσιώνουν το νευρικό σύστημά σου σε κλωστές άφαντου puppeteer.

 Και εξηγούμαι αμέσως.

 Όταν ξεκινάς με την kraftwerkική (kudos σε συνοδοιπόρο της βραδιάς για το επίθετο) σκηνική παρουσία των Pharaoh Overload και είναι μόλις εφτά το απόγευμα, ήδη περνάς ένα πανέμορφο απόγευμα. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από την επαναληψιμότητα ενός ριφ που μοιάζει να φτιάχτηκε για να συντονίσει τον εγκέφαλό σου σε άλλη κοσμική συχνότητα ώστε να σε προετοιμάσει για την εμφάνιση των Omega Monolith, η οποία δεν ήταν (για ακόμη μια φορά) τίποτε λιγότερο από καθηλωτική.

 Oι Omega Monolith –από τα εγχώρια σχήματα που έχουν κατακτήσει τη δεξιότητα της σωστής κορύφωσης– με την παντελή έλλειψη φωνητικών και την ήπια σκηνική τους παρουσία δημιούργησαν ένα κλίμα μυσταγωγίας ικανό να διαταραχθεί μόνο από τη βίαιη “χορωδία” των Ghold που τους διαδέχθηκαν.

 Ένας μικρός τυφώνας στην όχθη που προσωπικά αρχίζω να διακρίνω ως sludge μας πήρε και μας σήκωσε χωρίς περιττό growling ή περιττά ακροβατικά στη σκηνή. Βαρύς, επιβλητικός ήχος, άπειρη ζωντάνια στα φωνητικά και το “Partaken Incarnate” να βουίζει ακόμα στα αυτιά μου, παρά την απίστευτη συνέχεια που έδωσαν στη βραδιά οι Unsane.

 Με τους Unsane το κοινό απέκτησε υφή μάζας και σείστηκε ρυθμικά η πλειονότητα των σήμερα, θαρρώ, καταρρακωμένων αυχένων. Επίσης, με τους Unsane διαπιστώσαμε πως, αν “αυτό που κάνεις” ταυτίζεται με αυτό που γουστάρεις, η δυναμικότητα που μεταδίδεις αποκτά χαρακτηριστικά ηλεκτρισμού. Και θα μπορούσες να χεις μείνει παντελώς ικανοποιήμέν@ αν δεν…

 …περίμενες τους Godflesh, για τους οποίους δεν θα πω πολλά, πέρα από το ότι αν υπήρχαν metal disco (ή αν υπάρχουν και δεν το ξέρω) είναι έγκλημα να μην είναι headliners πάντα και παντού.

Cheers to them all!

Victoria L.

Live Slowdive/Afformance

 Ας προσπεράσω τον τυπικό πρόλογο που συνδέει ψυχογεωγραφικά μια συναυλία με τον τόπο διεξαγωγής της, αν και η Αθήνα τη συγκεκριμένη βραδιά που μας ήρθαν οι Slowdive είχε κάτι το όμορφα αδιευκρίνιστο στην ατμόσφαιρά της. Τουτέστιν, ήταν όλα ιδανικά για να ξεκινήσει η φετινή συναυλιακή σεζόν. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα που κάνει την αρχή είναι η συγκεκριμένη. Πρόσφατα είχα γράψει για το νέο τους άλμπουμ και όχι μόνο, οπότε φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να γράψω κάτι παραπάνω για να σας βάλω στο κλίμα. Ταυτόχρονα ηχούσαν στα αυτιά μου οι θετικότατες εντυπώσεις που άφησαν πέρσι με τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ εκεί στα παράλια της Αττικής, οπότε εγώ ο αλλεργικός με τα τυχάρπαστα συναυλιακά γεγονότα τέτοιου είδους δεν είχα πλέον καμία δικαιολογία για να τους χάσω.

 Η πρώτη εντύπωσή μου φτάνοντας στο Fuzz ήταν ότι είχε πολύ κόσμο και μάλιστα αρκετή πιτσιρικαρία. Ίσως για κάποι@ ελιτιστ@ς αυτό να θεωρείται αρνητικό γεγονός, αλλά ασχέτως αν ο περισσότερος ή έστω κάποιος κόσμος τούς έμαθε από το ραδιόφωνο που παίζει τα νέα τους χιτάκια (κι όμως ναι), ή τους ανακάλυψε φέτος καθώς όλα τα μουσικά μέσα παγκοσμίως εκθείασαν το πρόσφατό τους άλμπουμ, μια πετυχημένη εμπορικά συναυλία τέτοιου είδους είναι ένα θετικό γεγονός για όλ@ς και από όλες τις απόψεις. Εξάλλου, το Ρόδον στις συναυλίες των dEUS πχ, το γέμιζαν μόνο ψαγμένα τυπάκια της τότε εποχής; Δεν νομίζω.

 Τη συναυλία άνοιξαν οι Αθηναίοι Afformance και για μισή ώρα κέρδισαν την αποδοχή του κόσμου που ήδη είχε μπει σε μεγάλο βαθμό και στον χώρο, αλλά και στο κλίμα της βραδιάς. Δικαίως συνέβη αυτό καθώς το καλογυαλισμένο post rock των Afformance συμβιώνει άνετα με τον σκοτεινό και ατμοσφαιρικό ήχο των Slowdive. “Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα” ήδη από την αρχή της βραδιάς λοιπόν, ασχέτως αν τυπάκια όπως εγώ δεν συγκινούμαστε πλέον με ένα απλώς καλοπαιγμένο και λυρικότατο post rock, αλλά ζητάμε και το κάτι (σχεδόν αγεωγράφητο) παραπάνω. Όσο για τα νέα τους κομμάτια που θα συμπεριληφθούν στα δύο, ζωή να ‘χουνε, νέα τους άλμπουμ, θύμισαν αυτά του προκάτοχου τους, αλλά σίγουρα θέλω να τα ακούσω πιο προσεκτικά, γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασαν.

 Για αυτές τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γραφτούν πολλές αράδες με βάση την εμπειρία που ζήσαμε απολαμβάνοντας τους Slowdive. Για ενενήντα λεπτά και περίπου από την αρχή της εμφάνισης τους, κατάφεραν να παίζουν άρπα με τις ευαίσθητες χορδές μας. Δεν νομίζω να ήμουν μόνο εγώ που βούρκωσα σε καναδύο κομμάτια, προφανώς παλιά, δείγμα του ότι έβγαλαν ένα πάθος ανόθευτο. Ήταν σαν μια μπάντα να απαιτεί αυτό που δεν της δόθηκε στα ντουζένια της και εν τέλει να το παίρνει δικαιωματικά. Το θέμα δεν ήταν μόνο οι φοβερές και τόσο λιτές συνθέσεις τους, κάτι το οποίο γνωρίζαμε μια χαρά, αλλά η ενέργεια που μας μετέδωσαν. Κάτι σαν να ακούγαμε πρώτη φορά τα μελλοντικά αγαπημένα μας κομμάτια! Μπορεί το κόστος της ενέργειας αυτής να ήταν κάποια φάλτσα της Rachel Ann Goswell και ένα-δύο χαμένα ακόρντα στο διάστημα, αλλά δεν νομίζω να ενοχλήθηκε κάποι@ από τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, να σημειώσω ότι ο κόσμος βοήθησε στο όλο τελετουργικό, μιας και σπάνισε το άσχετο κουβεντολόι γύρω μας (μια φορά έκανα παρατήρηση στους δίπλα μου και αυτοί μετά από λίγο σιωπηλοί μετέβησαν πιο μπροστά για να ζήσουν από πιο κοντά τη συναυλία!). Τα σμάρτφον δεν κατέκλυσαν τη θέα και τα σφυρίγματα που θυμίζουν Κυριακή στο χωριό το Πάσχα όπως έτσι ξαφνικά εμφανιζόντουσαν, με τον ίδιο τρόπο αφανιζόντουσαν στη γλυκιά οχλοβοή της βραδιάς.

 Επιστρέφοντας στην ίδια την μπάντα, θετική έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή να παίξουν ένα δύσκολο συναυλιακά κομμάτι όπως το “Dagger”, αν και γενικά το να μιλήσουμε για το setlist θα ήταν κάτι το περιττό, καθώς ό,τι και να έπαιζαν πάλι στο τέλος η ίδια μαγεία θα έμενε. Μάλιστα τα τέσσερα καλύτερα νέα κομμάτια από το άνισο τελευταίο τους άλμπουμ που έπαιξαν, κράτησαν μια ισορροπία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, με την έννοια ότι δεν βγήκαν απλώς να μας θυμίσουν τα παλιά τους μεγαλεία. Το βασικό νόημα είναι ότι τα μεγαλεία τους ως μπάντα, μάλλον τα ζουν σήμερα, με τη γενικότερη αποδοχή που έχουν κερδίσει. Αυτή η συναυλία πιθανόν πριν από δύο δεκαετίες να μάζευε ελάχιστο κόσμο, αλλά τώρα ήταν το “the place to be” ακόμη και για κόσμο που δεν κατάφερε τελικά να είναι εκεί. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας πάντως, οι Slowdive παραμένουν μια μπάντα χαμηλών τόνων με μουσική που δεν φτιάχτηκε για να πουληθεί σε πρώτη φάση, αλλά για να μας ωθήσει σε αργές βουτιές μέσα της, όσο σκοτεινός κι ας είναι ο βυθός της. Και κατ’ οίκον κατά μόνας και με παρέα σε συναυλίες όπως η συγκεκριμένη.

Μπάμπης Κολτράνης

Tropic Of Cancer – Live At Jazz Cafe

 Κάθε συναίσθημα αποζητά την ένταση της στιγμής. Εκείνης της μικρής τελείας που ανοίγει σαν χαράδρα για να καταπιεί τον μέλλοντα χρόνο. Στο τέλος μια σιωπή θυμίζει τον ήχο των αναμνήσεων. Οι λέξεις απολιθώνονται. Τα συμβάντα αλλοιώνονται στη μνήμη. Στη θερινή μοναξιά μας αναζητούμε ένα μέρος για να χωρέσουν όλα αυτά. Πρέπει να το βρούμε κάνοντας πέρα ό,τι δεν είμαστε εμείς. Η μουσική θα βοηθήσει και εδώ, όπως στα πάντα, όπως παντού.

Μπάμπης Κολτράνης

Sunny Day Real Estate – Live

 Ξημέρωσε νωρίς. Το φως απέξω τον ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Για μια στιγμή, η ησυχία στο σπίτι του φάνηκε αιώνια. Σηκώθηκε, έκανε ό,τι ήταν να κάνει και βγήκε έξω χωρίς να κλειδώσει. Απέναντι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας βρισκόταν ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς. Αφήνοντας τη μικρή του πλαστική σακούλα, του φάνηκε ότι είδε κάτι γνώριμο παραπεταμένο στα σκουπίδια. Ήταν ένας μισοσκισμένος ταχυδρομικός φάκελος με την κλασσική μπλε γραμμή με τα δικά του γράμματα πάνω! Δίπλα είχε ένα φτηνό κολιέ με ένα μονόγραμμα πάνω. Παραδίπλα ένα βιβλίο με μια τσάκιση στην αρχή του. Ούτε το γράμμα είχε διαβαστεί, ούτε το κολιέ είχε φορεθεί και όπως φαινόταν ούτε το βιβλίο είχε διαβαστεί ολόκληρο.

 Πάγωσε, αν και δεν έκανε ψύχρα. Σκέφτηκε να τα μαζέψει, αλλά πιάνοντάς τα για δεύτερη φορά πια στα χέρια του, ένιωσε ένα ασήκωτο βάρος. Πριν γυρίσει την ελαφρώς σκυμμένη πλάτη του, είδε μια μικρή κούτα γεμάτη κασέτες και σιντί. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στις ράχες τους ήταν δικός του. Έπιασε την κασέτα που βρισκόταν πάνω πάνω. Έγραφε Sunny Day Real Estate – Live στην επικεφαλίδα. Άνοιξε την πλαστική θήκη της και είδε τους σχεδόν δικούς του τίτλους… “Every Shining Time You Arrive”, “Song About An Angel”, “Circles”, “J’Nuh” και πάει λέγοντας. Ήταν ολοφάνερο ότι η κασέτα είχε παιχτεί αρκετές φορές, λογικά μέχρι τέλους. Την έβαλε βιαστικά στην τσέπη του. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Rediscovering Mika Vainio

Ο θάνατος είναι απόλυτος. Αποκόβει την επαφή με το οτιδήποτε. Ό,τι αφήνει πίσω κάποι@ κουλουριάζεται και αν το αξίζει, θα λυθεί προς τα έξω με έναν τρόπο σχεδόν εξωπραγματικό. Δηλαδή, μπορεί να μην υπάρχει εν ζωή, αλλά το έργο του βαδίζει την δική του πορεία αναπνέοντας ακόμη. Εδώ και λίγες ημέρες ο Mika Vainio δεν ζει. Έχασε αναπάντεχα τη ζωή του όντας πενήντα τεσσάρων χρονών σε ένα άγνωστο δυστύχημα στη Γαλλία. Μετά την είδηση πολύς κόσμος από τον χώρο της ηλεκτρονικής και πειραματικής μουσικής σκηνής εκδήλωσε έναν απεριόριστο σεβασμό για το πρόσωπο του MV καθώς και για το έργο του. Ακολουθώντας όλα αυτά τα σχόλια, τα αφιερώματα και τα βίντεο, ήρθα αντιμέτωπος με ένα πρωτόγνωρο συγκινησιακό φορτίο ως μουσικόφιλος. Η μουσική του, σε ένα μέρος της οποίας είχα εντρυφήσει, καθώς μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο κυκλοφοριών και συνεργασιών, αποκτούσε μυθικά χαρακτηριστικά. Σαν η ίδια να με έσπρωχνε να ακούσω ολοένα και περισσότερα έργα του, κάνοντας στην άκρη οποιαδήποτε άλλη μουσική θα μπορούσε να παιχτεί δίπλα της. Ουσιαστικά δεν μπορούσα να ακούσω κάτι άλλο αυτές τις βδομάδες, οπότε σχεδόν αυτόματα προχώρησα στην ανακάλυψη δουλειών του που αγνοούσα και με άφησαν εντυπωσιασμένο.

Γιατί όλο αυτό με τον συγκεκριμένο; Πέρυσι έγινε μόδα να τιμούνται μουσικοί μεγάλου βεληνεκούς που έχαναν την ζωή τους, παντού η συγκίνηση περίσσευε και το παρελθόν ήταν πανταχού παρόν, δικαίως ή αδίκως. Τι το διαφορετικό έχει όμως η περίπτωση αυτού του θανάτου που με ώθησε στον προαναφερόμενο δρόμο; Μιλάμε για ένα όνομα το οποίο δεν πήρε ούτε ένα RIP από τα ημεδαπά μουσικά μέσα, δεν φλέρταρε ποτέ με την εμπορική επιτυχία και δεν αυτοπροβλήθηκε ποτέ ως πρωτοπόρος στη μουσική (αν και ήταν). Κανένα hype λοιπόν, παρά μόνο το έργο του το οποίο ορθώθηκε αυτές τις μέρες στεντόρειο. Ένα έργο πολυδαίδαλο στο οποίο δύσκολα απομονώνεις το minimal, το techno, το ambient, τον θόρυβο ή την electronica από ένα αόρατο νήμα που τα συνέχει όλα. Μοιάζει σαν ένα σύμπαν όπου οι πλανήτες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά το ίδιο σχήμα, την ίδια ζωή. Μάλιστα ο διαχωρισμός των δουλειών του σε αυτές που είχαν απλώς το όνομα του, σε αυτές που έβγαιναν με την στάμπα των Pan Sonic και αυτές που έφεραν ένα απλό Ø, μεταξύ πολλών άλλων, γινόταν με βάση πιθανόν το συναίσθημα και όχι πάνω σε μια σαφή ταξινόμηση όσον αφορά την υφή των μουσικών περιεχομένων τους.

Ο Mika Vainio ήταν πραγματικά ένας ριζοσπάστης καλλιτέχνης. Η επιλογή του ήταν να ορίσει αυτός τον δικό του δρόμο, να συνεργάζεται αποκλειστικά με ανεξάρτητα label και να διαλέγει αυτό που θέλει να κάνει, όχι να τον διαλέγουν. Θα μπορούσε να αφήσει τους πολλούς πειραματισμούς, να καταπιαστεί με κάτι το πιο εμπορικό (βλ. soundtracks γνωστών ταινιών-σήριαλ) ή έστω να κεφαλαιοποιήσει το όνομα του ως μουσικός ανανεωτής. Δεν το έκανε. Για τρεις δεκαετίες έβγαζε συνεχώς νέο υλικό, κάθε φορά επιφυλάσσοντας μια μικρή ή μεγάλη έκπληξη. Όλα αυτά τον αναδεικνύουν ως ένα παράδειγμα όχι απλώς προς μίμηση, αλλά προς την αυτομόρφωσή μας. Ένα παράδειγμα στην σύγχρονη μουσική που προχώρησε χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς όρια και χωρίς εκπτώσεις. Για αυτό και σήμερα φαντάζει τόσο εκλεκτική και καταιγιστική η δισκογραφία που άφησε πίσω του.

Μπάμπης Κολτράνης