Δίσκοι που επηρέασαν δίσκους: Greg Sage – Straight Ahead

Οι Wipers είναι ξεκάθαρα μια μπάντα που δύσκολα ξεχνάς με το που την ακούσεις. Η φωνή τους, ο Greg Sage, ήταν η φωνή εκείνων που στέκονταν απέξω και τολμούσαν να βλέπουν την πραγματική πλευρά της κοινωνικής γυάλας που χτιζόταν στην εποχή τους. Ασυμβίβαστος και καθόλου αυτοκαταστροφικός, όπως πρόσταζε τότε το στυλ του punk/rock/post punk, συνδύασε, ίσως πρώτος, την προσωπική γραφή με τις κοινωνικές αναφορές σηματοδοτώντας την αλλαγή των γενιών από τα αγωνιστικά seventies στα εσωτερικά eighties. Και τα λόγια γινόντουσαν πράξεις! Ήταν εξάλλου τόσο δυνατά που δε θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Ο ίδιος βοήθησε έμπρακτα άλλες μπάντες και έμεινε πιστός στις diy καταβολές του.

Μεταφερόμενοι στο 1985, μετά το πέρας της αγίας δισκογραφικής τριάδας της μπάντας του, ήρθε το πρώτο προσωπικό του άλμπουμ που γέννησε τον τρόπο να παίζεις ακουστικά punk rock (όχι μόνο σε ξεχωριστά κομμάτια, αλλά σε μορφή ολοκληρωμένου άλμπουμ). Δεν ήταν όμως μόνο αυτό, καθώς αυτός ο συγκερασμός πολλών ειδών (americana-post punk-punk) στάθηκε η βάση για να γράψει ένα μεστό σύνολο άπταιστων συνθέσεων. Ακούγοντας για παράδειγμα το “Soul’s Tongue” (κι όχι μόνο αυτό) με τους ανατριχιαστικούς του στίχους δεν γίνεται να μη σου έρθει στο νου το ντεμπούτο του Mark Lanegan και επίσης η προσέγγιση του Kurt Cobain στο MTV Unplugged των Nirvana. Το γεγονός ότι οι δύο αυτοί δεν τόλμησαν να διασκευάσουν κάποιο κομμάτι από το Straight Ahead, σε αντίθεση με τους Dinosaur Jr και τον Ryan Adams, δείχνει μάλλον τον απόλυτο σεβασμό τους στο έργο αυτό, τον οποίο κι εμείς με τη σειρά μας οφείλουμε να επιδείξουμε!

Wipers is clearly a band that you can hardly forget once you listen to it. Their voice, Greg Sage, was the voice of those who stood out and dared to see the real side of the social glass that was built in their time. Incompatible and not at all self-destructive, as punk / rock / post-punk style back then, he combined, perhaps first, personal writing with social references marking the change of generation from the racing ‘70s to the inner ‘80s. And words were deeds! It was, after all, so loud that it couldn’t be done otherwise. He also helped practically other bands himself and remained true to his DIY backgrounds.

Transferred to 1985, after the end of the “Holy Trinity” of his band, his first personal album came out, which gave birth to the way of playing acoustic punk. But it wasn’t just that, as that mixing of many kinds (americana-post punk-punk) was the basis of writing a set of proficient compositions. Listening for example “Soul’s Tongue” (and not only that) with its haunting lyrics, you instantaneously think of Mark Lanegan’s debut and Kurt Cobain’s approach to Nirvana’s MTV Unplugged. The fact that these two did not dare to adapt a piece from Straight Ahead, unlike Dinosaur Jr. and Ryan Adams, rather show the utmost respect in this work, which we in turn owe to show off!

Mark Lanegan – The Winding Sheet (listen)

Nirvana – MTV Unplugged (listen)

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

Καζαμίας 2019 (Μάιος – Αύγουστος)

Μάης

Μια ανάσα και τον φτάσαμε! Για όλα τα άλμπουμ που βαρεθήκαμε και μας κούρασαν τον χειμώνα, τις υποσχέσεις που εξαϋλώθηκαν και τους προγραμματισμούς που δεν βγήκαν, η άνοιξη είναι εδώ προς απάντηση τους! Τουτέστιν, προσοχή σε όλα, αλλά κυρίως στο καλοκαίρι που παραμονεύει και δυστυχώς δεν μας αφήνει να χαρούμε αυτή την εποχή που διαρκεί το πολύ δύο βδομάδες στα μέρη μας! Ούτε βέβαια κι η αναμονή να δούμε τους Wire θα διαρκέσει πολύ γιατί επιτέλους έρχονται στις 23 στο Temple προσπαθώντας να μας πείσουν ότι ποτέ δεν είναι αργά για να δεις μια μπάντα, ακόμη κι αν έχουν περάσει τέσσερις (και βάλε) δεκαετίες από τότε που πρωτοεμφανίστηκαν! Κάποιες δεκαετίες έχουν περάσει και για τους Darkthrone, αλλά αυτοί εκεί, με την πρώτη μπουκιά του νέου τους άλμπουμ που θα βγει στο τέλος του μήνα, να ‘ναι διαολεμένα επιτυχημένη. (view)

Ιούνης

Δεν χρειάζεται να περιγραφεί αυτός ο μήνας γιατί είναι γνωστή η απαρχή της κατάπτωσης που συμβολίζει. Τα φεστιβάλ του Ιούνη φαντάζουν σαν τον τελευταίο χορό πριν την καθολική καταστροφή των διακοπών. Όσα όμως μουσικά δρώμενα για τις μάζες κι αν στήνουν, θα υπάρχουν πάντα ως απάντηση τους εκείνες οι μικρές γιορτές εξίσου μικρών κοινοτήτων που περιμένουν τον ερχομό μπαντών όπως οι Sick Of It All και οι Dwarves (βλ. τις συναυλίες τους στο τέλος του μήνα στην Αθήνα) για να αντιληφθούν τι συνέχει τα αόρατα μέλη τους. Τέλος, στον αντίποδα των θορυβωδών αυτών ακουσμάτων, θα υπάρχουν κι αυτά που απευθύνονται σε μοναχικές ακροάσεις, χωρίς όμως να τους λείπει μια, διαφορετικού έστω είδους, ένταση. Όπως αυτό εδώ από το επερχόμενο άλμπουμ του Rafael Anton Irissari που θα βγει 21 του μήνα…

Ιούλης

Τα φεστιβάλ, όμως, και οι μεγάλες συναυλίες, όπως οι ζέστες, επιμένουν! Εκβιάζοντας συναίσθημα και αναμνήσεις χρειάζεσαι έναν υπερβάλλοντα ζήλο για να αντισταθείς στα κελεύσματα ονομάτων όπως οι The Cure ή οι Dead Can Dance. Ας είναι όμως, αρκετός κόσμος λόγω οικονομικών δυσκολιών θα προτιμήσει να κάνει μια άλλου είδους οικονομική διαχείριση η οποία θα συμπεριλαμβάνει την “κατανάλωση” απλώς νέων μουσικών όπως αυτής εδώ της συλλογής της Blackest Ever Black, πόσο μάλλον όταν αυτές ακούγοντας τους προπομπούς τους, είναι τόσα πολλά υποσχόμενες!

Αύγουστος

Τίποτα, nichts! Δεν νομίζω να τίθεται καν το θέμα να αναφέρουμε τα καλοκαιρινά φεστιβάλ στην επαρχία και δη στα νησιά όπου συναντάς τα ίδια, αποκλειστικά ημεδαπά, ονόματα που είναι σίγουρο ότι θα μαζέψουν κόσμο, συν κάποιες μπάντες που είναι γνωστές-φίλες-κολλητές στους διοργανωτές. Για να φανταστείτε για τι ανύπαρκτο μήνα μιλάμε, δεν υπάρχει καμία αξιομνημόνευτη κυκλοφορία που να βγαίνει τις μέρες αυτές πέραν του νέου άλμπουμ των Slipknot! Τόσο χάλια, οπότε ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι με ένα μαγικό τρόπο θα την σκαπουλάρουμε κι αυτό το καλοκαίρι ακούγοντας τη συλλογή μας που ως γνωστόν ο κόσμος που την κατεβάζει την φυλάει για να την ακούει στις παραλίες τον Αύγουστο, Ή μήπως όχι;


Μπάμπης Κολτράνης

Techno Athens by night

Εδώ και καιρό, η Αθήνα προσφέρει αμέτρητες επιλογές συναυλιακών και βραδινών συγκινήσεων. Μπορεί τα μεγάλα ονόματα να έρχονται μόνο όταν βαράει ο ήλιος κατακούτελα για να αντλήσουν την κατάλληλη δόση βιταμίνης D, καθώς και τις αντίστοιχες αμοιβές που τους αναλογούν, αλλά σε αυτό που (αυτο)αποκαλείται underground γίνεται ο κακός χαμός όλον το χρόνο! Αυτό αφορά όλα, σχεδόν, τα μουσικά είδη και, ακολούθως, όλα τα γούστα. Τους επόμενους μήνες, βδομάδες, μέρες, παρατηρείται μια μαζική επίθεση techno ονομάτων που θα εμφανιστούν στην πόλη κι αυτό έχει από μόνο του ένα ενδιαφέρον. Είναι ο πολύς κόσμος που ασχολείται με το σχετικό άθλημα (βλ. clubbing), είναι το είδος σε άνθηση ή συμβαίνει κάτι άλλο, αδιόρατο; Μήπως η ίδια η πόλη θέλγει τα χορευτικά και ανηλεή, ρυθμικά μοτίβα και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι; Ας ψηλαφίσουμε τα σχετικά ονόματα που θα έρθουν, μπας και βρούμε μια κάποια άκρη, σε μια πόλη που άκρη δεν βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς!

Αν δεν θυμάστε τίποτα από το ντεμπούτο του Βρετανού Tommy Four Seven με τον τίτλο Primate πίσω στο 2011, μην ανησυχήσετε για την αδύναμη μνήμη σας, γιατί, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε αφήσει και κάτι σημαντικό που να κρατηθεί ως ανάμνηση, έστω και αναιμική. Η πρόγευση του επερχόμενου άλμπουμ, όμως, είναι αρκούντως δυνατή, για να μας κάνει να ελπίζουμε ότι κάτι – πιθανόν – να αξίζει στον Απρίλη που θα μας έρθει, οσονούπω.

Η ολλανδική Mord είναι ίσως, το κορυφαίο αυτή τη στιγμή label στο χώρο του techno και το ημεδαπό ντουέτο Jokasti & Nek με την κυκλοφορία του πρόπερσι, έκανε ένα σχετικό μπαμ, σπάζοντας αυτή την αίσθηση ότι από ονόματα πάμε καλά στα μέρη μας, αλλά από κυκλοφορίες δεν ακούμε και τίποτα το τρομερό. Η συνέχεια φαντάζει ανάλογη, ακούγοντας το νέο του EP και ανυπομονώντας να τους δούμε από κοντά στα μέσα του μήνα, μαζί με ένα πλήθος άλλων ονομάτων της τοπικής σκηνής για ζέσταμα.

Για τον Perc τα έχουμε ξαναπεί, οπότε δεν μένει τίποτα άλλο, μόνο η 22.2 για ένα καταραμένο ραντεβού κάπου στο κέντρο αυτής της πόλης (βλ. six dogs). Στις 28.2 εμφανίζεται ο Max Cooper στην Αγγλικανική εκκλησία με το στοίχημα να παραμένει ανοικτό, κατά πόσο μπορεί να δεθεί στον χώρο εκείνον η χορευτική-ηλεκτρονική μουσική με τα λείψανα μιας απαρχαιωμένης αποικιοκρατικής αισθητικής.

Στο καπάκι, αρχές του μήνα, εμφανίζεται ο Luke Slater με τον οποίο έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς, με την καλή έννοια. Πρώτη μέρα της άνοιξης είναι αυτή, αξίζει ένα σχετικό ξεβίδωμα! Και έπεται ο Ancient Methods στο Temple και η Amelie Lens, ως πρόγευση του ADD Festival και ως αντίδοτο στις ελληνάδικες βραδιές στον Βοτανικό όπου και θα εμφανιστεί. Τον Μάη εξάλλου, έχουμε το ίδιο το φεστιβάλ που πέρσι στο ντεμπούτο του άφησε θετικά σχόλια. Ας μην παραθέσουμε τα ονόματα που έχουν ήδη βγει για αυτό κι ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι θα ανακοινωθούν κι άλλα! Συν όλα αυτά, έχουμε και την πρώτη έκδοση του Sonar Festival τον Οκτώβρη στην Αθήνα και μαντεύουμε ότι το είδος για το οποίο μιλάμε δεν θα μείνει παραπονεμένο. Υπερπληθώρα και πλούτος ή υπερβολή και εξάντληση; Θα φανεί στην κατάσταση που θα μας αφήσουν όλες αυτές οι βραδιές για το καλοκαίρι που, μοιραία, θα ακολουθήσει.

Μπάμπης Κολτράνης

Όψεις του Αισώπου: για τον Χρήστο Ζυγομαλά

Είναι κάποιες συνδέσεις που, απλά αδυνατώ να εξηγήσω, με λογικούς όρους, τουλάχιστον. Εν προκειμένω λοιπόν, ήταν ο Χρήστος που αρχικά με συνάντησε. Έχοντας τότε ως αφορμή την παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου. Σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Μάλιστα, εξαιτίας του Χρήστου κράτησα ένα ενθύμιο από εκείνη τη νύχτα: καθώς είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει τα τεκταινόμενα. Χωρίς ακόμα να το γνωρίζω, επιπρόσθετα, εκείνη η συνάντηση υπήρξε η απαρχή της μορφοποίησης του σχηματισμού της Ιερής Γεωμετρίας. Και, συνεπώς, η καταγραφή της ήταν ένα εξόχως σημαντικό δώρο, εκ μέρους του Χρήστου. Από εκείνα τα δώρα που βασικά, δε θέλεις να μοιραστείς. Αφού η κατοχή του είναι αυτόφωτα πολύτιμη.

Η σύνδεση με την προγενέστερη πορεία του Χρήστου αναπόφευκτα κυλά ως μια ροή συνέχειας. Συνέχειας αισθητικής, στη βάση των χαοτικά ελεύθερων δημιουργιών των Exarchia Square Band. Ή ακόμα, περνώντας μέσα από την οδό των μελαγχολικά δομημένων προσωπικών του κομματιών. Που μέσα στην αδήριτη απλότητά τους, συνένωναν τις δονήσεις πολλών ταξιδιών και θαυμάτων. Δεν υπάρχει λόγος να απαριθμήσω συνολικά την πορεία του Ζυγομαλά εδώ, προφανώς. Το πέρασμα του από διάφορα στερεώματα λειτούργησε πάντοτε με συνεκτικό στοιχείο την ομορφιά. Αυτή ήταν, θαρρώ, η πυξίδα του, ο γνώμονας που καθόριζε την πορεία της πλεύσης του. Στο διηνεκές.

Θραύσματα αυτής της διαδρομής άλλωστε, έχουν ήδη εξιστορηθεί από τον ίδιο τον δρώντα. Και οπωσδήποτε από την πλευρά μου, άνετα θα παρέπεμπα στο έντονα προσωπικό βιβλίο του. Με τον εύγλωττα ακέραιο τίτλο «Η μπαλάντα της Πλατείας». Εκεί, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, αποχαιρετά συντρόφισσες και συντρόφους. Και συνομιλεί με τις εποχές του, απρόσκοπτα. Διαβάζοντας το, είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για ένα κύκνειο άσμα. Όχι όμως, υπό τη μορφή κάποιου είδους απολογισμού, μα απεναντίας, ως σπονδή που στηρίζεται στη μεστότητα του μύθου. Και των πολλαπλών επιπέδων πραγματικότητας που εμπεριέχει αυτός. Μια ενοποίηση που στέκει ως απολύτως ενδεικτική της σχέσης του ως συγγραφέα, με την ίδια την έννοια της ομορφιάς. Και το πως αυτή μετουσιώνεται σε συναίσθηση και εμπειρία. Μέσα από την κατάβαση, στον αέναο κύκλο των σφαιρών.

Η άδολη προσφορά του Χρήστου δεν περιορίζεται στις σχετιζόμενες με τις τέχνες παρουσίες του. Πηγάζει σθεναρά από μια βαθύτερη, ανήσυχη φλόγα που περιεργάζεται το ύφος του δασκάλου, υιοθετώντας τον άσπιλο σαρκασμό του μαθητή. Οι συνθήκες αυτής της ενότητας στέκονται στον πυρήνα των έργων που αφιέρωσε σε αυτή την ύπαρξη. Ατέρμονα εκρηκτικές, ήσαν. Σαν ανατροπή που εκτυλίσσεται.

Δε θα ήθελα πάντως, να αποτολμήσω μια σκιαγράφηση που θα παραπέμπει σε αγιογραφία, ούτε σε χρονικό μιας περιοχής. Είναι δεδομένο ότι βρεθήκαμε και συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Είναι επίσης, δεδομένο ότι κι αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μέρος της προαναφερθείσας συνέχειας. Το να τοποθετήσω όμως, το Χρήστο αυστηρά σε αυτό το πλαίσιο, θα αποστερούσε κομμάτι της δέουσας προσοχής. Η οποία θα όφειλε, αντιθέτως να επικεντρωθεί στο ιδιαίτερο και μοναδικά αποκαλυπτικό ύφος του, που είναι ολότελα εμφανές στα δημιουργήματα του. Είτε πρόκειται για λέξεις, είτε για ήχους, είτε ακόμα και για εικόνες. Είναι παρούσες και θα είναι, εσαεί. Όντας κληροδοτήματά του στο Επέκεινα.

Έχω την αίσθηση πως η έσχατη συνάντηση μου με αυτόν, ήταν ενδεικτική της ζεστασιάς που τον συνόδευε. Απόρροια, ενδεχομένως της ένθερμης φύσης του. Μα και των εμπειριών που είχε συλλέξει, κατεβαίνοντας. Η ολοκληρωμένη ηχώ των επιτευγμάτων του λοιπόν, είναι η αγάπη. Η αγάπη με την οποία περιέβαλλε τις οντότητες. Η γλυκύτητα την οποία επέδειξε απέναντι στα σημαίνοντα.

Είναι ηγεμονικά αξιοσημείωτο: κάποιες περιπλανήσεις, ενώ εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, εν τέλει συγκλίνουν αρμονικά, απολήγοντας στην αβίαστη ταύτιση. Ταύτιση που απομακρύνεται από την προσκόλληση, επιλέγοντας αντιθέτως, το μονοπάτι των αισθητικών- και όχι μόνο- συγγενειών. Σε αυτό το πλαίσιο θα αποτιμούσα τη σχέση μου με τον Χρήστο. Και τη βαθιά εκτίμηση που τρέφω για το σύνολο του έργου του. Έτσι λοιπόν, δε θα έλεγα πως η θλίψη αποτελεί το κυρίαρχο συναίσθημα μου, απέναντι στο γεγονός αυτής της αναχώρησης. Είναι το χαμόγελο του χαιρετισμού, που θερμαίνει την αύρα της απογείωσης. Ως συνέχεια της πληρότητας. Σε μια διάσταση όπου διαμένουν οι εκλάμψεις μας.

Κάπως έτσι λοιπόν, ο Χρήστος Ζυγομαλάς το επέλεξε συνειδητά: στήριξε την υπόθεση του στο τίποτα. Παραμένοντας αναλλοίωτα αιχμηρός, στο μονοπάτι που διένυσε. Εκεί, όπου η σκιά γίνεται φως. Ολόψυχα τον ευχαριστώ, για αυτές- μα και για άλλες- αποδράσεις.


# Επισυνάπτω κάποιες κυκλοφορίες του, ενδεικτικά:

«Πολιτεία», self- released, 1981

«Άσπρο- Μαύρο», self- released, 1984

«Απ’ τη Σμύρνη Στην Αθήνα», Molon Lave

Και, πέρα από κάποιες από τις μουσικές του κυκλοφορίες που παρατέθηκαν ως άνω, προσθέτω εδώ και κάποια από τα βιβλία του. Ας τονιστεί όμως ότι πρόκειται για κάποια εξ αυτών και ουχί για συνολική εργογραφία. Η συνεισφορά του στις underground εκδοτικές απόπειρες είναι ανώφελο να αποτιμηθεί, εδώ. Ιδού, λοιπόν:

«Cantos Desperados», αυτοέκδοση, 2011

«Η Μπαλάντα της Πλατείας», Ρενιέρη, 2018

«Η Μυγοσκοτώστρα», Bibliotheque, 2019

Giorgos Kanavos

Καζαμίας 2019 (Γενάρης – Απρίλης)

Γενάρης

Ξεκίνημα από ένα σημείο που δεν είναι ποτέ αφετηριακό. Νέα αρχή, όχι σε όλα, αλλά σε κάποια τουλάχιστον, στα μουσικά ας πούμε. Το μόνιμο άγχος της αναγνώρισης μέσα στο χάος θα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση για την γκάμα των δημιουργών που θεωρούν ότι οτιδήποτε βγάζουν είναι άξιο κυκλοφορίας προς τα έξω, για όλ@ς δηλαδή, σήμερα! Για παράδειγμα, οι MMD παρουσιάζουν τέλη Γενάρη στο γνωστό ναό την τελευταία τους δουλειά που ανάθεμα κι αν ακούστηκε πουθενά από τον Σεπτέμβρη που κυκλοφόρησε. Μπας και περίμενε όλος ο κόσμος την προβολή της ταινίας που αυτή η μουσική, ζωντανά παιγμένη, φτιάχτηκε για να συνοδεύει;! Θα δείξει.

Πάντως, την ίδια σχεδόν, ημέρα κυκλοφορεί το πρώτο soundtrack που έχει την σφραγίδα του James Holden για το πολιτικό και άκρως ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ “A Cambodian Spring”. Άραγε, την ιστορία που διαπραγματεύεται το φιλμ αυτό την είδαμε ποτέ στις ειδήσεις; Επίσης, προς τα τέλη Γενάρη κυκλοφορεί νέο άλμπουμ από τον Jay Glass Dubs στην Bokeh Versions και ακολουθεί το πρώτο διαθέσιμο κομμάτι του:

 
 
 

Φλεβάρης

Μετά το άπλωμα των πλάνων και τον αρχικό ενθουσιασμό έρχεται η πραγματικότητα. Οι διαψεύσεις βέβαια, έχουν πάντα καλοκαιρινό χρώμα, οπότε είναι ακόμη νωρίς για να τα βάψουμε μαύρα ή λευκά, αν προτιμάτε την αντιστροφή της γνωστής ποιήτριας. Μαύρο βέβαια, θα ντύνει τις επικείμενες εμφανίσεις των Slapshot σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με την πρωτοτυπία ότι άλλοι διοργανωτές κινούν τα ηνία της πρώτης εμφάνισης και άλλοι της δεύτερης! Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει κάποιο θέμα με την μπάντα, γιατί ο Choke – ο τραγουδιστής της ντε- και το μόνο μέλος από την αρχική σύνθεση τους, δεν έχει και την καλύτερη φήμη ως ο ψυχραιμότερος (βλ. κυνηγητό σε ναζί, χώσιμο σε κατάληψη που φιλοξενήθηκε για ένα live στην Αγγλία και πολλά άλλα). Λογικά και το νέο άλμπουμ του Evan Caminiti των Barn Owl θα έχει το σκουράκι του κι αυτό, αλλά σε εντελώς άλλο μήκος κύματος. Επίσης, οι Xiu Xiu, ο Bob Mould και οι Teeth Of The Sea θα προσπαθήσουν να δώσουν περισσότερους χρωματισμούς κι ένα ενδιαφέρον στο μήνα με τις νέες τους δουλειές γιατί έρχεται και η άνοιξη! Πριν κλείσει ο μήνας, θα βγει στις οθόνες και η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν Der Goldene Handshuh, οπότε όλα καλά!

 

 

Μάρτης

Αφήστε τα ζώδια, γιατί ο πιο ανορθόδοξος μήνας βρήκε μάλλον, το άλμπουμ που θα τον εκφράσει. Οι Snapped Ankles βγάζουν την πρώτη μέρα του μήνα το νέο τους πόνημα και το μοναδικό δείγμα που έχουμε εύκαιρο είναι καλούτσικο για τα δικά μας στάνταρ και αριστουργηματικό για αυτά που μας έχει συνηθίσει η Βρετανία εδώ και πολλά χρόνια! Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Helado Negro από το άγνωστο πουθενά και οι Lambchop από το γνωστό παντού κάνουν ήπια την μετάβαση στην καλοκαιρία που, κάποια στιγμή, θα έρθει κι αυτή. Συναυλιακά ο μήνας ξεκινά με δύο εμφανίσεις των Sad Lovers & The Giants στο γνωστό υπόγειο των Εξαρχείων και η ελπίδα να ξεφύγουν λίγο από την προβλεψιμότητα των συνομήλικων τους σχημάτων που ζουν μια νέα εφηβεία αυτή την εποχή μένει να πεθάνει τελευταία!

 

Απρίλης

Οι πτήσεις πάνω από την Ευρώπη με μπαγκάζια μουσικά όργανα, όλο και θα πληθαίνουν. Το Borderline, που διοργανώνει η φιλόπτωχος εταιρία που δεν αφήνει τίποτα άστεγο, θα δώσει ένα άλλο χρώμα στα μουσικά της πόλης. Ακραιφνής πειραματισμός θα φέρει σε αμηχανία mainstream μουσικούς συντάκτες που προμηθεύθηκαν προσκλήσεις για την κάλυψη του φεστιβάλ. Κάπως έτσι, αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είναι για τα εν λόγω άτομα, όχι μόνο να φτάνουν νωρίς στην ώρα τους για να δουν τα αποκαλούμενα “support”, αλλά να πρέπει να μένουν μέχρι τέλους σε συναυλία που όχι μόνο δεν έχει κιθάρες, αλλά ούτε καν μελωδίες! Έλεος κάπου!

Έχουμε και την δύσμοιρη την Record Store Day προς το τέλος του μήνα που αντί να αναβιώσει την αγάπη μας προς το βινύλιο θα αποτελέσει την ταφόπλακα του. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων συναντά την μανία της κατανάλωσης και το νόημα κάπου αναζητείται στο μεράκι κάποιων μικρών που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα ως παιχνίδι με την κλασσική έννοια και όχι ως παιχνίδι στις πλάτες άλλων, μουσικών ή μουσικόφιλων! Τον δυναμικό δίσκο του μήνα μη ξεχάσουμε: Jaws – The Ceiling 5.4!

 

 

January

A beginning from a point that is hardly ever a starting point. New start, not in everything, but just in some, let’s say in music. The constant anxiety of recognition within the chaos will be continued with unbearable intensity for the music producers who believe that everything they write is worthy of public release, and that applies to all of them! For example, MMD are presenting at the end of January at the known Temple their latest work which wasn’t heard almost anywhere since September when it was officially released. Was it because everyone was waiting for the screening of the film which this album was made to accompany? We’ll see. However, almost on the same day, the first soundtrack bearing James Holden’s signature will be released. It’s the musical score composed for “A Cambodian Spring”, a political documentary, painting the picture of story which no media ever covered! There is also a new release from Jay Glass Dubs on Bokeh Visions coming up on late January and here is its first song.

February

After the unveiling of the plans and the initial enthusiasm, here comes reality. Disenchantment always has a summer shade on it, so it is still early for black and white predictions. Eventually, though, black will be the colour to characterise the two upcoming Slapshot gigs in Athens and Thessaloniki with the novelty that this time it will not be the same organising company responsible for making both concerts happen. Let’s hope that no problemwil occur because of that since Choke, the singer of the band and the only remaining original member, is not exactly the calmest guy, rumour has it (see a hunting down on nazis, an argument with a British squat which was meant to accommodate them among others). Logically, Evan Caminiti’s new album will have its own dark aesthetics but in a totally different and unique way. We‘ll also have new releases from Bob Mould, Xiu Xiu and Teeth Of The Sea that will show us more colours and a whole fresh interest in new music as spring prevails. Before this month ends, Fatih Akin’s new film, called Der Goldene Handshuh, will be released,so everything will be fine!

March

Don’t listen what the zodiac signs tell us, as the album to signify the most unorthodox month has been found. On the first day of March, Snapped Ankles release their new work and the only sneak peek available, is simply good for our standards and a masterpiece for the ones that Britain usually has presented it us with during the past years! On the other side of the ocean, Helado Negro hailing from the unknown and Lambchop from the known, make a smooth transition towards summer which won’t be far for long. This month has also two Sad Lovers and Giants concerts in store for us at the famous basement in Exarheia with the hope that they‘ll avoid the predictability of a revisited adolescence that other bands of their era seem to have dived into.

April

Flights above Europe with luggage full of instruments will be more and more frequent. Borderline festival, which is held by the well known philanthropist company, will give a whole new colour in the music affairs of the city. Acute experimentalism will bring about confusion and puzzlement to mainstream music columnists who already got the necessary passes to cover the fest. And this will prove how difficult it will be for these columnists who not only must not be late and catch the opening support acts, but also to see this through and stay till the very end of these concerts that not only lack guitars but melodies too!

We also have this miserable Record Store Day at the end of this month who instead of reviving our love towards vinyl, it will be its gravestone. The fetishising of products meets the mania of consumption and the whole meaning of this may only be found among the persistent love of some small record lovers who face this subject as a game with its classic notion and not as a game on the backs of others, musicians or music lovers.Let’s also not forget the dynamic album of the month: Jaws – The Ceiling 5.4!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

The shape of dark to come in 2019

Κάπου έχουν ήδη στολίσει γιορτινά κάθε πρόσοψη κτιρίου, τα φώτα αναβοσβήνουν σε έναν άγνωστο ρυθμό και οι ευχές ετοιμάζονται να εκτοξευθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως και κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάπου, όχι όμως εδώ, καθώς ψάχνουμε στα σκοτάδια κάτι που να φωτίσει την επόμενη μέρα. Ούτε ιερό, ούτε όσιο σε αυτή την διαδικασία της αναζήτησης, παρά μόνο μια δίψα για την δύναμη που, ενώ απορρέει από το σκότος, αποβαίνει λυτρωτική και οξυγονούχα. Αν δεν το καταλάβατε, μιλάμε για την μουσική που θα έρθει με το νέο έτος για να αποτελέσει, όχι απλώς ένα όνομα ή τίτλο, αλλά κάτι το σωτήριο που θα μας γεμίσει ενθουσιασμό. Προβλέψεις δεν κάνουμε, απλώς υποθέσεις, οπότε ας δούμε τι ξεχωρίζει ως τώρα από την μεριά των σκοτεινών ακουσμάτων που είναι να μας χτυπήσουν την πόρτα ως άλλοι μάγοι με τα δώρα.

Το μυστήριο με τους Boy Harsher μένει να συνεχιστεί, καθώς και με το νέο τους άσμα-προπομπό του Careful που θα βγει αρχές Φλεβάρη, νιώθεις ότι αυτό που ακούς δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα σου γεννά μέσα σου έναν εθισμό! Στον ήχο, στη φωνή, στο ρυθμό και στα κενά που συγκολλούν τα πάντα σφιχτά σαν να ήταν κλειστά μάτια στο σκοτάδι.

 

 

Ο περίεργος αυτός τύπος που κρατά στα χέρια του τις τύχες ενός από τα πιο πρωτοποριακά label στο σύγχρονο ήχο, έχει έτοιμο το επόμενο του χτύπημα ως Croatian Amor. Όπως αναμενόταν, το πρώτο δείγμα συσκοτίζει αυτό που μπορούμε να περιμένουμε από το σύνολο των νέων του συνθέσεων, αν και η συνεισφορά της τραγουδίστριας των HTRK, μόνο ως ελπιδοφόρο στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί. Αν του χρόνου τέτοια εποχή, το Isa βρίσκεται στις λίστες με τα καλύτερα του 2019 μην εκπλαγείτε και μη ξεχάσετε ποιος το πρόβλεψε πρώτος!

 

 

Ναι, υπάρχει το παρελθόν που πολλές φορές καλύτερα να το αφήνεις εκεί που ήταν και υπάρχει το παρόν που δυσκολεύεται να βρει μια θέση να βολευτεί. Ασχέτως του κανόνα, η Cosey Fanni Tutti των ύψιστων Throbbing Gristle μάλλον ετοιμάζει μια έκπληξη. Το Tutti αναμένεται να είναι η εξαίρεση στις ζόμπι κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων της Mute με βάση και αυτό που ακούμε στο πρώτο σύντομο δείγμα του επερχόμενου δίσκου.

 

 

Δεν έχουμε όμως, μόνο αυτά τα ονόματα. Υπάρχουν οι HTRK, οι Second Still, ο Siavash Amini με τον Matt Finney και τόσα άλλα που πιθανόν αγνοούμε την ύπαρξη τους και που ετοιμάζονται να εμπλουτίσουν το επόμενο έτος με νέα αναζωογονητικά άλμπουμ. Αμήν!

 

Somewhere they have already decorated festive the façade of every building, the lights flash at an unknown rhythm and wishes are ready to be launched as it happens every year. Somewhere, but not here, as weare looking for something in the darkness, something to illuminate next day. There is nothing sacred in this process, but the thirst for a specific power that, although it issues from gloom, it turns out redeeming. In case you didn’t get it, we are talking about music which will be released next year, so as toconstitute not only a name or a title but something that will bring us enthusiasm.We don’t make forecasts, just assumptions, whereat lets see what stands outuntil now, from the dark stuff to come in 2019.

The mystery with Boy Harsher goes on as the new song of their upcoming album Careful which will be out on February, makes you feel that you don’t listen something original, but at the same time it sounds so addictive like the rest of their work! In sound, in voice, in rhythm and in between the gaps that splice, everything as if they were eyes closed in the dark.

This strange guy who holds in his hands one of the most innovative labels in contemporary music, has a new album as Croatian Amor coming up on January. As it was expected, the first available song obfuscates what is there to come as a whole, although the contribution of HTRK’s singer is a promising one. If next year, this time of season, Isa is in the lists of the greatest albums of 2019, don’t be surprised and remember who predicted that first!

Yes, there is the past that in many cases it is better to be left where it was and there is the present that finds it difficult toplace itself. Regardless of the rule, Cosey Fanni Tutti of the mighty Throbbing Gristle may prepare a surprise for us. Tuttiis expected to be the exception among the zombie releases of Mute the last fewyears, as we can tell, by listening the first sample of it.

Besides all that we have HTRK, Second Still, Siavash Amini with Matt Finney and many others, which we may ignore, that they areready to fill next year with refreshing albums. Amen!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Wolves In The Throne Room

Diadem Of 12 Stars (Vendlus Records, 2006)

Αν το demo κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία κάθε μπάντας ως το απαύγασμα ενός ακατέργαστου ενθουσιασμού που με τα χρόνια θα υποστεί τη ζύμωση και την εκλέπτυνση που απαιτείται για να “αποδειχθεί” η καλλιτεχνική αξία των δημιουργών του, τότε η πρώτη full length κυκλοφορία δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο αναφοράς στο οποίο πάντοτε θα επιστρέφει ο ακροατής.

Στην περίπτωση των WITTR, τη θέση αυτή κατέχει το Diadem Of 12 Stars τόσο επάξια και διακριτά που ενδεχομένως η εισαγωγή να περιττεύει. Μια νεοφερμένη τότε μπάντα εισέρχεται στη black metal σκηνή της Αμερικής, με ξεκάθαρη πρόθεση να διακριθεί από την ωμότητα που καθιέρωσε το είδος στη μαμά Νορβηγία. Μέσα σε τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις, τα “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars”, συνολικής διάρκειας μίας ώρας, οι WITTR αναμειγνύουν doom ριφάκια με φολκ ιντερλούδια, γυναικεία μελωδικά φωνητικά με σπουδές στο growling, τον δοκιμασμένο πειραματισμό μπαντών όπως οι Εmperor και οι Enslaved και με τη δική τους συνθετική φαρέτρα. Ειδικά κατά τη διάρκεια του εξαιρετικού, κατ’ εμέ, δεύτερου μέρους του “Face in a Night Time Mirror”, η έξαψη που δημιουργείται στον ακροατή είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την ήδη δεκαετή πορεία της μπάντας που έχει ήδη αποδειχθεί αντίστοιχα πολυεπίπεδη και εξελίξιμη.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

Η βροχή που πέφτει στην αρχή του δίσκου είναι σαν να εγκυμονεί το πρόσφορο έδαφος που άφησε το ντεμπούτο της μπάντας. Όπως πάντα κάθε γέννα κουβαλά την απόλυτη ελπίδα για αυτό που θα γεννηθεί, και το Two Hunters είναι η απόδειξη ότι το απόλυτο έργο ενός ονόματος δεν χρειάζεται πολλά χρόνια για να κυοφορηθεί. Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή το πού παραπέμπει κάτι και ας απολαύσουμε έναν δίσκο ανεπιτήδευτα άρτιο από όλες τις απόψεις.

Μια απίστευτη ισορροπία τέμνει τα μελωδικά μέρη με τα άγρια, κάνοντας τα θέματα να φτιάχτηκαν για να παίζουν αέναα σε έναν άλλο κόσμο. Μόνο που ο κόσμος του Two Hunters όσο γήινος στην αίσθησή του κι αν προσλαμβάνεται, άλλο τόσο απόκοσμος είναι. Ανήκει αλλού, στο επέκεινα, σε μια ουτοπία που φοβόμαστε, γιατί χρειάζεται θάρρος να την αγγίξουμε. Για αυτό οφείλουμε να διαβούμε τα ωμά και σκληρά του ίχνη, ώστε ακολουθώντας την καταστροφή να χτίσουμε κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι στίχοι που κλείνουν το άλμπουμ… “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Black Cascade (Southern Lord, 2009)

Για τους WITTR το black metal είναι η ωδή στην καταιγίδα και στο σκοτάδι που καλύπτει τα πυκνά δάση, δίπλα σε θάλασσες και ωκεανούς. Στο τρίτο άλμπουμ τους Black Cascade κυριαρχεί η σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, σε απόλυτη αισθητική αρμονία με τις μορφές που απεικονίζονται στο εξώφυλλο. Πριν ηχήσει η πρώτη νότα ακούς τον ήχο της βροχής και μπαίνεις κατευθείαν στην κατανυκτική και μυστικιστική ατμόσφαιρα των Λύκων. Κι αρχίζει αμέσως μετά, ο ηχητικός καταιγισμός ήχων απλών, ωμών και απογυμνωμένων από κάθε τι περιττό.

Τα drums του Aaron Weaver δίνουν τον ρυθμό, τα synthesizer εισβάλλουν στη μέση του “Wanderer Above the Sea of Fog”, οι κιθάρες δίνουν την απαραίτητη ένταση, ενώ η φωνή του Nathan Weaver προσδίδει στο τραγούδι απόκοσμες διαστάσεις. Και νιώθεις το σκοτάδι να σε αγκαλιάζει μελωδικά, την ιδιαίτερη πινελιά των WITTR, που προσδίδει στη black metal μουσική τη μεγαλοπρέπεια που της αξίζει. Το “Ex Cathedra” δηλώνει ακριβώς αυτήν τη μεγαλοπρέπεια χωρίς την υπεροψία και την επιβολή εξουσίας που δείχνει ο τίτλος, ενώ το “Ahrimanic Trance” ξεκινά δυναμικά και καταλήγει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να ξεθωριάζουν οι κιθάρες σταδιακά, σαν να ξεφτίζουν. Ζεστό συναίσθημα σε κρύο μέταλλο η αίσθηση που δημιουργεί το “Crystal Ammunition”, στοιχειωμένες μελωδικές κραυγές που αναδεικνύουν την ομορφιά της αγριότητας ή την αγριάδα της ομορφιάς.

Ακόμα κι αν κυκλοφόρησε μετά το υπέροχο Two Hunters, το Black Cascade έχει τη δική του σκοτεινή γοητεία.

 

 

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage (Southern Lord, 2011)

Αν και τόσο χρονικά όσο και δημιουργικά βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, μεταξύ των δύο πυλώνων Two Hunters και Celestite –κάτι που μου έφερε στο μυαλό εικόνες από τα δυο επιβλητικά αγάλματα των βασιλιάδων της Gondor (για τους γνώστες του κόσμου του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, Argonath)– το Celestial Lineage καταφέρνει να κάνει τον ανυποψίαστο ακροατή να κοντοσταθεί. Ισορροπώντας μεταξύ των πιο “εμπορικών” riff του Two Hunters και την υποβλητική dark ambience του Celestite, ο εν λόγω δίσκος ξεκινά με αλλόκοσμα, κατανυκτικά γυναικεία φωνητικά που σε παρασύρουν σε μια θύελλα εναλλαγών μεταξύ δυνατού μπλακ μέταλ και καθαρτήριων διαλειμμάτων, αφήνοντας κάθε φορά μια αίσθηση καταιγίδας που κόπασε. Το ύφος αυτό συμπυκνώνεται στο “Astral Blood”, το κορυφαίο, ίσως, κομμάτι αυτού του δίσκου, τα ήρεμα σημεία του οποίου είναι απλώς αποχαυνωτικά.

Στο νοητό timeline πάνω στο οποίο καρφιτσώνονται αυτά τα τρία album, ο ακροατής καλείται να διαβάσει τα ίχνη της δημιουργικής πορείας του συγκροτήματος. Ίσως το Celestial Lineage να μην είναι ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι WITTR σε σύγκριση με τα εκατέρωθεν άλμπουμ, τουλάχιστον κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, μα αξίζει να ακουστεί ως το αποτύπωμα της μετάβασης από τις κιθάρες στα synth. Από το πιο “καθαρό” στο πιο ατμοσφαιρικό/πειραματικό μπλακ.

 

 

phren

Celestite (Artemisia Records, 2014)

Ήρθε κάποτε η ώρα γι’ αυτήν την παράξενη αγέλη να πάψει να κοιτά ολόγυρα τα δάση, να υψώσει το κεφάλι και να κοιτάξει προς τον ουρανό. Κι ενώ η εξερεύνηση είχε ήδη ξεκινήσει 3 χρόνια πριν με όρους σύνθεσης των παραδοσιακών black και των space στοιχείων, το Celestite σηματοδότησε την ολική εγκατάλειψη όχι μόνο της black αλλά και της κιθαριστικής φόρμας συνολικά. Οι WITTR το είχαν πει καθαρά τότε: το Celestite θα αποτελούσε ένα πείραμα και τη συνέχεια/συμπληρωματική ματιά πάνω στο Celestial Lineage, ένα είδος αδερφικού άλμπουμ. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, όμως, πολλοί metal fan βιάστηκαν να απογοητευτούν, ως και να πανικοβληθούν.

Τα αναλογικά synth που ντύνουν τις, ως επί το πλείστον, μακροσκελείς συνθέσεις χαράζουν μια ευθεία γραμμή με τα ’70s και τη μεγάλη κληρονομιά των Tangerine Dream και των space rock ατενίσεων μάλλον, παρά με την ambient/electronica, σε μια λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της. Τα παραμορφωμένα drone ταυτόχρονα αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση των καταβολών της μπάντας και του γεγονότος ότι, ναι, κάπως, κάπου στο βάθος χτυπάει μια black metal καρδιά. Το Celestite δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ, αλλά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι εμπλουτίζει σημαντικά την προσωπική μυθολογία των WITTR, κι αν το τοποθετήσει κανείς στο σύνολο της δισκογραφίας τους, πιθανόν θα του μοιάζει σαν τη Μεγάλη Κόκκινη Κηλίδα στην επιφάνεια του πλανήτη Δία – η μικρή σε κλίμακα απόκλιση από την κανονικότητα, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο και χαράζεται στο μυαλό του παρατηρητή.

 

 

Antonis Kalamoutsos


Diadem Of 12 Stars

If it were to be said that a demo holds a separate post in each band’s discography – being the result of raw enthusiasm that is set to be processed and refined through the course of years so as to stand as evidence of its creators’ artistic value – then it goes without saying that each band’s first full length release stands as the reference mark for the listener to return to.

In the case of Wolves In The Throne Room, it is Diadem Of 12 Stars that holds that position in such a worthy and distinct manner that perhaps an introduction was poorly needed. A then newcomer in America’s black metal scene, WITTR came out with a clear intent to distinguish themselves from the absolute crudeness that the kind’s homeland, Norway, introduced. The album’s four lengthy compositions “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars” manage, within a total duration of an hour, to mix doom riffs with folk interludes, melodic female vocals with a study on growling, the already established experimentation of band such as Emperor and Enslaved with WITTR’s own compositional quiver. Especially during the, in my opinion, exquisite second half of “Face in a Night Time Mirror”, the excitement created is such that one cannot but foresee the long-lasting presence of the band which has proven to be equally multilayered and evolving.

Viktoria L.

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

The rain that’s pouring down at the beginning of the album seems to be utilizing the fertile ground of the band’s debut. As always, a birth holds an absolute hope regarding that which is to be born. Baring that in mind Two Hunters proves us that the most distinct work of a band needn’t wait many years to come to life. Let us all forget for a second whatever references there may be involved and just enjoy an album that is unintentionally even in every way.

An incredible balance intersects the melodic parts from the raw ones making each composition seem like it’s destined to be incessantly played in another world. However, even though the world of Two Hunters feels so close to heart, it is equally outlandish. It belongs in another land, the land beyond, a eutopia that scares us because it needs a display of courage on our part. This is why we must follow its raw and tough tracks in order to build of the existing destruction just like the closing lyrics of the album suggest…. “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

Black Cascade

For Wolves in the Throne Room, black metal is the ode to the storm and the darkness, that covers the dense forests, next to seas and oceans. Their third album, Black Cascade, is dominated by darkness and claustrophobic atmosphere, in complete aesthetic harmony with the figures depicted on the cover. Even before the music begins, you can hear the sound of pouring rain and so you are entering directly into the devilish and mystical atmosphere of the Wolves. And it begins immediately, the sound burst of simple and raw sounds, stripped of everything that is unnecessary.

Aaron Weaver’s drums are setting the rhythm, the synthesizers invade in the middle of “Wanderer Above the Sea of ​​Fog,” the guitars are giving the necessary intensity, while Nathan Weaver’s voice gives the song a mysterious dimension. You can feel the darkness embracing you, the special touch of WITTR, which gives black metal music the grandiosity it deserves. “Ex Cathedra” reveals that sense of magnificence and dominion, free from arrogance, while “Ahrimanic Trance” starts dynamically and ends in a special way, as if the guitars were fading away gradually, as if they were breaking off. The sensation “Crystal Ammunition” leaves you with, is similar to that of the warmness embracing a cold metal· haunted melodic cries highlighting the beauty of savagery or the wildness of beauty.

Even though it was released after the superior Two Hunters, Black Cascade has its own dark charm.

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage

Although both chronologically and creatively Celestial Lineage finds itself among the two pillars of the band, named Two Hunters and Celestite – something that brought to mind images and visions of the two imposing statues at the borders of Gondor (to those familiar with the Lord of the Rings, the “Argonath”) – and succeeds in luring in its audience. Balancing between the more “commercial” riffs of Two Hunters and the evocative dark ambience that Celestite conjures, this album begins with enticingly eerie female vocals that swoosh you in a hurricane of interchanging black metal and cathartic intermissions, leaving each time a feeling or an image of a receding storm. The essence of all these is captured in “Astral Blood”, maybe the best track in this album, the calm/clean parts of which are simply captivating.

Through the mental timeline on which these albums are pinned, the listener can follow the trace of the creative process of the band. It may be the case that Celestial Lineage is not the best weapon in the WITTR’s inventory, at least according to the writer’s humble opinion, but it’s worth a listen as the footprint of the transition from guitar-dominated sounds to a more synth-endorsing sonic exploration. From norm-abiding black metal to the realms of atmospheric/experimental black metal.

phren

Celestite

There came finally a time for this strange wolf pack to stop wandering in the woods, to raise their heads and gaze at the skies. And while this new exploration had already begun 3 years before this, in terms of combining traditional black metal and space elements, Celestite signaled the detachment from all extreme – and generally guitar oriented – musical forms. WITTR had stated clearly that this album would be just an experiment, a sequel and an addition to Celestial Lineage, as a kind of a sibling. Despite the warnings, black metal purists were disappointed, panicked even.

A detail of great significance is that the analogue synths that dress the lengthy compositions draw a straight line with the ’70s and the great heritage of Tangerine Dream and other space rock observations of that era, rather than with ambient/electronica. At the same time, distorted guitar drones are there to remind the band’s origins and the fact that somehow, somewhere in the deep there’s a black metal heart beating. Celestite is not a truly exceptional album, but it is of great special interest and it enriches the personal mythology of WITTR significantly. And if it is to be appreciated relatively with their entire discography, it looks like that Giant Red Spot in Jupiter’s surface – the short scale divergence from normality that characterises the whole and is being intensively carved in the beholder’s mind.

Antonis Kalamoutsos