Rediscovering Mika Vainio

Ο θάνατος είναι απόλυτος. Αποκόβει την επαφή με το οτιδήποτε. Ό,τι αφήνει πίσω κάποι@ κουλουριάζεται και αν το αξίζει, θα λυθεί προς τα έξω με έναν τρόπο σχεδόν εξωπραγματικό. Δηλαδή, μπορεί να μην υπάρχει εν ζωή, αλλά το έργο του βαδίζει την δική του πορεία αναπνέοντας ακόμη. Εδώ και λίγες ημέρες ο Mika Vainio δεν ζει. Έχασε αναπάντεχα τη ζωή του όντας πενήντα τεσσάρων χρονών σε ένα άγνωστο δυστύχημα στη Γαλλία. Μετά την είδηση πολύς κόσμος από τον χώρο της ηλεκτρονικής και πειραματικής μουσικής σκηνής εκδήλωσε έναν απεριόριστο σεβασμό για το πρόσωπο του MV καθώς και για το έργο του. Ακολουθώντας όλα αυτά τα σχόλια, τα αφιερώματα και τα βίντεο, ήρθα αντιμέτωπος με ένα πρωτόγνωρο συγκινησιακό φορτίο ως μουσικόφιλος. Η μουσική του, σε ένα μέρος της οποίας είχα εντρυφήσει, καθώς μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο κυκλοφοριών και συνεργασιών, αποκτούσε μυθικά χαρακτηριστικά. Σαν η ίδια να με έσπρωχνε να ακούσω ολοένα και περισσότερα έργα του, κάνοντας στην άκρη οποιαδήποτε άλλη μουσική θα μπορούσε να παιχτεί δίπλα της. Ουσιαστικά δεν μπορούσα να ακούσω κάτι άλλο αυτές τις βδομάδες, οπότε σχεδόν αυτόματα προχώρησα στην ανακάλυψη δουλειών του που αγνοούσα και με άφησαν εντυπωσιασμένο.

Γιατί όλο αυτό με τον συγκεκριμένο; Πέρυσι έγινε μόδα να τιμούνται μουσικοί μεγάλου βεληνεκούς που έχαναν την ζωή τους, παντού η συγκίνηση περίσσευε και το παρελθόν ήταν πανταχού παρόν, δικαίως ή αδίκως. Τι το διαφορετικό έχει όμως η περίπτωση αυτού του θανάτου που με ώθησε στον προαναφερόμενο δρόμο; Μιλάμε για ένα όνομα το οποίο δεν πήρε ούτε ένα RIP από τα ημεδαπά μουσικά μέσα, δεν φλέρταρε ποτέ με την εμπορική επιτυχία και δεν αυτοπροβλήθηκε ποτέ ως πρωτοπόρος στη μουσική (αν και ήταν). Κανένα hype λοιπόν, παρά μόνο το έργο του το οποίο ορθώθηκε αυτές τις μέρες στεντόρειο. Ένα έργο πολυδαίδαλο στο οποίο δύσκολα απομονώνεις το minimal, το techno, το ambient, τον θόρυβο ή την electronica από ένα αόρατο νήμα που τα συνέχει όλα. Μοιάζει σαν ένα σύμπαν όπου οι πλανήτες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά το ίδιο σχήμα, την ίδια ζωή. Μάλιστα ο διαχωρισμός των δουλειών του σε αυτές που είχαν απλώς το όνομα του, σε αυτές που έβγαιναν με την στάμπα των Pan Sonic και αυτές που έφεραν ένα απλό Ø, μεταξύ πολλών άλλων, γινόταν με βάση πιθανόν το συναίσθημα και όχι πάνω σε μια σαφή ταξινόμηση όσον αφορά την υφή των μουσικών περιεχομένων τους.

Ο Mika Vainio ήταν πραγματικά ένας ριζοσπάστης καλλιτέχνης. Η επιλογή του ήταν να ορίσει αυτός τον δικό του δρόμο, να συνεργάζεται αποκλειστικά με ανεξάρτητα label και να διαλέγει αυτό που θέλει να κάνει, όχι να τον διαλέγουν. Θα μπορούσε να αφήσει τους πολλούς πειραματισμούς, να καταπιαστεί με κάτι το πιο εμπορικό (βλ. soundtracks γνωστών ταινιών-σήριαλ) ή έστω να κεφαλαιοποιήσει το όνομα του ως μουσικός ανανεωτής. Δεν το έκανε. Για τρεις δεκαετίες έβγαζε συνεχώς νέο υλικό, κάθε φορά επιφυλάσσοντας μια μικρή ή μεγάλη έκπληξη. Όλα αυτά τον αναδεικνύουν ως ένα παράδειγμα όχι απλώς προς μίμηση, αλλά προς την αυτομόρφωσή μας. Ένα παράδειγμα στην σύγχρονη μουσική που προχώρησε χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς όρια και χωρίς εκπτώσεις. Για αυτό και σήμερα φαντάζει τόσο εκλεκτική και καταιγιστική η δισκογραφία που άφησε πίσω του.

Μπάμπης Κολτράνης

Τραγούδια με τον ίδιο σκοπό no2

 Σε συνέχεια του προηγούμενου επεισοδίου παρουσιάζουμε σήμερα άλλα τρία παραδείγματα στα οποία τα κομμάτια δυο σχημάτων (όλων αλλοδαπών αυτήν τη φορά) μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό. Τυχαία; Ας το δούμε…

 Υπάρχουν μπάντες που ευνοήθηκαν από τον ρου της ιστορίας και σίγουρα οι Foo Fighters είναι μια από αυτές. Μετά τον χαμό του Kurt Cobain όλα τα φώτα έπεσαν στη νέα μπάντα του Dave Grohl. Στο δεύτερο τους δίσκο, οι Foo Fighters έγραψαν ένα σουξέ που άξιζε το θόρυβο συνοδευόμενο από ένα υπερβολικά καλοστημένο βίντεο. Την ίδια περίοδο, μια άλλη αμερικάνικη μπάντα παρομοίου ύφους με μια δυνατή δισκογραφία από πίσω της, οι Samiam, έβγαζε το You Are Freaking Me Out για το οποίο η εταιρία είχε μεγάλες προσδοκίες ότι θα πουλήσει λόγω του γενικότερου κλίματος της τότε εποχής που ευνοούσε το μελωδικό punk rock είδος. Το “Factory” που βρίσκεται σε αυτόν το δίσκο μοιάζει τόσο πολύ με το “Everlong”, σε θέμα βασικού ριφ, ρεφρέν-ξεσπάσματος και γέφυρας-ανάσας, ώστε ακόμη και οι ειδήμονες έψαχναν να βρουν τότε ποιο βγήκε πρώτο σε συναυλιακή έκδοση και επηρέασε το άλλο. Δισκογραφικά οι δυο κυκλοφορίες απείχαν χρονικά μόνο δυο βδομάδες!

 Στο επόμενο παράδειγμα τα πράγματα ως προς το ποιος επηρέασε ποιον είναι ξεκάθαρα. Από την μια έχουμε το υπέρ-κομμάτι “Sometimes” των My Bloody Valentine που ξανακούστηκε ευρέως όταν και χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Lost In Translation. Από την άλλη έχουμε το “Disarm” των Smashing Pumpkins που βγήκε κάποια χρόνια μετά και θυμίζει αρκετά το προαναφερόμενο άσμα – πλέον σε pop μορφή με ελαφρώς πιο γρήγορο τέμπο. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιο από τα δυο κομμάτια έκανε επιτυχία και επίσης ποιο ακούγεται μέχρι και σήμερα φρέσκο και ταυτόχρονα κλασσικό.

 Ακόμη πιο ξεκάθαρο είναι το τελευταίο παράδειγμα μας όπου όχι μόνο υπάρχουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ των δυο συνθέσεων, αλλά ουσιαστικά μιλάμε για μια σύνθεση που εκτελέστηκε από διαφορετικές μπάντες. Υπερβολή; Αν βάλουμε το “Quiet” των This Will Destroy You από το ντεμπούτο τους, το οποίο κλείνει τα δέκα χρόνια γλυκιάς τυραννίας του εγκεφάλου μας, δίπλα στο “The Half-World” του The Best Pessimist, μια αμηχανία ως προς την πρωτοτυπία του τελευταίου θα την νιώσουμε. Βέβαια τον αδικεί η συγκεκριμένη σύγκριση, μιας και ο δίσκος του αξίζει και με το παραπάνω αρκετές ακροάσεις, αλλά μάλλον επηρεάστηκε από την πρακτική της κλοπής πνευματικών δικαιωμάτων που είναι τόσο διαδεδομένη στην Ανατολική Ευρώπη και λογικά και στην Ουκρανία από όπου κατάγεται.

Μπάμπης Κολτράνης

Τραγούδια με τον ίδιο σκοπό (ελληνική βερσιόν)

 

 Τι είναι η έμπνευση; Κάποια αόρατα ψήγματα τυχαίων σκέψεων που ωθούν απρόσκλητες ιδέες να σου πουν “γεια, ήρθαμε!”. Μετέπειτα ο δρόμος της υποκειμενικότητας είναι είτε ανηφορικός και ενίοτε απροσπέλαστος, είτε κατηφορικός και αίσιος. Ποτέ όμως ίσιος, γιατί μια ισόπεδη διάβαση παραπέμπει σε κάτι νορμάλ και όταν η έμπνευση σου χτυπά την πόρτα, τίποτα δεν μοιάζει κανονικό. Είναι, όμως, δυνατόν αυτή ανάδειξη των μη-κανονικών στιγμών ενός ατόμου να προσεγγίζει ή ακόμη και να ταυτίζεται με ενός άλλου ομοιοπαθούντος; Η απάντηση είναι θετική και εκτός από την θεωρία πιθανοτήτων στηρίζεται και στα ήδη υπάρχοντα παραδείγματα. Ας δούμε κάποια από αυτά λοιπόν…

α.

 Υπάρχει ένα τρανό παράδειγμα στην ελληνική ροκ δισκογραφία που είναι τόσο γνωστό, οπότε δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Πέρα όμως από το “Damaged Goods” των Gang Of Four που στην ελληνική βερσιόν του διαθέτει τη βαριά Θεσσαλονικιώτικη προφορά του ερμηνευτή του που εκφράζει μια πηγαία διάθεση περιπλάνησης ανά την Ευρώπη, υπάρχει ένα άλλο άσμα από μια συγγενική-συμπολίτισσα μπάντα, όχι τόσο γνωστό και κάπως ξεχασμένο. Μιλάμε για τον Ναυαγό των Ξύλινων Σπαθιών το οποίο θυμίζει αρκετά το “The Overload” των Talking Heads του 1980. Για την ακρίβεια ο νους πάει άνετα στο “κακό” μιας και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Παυλίδης και η παρέα του είχαν ακούσει , ή ακόμη και λιώσει, στα νιάτα τους τον συγκεκριμένο δίσκο της νεοϋορκέζικης ιστορικής μπάντας. Τα ρεφρέν απλώς διαφέρουν, τα κουπλέ, το τέμπο και οι ατμόσφαιρες είναι όλα ίδια και απαράμιλλα, οπότε εδώ είναι που αναδεικνύεται ο όρος της δανεισμένης έμπνευσης!

β.

 Τι γίνεται όμως όταν υπάρχει η βεβαιότητα ότι τα δυο εν συγκρίση κομμάτια, λόγω απήχησης των δυο αντίστοιχων σχημάτων, δεν έχουν ποτέ συνδιαλλαχτεί μεταξύ τους; Οι Ωχρά Σπειροχαίτη στο δεύτερο τους δίσκο του 2002 έχουν στην αρχή το ποιητικό “Φωνές Από Άχυρο” το οποίο παραπέμπει άμεσα στο “Ghost Kanal” που βρίσκεται στο ντεμπούτο των Σκωτσέζων Fiend του 1997. Πραγματικά είναι τέτοια η ομοιότητα των δύο συνθέσεων που διαθέτουν ακριβώς τα ίδια ακόρντα και ταχύτητα, όπου η μόνη διαφοροποίηση είναι στο δυνατό ρεφρέν και το απίστευτο ψυχεδελικό ρεφρέν που διαθέτει ως μπόνους το “Ghost Kanal”! Αυτή η τυχαία ομοιότητα ξεπερνά για λίγο την άλλη ομοιότητα του τραγουδιού “Περιθώριο” των Ωχρά με το άσμα γνωστού Γιαπωνέζου μουσικού -αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

γ.

Τέλος, εισερχόμαστε στην κατηγορία των υποψήφιων σουξέ. Εκεί κι αν έχουμε δει ομοιότητες σε κομμάτια (άτιμε Φοίβο-Καρβέλα). Στα δικά μας όμως έχουμε ένα τραγούδι των Film που δικαίως προβλήθηκε ως το δυνατό τους κομμάτι. Θυμίζει πάντως αρκετά ένα underground χιτάκι των Denali που βγήκε αρχές zeros. Φαντάζει λογικό όταν μια μπάντα σύγχρονου ροκ διαθέτει γυναικεία φωνητικά να δίνει μια βαρύτητα στο μινόρε και πραγματικά ακούγοντας και τα δυο κομμάτια καταλαβαίνεις πώς μια απλή μελωδία απλώνεται από μια αμερικάνικη μπάντα που δεν φοβάται να δώσει τρία κλικ παραπάνω συναίσθημα και πώς μια αντίστοιχη ημεδαπή συγκρατείται στην απλή καταγραφή της έμπνευσης της.

Μπάμπης Κολτράνης

 

Στέρεο Νόβα – Κύκλοτρον

stereo_noba_-_kuklotron.againstthesilence

Δεν ήταν τίποτα τυχαίο. Βραδινές σκιές σε αργή ταχύτητα, λέξεις στο περιθώριο, πελώρια κτίρια, ήχοι, παντού ήχοι. Στάθηκαν οι τρεις τους στο εδώ και αναρωτήθηκαν για το προς τα πού. Έκλεισαν τα μάτια και βάδισαν βλέποντας πιο καθαρά από ποτέ. Κάτι έμεινε τελικά από όλα αυτά. Υπήρξε τελικά, ίσως να υπήρχε και από πάντα.

Δύναμη Β-Δ-Π.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Ministry – In Case You Didn’t Feel Like Showing Up

MINISTRY.live.againstthesilence 

  Σωριάστηκε στον καναπέ των καμαρινιών προσπαθώντας να διώξει παράταιρες σκέψεις. Το μόνο που άφηνε να αιωρείται ήταν η πεποίθηση ότι αυτήν τη στιγμή ήταν η πιο βαριά μπάντα του πλανήτη και ότι είχαν ακόμη να παίξουν πιο ακραία στο μέλλον. Κοίταξε γύρω του με θολωμένο βλέμμα. Ένα μάτσο τρελοί με περίεργες κομμώσεις και ακόμη πιο περίεργα μουσικά γούστα άραζαν πριν τη συναυλία. Τους περίμενε ένα συρματόπλεγμα που θα τους χώριζε από τον κόσμο που θα ερχόταν, εικόνες στο βάθος ενός κόσμου σε σήψη και ένα σύνολο κομματιών που θα μπορούσαν να επιταχύνουν την καθολική κατάρρευση του. Σηκώθηκε και τους έκανε νεύμα να ανέβουν στη σκηνή. Θα έπαιζαν σαν να είναι η τελευταία συναυλία που θα έδιναν ποτέ, σαν να είναι η τελευταία νύχτα αυτού του κόσμου.

Μπάμπης Κολτράνης

ΜΟΥΣΙΚΟΦΙΛΙΑ/ΜΟΥΣΙΚΟΛΑΓΝΕΙΑ

“The music you listen to becomes the soundtrack of your life”

Michael Bloomfield, από συνέντευξη που δόθηκε στις 13Φεβρουαρίου 1981, δύο ημέρες πριν βρεθεί νεκρός από υπερβολική δόση

«Οι βιβλιόφιλοι (όχι οι βιβλιολάγνοι) διαπιστώνουν με τα χρόνια ότι όλο και λιγότερα από τα βιβλία τους σημαίνουν πραγματικά κάτι γι’ αυτούς. Όταν συναισθανόμαστε πόσο εφήμερη είναι η αγάπη μας για τα περισσότερα βιβλία που μας άρεσαν, καταλαβαίνουμε καλύτερα τι χρωστάμε σ’ εκείνα τα λίγα άλλα που θέλουμε ακόμα να μας συντροφεύουν. Η βιβλιοθήκη του ώριμου φιλαναγνώστη δεν θα έπρεπε να γεμίζει, αλλά να αδειάζει»

Δημοσθένης Κούρτοβικ,«Βιβλιοθήκες», Αντιλεξικό Νεοελληνικής Χρηστομάθειας

Θυμάμαι έναν συμφοιτητή μου,κάπου δώδεκα χρόνια πριν – εποχή που τα κατεβασάδικα ήταν ακόμα σε πολύ πρώιμο τεχνολογικό στάδιο, και δεν υπήρχε καν YouTube – όταν μέσω γνωστού (μέσω ενός άλλου γνωστού, μέσω ενός παράλλου γνωστού, ad nauseam, όπως κάθε αξιοπρεπής αστικός μύθος) απέκτησε μια δισκέτα που είχε μέσα ένα αρχείο Excel, στα κελιά του οποίου ήταν γραμμένα ονόματα συγκροτημάτων,με τους τίτλους των δίσκων τους στο αντίστοιχο διπλανό κελί. Υποτίθεται ότι αφού θα σημείωνε με κάποιο τρόπο τα συγκροτήματα και τους δίσκους που ήθελε, θα επέστρεφε τη δισκέτα, και ο γνωστός γνωστού θα αντέγραφε τους δίσκους (ή όπως λέγαμε τότε, θα τους έκαιγε σε cd) έναντι κάποιας μικρής αμοιβής. Μιλάμε για εκατοντάδες ονόματα και τίτλους, απ’ τους οποίους δεν είδα παρά μόνο μερικές δεκάδες, σ’ ένα βιαστικό σκρολάρισμα, το οποίο με έπεισε ότι πρώτον, το εύρος επιλογών ήταν υπερβολικό, άρα υπερβολικά τυχαίο ως προς το αν εντέλει θα μου άρεσε ή όχι ένα συγκρότημα ή ένας δίσκος, που πρακτικά σήμαινε ότι δεν ήξερα τι να διαλέξω, και δεύτερον – ως άμεση απόρροια του πρώτου –  αν επιχειρούσα την σωρηδόν προμήθεια αντιγραμμένων cd, το πλήθος τους θα ήταν αποτρεπτικό ως προς το ουσιαστικό άκουσμα και την αξιολόγηση της κάθε δουλειάς ξεχωριστά. Ο συμφοιτητής μου, πάντως, ξεχώρισε γύρω στους τριακόσιους τίτλους ∙ ουδέποτε έμαθα αν τους προμηθεύτηκε, λίγο αργότερα χώρισαν οι δρόμοι μας, άνευ επεισοδίων μεν, αλλά με οριστική ψύχρανση των σχέσεων μας.

Φέρνω στον νου μου κι έναν άλλο φίλο μου, που συλλέγει βινύλια περίπου τριάντα χρόνια τώρα. Οι γνωστοί γνωστών κυκλοφορούσαν κάποτε μια φήμη για το άτομο του, σύμφωνα με την οποία όταν σπούδαζε στο εξωτερικό, εξοικονομούσε χρήματα για τις βινυλιακές του εξορμήσεις αποφεύγοντας να φάει. Ο ίδιος απέκλεισε οποιοδήποτε ψήγμα αλήθειες στην φήμη αυτή ∙ ωστόσο, παρά την πλούσια συλλογή του, δεν θυμάμαι ποτέ να τον είδα να αγοράζει ή να προμηθεύεται κάποιον δίσκο που δεν του προξενούσε ενδιαφέρον. Δεν θα έπαιρνε κάτι μόνο και μόνο για να το έχει, ή για να συμπληρώσει κάποια δισκογραφία, ή επειδή κάποια στιγμή θα γινόταν – τεχνητά ή πραγματικά – σπάνιο κομμάτι.

Για τις προηγούμενες γενιές των ανθρώπων του 20ου αιώνα, η μουσική που άκουγες – ή που έπαιζες –ήταν κάτι πολύ περισσότερο από το soundtrack, το μουσικό χαλί που έπαιζε στο βάθος καθώς προχωρούσε ο βίος ∙ η μουσική χρησίμευε κι ως δηλωτικό του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του ακροατή, αλλά κι ως σταθερό σημείο αναφοράς για μια ευρύτερη στάση ζωής – κι ήταν και τότε βασικές οι διαφορές μεταξύ των μουσικόφιλων και των αλεξιπτωτιστών του εκάστοτε μουσικού ρεύματος, δηλωτικού μιας συγκεκριμένης ηλικιακής περιόδου, που θα μετατρεπόταν σε ανάμνηση αλλοτινών καιρών καθώς ερχόταν η ωριμότητα της ηλικίας. Ακόμη και σήμερα, που η διάχυση των διαφόρων μουσικών σε ευρύτερο καταναλωτικό ακροατήριο έχει αποδεσμεύσει τις μουσικές από διάφορα προκαθορισμένα – σε παλιότερες εποχές – πρότυπα συμπεριφοράς (αλλά και εξωτερικής εμφάνισης), ο μουσικόφιλος διαφέρει δομικά από τον μουσικολάγνο (κατά τα πρότυπα του βιβλιολάγνου στο παραπάνω απόσπασμα του Κούρτοβικ): ο μουσικόφιλος δεν ετεροκαθορίζεται από την μουσική που ακούει ∙ ο μουσικόφιλος δίνει ο ίδιος νόημα στα ακούσματα του –αυτή είναι και η ουσία του εκάστοτε “soundtrack of your life”. Ο μουσικολάγνος απλά συσσωρεύει πράγματα, δίσκους, cd, κασέτες, λατρεύοντας και εμμένοντας, επί της ουσίας, σ’ ένα πουκάμισο αδειανό, σ’ έναν διαρκή ετεροκαθορισμό που ορίζεται από την επιφάνεια, κι όχι από την ουσία που περικλείεται μέσα στα πράγματα, αδυνατώντας να διαπιστώσει, ή να παραδεχτεί, το γεγονός ότι κάθε τι υφίσταται και διαμορφώνεται υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ιστορικές,κοινωνικές, ή οποιεσδήποτε άλλες – κι ότι είναι εξίσου θεμιτό ενίοτε να αλλάζουν κι οι νοοτροπίες με την παρέλευση των συνθηκών, ή ότι η εμμονή σε καταστάσεις και πράγματα που έχουν απέλθει, ενίοτε αντί να αναδεικνύει την αξία τους, στο τέλος τα ευτελίζει. Ή, εξίσου συχνά, λειτουργεί ως τέλεια δικαιολογία για τον συντηρητισμό ενός ένδοξου παρελθόντος και μιας αυτοεκπληρούμενης παρακμής.

ΑΤΜ

ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ

(…) Εάν θες να κάνεις συμβόλαιο με τον διάολο, πρώτα θα κόψεις τα νύχια σου όσο πιο κοντά μπορείς. Πάρε ένα κόκκαλο από μαύρη γάτα και μια κιθάρα, και πήγαινε τα μεσάνυχτα σε μια απόμερη διχάλα των δρόμων. Κάτσε εκεί και παίξε το καλύτερο σου κομμάτι, και καθώς παίζεις,να σκέφτεσαι τον διάολο και να εύχεσαι να φανεί. Όπως θα περνάει η ώρα, θ’ακούς μουσική, στην αρχή μόλις που θα ακούγεται, αλλά μετά θα δυναμώνει όλο και πιο πολύ με το που θα πλησιάζει ο μουσικός κοντά σ’ εσένα. Μη γυρίσεις να κοιτάξεις, απλά συνέχισε να παίζεις την κιθάρα σου. Ο μουσικός, άφαντος για εσένα, θα έρθει και θα κάτσει στο πλάι σου, και θα παίξει μουσική μαζί μ’ εσένα.Μετά από λίγη ώρα, θα νιώσεις κάτι να τραβάει το όργανο απ’ τα χέρια σου. Μην προσπαθήσεις να το κρατήσεις. Άσε τον διάολο να το πάρει, και συνέχισε να κουνάς τα δάχτυλα σου λες κι ακόμη κρατάς την κιθάρα. Τότε ο διάολος θα σου δώσει το δικό του όργανο να παίξεις, και θα σε συνοδέψει παίζοντας με το δικό σου. Αφού το κάνει αυτό για λίγη ώρα, θα σου γραπώσει τα χέρια και θα σου κόψει τα νύχια μέχρι να ματώσουν ∙ μετά θα πάρει πίσω την κιθάρα του και θα σου δώσει πίσω τη δικιά σου. Μη σταματήσεις να παίζεις ∙ και μη γυρίσεις να κοιτάξεις. Η μουσική του θ’ ακούγεται όλο και πιο αχνά καθώς εκείνος θ’ απομακρύνεται. Όταν δεν θ’ ακούγεται τίποτα, τότε μπορείς να γυρίσεις σπίτι σου. Θα μπορείς να παίξεις όποιο κομμάτι θέλεις στην κιθάρα, και να κάνεις οτιδήποτε επιθυμείς στον κόσμο τούτο ∙ αλλά θα έχεις πουλήσει την αιώνια ψυχή σου στον διάολο, και στην άλλη ζωή θα του ανήκεις (…)*

Newbell NilesPuckett, Folk Beliefs of the SouthernNegro 

Όποιος θέλει να μάθει να παίζει καλά τη λύρα, πηγαίνει κατά τα μεσάνυχτα σ’ ένα έρημο σταυροδρόμι, κι εκεί χαράζει κάτω στη γης με μαυρομάνικο μαχαίρι ένα γύρο, και μπαίνει μέσα και κάθεται και παίζει. Σε λίγο έρχονται απ’ ολού θες νεράιδες και τον τριγυρίζουν. Ο σκοπός των δεν είναι καλός, γιατί θέλουν να τον πατάξουν. Μα αφού δεν μπορούν να μπουν στο γύρο που’ ναι χαραγμένος με μαυρομάνικο μαχαίρι, κοιτάζουν με κάθε τρόπο να τον ξεπλανέψουν και να τον τραβήξουν όξω. Και του λένε γλυκά λόγια και όμορφα τραγούδια και του κάνουν χίλια δυο τσακίσματα, μα κείνος, αν είναι φρόνιμος,κάνει πέτρα την καρδιά κι εξακολουθεί να παίζει ατάραχα τη λύρα.

«Μα δεν την ξέρεις» του λένε, σαν ιδούν πως πάν’ τα πλανέματα τους στα χαμένα ∙ «τι την παίζεις και χάνεις κόπο;» «Έτσι την έμαθα, έτσι την παίζω» τους αποκρίνεται ο λυράρης ∙ «τι σαςεγνοιάζει;» «Μπα, τίποτε» του λεν ∙ «μόνο, αν θέλεις, σε μαθαίνομε να παίζεις λύρα μια φορά, λύρα που να χορεύγουνε κι οι πέτρες». Και τον παρακαλούν να βγει από το γύρο. Κείνος δεν τις ακούει. Ύστερα από πολλά, του ζητούν μόνο τη λύρα.Ο λυράρης τη δίνει, μόνο φυλάγεται μη βγάλει όξω από το γύρω το χέρι του ή άλλο μέρος από το σώμα του, γιατί ζουγλαίνεται ή κόβεται. Παίρνει τότε μια νεράιδα τη λύρα, την παίζει λίγες στιγμές με πολλή τέχνη, και του τη δίνει ύστερα πάλι με δυσαρέσκεια και του λέγει: «Πάρε την, εσύ δε μας πιστεύεις. Να βγεις έξω,και μεις θα σου μάθομε».

Μόνο ο λυράρης, τίποτες ∙ δεν ακούει,και αρχίζει πάλι να παίζει τη λύρα του άτεχνα. Οι νεράιδες, που θέλουν κάτι να τον βλάψουν, κάνουν πολλές φορές το ίδιο με τη λύρα, για να γελαστεί καμιά φορά να βγάλει παραέξω το χέρι του. Στο τέλος, όταν κράξει ο πετεινός, για να μη τις βρει η ημέρα, του ζητούν να τους δώσει ένα,  ό, τι κι αν είναι, για να τον μάθουν. Κι εκείνος βγάζει την άκρη από το μικρό του δαχτύλι, και το κόβουν αμέσως οι νεράιδες. Όμως δεν τον γελούν, παρά σε λίγη στιγμή τον μαθαίνουν να παίζει σαν κι αυτές, και ύστερα χάνονται.

Για εκείνο ένας καλός λυράρης, άμα τον παινούν πως έχει καλές κοντυλιές, λέγει καμιά φορά: «Αμ’ ίντα θαρρείτε; Εγώ τη λύρα την έμαθα στο σταυροδρόμι».

Παραδοσιακό Κάτω Μεσσαράς Κρήτης (Νικόλαου Γ. Πολίτη, Παραδόσεις)

(…) Ο Van Gennep έδειξε ότι όλες οι τελετές μετάβασης διακρίνονται από τρεις φάσεις: τον αποχωρισμό, την μεθόριο (ή limen) και το συνολικό αποτέλεσμα.Η πρώτη φάση του αποχωρισμού περιλαμβάνει συμβολικές συμπεριφορές που δηλώνουν την αποδέσμευση του ατόμου ή της ομάδας είτε από ένα προγενέστερο σταθερό σημείο στην κοινωνική δομή, είτε από ένα σύνολο πολιτισμικών συνθηκών (μιας«κατάστασης») ∙ κατά τη διάρκεια της ενδιάμεσης μεθοριακής περιόδου, η κατάσταση του τελετουργικού υποκειμένου (του «διαβαίνοντος») είναι ασαφής –διασχίζει μια περιοχή που έχει ελάχιστα, ή και κανένα απολύτως, από τα χαρακτηριστικά του παρελθόντος ή της επερχόμενης κατάστασης ∙ στην τρίτη φάση,η μετάβαση ολοκληρώνεται. Το τελετουργικό υποκείμενο, ως άτομο ή ως ομάδα,βρίσκεται και πάλι σε μια σταθερή κατάσταση, χάρη στην οποία έχει αποκτήσει δικαιώματα και υποχρεώσεις σαφή καθορισμένου και «δομικού» τύπου, και αναμένεται να συμπεριφερθεί σύμφωνα με ορισμένες εθιμικές νόρμες και ηθικά πρότυπα*.

Victor W.Turner, Betwixt and Between: The LiminalPeriod in Rites de Passage

*Μετάφραση από το αγγλικό πρωτότυπο: ΑΤΜ.