Live Slowdive/Afformance

 Ας προσπεράσω τον τυπικό πρόλογο που συνδέει ψυχογεωγραφικά μια συναυλία με τον τόπο διεξαγωγής της, αν και η Αθήνα τη συγκεκριμένη βραδιά που μας ήρθαν οι Slowdive είχε κάτι το όμορφα αδιευκρίνιστο στην ατμόσφαιρά της. Τουτέστιν, ήταν όλα ιδανικά για να ξεκινήσει η φετινή συναυλιακή σεζόν. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα που κάνει την αρχή είναι η συγκεκριμένη. Πρόσφατα είχα γράψει για το νέο τους άλμπουμ και όχι μόνο, οπότε φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να γράψω κάτι παραπάνω για να σας βάλω στο κλίμα. Ταυτόχρονα ηχούσαν στα αυτιά μου οι θετικότατες εντυπώσεις που άφησαν πέρσι με τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ εκεί στα παράλια της Αττικής, οπότε εγώ ο αλλεργικός με τα τυχάρπαστα συναυλιακά γεγονότα τέτοιου είδους δεν είχα πλέον καμία δικαιολογία για να τους χάσω.

 Η πρώτη εντύπωσή μου φτάνοντας στο Fuzz ήταν ότι είχε πολύ κόσμο και μάλιστα αρκετή πιτσιρικαρία. Ίσως για κάποι@ ελιτιστ@ς αυτό να θεωρείται αρνητικό γεγονός, αλλά ασχέτως αν ο περισσότερος ή έστω κάποιος κόσμος τούς έμαθε από το ραδιόφωνο που παίζει τα νέα τους χιτάκια (κι όμως ναι), ή τους ανακάλυψε φέτος καθώς όλα τα μουσικά μέσα παγκοσμίως εκθείασαν το πρόσφατό τους άλμπουμ, μια πετυχημένη εμπορικά συναυλία τέτοιου είδους είναι ένα θετικό γεγονός για όλ@ς και από όλες τις απόψεις. Εξάλλου, το Ρόδον στις συναυλίες των dEUS πχ, το γέμιζαν μόνο ψαγμένα τυπάκια της τότε εποχής; Δεν νομίζω.

 Τη συναυλία άνοιξαν οι Αθηναίοι Afformance και για μισή ώρα κέρδισαν την αποδοχή του κόσμου που ήδη είχε μπει σε μεγάλο βαθμό και στον χώρο, αλλά και στο κλίμα της βραδιάς. Δικαίως συνέβη αυτό καθώς το καλογυαλισμένο post rock των Afformance συμβιώνει άνετα με τον σκοτεινό και ατμοσφαιρικό ήχο των Slowdive. “Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα” ήδη από την αρχή της βραδιάς λοιπόν, ασχέτως αν τυπάκια όπως εγώ δεν συγκινούμαστε πλέον με ένα απλώς καλοπαιγμένο και λυρικότατο post rock, αλλά ζητάμε και το κάτι (σχεδόν αγεωγράφητο) παραπάνω. Όσο για τα νέα τους κομμάτια που θα συμπεριληφθούν στα δύο, ζωή να ‘χουνε, νέα τους άλμπουμ, θύμισαν αυτά του προκάτοχου τους, αλλά σίγουρα θέλω να τα ακούσω πιο προσεκτικά, γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασαν.

 Για αυτές τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γραφτούν πολλές αράδες με βάση την εμπειρία που ζήσαμε απολαμβάνοντας τους Slowdive. Για ενενήντα λεπτά και περίπου από την αρχή της εμφάνισης τους, κατάφεραν να παίζουν άρπα με τις ευαίσθητες χορδές μας. Δεν νομίζω να ήμουν μόνο εγώ που βούρκωσα σε καναδύο κομμάτια, προφανώς παλιά, δείγμα του ότι έβγαλαν ένα πάθος ανόθευτο. Ήταν σαν μια μπάντα να απαιτεί αυτό που δεν της δόθηκε στα ντουζένια της και εν τέλει να το παίρνει δικαιωματικά. Το θέμα δεν ήταν μόνο οι φοβερές και τόσο λιτές συνθέσεις τους, κάτι το οποίο γνωρίζαμε μια χαρά, αλλά η ενέργεια που μας μετέδωσαν. Κάτι σαν να ακούγαμε πρώτη φορά τα μελλοντικά αγαπημένα μας κομμάτια! Μπορεί το κόστος της ενέργειας αυτής να ήταν κάποια φάλτσα της Rachel Ann Goswell και ένα-δύο χαμένα ακόρντα στο διάστημα, αλλά δεν νομίζω να ενοχλήθηκε κάποι@ από τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, να σημειώσω ότι ο κόσμος βοήθησε στο όλο τελετουργικό, μιας και σπάνισε το άσχετο κουβεντολόι γύρω μας (μια φορά έκανα παρατήρηση στους δίπλα μου και αυτοί μετά από λίγο σιωπηλοί μετέβησαν πιο μπροστά για να ζήσουν από πιο κοντά τη συναυλία!). Τα σμάρτφον δεν κατέκλυσαν τη θέα και τα σφυρίγματα που θυμίζουν Κυριακή στο χωριό το Πάσχα όπως έτσι ξαφνικά εμφανιζόντουσαν, με τον ίδιο τρόπο αφανιζόντουσαν στη γλυκιά οχλοβοή της βραδιάς.

 Επιστρέφοντας στην ίδια την μπάντα, θετική έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή να παίξουν ένα δύσκολο συναυλιακά κομμάτι όπως το “Dagger”, αν και γενικά το να μιλήσουμε για το setlist θα ήταν κάτι το περιττό, καθώς ό,τι και να έπαιζαν πάλι στο τέλος η ίδια μαγεία θα έμενε. Μάλιστα τα τέσσερα καλύτερα νέα κομμάτια από το άνισο τελευταίο τους άλμπουμ που έπαιξαν, κράτησαν μια ισορροπία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, με την έννοια ότι δεν βγήκαν απλώς να μας θυμίσουν τα παλιά τους μεγαλεία. Το βασικό νόημα είναι ότι τα μεγαλεία τους ως μπάντα, μάλλον τα ζουν σήμερα, με τη γενικότερη αποδοχή που έχουν κερδίσει. Αυτή η συναυλία πιθανόν πριν από δύο δεκαετίες να μάζευε ελάχιστο κόσμο, αλλά τώρα ήταν το “the place to be” ακόμη και για κόσμο που δεν κατάφερε τελικά να είναι εκεί. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας πάντως, οι Slowdive παραμένουν μια μπάντα χαμηλών τόνων με μουσική που δεν φτιάχτηκε για να πουληθεί σε πρώτη φάση, αλλά για να μας ωθήσει σε αργές βουτιές μέσα της, όσο σκοτεινός κι ας είναι ο βυθός της. Και κατ’ οίκον κατά μόνας και με παρέα σε συναυλίες όπως η συγκεκριμένη.

Μπάμπης Κολτράνης

Tropic Of Cancer – Live At Jazz Cafe

 Κάθε συναίσθημα αποζητά την ένταση της στιγμής. Εκείνης της μικρής τελείας που ανοίγει σαν χαράδρα για να καταπιεί τον μέλλοντα χρόνο. Στο τέλος μια σιωπή θυμίζει τον ήχο των αναμνήσεων. Οι λέξεις απολιθώνονται. Τα συμβάντα αλλοιώνονται στη μνήμη. Στη θερινή μοναξιά μας αναζητούμε ένα μέρος για να χωρέσουν όλα αυτά. Πρέπει να το βρούμε κάνοντας πέρα ό,τι δεν είμαστε εμείς. Η μουσική θα βοηθήσει και εδώ, όπως στα πάντα, όπως παντού.

Μπάμπης Κολτράνης

Sunny Day Real Estate – Live

 Ξημέρωσε νωρίς. Το φως απέξω τον ξύπνησε πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι. Για μια στιγμή, η ησυχία στο σπίτι του φάνηκε αιώνια. Σηκώθηκε, έκανε ό,τι ήταν να κάνει και βγήκε έξω χωρίς να κλειδώσει. Απέναντι από την εξώπορτα της πολυκατοικίας βρισκόταν ο κάδος απορριμμάτων της γειτονιάς. Αφήνοντας τη μικρή του πλαστική σακούλα, του φάνηκε ότι είδε κάτι γνώριμο παραπεταμένο στα σκουπίδια. Ήταν ένας μισοσκισμένος ταχυδρομικός φάκελος με την κλασσική μπλε γραμμή με τα δικά του γράμματα πάνω! Δίπλα είχε ένα φτηνό κολιέ με ένα μονόγραμμα πάνω. Παραδίπλα ένα βιβλίο με μια τσάκιση στην αρχή του. Ούτε το γράμμα είχε διαβαστεί, ούτε το κολιέ είχε φορεθεί και όπως φαινόταν ούτε το βιβλίο είχε διαβαστεί ολόκληρο.

 Πάγωσε, αν και δεν έκανε ψύχρα. Σκέφτηκε να τα μαζέψει, αλλά πιάνοντάς τα για δεύτερη φορά πια στα χέρια του, ένιωσε ένα ασήκωτο βάρος. Πριν γυρίσει την ελαφρώς σκυμμένη πλάτη του, είδε μια μικρή κούτα γεμάτη κασέτες και σιντί. Ο γραφικός χαρακτήρας πάνω στις ράχες τους ήταν δικός του. Έπιασε την κασέτα που βρισκόταν πάνω πάνω. Έγραφε Sunny Day Real Estate – Live στην επικεφαλίδα. Άνοιξε την πλαστική θήκη της και είδε τους σχεδόν δικούς του τίτλους… “Every Shining Time You Arrive”, “Song About An Angel”, “Circles”, “J’Nuh” και πάει λέγοντας. Ήταν ολοφάνερο ότι η κασέτα είχε παιχτεί αρκετές φορές, λογικά μέχρι τέλους. Την έβαλε βιαστικά στην τσέπη του. Πάλι θα αργούσε στη δουλειά.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Rediscovering Mika Vainio

Ο θάνατος είναι απόλυτος. Αποκόβει την επαφή με το οτιδήποτε. Ό,τι αφήνει πίσω κάποι@ κουλουριάζεται και αν το αξίζει, θα λυθεί προς τα έξω με έναν τρόπο σχεδόν εξωπραγματικό. Δηλαδή, μπορεί να μην υπάρχει εν ζωή, αλλά το έργο του βαδίζει την δική του πορεία αναπνέοντας ακόμη. Εδώ και λίγες ημέρες ο Mika Vainio δεν ζει. Έχασε αναπάντεχα τη ζωή του όντας πενήντα τεσσάρων χρονών σε ένα άγνωστο δυστύχημα στη Γαλλία. Μετά την είδηση πολύς κόσμος από τον χώρο της ηλεκτρονικής και πειραματικής μουσικής σκηνής εκδήλωσε έναν απεριόριστο σεβασμό για το πρόσωπο του MV καθώς και για το έργο του. Ακολουθώντας όλα αυτά τα σχόλια, τα αφιερώματα και τα βίντεο, ήρθα αντιμέτωπος με ένα πρωτόγνωρο συγκινησιακό φορτίο ως μουσικόφιλος. Η μουσική του, σε ένα μέρος της οποίας είχα εντρυφήσει, καθώς μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο κυκλοφοριών και συνεργασιών, αποκτούσε μυθικά χαρακτηριστικά. Σαν η ίδια να με έσπρωχνε να ακούσω ολοένα και περισσότερα έργα του, κάνοντας στην άκρη οποιαδήποτε άλλη μουσική θα μπορούσε να παιχτεί δίπλα της. Ουσιαστικά δεν μπορούσα να ακούσω κάτι άλλο αυτές τις βδομάδες, οπότε σχεδόν αυτόματα προχώρησα στην ανακάλυψη δουλειών του που αγνοούσα και με άφησαν εντυπωσιασμένο.

Γιατί όλο αυτό με τον συγκεκριμένο; Πέρυσι έγινε μόδα να τιμούνται μουσικοί μεγάλου βεληνεκούς που έχαναν την ζωή τους, παντού η συγκίνηση περίσσευε και το παρελθόν ήταν πανταχού παρόν, δικαίως ή αδίκως. Τι το διαφορετικό έχει όμως η περίπτωση αυτού του θανάτου που με ώθησε στον προαναφερόμενο δρόμο; Μιλάμε για ένα όνομα το οποίο δεν πήρε ούτε ένα RIP από τα ημεδαπά μουσικά μέσα, δεν φλέρταρε ποτέ με την εμπορική επιτυχία και δεν αυτοπροβλήθηκε ποτέ ως πρωτοπόρος στη μουσική (αν και ήταν). Κανένα hype λοιπόν, παρά μόνο το έργο του το οποίο ορθώθηκε αυτές τις μέρες στεντόρειο. Ένα έργο πολυδαίδαλο στο οποίο δύσκολα απομονώνεις το minimal, το techno, το ambient, τον θόρυβο ή την electronica από ένα αόρατο νήμα που τα συνέχει όλα. Μοιάζει σαν ένα σύμπαν όπου οι πλανήτες έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, αλλά το ίδιο σχήμα, την ίδια ζωή. Μάλιστα ο διαχωρισμός των δουλειών του σε αυτές που είχαν απλώς το όνομα του, σε αυτές που έβγαιναν με την στάμπα των Pan Sonic και αυτές που έφεραν ένα απλό Ø, μεταξύ πολλών άλλων, γινόταν με βάση πιθανόν το συναίσθημα και όχι πάνω σε μια σαφή ταξινόμηση όσον αφορά την υφή των μουσικών περιεχομένων τους.

Ο Mika Vainio ήταν πραγματικά ένας ριζοσπάστης καλλιτέχνης. Η επιλογή του ήταν να ορίσει αυτός τον δικό του δρόμο, να συνεργάζεται αποκλειστικά με ανεξάρτητα label και να διαλέγει αυτό που θέλει να κάνει, όχι να τον διαλέγουν. Θα μπορούσε να αφήσει τους πολλούς πειραματισμούς, να καταπιαστεί με κάτι το πιο εμπορικό (βλ. soundtracks γνωστών ταινιών-σήριαλ) ή έστω να κεφαλαιοποιήσει το όνομα του ως μουσικός ανανεωτής. Δεν το έκανε. Για τρεις δεκαετίες έβγαζε συνεχώς νέο υλικό, κάθε φορά επιφυλάσσοντας μια μικρή ή μεγάλη έκπληξη. Όλα αυτά τον αναδεικνύουν ως ένα παράδειγμα όχι απλώς προς μίμηση, αλλά προς την αυτομόρφωσή μας. Ένα παράδειγμα στην σύγχρονη μουσική που προχώρησε χωρίς ενδοιασμούς, χωρίς όρια και χωρίς εκπτώσεις. Για αυτό και σήμερα φαντάζει τόσο εκλεκτική και καταιγιστική η δισκογραφία που άφησε πίσω του.

Μπάμπης Κολτράνης

Τραγούδια με τον ίδιο σκοπό no2

 Σε συνέχεια του προηγούμενου επεισοδίου παρουσιάζουμε σήμερα άλλα τρία παραδείγματα στα οποία τα κομμάτια δυο σχημάτων (όλων αλλοδαπών αυτήν τη φορά) μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό. Τυχαία; Ας το δούμε…

 Υπάρχουν μπάντες που ευνοήθηκαν από τον ρου της ιστορίας και σίγουρα οι Foo Fighters είναι μια από αυτές. Μετά τον χαμό του Kurt Cobain όλα τα φώτα έπεσαν στη νέα μπάντα του Dave Grohl. Στο δεύτερο τους δίσκο, οι Foo Fighters έγραψαν ένα σουξέ που άξιζε το θόρυβο συνοδευόμενο από ένα υπερβολικά καλοστημένο βίντεο. Την ίδια περίοδο, μια άλλη αμερικάνικη μπάντα παρομοίου ύφους με μια δυνατή δισκογραφία από πίσω της, οι Samiam, έβγαζε το You Are Freaking Me Out για το οποίο η εταιρία είχε μεγάλες προσδοκίες ότι θα πουλήσει λόγω του γενικότερου κλίματος της τότε εποχής που ευνοούσε το μελωδικό punk rock είδος. Το “Factory” που βρίσκεται σε αυτόν το δίσκο μοιάζει τόσο πολύ με το “Everlong”, σε θέμα βασικού ριφ, ρεφρέν-ξεσπάσματος και γέφυρας-ανάσας, ώστε ακόμη και οι ειδήμονες έψαχναν να βρουν τότε ποιο βγήκε πρώτο σε συναυλιακή έκδοση και επηρέασε το άλλο. Δισκογραφικά οι δυο κυκλοφορίες απείχαν χρονικά μόνο δυο βδομάδες!

 Στο επόμενο παράδειγμα τα πράγματα ως προς το ποιος επηρέασε ποιον είναι ξεκάθαρα. Από την μια έχουμε το υπέρ-κομμάτι “Sometimes” των My Bloody Valentine που ξανακούστηκε ευρέως όταν και χρησιμοποιήθηκε στην ταινία Lost In Translation. Από την άλλη έχουμε το “Disarm” των Smashing Pumpkins που βγήκε κάποια χρόνια μετά και θυμίζει αρκετά το προαναφερόμενο άσμα – πλέον σε pop μορφή με ελαφρώς πιο γρήγορο τέμπο. Όπως συμβαίνει σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε ποιο από τα δυο κομμάτια έκανε επιτυχία και επίσης ποιο ακούγεται μέχρι και σήμερα φρέσκο και ταυτόχρονα κλασσικό.

 Ακόμη πιο ξεκάθαρο είναι το τελευταίο παράδειγμα μας όπου όχι μόνο υπάρχουν αρκετές ομοιότητες μεταξύ των δυο συνθέσεων, αλλά ουσιαστικά μιλάμε για μια σύνθεση που εκτελέστηκε από διαφορετικές μπάντες. Υπερβολή; Αν βάλουμε το “Quiet” των This Will Destroy You από το ντεμπούτο τους, το οποίο κλείνει τα δέκα χρόνια γλυκιάς τυραννίας του εγκεφάλου μας, δίπλα στο “The Half-World” του The Best Pessimist, μια αμηχανία ως προς την πρωτοτυπία του τελευταίου θα την νιώσουμε. Βέβαια τον αδικεί η συγκεκριμένη σύγκριση, μιας και ο δίσκος του αξίζει και με το παραπάνω αρκετές ακροάσεις, αλλά μάλλον επηρεάστηκε από την πρακτική της κλοπής πνευματικών δικαιωμάτων που είναι τόσο διαδεδομένη στην Ανατολική Ευρώπη και λογικά και στην Ουκρανία από όπου κατάγεται.

Μπάμπης Κολτράνης

Τραγούδια με τον ίδιο σκοπό (ελληνική βερσιόν)

 

 Τι είναι η έμπνευση; Κάποια αόρατα ψήγματα τυχαίων σκέψεων που ωθούν απρόσκλητες ιδέες να σου πουν “γεια, ήρθαμε!”. Μετέπειτα ο δρόμος της υποκειμενικότητας είναι είτε ανηφορικός και ενίοτε απροσπέλαστος, είτε κατηφορικός και αίσιος. Ποτέ όμως ίσιος, γιατί μια ισόπεδη διάβαση παραπέμπει σε κάτι νορμάλ και όταν η έμπνευση σου χτυπά την πόρτα, τίποτα δεν μοιάζει κανονικό. Είναι, όμως, δυνατόν αυτή ανάδειξη των μη-κανονικών στιγμών ενός ατόμου να προσεγγίζει ή ακόμη και να ταυτίζεται με ενός άλλου ομοιοπαθούντος; Η απάντηση είναι θετική και εκτός από την θεωρία πιθανοτήτων στηρίζεται και στα ήδη υπάρχοντα παραδείγματα. Ας δούμε κάποια από αυτά λοιπόν…

α.

 Υπάρχει ένα τρανό παράδειγμα στην ελληνική ροκ δισκογραφία που είναι τόσο γνωστό, οπότε δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Πέρα όμως από το “Damaged Goods” των Gang Of Four που στην ελληνική βερσιόν του διαθέτει τη βαριά Θεσσαλονικιώτικη προφορά του ερμηνευτή του που εκφράζει μια πηγαία διάθεση περιπλάνησης ανά την Ευρώπη, υπάρχει ένα άλλο άσμα από μια συγγενική-συμπολίτισσα μπάντα, όχι τόσο γνωστό και κάπως ξεχασμένο. Μιλάμε για τον Ναυαγό των Ξύλινων Σπαθιών το οποίο θυμίζει αρκετά το “The Overload” των Talking Heads του 1980. Για την ακρίβεια ο νους πάει άνετα στο “κακό” μιας και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Παυλίδης και η παρέα του είχαν ακούσει , ή ακόμη και λιώσει, στα νιάτα τους τον συγκεκριμένο δίσκο της νεοϋορκέζικης ιστορικής μπάντας. Τα ρεφρέν απλώς διαφέρουν, τα κουπλέ, το τέμπο και οι ατμόσφαιρες είναι όλα ίδια και απαράμιλλα, οπότε εδώ είναι που αναδεικνύεται ο όρος της δανεισμένης έμπνευσης!

β.

 Τι γίνεται όμως όταν υπάρχει η βεβαιότητα ότι τα δυο εν συγκρίση κομμάτια, λόγω απήχησης των δυο αντίστοιχων σχημάτων, δεν έχουν ποτέ συνδιαλλαχτεί μεταξύ τους; Οι Ωχρά Σπειροχαίτη στο δεύτερο τους δίσκο του 2002 έχουν στην αρχή το ποιητικό “Φωνές Από Άχυρο” το οποίο παραπέμπει άμεσα στο “Ghost Kanal” που βρίσκεται στο ντεμπούτο των Σκωτσέζων Fiend του 1997. Πραγματικά είναι τέτοια η ομοιότητα των δύο συνθέσεων που διαθέτουν ακριβώς τα ίδια ακόρντα και ταχύτητα, όπου η μόνη διαφοροποίηση είναι στο δυνατό ρεφρέν και το απίστευτο ψυχεδελικό ρεφρέν που διαθέτει ως μπόνους το “Ghost Kanal”! Αυτή η τυχαία ομοιότητα ξεπερνά για λίγο την άλλη ομοιότητα του τραγουδιού “Περιθώριο” των Ωχρά με το άσμα γνωστού Γιαπωνέζου μουσικού -αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

γ.

Τέλος, εισερχόμαστε στην κατηγορία των υποψήφιων σουξέ. Εκεί κι αν έχουμε δει ομοιότητες σε κομμάτια (άτιμε Φοίβο-Καρβέλα). Στα δικά μας όμως έχουμε ένα τραγούδι των Film που δικαίως προβλήθηκε ως το δυνατό τους κομμάτι. Θυμίζει πάντως αρκετά ένα underground χιτάκι των Denali που βγήκε αρχές zeros. Φαντάζει λογικό όταν μια μπάντα σύγχρονου ροκ διαθέτει γυναικεία φωνητικά να δίνει μια βαρύτητα στο μινόρε και πραγματικά ακούγοντας και τα δυο κομμάτια καταλαβαίνεις πώς μια απλή μελωδία απλώνεται από μια αμερικάνικη μπάντα που δεν φοβάται να δώσει τρία κλικ παραπάνω συναίσθημα και πώς μια αντίστοιχη ημεδαπή συγκρατείται στην απλή καταγραφή της έμπνευσης της.

Μπάμπης Κολτράνης

 

Στέρεο Νόβα – Κύκλοτρον

stereo_noba_-_kuklotron.againstthesilence

Δεν ήταν τίποτα τυχαίο. Βραδινές σκιές σε αργή ταχύτητα, λέξεις στο περιθώριο, πελώρια κτίρια, ήχοι, παντού ήχοι. Στάθηκαν οι τρεις τους στο εδώ και αναρωτήθηκαν για το προς τα πού. Έκλεισαν τα μάτια και βάδισαν βλέποντας πιο καθαρά από ποτέ. Κάτι έμεινε τελικά από όλα αυτά. Υπήρξε τελικά, ίσως να υπήρχε και από πάντα.

Δύναμη Β-Δ-Π.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης