Madder Mortem Interview

Το νέο τους album Marrow ήταν η αφορμή της συζήτησης, αυτό που ο Αντώνης Καλαμούτσος και το Against the Silence δεν περίμεναν όμως ήταν το πόσο αυθόρμητη συνομιλήτρια θα αποδεικνυόταν η Agnete Kirgevaag. Χωρίς περιστροφές στα λόγια, με πάθος, χιούμορ, ειλικρίνεια και αυτοκριτική, η Agnete μιλάει για όλα, σε μια συνέντευξη γεμάτη άποψη, περηφάνια, με πολλή μουσική και πολλή λογοτεχνία!

43065896_10209493650537368_1816332379464138752_n

Agnete, καλωσόρισες στο Against the Silence! Λοιπόν, έβδομο άλμπουμ για τους Madder Mortem με το Marrow να έχει ήδη κυκλοφορήσει εδώ και λίγες μέρες κι αισθάνομαι έναν μεγάλο ενθουσιασμό γύρω του! Μπορείς να μας περιγράψεις την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα μέσα από το στρατόπεδο της μπάντας;

Κατ’ αρχάς, ευχαριστούμε πολύ που μας καλέσατε!

Λοιπόν, υπήρχε μεγάλη ανυπομονησία για αυτήν την κυκλοφορία, αφού είμαστε πολύ περήφανοι για το άλμπουμ και δεν βλέπαμε την ώρα να το μοιραστούμε με τον κόσμο. Υπάρχει πάντα και μια μικρή νευρικότητα, ξέρεις, αν θα καταλάβουν οι άνθρωποι τι θέλουμε να κάνουμε και αν θα συμφωνήσουν με τις επιλογές μας. Όταν γράφουμε ένα τραγούδι σκεφτόμαστε μόνο τη δική μας αίσθηση για αυτό, όταν είναι όμως έτοιμο να βγει στον κόσμο ευχόμαστε όπως είναι φυσικό να τύχει θετικής αποδοχής.

Με ποιους τρόπους θεωρείς ότι το Marrow διαφοροποιείται από τα προηγούμενα άλμπουμ ή προσθέτει καινούρια στοιχεία στη μουσική σας;

Περισσότερο από καθετί άλλο, στο Marrow δώσαμε μεγάλη έμφαση στην τραγουδοποιία. Αυτό υπήρχε ως φυσική διαδικασία εδώ και πολύ καιρό, αλλά αυτήν τη φορά βάλαμε πραγματικά την ιδέα πίσω από κάθε τραγούδι στη θέση του οδηγού. Κατά κάποιο τρόπο, είναι λίγο πιο απαλό από άλλα άλμπουμ που έχουμε κάνει, αλλά σίγουρα φέρνει στην επιφάνεια όλες τις αναφορές και το στιλ μας.

Από την αρχή, οι Madder Mortem ήταν πάντα πολύ δύσκολο να κατηγοριοποιηθούν, πιθανόν επηρεάζοντας αρνητικά και τις πιθανότητες για δημοφιλία. Οι νεότερες γενιές οπαδών δεν νοιάζονται όμως πολύ για τα είδη και τις ταμπέλες. Θεωρείς ότι ίσως τώρα η μουσική σας έχει περισσότερες πιθανότητες να εκτιμηθεί από ό,τι πριν από 20 χρόνια;

Σίγουρα, ναι! Σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Φαίνεται ότι η προσβασιμότητα σε κάθε είδος μουσικής που συνόδευσε την έκρηξη του διαδικτύου συνέβαλε πολύ στο να μην ασχολούνται πολύ οι ακροατές με τα είδη αλλά με το να τσεκάρουν καινούρια πράγματα. Για εμάς αυτό είναι φοβερά θετικό. Όπως είπες κι εσύ, δεν αισθανόμαστε άνετα με καμία κατηγοριοποίηση, η μουσική μας είναι μουσική που πρέπει κανείς να ακούσει για να κρίνει αν του αρέσει ή όχι. Βασικά, είναι αδύνατο να βρει κανείς τρεις εύκολες λέξεις για να περιγράψει ένα τόσο εκλεκτικό μείγμα από στιλ και διαθέσεις, νομίζω. Επιπλέον, υπάρχει ένα έντονο progressive κύμα αυτήν τη στιγμή τόσο στο metal όσο και στον εναλλακτικό ήχο, οπότε σίγουρα, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα μας.

Ακόμα μια σημαντική δραστηριότητα ήταν η πρόσφατη crowdfunding καμπάνια σας για την επερχόμενη επέτειο των 20 χρόνων από την κυκλοφορία του ντεμπούτου σας Mercury. Μπορείς να μας δώσεις τις βασικές λεπτομέρειες;

Η καμπάνια τελείωσε μόλις πρόσφατα και τώρα αρχίζουμε να παίρνουμε φωτογραφίες από οπαδούς που λαμβάνουν τα “προνόμιά” τους. Το 2019 συμπληρώνονται 20 χρόνια από την κυκλοφορία του Mercury και ο αρχικός στόχος της καμπάνιας ήταν να ετοιμάσουμε μια ειδική επανέκδοση με bonus καινούριες εκτελέσεις τραγουδιών και να στήσουμε ένα επετειακό live με διάφορους καλεσμένους, visual και τα λοιπά. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν η τρομερή υποδοχή και η τρελή αγάπη και υποστήριξη που πήρε αυτή η καμπάνια από τους Madder Marrow, τους φίλους και υποστηρικτές μας. Πιάσαμε τον στόχο μας, βάλαμε έναν νέο εκτεταμένο στόχο, τον φτάσαμε κι αυτόν, οπότε θα κάνουμε κι ένα ντοκιμαντέρ που θα δείχνει όλη την ιστορία μας.

Αυτό που με ενθουσιάζει περισσότερο αυτήν τη στιγμή είναι ότι ζητάμε από τους οπαδούς μας να συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ με το να βιντεοσκοπούν τους εαυτούς τους λέγοντας τη δική τους ιστορία για το πώς βρήκαν τους Madder Mortem ή άλλες αστείες, παράξενες ή θλιμμένες ιστορίες – σκεφτήκαμε ότι αυτός θα ήταν ένας ενδιαφέρων τρόπος να ανιχνεύσουμε την εξέλιξή μας αυτά τα 20 χρόνια. Αυτό επίσης θα δώσει έμφαση στο ότι δεν θα ήμασταν εδώ τώρα να γιορτάζουμε αυτήν την επέτειο χωρίς την υποστήριξη όλων εκείνων που άνοιξαν την καρδιά τους στη μουσική μας. Γι’ αυτό σκεφτήκαμε ότι θα είναι και διασκεδαστικό και ταιριαστό η διευρυμένη Madder οικογένεια να παίξει μεγάλο ρόλο στο ντοκιμαντέρ!

Σχετικά με την όλη ιδέα του crowdfunding, φαντάζομαι ότι θα πρέπει να μοιάζει λίγο παράξενη για μια μπάντα που είχε συνηθίσει να λειτουργεί με τον “παλιομοδίτικο” ’90s τρόπο. Ήταν μια εύκολη απόφαση ή είχατε δεύτερες σκέψεις κατά τη διάρκεια;

Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει πάρα πολύ από τότε που ξεκινήσαμε. Όταν αρχίσαμε να κυκλοφορούμε άλμπουμ, η προώθηση ήταν ευθύνη της εταιρείας και ως καλλιτέχνης, έπρεπε απλώς να απαντάς στις συνεντεύξεις που σου έστελνε η εταιρεία, να πας στις περιοδείες που πρότεινε και να επιστρέψεις για να κάνεις μουσική. Τώρα είναι εντελώς διαφορετικά. Με την απώλεια εισοδημάτων που επέφερε το streaming και το downloading για τις εταιρείες, ελάχιστες είναι σε θέση να επενδύουν σε περιοδείες και τα χρήματα για προώθηση είναι πολύ περιορισμένα.

Ήμασταν κι εμείς αργοί, δεν είχαμε εκμεταλλευτεί τα social media μέχρι πέρσι που προωθήσαμε την περιοδεία μας με τους Soen. Γινόμαστε όμως κι εμείς πολύ καλύτεροι και η crowdfunding καμπάνια ήταν μια καλή μαθησιακή εμπειρία. Θέλει πολλή δουλειά να στήσεις μια καμπάνια σαν αυτήν, και μόνο η ποσότητα συγγραφής κειμένων και επεξεργασίας φωτογραφιών για παράδειγμα, για να μην αναφέρω τη δυσκολία του να στέλνεις προϊόντα σε όλον τον κόσμο. Είναι όμως το είδος της δουλειάς που οι περισσότερες μπάντες θα μπορούσαν να κάνουν, πιστεύω.

Αυτό που ευχαριστήθηκα περισσότερο είναι ότι συνδεθήκαμε περισσότερο με τη metal κοινότητα κι ειδικά με τη Madder κοινότητα εκεί έξω. Οι οπαδοί μας είναι μια φανταστική ομάδα ανθρώπων, ανοιχτόμυαλοι, ειλικρινείς, γενναιόδωροι. Πέρασα πολλές ώρες αυτό το καλοκαίρι να μιλάω με ανθρώπους, να ακούω τις σκέψεις τους γι’ αυτό που κάνουμε, ποια τραγούδια τους αρέσουν και κάθε είδους άλλη ιστορία. Νομίζω ότι ειδικά μετά από εκείνο το μακρύ, εκνευριστικό διάλειμμα που είχαμε ανάμεσα στο Eight Ways και το Red In Tooth And Claw, ήταν τόοοοσο καλό για εμάς που θυμηθήκαμε ότι η μουσική μας μετράει για πολύ, πολύ κόσμο, πέρσι στην περιοδεία και φέτος με την καμπάνια. Έχουμε καινούρια κινητήρια δύναμη που μας σπρώχνει να φτιάχνουμε νέα μουσική αλλά και να προσπαθούμε να τραβήξουμε την προσοχή που πιστεύουμε ότι αξίζει η μουσική μας. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η δύναμη έρχεται από τους τρομερούς οπαδούς μας και τη συνεχιζόμενη υποστήριξή τους.

Ας επιστρέψουμε στο Marrow. Έχω την αίσθηση ότι το άλμπουμ έχει ιδιαίτερη σημασία για σας στιχουργικά. Το δελτίο τύπου αναφέρει: “Το άλμπουμ αναφέρεται στο να μένεις κοντά στην ουσία σου. Στις ιδέες, στις σκέψεις και στις αξίες σου. Να μένεις πιστός στις ρίζες σου – στο μεδούλι σου (Marrow)”. Δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνώ. Μπορείς να μας δώσεις μερικές λεπτομέρειες για το όλο concept; Ποιες είναι αυτές οι αξίες για την μπάντα και για εσένα προσωπικά;

Το βασικό θέμα των στίχων έχει νομίζω μεγάλη σχέση με το μεγάλο κενό πριν το Red In Tooth And Claw. Δεν το καταλάβαινα ενώ συνέβαινε, αλλά η σχετική αδρανοποίηση της μπάντας ήταν κάτι σκληρό για μένα. Τώρα, κοιτώντας πίσω, βλέπω ότι έχανα σιγά σιγά τον εαυτό μου σε διάφορες ανιαρές και κοινότοπες ασχολίες, που είναι ωραίες κι ευχάριστες αλλά δεν έχουν καμιά σημαντικότητα. Ήταν έξυπνη κίνηση τότε προκειμένου να μην τρελαθώ από τα νεύρα μου, αλλά ταυτόχρονα τραβιόμουν πίσω στις σκιές και άρχιζα να συμβιβάζομαι με κάτι λιγότερο από αυτό που πραγματικά ήθελα. Οι στίχοι, λοιπόν, επικεντρώνονται στο να είσαι κοντά στον εαυτό σου, στην πραγματική σου φύση και τα όνειρά σου και στο να μην αναλώνεσαι στο τι θέλουν οι άλλοι από εσένα. Επίσης, γύρω από το Marrow υπάρχει μια επείγουσα αίσθηση που θεωρώ ότι έρχεται από το ότι είμαστε αρκετά μεγάλοι για να μπορούμε να αγκαλιάσουμε την ιδέα ότι οι μέρες μας είναι μετρημένες κι ότι η ζωή είναι μικρή κι εύθραυστη, πολύ μικρή για να την περνάει κανείς με χλιαρά και μισοτελειωμένα πράγματα. Ας είναι κανείς όλα όσα είναι.

Πιστεύω ότι οι στίχοι σας είναι ένα από τα δυνατά σας σημεία. Πάντα ανοιχτοί σε διάφορες ερμηνείες, με δυνατές μεταφορές και συμβολισμούς, τολμώ να πω ότι έχουν μια φιλοσοφική αύρα. Πάντα ήθελα να σε ρωτήσω ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς, ποιητές ή στιχουργοί – οι άνθρωποι που ίσως να επηρέασαν τη στιχουργική πλευρά της μπάντας.

Ευχαριστώ πολύ! Βάζω πάντα πολλή σκέψη στους στίχους μου και οι στίχοι είναι πολύ σημαντικοί για μένα όταν ακούω μουσική.

Υπήρξα αρκετά τυχερή στο ότι μπόρεσα να σπουδάσω Αγγλική Λογοτεχνία για αρκετά χρόνια, κι έτσι γνώρισα πολλούς ποιητές που “έμειναν” μαζί μου και πραγματικά αγαπώ, όπως οι Emily Dickinson, Eliot, Auden, Yeats, Hausman. Από Νορβηγούς ποιητές, πάντα αγαπούσα τους Andre Bjerke, Gunvor Hofmo και Inger Hagerup – τείνω να ευχαριστιέμαι δομικά συντηρητική ποίηση, ίσως γιατί πάντα φαντάζομαι ποίηση μαζί με μουσική και απλώς ζητάω απλές στροφές με απλή ρίμα και απλό ρυθμό. Η παλιά Norse ποίηση, όπως η Edda, με έχει επηρεάσει επίσης πάρα πολύ και πολύ συχνά χρησιμοποιώ συγκεκριμένα στιλ από αυτήν, όπως τις παρηχήσεις και τους δυνατούς ρυθμούς.

Σχετικά με συγγραφείς, η λίστα θα έβγαινε πολύ μεγάλη οπότε απλώς θα αναφέρω μερικούς που θεωρώ πως σχετίζονται με το άλμπουμ. Το Bloody Chamber της Angela Carter ήταν τεράστια επιρροή για τους στίχους του “White snow, red shadows” και νομίζω ότι οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για σύντομες ιστορίες, παραμύθια και διακειμενικότητα πρέπει να διαβάσει αυτήν τη συλλογή. Είναι συνεχώς στα όρια της πραγματικότητας, άλλες φορές απαλά και άλλες όχι παραμορφώνει την αντίληψή σου με το να αλλάζει την προκατάληψη, προσπαθώντας να σε σαγηνεύσει μέσα στην ιστορία. Πρέπει επίσης να αναφέρω τον Terry Pratchett, ο οποίος νομίζω πως καταλάβαινε τους ανθρώπους περισσότερο από κάθε άλλον συγγραφέα. Τα διηγήματά του φωτίζουν την ανθρώπινη υποκρισία, τις αυταπάτες και την σκληρότητά μας, από την άλλη όμως έχει μια τρυφερή ματιά για τους απλούς ανθρώπους. Δεν ξέρω αν αυτό βγάζει νόημα, απλώς διαβάστε τα βιβλία του, ειδικά αυτά με τους Granny Weatherwax, Sam Vimes και Tiffany Aching. Είναι το είδος των βιβλίων που θα έδινα σε ένα παιδί για να διδαχτεί ηθική, συμπόνια και υπευθυνότητα και μεγάλο μέρος αυτής της “κρατήσου στον εαυτό σου” φιλοσοφίας του Marrow προέρχεται από την Granny Weatherwax. Όταν έμαθα ότι ο Pratchett πέθανε, έκατσα κι έκλαψα.

Κι όσο για τα καταπληκτικά σου φωνητικά; Για κάποιο λόγο πάντα πίστευα ότι είσαι η Grace Slick (Jefferson Airplane) του heavy metal! Αγαπημένοι τραγουδιστές/τραγουδίστριες;

Ξανά, σ’ ευχαριστώ! Μου πήρε πολλά χρόνια εξάσκησης για να φτάσω στο σημείο που είμαι τώρα, είμαι χαρούμενη πια με το όργανό μου και σε γενικές γραμμές μπορώ να κάνω με αυτό ό,τι επιθυμώ, πράγμα που είναι πολύ άνετο.

Τραγουδιστές που πραγματικά απολαμβάνω; Mike Patton, Annie Lenox, Chris Cornell, Robert Plant, Dio, James Hetfield, Dalbello, Freddie Mercury (σε ποιον δεν αρέσει;), Bon Scott, Morten Harket, Gillian Welch, Frida και Agneta από τους ABBA.

Αν προεκτείνω τις προηγούμενες ερωτήσεις και προς τη μουσική, νομίζω ότι οι καλά κρυμμένες κλασικές και folk σας επιρροές γίνονται όλο και πιο εμφανείς όσο περνάει ο καιρός. Έχετε σκεφτεί ποτέ να φτιάξετε ένα άλμπουμ με εντελώς διαφορετική κατεύθυνση ή ενορχήστρωση, ένα folk άλμπουμ για παράδειγμα;

Μάλλον όχι. Δεν σκεφτόμαστε και πολύ τι θέλουμε να κάνουμε, ξεκινάμε να φτιάχνουμε κάτι και στη συνέχεια βλέπουμε προς τα πού πάει. Έχουμε μιλήσει πολύ όμως για το πόσο ενοχλητικό είναι που κάποιοι κάνουν copy-paste από folk ή κλασικά μέρη πάνω σε metal σημεία χωρίς καλά καλά να τα καταλαβαίνουν – καταλήγεις να παίζεις μια folk μελωδία με power chords χωρίς τίποτα άλλο να λειτουργεί σύμφωνα με την αίσθηση ή το στιλ του κομματιού κι αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Το να είσαι επηρεασμένος από κάτι σημαίνει ότι προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει σε εκείνον τον “κόσμο” κι έπειτα να χρησιμοποιείς τα εργαλεία του για να φτιάξεις κάτι δικό σου, οτιδήποτε άλλο είναι βασικά διασκευή, κάτι εντελώς διαφορετικό. Για παράδειγμα, το πρώτο riff του “Underdogs” από το Red In Tooth And Claw: παλεύαμε να βρούμε την κατάλληλη ισορροπία και η λύση αποδείχτηκε ότι ήταν να σκεφτούμε πώς έγραφε ο Bach τις φούγκες για Όργανο κι εφαρμόσαμε αυτούς τους μηχανισμούς στο δικό μας ηχητικό τοπίο. Εκείνο το σημείο είναι πολύ μπαρόκ σε δομή και χτίσιμο, οπότε η μπαρόκ προσέγγιση μας οδήγησε στο κατάλληλο μονοπάτι.

Και τώρα μερικές ευαίσθητες ερωτήσεις. Πάντα είχατε αρκετά προβλήματα με συχνές αλλαγές στο line up σας, καμιά μπάντα δεν το θέλει αυτό. Πιστεύεις ότι αυτό σας επηρέασε αρνητικά – με μεγαλύτερα διαστήματα αδράνειας ή ανεπιθύμητες αλλαγές στον ήχο για παράδειγμα; Ή κρατάτε τη θετική του πλευρά, ξέρεις, καινούριοι άνθρωποι, καινούριες επιρροές και τα λοιπά;

Γενικά θα προτιμούσαμε να μην έχουμε τόσες αλλαγές γιατί είναι επιβλαβείς για την ορμή της μπάντας. Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερες ανησυχίες για τον ήχο μας γιατί πάντα βρίσκαμε φοβερούς μουσικούς, το να πρέπει να μάθουν όμως όλα τα παλιά μας τραγούδια παίρνει πάρα πολύ χρόνο και δεν είναι πάντα πολύ δημιουργικό για τους υπόλοιπους από εμάς. Δεν είχαμε πάντως κακούς χωρισμούς και είμαστε φίλοι με όλα τα πρώην μέλη μας, για την ακρίβεια ελπίζουμε να τους φέρουμε όλους στην σκηνή στο επετειακό μας live του χρόνου!

Δεύτερο άλμπουμ με την Dark Essence και φαίνεται ότι πιστεύουν πολύ σε εσάς! Στο παρελθόν συνεργαστήκατε με μερικά πολύ γνωστά label, μήπως νιώσατε ποτέ ότι είχατε έλλειψη προσοχής;

Αυτό είναι δύσκολο να το ξέρεις, αλήθεια. Όντως νιώσαμε ότι η Century Media θα προτιμούσε να είμαστε ένα διαφορετικό είδος μπάντας κι όταν έφυγαν οι Hammy και Lisa από την Peaceville νιώσαμε μόνοι μας σε σχέση με την καινούρια διεύθυνση εκεί. Από την άλλη όμως, είναι δύσκολο να δω τα πράγματα από την οπτική της δισκογραφικής. Έχουμε πολύ καλή συνεργασία με την Dark Essence μέχρι τώρα και είναι πολύ άνετο να είμαστε σε Νορβηγικό label για αλλαγή.

25 χρόνια Madder Mortem, ένα πραγματικά σημαντικό επίτευγμα. Μήπως έχεις μια αγαπημένη ή χειρότερη ανάμνηση;

Η χειρότερη ανάμνηση ήταν μάλλον εκείνη η στιγμή που βρισκόμασταν στις αφίξεις στο Mexico City περιμένοντας τα όργανά μας και αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν έρχονται…

Υπήρξαν πολλές αγαπημένες στιγμές πάντως, κάποιες στο στούντιο, κάποιες στη σκηνή, κάποιες στις πρόβες. Όλες οι διαφορετικές πλευρές της ζωής μιας μπάντας έχουν διαφορετικό συναίσθημα και δεν θα μπορούσα με τίποτα να διαλέξω μία έναντι της άλλης, τις χρειάζεσαι όλες. Αν το αναλύσεις όμως πολύ, η κύρια κινητήρια δύναμη και η κύρια ικανοποίηση είναι να φτιάχνεις μουσική, αυτό το συναίσθημα ότι έφτιαξες κάτι μοναδικό, ειλικρινές και αληθινό, μετά να το παίζεις και να μένεις μαζί του για λίγο.

Σας έχω δει μόνο μια φορά live, πριν καμιά δεκαριά χρόνια στην Αθήνα κι ήταν ένα τρομερό live! Έχετε σχέδια για περιοδεία; Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;

Έχουμε ήδη ένα πρόχειρο πρόγραμμα για τις επανηχογραφήσεις του Mercury για Φεβρουάριο/Μάρτιο, αλλά αυτές οι ημερομηνίες μπορεί να μετακινηθούν εξαιτίας καινούριων live date και ούτω καθεξής. Σίγουρα πάντως προγραμματίζουμε μια μικρή headline περιοδεία, την πρώτη μας, για τον Δεκέμβριο. Φυσικά υπάρχουν πολλές ανασφάλειες, αφού δεν έχουμε ξανακάνει περιοδεία ως headliner, στ’ αλήθεια όμως ανυπομονούμε. Για να κρατήσουμε χαμηλά το κόστος, μάλλον θα παραμείνουμε στην κεντρική Ευρώπη και δεν θα υπάρξουν ημερομηνίες για τη νότια Ευρώπη μέχρι ίσως του χρόνου. Θέλουμε όμως πολύ να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, εκείνες οι δύο συναυλίες ήταν αξέχαστες! Αα, θυμήθηκα κι άλλη μια κακή ανάμνηση, το ότι περίμενα τον Oddi, που είχε σπάσει τον αστράγαλο του, σε ένα νοσοκομείο την τελευταία μας νύχτα στην Αθήνα, ενώ η υπόλοιπη μπάντα έτρωγε σε ένα καλό εστιατόριο…

Πριν σε ευχαριστήσω, πρότεινέ μας κάτι καινούριο και σπουδαίο, μπάντα, βιβλίο, ταινία, οτιδήποτε!

Αν δεν το έχετε κάνει ήδη, τσεκάρετε τη γαλλική σειρά Les Revenants, το είχε πρόσφατα στο Νορβηγικό Netflix κι ήταν σπουδαία ανακάλυψη για μένα. Διαβάζω κυρίως για το μεταπτυχιακό μου, οπότε δεν ξέρω πολλά καινούρια βιβλία, διαβάστε όμως τα διηγήματα του Donald Barthelme, για όποιον του αρέσει, θα βρει πολλή παραξενιά. Από μουσική, θα πρότεινα το “Distant Light” του Εσθονού συνθέτη Peteris Vasks, ένα πανέμορφο κοντσέρτο για βιολί, που όταν το άκουσα πρώτη φορά με έκανε να κλαίω σαν μωρό.

Agnete, σε ευχαριστώ από καρδιάς για αυτήν τη συζήτηση και ευχόμαστε καλή επιτυχία στο Marrow και σε όλους εσάς μέσα στην οικογένεια των Madder Mortem!

Ευχαριστούμε πάρα πολύ! Ελπίζουμε να ανταμώσουμε σύντομα ξανά με τη μεγάλη Madder οικογένεια μας στην Ελλάδα!

43018949_10209493654377464_4041738983460306944_n

 

Their new album Marrow was the reason for this interview but what Antonis Kalamoutsos and Against the Silence didn’t expect was to find out how spontaneous Agnete Kirgevaag really is conversationalist. With no fear in her words, with passion, humor, sincerity and even self-criticism, Agnete talked about everything, in an interview full of attitude, pride, with lots of music and literature!

 

Agnete, welcome at Against the Silence! So, album number 7 for Madder Mortem, as Marrow was officially released on the 21st of September and I sense a great enthusiasm for it. Can you describe to us the mood and the feelings from inside the Madders camp? Is the anticipation high as always?

Well, thank you so much for inviting us in!

We’ve been very much looking forward to the release, since we’re so proud of this album and really wanted to share it with the world. And there’s always a tiny bit of nerves as well – will people get what we have been trying to do, will they enjoy the choices we’ve made. We never think about anything else but our own sense of the song while we’re writing, but when it’s all complete and ready to go out in the world, we naturally hope that it will be well received.

In which ways do you think Marrow is different from your previous albums or adds new elements to your music?

More than anything, I think there’s an emphasis on songwriting on Marrow, which I feel has been a natural development for a long time, but this time around we’ve really put the idea of the song in the driver’s seat. I think Marrow is in some ways more subtle than other albums we’ve done, and it certainly maxes out the span of references and styles.

Since the beginning, Madder Mortem has always been very hard to categorise, probably affecting the band’s possible popularity. Younger generations of fans don’t seem to care about genres anymore, do you think that maybe now your music has a better chance of getting understood and appreciated than 20 years ago?

Yes, indeed! I’ve been thinking the same thing; it seems like the accessibility of all kinds of music that came with the Internet explosion really served to make listeners less occupied with genre, and more interested in checking out new stuff. For us, that’s just super positive. As you said, we’ve never fit neatly into any category, and the music we make is music you have to hear to know if you like it or not – it’s basically impossible to make a useful three-word description of such a eclectic mix of styles and moods, I think. In addition, there’s quite a progressive wave going on at the moment, both in metal and in the alternative scene, so I definitely think our time has come.

Another very important activity is your ongoing crowdfunding campaign celebrating the 20 years anniversary of your debut album Mercury. Can you please give us all the basic details about it?

The crowdfunding campaign has ended, and we’re starting to get pictures and posts from people as they receive their perks. 2019 will be the 20th anniversary for our first album, Mercury and the goal of the campaign was originally to do a special re-release of that album, including reworked versions of the songs as bonus material, and to put on a special anniversary live show with guests and visual elements and so on. What we didn’t expect was the amazing reception and crazy amounts of love and support the campaign was greeted with by the Madder Marrow, our supporters and friends, and we reached our goal, set a new stretch goal and reached that too – so we’ll also be doing a documentary to share our whole history.

The part I’m most excited about at the moment, is that we’ll be asking our fans to participate in the documentary by filming themselves and telling the story of how they found Madder Mortem, or other funny, strange or sad stories – we thought that would be a really interesting way of tracking our development through those 20 years. And that will also emphasise that we would never have been here now, celebrating this anniversary, without the support from all those who have opened their hearts to our music. So we thought it would be both fun and fitting to make sure the extended Madder family will play a big part in the documentary!

Regarding the concept of crowdfunding campaigns, I guess it must feel quite strange for a band that was used in doing things in the “old-fashioned” 90’s ways. Was it an easy decision for you or did you had second thoughts along the way?

The music industry has changed so much since we started out. When we started releasing albums, promotion was the label’s responsibility, and as an artist, you were just supposed to answer the inties the label sent you, go on the tours they suggested, and then turn back to making music. This is completely different now – with the loss of income that streaming and downloading meant for the labels, very few labels are willing to invest in touring anymore, and the promotion budgets will certainly be limited.

And we’ve been sort of slow to catch on as well, we didn’t really start taking charge of our social media presence until last year, to promote the tours with Soen. But we’re getting a lot better at it, and this crowdfunding campaign has been a very good learning experience. It’s a lot of work to set up a campaign like this, just the amount of image editing and copywriting required, for example, not to mention the complexities of shipping perks worldwide, but it’s a kind of work that is possible to do for most bands, I think.

What I’ve really enjoyed most about this whole experience, is engaging with the metal community more, and particularly the Madder community out there. Our fans are an amazing group of people; open-minded and honest and generous, and I’ve spent a lot of hours this summer just chatting with people, hearing what they think about what we do, which songs they like the best, all kinds of stories. I think especially since we had that long, frustrating break between “Eight Ways” and “RITAC”, it has been sooooooo good for us to be reminded that our music matters a lot to a lot of people, both through the tours last year and the campaign now. We’ve got a whole new drive to push ourselves, both with new music and with trying to get the attention I honestly think our music deserves. And that drive is to a large extent thanks to our amazing fans and their continued support.

Back to Marrow. I have this feeling that this album stands for something special for you, lyrically. The press release states: “The album is about sticking to the essence of yourself. Your ideas, your thoughts, your values. To stay true to your roots – your Marrow”. I couldn’t agree more! Can you give us more details about this concept? Which are these values for the band and you personally?

This main theme of the lyrics has a lot to do with the long break we had before “RITAC”, I think. I didn’t really realise it at the time, but the relative inactivity of the band was really hard for me. Looking back now, I see how I was slowly losing myself in the sort of humdrum, mundane activities that are all very nice and pleasant, but don’t really matter. It was probably the smartest thing to do at the time, to keep myself from going crazy with frustration, but at the same time, I was sort of receding back into the shadows, starting to settle for something less than what I really wanted. And so a lot of these lyrics are centered around holding on to yourself, staying true to your nature and your dreams and not letting yourself be molded around the wishes of other people. There is also this urgency in Marrow that I think comes from being old enough to truly embrace the idea that our days are numbered, that life is short and fragile, much too short to be spent on lukewarm existence and half-assed commitment. Be all you are.

I think that lyrics are a key strength of Madder Mortem. Always open to different explanations and with strong symbolisms and metaphors, I would dare to say that there is even a philosophical aura sometimes. I always wanted to ask you who are your favourite authors, poets or lyricists – the people that may have influenced the lyrical aspect of the band.

Thank you! I put a lot of thought into my lyrics, and lyrics are very important to me when I listen to music.

I’ve been fortunate enough to be able to study English literature for a number of years, and that introduced me to a lot of writers and poets that have stayed with me and that I truly love, like Emily Dickinson, Eliot, Auden, Yeats, Housman. For Norwegian poets, I’ve always loved André Bjerke, Gunvor Hofmo and Inger Hagerup – I tend to enjoy quite conservative poetry structure-wise, perhaps because I always imagine poetry put to music and then wish for a clear stanza structure and some form of rhyme and rhythm. The old Norse poetry, like the Edda, has also been a huge influence, I often borrow style markers like alliteration and a kind of stomping rhythm from those verses.

For authors, that would be a too-long list, I think, so I’ll just mention a couple that I think are very relevant for this album. Angela Carter’s “The Bloody Chamber” was a huge inspiration for the lyrical approach to “White Snow, Red Shadows”, and I think anyone with an interest in short stories, fairy tales or intertextuality really should read that collection – it’s constantly right on the edge of reality, and subtly and not-so-subtly distorting your perception by tweaking your preconceptions and sort of seducing you into the stories. I also need to mention Terry Pratchett, who I think understood people better than most other authors, and who was able to tell stories that shine a very harsh light on humanity’s pretense, our illusions and our cruelty, but at the same time has such a gentle, loving eye for the common people – I don’t know if this makes sense, but just go read his books, particularly the ones about Granny Weatherwax, Sam Vimes or Tiffany Aching – to me, these books are what I would give a child to read to teach them morals, compassion and responsibility, and a lot of the “hold on to yourself” way of thinking that runs through Marrow is exemplified in Granny Weatherwax. When I heard that Pratchett died, I sat down and cried.

As for your amazing vocals? For some unexplained reason, I always believed that you are the Grace Slick (Jefferson Airplane) of heavy metal! Favourite singers?

Again, thank you! It’s taken a lot of years of practice to get here, but I’m quite happy with my instrument now, and I can generally get my voice to do what I want it to, which is very comfortable.

Singers I really like: Mike Patton, Annie Lennox, Chris Cornell, Robert Plant, Dio, James Hetfield, Dalbello, Freddie Mercury (who doesn’t?), Bon Scott, Morten Harket, Gillian Welch, Frida and Agneta from ABBA.

Somehow extending the previous questions to music, I think that folk and classical influences are getting clearer as time goes by, well hidden under the surface. Have you ever thought of composing an album of an entirely different direction or instrumentation, a folk album for example?

Not really. We don’t really think much about what we want to make, we just sort of start making it and then see what we end up with. Though we have talked a lot about how annoying it is when people sort of try to copy-paste folk or classical influences on to metal without really understanding it – you end up with power chords playing a folk melody while nothing else really is really working with the feeling or the style of the music, and that really bothers me. Being influenced by something means trying to understand how things work in that world and then using those tools to make something that’s your own – anything else is really just doing a cover song, which is something else. Take the opening riff from “Underdogs” from “RITAC”, for instance – we were struggling with getting the production and balance right there, and the solution turned out to be trying to think in terms of how Bach’s organ fugues work and applying those mechanisms to our own soundscape. The arrangement on that part of the song is very baroque in structure and build, and so a baroque approach turned out to lead us on to the right path.

Now a couple of sensitive questions. There was always trouble with many line-up changes over the years, no band wants that. Would you say that this affected you in a negative way – let’s say longer periods of not being active or undesired changes in the band’s sound? Or do you keep the positive aspect of it – new people, new influences, attitudes etc?

I think we’d in general prefer to not have line-up changes, because it is so detrimental to the band’s momentum. I’ve never had any worries about the sound, because we’ve always been able to find amazing new musicians to work with, but just introducing new members to some of our back catalogue takes forever, and is not always that motivating for the rest of us. On the other hand, we haven’t really had any bad break-ups, and we’re still friends with all our ex-members – we’re even hoping to be able to bring almost all previous band members on stage for the anniversary show next year!

Second album with Dark Essence and they seem to believe in you very much! You had worked with some well-known labels in the past, did you ever suffer from lack of attention?

That’s hard to say, really. We did feel that Century Media would have liked us to be a different band than we were, and after Hammy and Lisa left Peaceville, we did feel quite on our own with the new administration there. But then again, it’s always hard to know what it’s like from the label’s perspective. We’ve had a really good collaboration with Dark Essence this far, and it’s very comfortable to have a Norwegian label, for a change.

25 years of Madder Mortem, a great achievement indeed. Do you have a special favourite or worst memory?

I think the worst memory would probably be the moment when we were standing in the arrivals hall in Mexico City, waiting for our instruments, and slowly realising they weren’t coming …

There have been a lot of favourite moments, though – some in the studio, some on stage, and some of them in the rehearsal room. All the different aspects of band life have a different vibe and feel, and I’d have real trouble choosing one over the other, you need all parts of it. But if you really get down to it, the main drive and the main satisfaction is making music, the feeling that you’ve created something that’s unique and honest and true, and then playing it and just being in it for a while.

I have seen you live only once, almost 10 years ago in Athens, Greece and it was a night to remember! Do you have any tour plans? Please tell us what will be the bands near future actions.

We’ve set a tentative recording schedule for the Mercury reworks for February/March, but that might have to be moved, depending on live schedules and so on. But first we’re setting up to do a short headliner tour, our first, in December. Naturally there are a lot of uncertainties, since we’ve never gone out as headliner before, but we’re really looking forward to it. To keep costs down, we’ll stick to Central Europe, and so I think there ’ll be no Southern European dates at all until maybe next year. But we’d really love to get back to Greece, those two gigs were really unforgettable! Oh, that reminds me of another “worst memory” for me personally: Spending the last night in Athens waiting for Oddi (who broke his ankle) outside the hospital, while the rest of the band were enjoying a farewell meal at a good restaurant …

Before I thank you, please recommend to us something new and great, band, book, film, whatever!

If you haven’t already, you should check out the French series Les Revenants (was on Norwegian Netflix, at least), that was a great find for me. I’m currently reading mostly for my MA program, so not a lot of new books, but check out for instance the short stories of Donald Barthelme, for anyone who’s into that – expect weirdness. And for music, I’d recommend “Distant Light” by Estonian composer Peteris Vasks – a beautiful violin concerto that had me crying like a baby in my seat when I heard it for the first time.

I want to thank you from the bottom of my heart for this conversation and we wish the very best of success to Marrow and to everyone in the Madder Mortem family!

Thank you so much! I hope we’ll soon be able to have a big Madder family reunion in Greece!

Antonis Kalamoutsos

 

Wolves In The Throne Room

Diadem Of 12 Stars (Vendlus Records, 2006)

Αν το demo κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία κάθε μπάντας ως το απαύγασμα ενός ακατέργαστου ενθουσιασμού που με τα χρόνια θα υποστεί τη ζύμωση και την εκλέπτυνση που απαιτείται για να “αποδειχθεί” η καλλιτεχνική αξία των δημιουργών του, τότε η πρώτη full length κυκλοφορία δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο αναφοράς στο οποίο πάντοτε θα επιστρέφει ο ακροατής.

Στην περίπτωση των WITTR, τη θέση αυτή κατέχει το Diadem Of 12 Stars τόσο επάξια και διακριτά που ενδεχομένως η εισαγωγή να περιττεύει. Μια νεοφερμένη τότε μπάντα εισέρχεται στη black metal σκηνή της Αμερικής, με ξεκάθαρη πρόθεση να διακριθεί από την ωμότητα που καθιέρωσε το είδος στη μαμά Νορβηγία. Μέσα σε τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις, τα “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars”, συνολικής διάρκειας μίας ώρας, οι WITTR αναμειγνύουν doom ριφάκια με φολκ ιντερλούδια, γυναικεία μελωδικά φωνητικά με σπουδές στο growling, τον δοκιμασμένο πειραματισμό μπαντών όπως οι Εmperor και οι Enslaved και με τη δική τους συνθετική φαρέτρα. Ειδικά κατά τη διάρκεια του εξαιρετικού, κατ’ εμέ, δεύτερου μέρους του “Face in a Night Time Mirror”, η έξαψη που δημιουργείται στον ακροατή είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την ήδη δεκαετή πορεία της μπάντας που έχει ήδη αποδειχθεί αντίστοιχα πολυεπίπεδη και εξελίξιμη.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

Η βροχή που πέφτει στην αρχή του δίσκου είναι σαν να εγκυμονεί το πρόσφορο έδαφος που άφησε το ντεμπούτο της μπάντας. Όπως πάντα κάθε γέννα κουβαλά την απόλυτη ελπίδα για αυτό που θα γεννηθεί, και το Two Hunters είναι η απόδειξη ότι το απόλυτο έργο ενός ονόματος δεν χρειάζεται πολλά χρόνια για να κυοφορηθεί. Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή το πού παραπέμπει κάτι και ας απολαύσουμε έναν δίσκο ανεπιτήδευτα άρτιο από όλες τις απόψεις.

Μια απίστευτη ισορροπία τέμνει τα μελωδικά μέρη με τα άγρια, κάνοντας τα θέματα να φτιάχτηκαν για να παίζουν αέναα σε έναν άλλο κόσμο. Μόνο που ο κόσμος του Two Hunters όσο γήινος στην αίσθησή του κι αν προσλαμβάνεται, άλλο τόσο απόκοσμος είναι. Ανήκει αλλού, στο επέκεινα, σε μια ουτοπία που φοβόμαστε, γιατί χρειάζεται θάρρος να την αγγίξουμε. Για αυτό οφείλουμε να διαβούμε τα ωμά και σκληρά του ίχνη, ώστε ακολουθώντας την καταστροφή να χτίσουμε κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι στίχοι που κλείνουν το άλμπουμ… “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Black Cascade (Southern Lord, 2009)

Για τους WITTR το black metal είναι η ωδή στην καταιγίδα και στο σκοτάδι που καλύπτει τα πυκνά δάση, δίπλα σε θάλασσες και ωκεανούς. Στο τρίτο άλμπουμ τους Black Cascade κυριαρχεί η σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, σε απόλυτη αισθητική αρμονία με τις μορφές που απεικονίζονται στο εξώφυλλο. Πριν ηχήσει η πρώτη νότα ακούς τον ήχο της βροχής και μπαίνεις κατευθείαν στην κατανυκτική και μυστικιστική ατμόσφαιρα των Λύκων. Κι αρχίζει αμέσως μετά, ο ηχητικός καταιγισμός ήχων απλών, ωμών και απογυμνωμένων από κάθε τι περιττό.

Τα drums του Aaron Weaver δίνουν τον ρυθμό, τα synthesizer εισβάλλουν στη μέση του “Wanderer Above the Sea of Fog”, οι κιθάρες δίνουν την απαραίτητη ένταση, ενώ η φωνή του Nathan Weaver προσδίδει στο τραγούδι απόκοσμες διαστάσεις. Και νιώθεις το σκοτάδι να σε αγκαλιάζει μελωδικά, την ιδιαίτερη πινελιά των WITTR, που προσδίδει στη black metal μουσική τη μεγαλοπρέπεια που της αξίζει. Το “Ex Cathedra” δηλώνει ακριβώς αυτήν τη μεγαλοπρέπεια χωρίς την υπεροψία και την επιβολή εξουσίας που δείχνει ο τίτλος, ενώ το “Ahrimanic Trance” ξεκινά δυναμικά και καταλήγει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να ξεθωριάζουν οι κιθάρες σταδιακά, σαν να ξεφτίζουν. Ζεστό συναίσθημα σε κρύο μέταλλο η αίσθηση που δημιουργεί το “Crystal Ammunition”, στοιχειωμένες μελωδικές κραυγές που αναδεικνύουν την ομορφιά της αγριότητας ή την αγριάδα της ομορφιάς.

Ακόμα κι αν κυκλοφόρησε μετά το υπέροχο Two Hunters, το Black Cascade έχει τη δική του σκοτεινή γοητεία.

 

 

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage (Southern Lord, 2011)

Αν και τόσο χρονικά όσο και δημιουργικά βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, μεταξύ των δύο πυλώνων Two Hunters και Celestite –κάτι που μου έφερε στο μυαλό εικόνες από τα δυο επιβλητικά αγάλματα των βασιλιάδων της Gondor (για τους γνώστες του κόσμου του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, Argonath)– το Celestial Lineage καταφέρνει να κάνει τον ανυποψίαστο ακροατή να κοντοσταθεί. Ισορροπώντας μεταξύ των πιο “εμπορικών” riff του Two Hunters και την υποβλητική dark ambience του Celestite, ο εν λόγω δίσκος ξεκινά με αλλόκοσμα, κατανυκτικά γυναικεία φωνητικά που σε παρασύρουν σε μια θύελλα εναλλαγών μεταξύ δυνατού μπλακ μέταλ και καθαρτήριων διαλειμμάτων, αφήνοντας κάθε φορά μια αίσθηση καταιγίδας που κόπασε. Το ύφος αυτό συμπυκνώνεται στο “Astral Blood”, το κορυφαίο, ίσως, κομμάτι αυτού του δίσκου, τα ήρεμα σημεία του οποίου είναι απλώς αποχαυνωτικά.

Στο νοητό timeline πάνω στο οποίο καρφιτσώνονται αυτά τα τρία album, ο ακροατής καλείται να διαβάσει τα ίχνη της δημιουργικής πορείας του συγκροτήματος. Ίσως το Celestial Lineage να μην είναι ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι WITTR σε σύγκριση με τα εκατέρωθεν άλμπουμ, τουλάχιστον κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, μα αξίζει να ακουστεί ως το αποτύπωμα της μετάβασης από τις κιθάρες στα synth. Από το πιο “καθαρό” στο πιο ατμοσφαιρικό/πειραματικό μπλακ.

 

 

phren

Celestite (Artemisia Records, 2014)

Ήρθε κάποτε η ώρα γι’ αυτήν την παράξενη αγέλη να πάψει να κοιτά ολόγυρα τα δάση, να υψώσει το κεφάλι και να κοιτάξει προς τον ουρανό. Κι ενώ η εξερεύνηση είχε ήδη ξεκινήσει 3 χρόνια πριν με όρους σύνθεσης των παραδοσιακών black και των space στοιχείων, το Celestite σηματοδότησε την ολική εγκατάλειψη όχι μόνο της black αλλά και της κιθαριστικής φόρμας συνολικά. Οι WITTR το είχαν πει καθαρά τότε: το Celestite θα αποτελούσε ένα πείραμα και τη συνέχεια/συμπληρωματική ματιά πάνω στο Celestial Lineage, ένα είδος αδερφικού άλμπουμ. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, όμως, πολλοί metal fan βιάστηκαν να απογοητευτούν, ως και να πανικοβληθούν.

Τα αναλογικά synth που ντύνουν τις, ως επί το πλείστον, μακροσκελείς συνθέσεις χαράζουν μια ευθεία γραμμή με τα ’70s και τη μεγάλη κληρονομιά των Tangerine Dream και των space rock ατενίσεων μάλλον, παρά με την ambient/electronica, σε μια λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της. Τα παραμορφωμένα drone ταυτόχρονα αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση των καταβολών της μπάντας και του γεγονότος ότι, ναι, κάπως, κάπου στο βάθος χτυπάει μια black metal καρδιά. Το Celestite δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ, αλλά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι εμπλουτίζει σημαντικά την προσωπική μυθολογία των WITTR, κι αν το τοποθετήσει κανείς στο σύνολο της δισκογραφίας τους, πιθανόν θα του μοιάζει σαν τη Μεγάλη Κόκκινη Κηλίδα στην επιφάνεια του πλανήτη Δία – η μικρή σε κλίμακα απόκλιση από την κανονικότητα, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο και χαράζεται στο μυαλό του παρατηρητή.

 

 

Antonis Kalamoutsos


Diadem Of 12 Stars

If it were to be said that a demo holds a separate post in each band’s discography – being the result of raw enthusiasm that is set to be processed and refined through the course of years so as to stand as evidence of its creators’ artistic value – then it goes without saying that each band’s first full length release stands as the reference mark for the listener to return to.

In the case of Wolves In The Throne Room, it is Diadem Of 12 Stars that holds that position in such a worthy and distinct manner that perhaps an introduction was poorly needed. A then newcomer in America’s black metal scene, WITTR came out with a clear intent to distinguish themselves from the absolute crudeness that the kind’s homeland, Norway, introduced. The album’s four lengthy compositions “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars” manage, within a total duration of an hour, to mix doom riffs with folk interludes, melodic female vocals with a study on growling, the already established experimentation of band such as Emperor and Enslaved with WITTR’s own compositional quiver. Especially during the, in my opinion, exquisite second half of “Face in a Night Time Mirror”, the excitement created is such that one cannot but foresee the long-lasting presence of the band which has proven to be equally multilayered and evolving.

Viktoria L.

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

The rain that’s pouring down at the beginning of the album seems to be utilizing the fertile ground of the band’s debut. As always, a birth holds an absolute hope regarding that which is to be born. Baring that in mind Two Hunters proves us that the most distinct work of a band needn’t wait many years to come to life. Let us all forget for a second whatever references there may be involved and just enjoy an album that is unintentionally even in every way.

An incredible balance intersects the melodic parts from the raw ones making each composition seem like it’s destined to be incessantly played in another world. However, even though the world of Two Hunters feels so close to heart, it is equally outlandish. It belongs in another land, the land beyond, a eutopia that scares us because it needs a display of courage on our part. This is why we must follow its raw and tough tracks in order to build of the existing destruction just like the closing lyrics of the album suggest…. “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

Black Cascade

For Wolves in the Throne Room, black metal is the ode to the storm and the darkness, that covers the dense forests, next to seas and oceans. Their third album, Black Cascade, is dominated by darkness and claustrophobic atmosphere, in complete aesthetic harmony with the figures depicted on the cover. Even before the music begins, you can hear the sound of pouring rain and so you are entering directly into the devilish and mystical atmosphere of the Wolves. And it begins immediately, the sound burst of simple and raw sounds, stripped of everything that is unnecessary.

Aaron Weaver’s drums are setting the rhythm, the synthesizers invade in the middle of “Wanderer Above the Sea of ​​Fog,” the guitars are giving the necessary intensity, while Nathan Weaver’s voice gives the song a mysterious dimension. You can feel the darkness embracing you, the special touch of WITTR, which gives black metal music the grandiosity it deserves. “Ex Cathedra” reveals that sense of magnificence and dominion, free from arrogance, while “Ahrimanic Trance” starts dynamically and ends in a special way, as if the guitars were fading away gradually, as if they were breaking off. The sensation “Crystal Ammunition” leaves you with, is similar to that of the warmness embracing a cold metal· haunted melodic cries highlighting the beauty of savagery or the wildness of beauty.

Even though it was released after the superior Two Hunters, Black Cascade has its own dark charm.

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage

Although both chronologically and creatively Celestial Lineage finds itself among the two pillars of the band, named Two Hunters and Celestite – something that brought to mind images and visions of the two imposing statues at the borders of Gondor (to those familiar with the Lord of the Rings, the “Argonath”) – and succeeds in luring in its audience. Balancing between the more “commercial” riffs of Two Hunters and the evocative dark ambience that Celestite conjures, this album begins with enticingly eerie female vocals that swoosh you in a hurricane of interchanging black metal and cathartic intermissions, leaving each time a feeling or an image of a receding storm. The essence of all these is captured in “Astral Blood”, maybe the best track in this album, the calm/clean parts of which are simply captivating.

Through the mental timeline on which these albums are pinned, the listener can follow the trace of the creative process of the band. It may be the case that Celestial Lineage is not the best weapon in the WITTR’s inventory, at least according to the writer’s humble opinion, but it’s worth a listen as the footprint of the transition from guitar-dominated sounds to a more synth-endorsing sonic exploration. From norm-abiding black metal to the realms of atmospheric/experimental black metal.

phren

Celestite

There came finally a time for this strange wolf pack to stop wandering in the woods, to raise their heads and gaze at the skies. And while this new exploration had already begun 3 years before this, in terms of combining traditional black metal and space elements, Celestite signaled the detachment from all extreme – and generally guitar oriented – musical forms. WITTR had stated clearly that this album would be just an experiment, a sequel and an addition to Celestial Lineage, as a kind of a sibling. Despite the warnings, black metal purists were disappointed, panicked even.

A detail of great significance is that the analogue synths that dress the lengthy compositions draw a straight line with the ’70s and the great heritage of Tangerine Dream and other space rock observations of that era, rather than with ambient/electronica. At the same time, distorted guitar drones are there to remind the band’s origins and the fact that somehow, somewhere in the deep there’s a black metal heart beating. Celestite is not a truly exceptional album, but it is of great special interest and it enriches the personal mythology of WITTR significantly. And if it is to be appreciated relatively with their entire discography, it looks like that Giant Red Spot in Jupiter’s surface – the short scale divergence from normality that characterises the whole and is being intensively carved in the beholder’s mind.

Antonis Kalamoutsos

 

Werckmeister Harmóniák by Bela Tarr

Η γλυκιά μελαγχολία της κινηματογραφικής Αντίστασης

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι κριτικός κινηματογράφου για να μπορεί να δηλώσει με αίσθημα ασφάλειας ότι το Werckmeister Harmóniák του οραματιστή Ούγγρου δημιουργού Bela Tarr αποτελεί μια σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφική εμπειρία. Δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του, το φιλμ έχει ήδη βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του τρέχοντος αιώνα, θέση την οποία υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατήσει μέχρι αυτός να εκπνεύσει. Εδώ, όμως, δεν μας αφορούν οι λίστες: αν θεωρήσουμε ότι κοινό και κριτικοί δεν πατάνε πάντα στο ίδιο έδαφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι όποιος “απλός” και “ μη-σινεφίλ” γνωρίζω να το είδε, ένιωσε το ίδιο ακριβώς δέος. Ένα δέος που προκύπτει από τον συνδυασμό μιας ύψιστης αισθητικής κινηματογράφησης με μια μοναδική και αντισυμβατική αφηγηματικότητα, που παγιδεύει τον θεατή σε ένα ονειρικά αινιγματικό σύμπαν.

Οι πρώτες και βασικές πληροφορίες για το φιλμ θα αφορούσαν το γεγονός ότι είναι βασισμένο στη νουβέλα The Melancholy of Resistance του Laszlo Krasznahorkai κι ότι αποτελείται από 39 μακράς διάρκειας μονοκάμερα πλάνα. Είναι προφανές ότι ο εχθρός του αργού, σιωπηλού αγγελοπουλικού σινεμά θα νιώσει αμέσως μια πρώτη απέχθεια γι’ αυτήν την πληροφορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού τα 39 αυτά πλάνα του Tarr δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική ανάδειξη της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης και ούτε κατά διάνοια δεν τα επιτάσσει μια κάποια μορφή κουλτούρας. Αντίθετα, σκοπεύουν να σε μετατρέψουν σε σκιά και να σε σύρουν μαζί τους δίπλα στον Janos, βασικό χαρακτήρα της ταινίας (χαμηλόφωνη μα μεγαλειώδης ερμηνεία από τον Lars Rudolph), σε αυτό το ανώνυμο και απομονωμένο από τον χώρο και τον χρόνο ουγγρικό χωριό. Ένα ξεχασμένο μέρος του οποίου η απροσδιόριστη τάξη απειλείται και τελικά ταράσσεται από την επίσης απροσδιόριστη παρουσία ενός ξενόφερτου τσίρκου που έχει ως βασική ατραξιόν το τεράστιο σώμα μιας νεκρής φάλαινας. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω από αυτήν την παράξενη απειλή αποτελούν κι έναν δημιουργικό θρίαμβο της τέχνης της αφήγησης, αφού η τάξη, η ρήξη, η αντίσταση και η εξέγερση της τοπικής κοινωνίας σπανίως απεικονίζονται. Αντίθετα, η ταινία ρέει κυρίως με την υπόνοια και τον αντίκτυπο των γεγονότων. Η υπόνοια αυτή δεν οικοδομεί μόνο ένα μυστηριώδες κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αφήνει όλον τον χώρο στον θεατή να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει αυτά που παρακολουθεί σχεδόν κατά το δοκούν.

Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα το Werckmeister Harmóniák να διαθέτει πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ταινία συγκροτεί μια “πολιτική αλληγορία-σχόλιο στην κομμουνιστική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’ κι εκεί εστιάζει η κριτική ανάλυση. Ναι, είναι προφανές, το έργο του Tarr είναι όμως πολύ πιο πολυπρισματικό και θα αδικηθεί αν δεν θεαθεί κι από άλλες οπτικές. Το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι σημαντικό φυσικά, αν και ο Tarr δεν παίρνει θέση ή έστω δεν παίρνει τη θέση που θα περίμενε κανείς… Ο φιλοσοφικός στοχασμός του φιλμ είναι, θεωρώ, πολύ πιο ευρύς τελικά, ένας στοχασμός που στρέφεται ταυτόχρονα στα ψηλά και στα χαμηλά με τον ίδιο σεβασμό. Στοχασμός που αφορά τον Θεό αλλά και την πεσιμιστική μονοτονία της καθημερινότητας, τον φόβο του αγνώστου αλλά και την ανθρώπινη ατολμία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων, την απανθρωπιά και τη μαζοποίηση αλλά και τη γλύκα του ονείρου, τον έμφυτο θαυμασμό προς το νέο, την αέναη αντίσταση. Ο κόσμος του Werckmeister Harmóniák είναι εξίσου νατουραλιστικός και ονειρικός, δημιουργώντας τελικά έναν παχύ ιστό, από τον οποίο, εθισμένος, δεν μπορείς αλλά και δεν θέλεις να δραπετεύσεις. Το τελικό μήνυμα της ταινίας –αν φυσικά υφίσταται κάτι τέτοιο– κρύβεται κατά την άποψή μου σε δύο σκηνές, χωρίς spoiler: στο ηλιακό σύστημα της εναρκτήριας σκηνής και στον υπερφυσικό μονόλογο του δευτεραγωνιστή, όπου αναλύεται η θεωρία του μουσικού θεωρητικού του μπαρόκ Andreas Werckmeister. Η αμφισβήτησή της και το αίτημα για ανασκευή της οριοθετεί τελικά την κύρια αξίωση του φιλμ: Το ότι η υπάρχουσα και καθιερωμένη κοσμοθεωρία μας είναι λάθος, ότι πρέπει να την ξαναφτιάξουμε κι ότι μέσα σε αυτήν τη χιλιοτσαλακωμένη κι ελαττωματική μας ύπαρξη φωλιάζει ζεστά το Μεγάλο και το Υψηλό.

Δεν θα μπορούσα τελικά να απαντήσω αν το Werckmeister Harmóniák συγκροτεί ένα λυρικό όνειρο ή έναν ζωντανό εφιάλτη. Υπάρχει αλήθεια και στα δύο, αλήθεια απόλυτη σαν το άσπρο και το μαύρο του φιλμ. Είναι όμως μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική. Με απόλυτο συνένοχο την εκπληκτική μινιμαλιστική μουσική του Mihaly Vig, ανεβαίνουμε κι εμείς, κουρασμένοι αλλά με ελπίδα, το απότομο στριφογυριστό μονοπάτι πλάι στον Janos, διψώντας να τρομοκρατηθούμε με κάθε Αλλαγή. Οι στροφές δεν ξέρεις ποτέ τι θα αποκαλύψουν, μάτια και ψυχή πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να μας ζεστάνει λίγο περισσότερο αυτός ο γέρος ήλιος και να νιώσουμε την ανάταση του να είσαι μικρός ή τη μελαγχολία του να είσαι μεγάλος.

Το Werckmeister Harmóniák ζητά την ψυχή σου για να σ’ την επιστρέψει πλουσιότερη, αν το τολμάς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Else Marie Pade – Iannis Xenakis

Στην εποχή της σύγχυσης που ζούμε, δεν θα μπορούσε να μην ισχύει και για τους καλλιτέχνες και δημιουργούς το ό,τι δηλώσεις είσαι, αντί του να δηλώνεις ό,τι είσαι. Όλ@ ανεβαίνουν σε ένα αόρατο βάθρο για να δηλώσουν αφενός ότι είναι πολιτικά σκεπτόμενα άτομα ενώ απέχουν από την πολιτική δράση και αφετέρου ότι είναι κοινωνικά ευαίσθητα, χωρίς να επεμβαίνουν κοινωνικά κάπου. Στη μόδα επανέρχονται συνεχώς οι ταμπέλες, όχι ως στοιχείο που οφείλουμε να ξεπεράσουμε ώστε να μιλήσουμε μια κοινή γλώσσα αλλά ως παράσημα ενός αόρατου πολέμου που μάλιστα σημειώνει κερδοφόρες μάχες. Μην τον ενοχλείτε αυτόν τον κόσμο, εξάλλου ούτε αυτός ενοχλεί αυτό που ζούμε.

Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι. Πέρα ακόμη και από το φαινόμενο της στρατευμένης τέχνης, έντονο σε προηγούμενες δεκαετίες, το οποίο έφτασε νωρίς στα όριά του και χωρά εξάλλου αρκετό προβληματισμό ως ζήτημα, έχουμε παραδείγματα ανθρώπων που πολέμησαν πραγματικά για έναν διαφορετικό κόσμο που είχαν στις καρδιές τους. Το ενδιαφέρον στοιχείο στα δύο παραδείγματα που θα αναφέρουμε, πέραν της σημαντικότητάς τους, είναι ο χώρος από τον οποίο προήλθαν μουσικά και στιγμάτισαν με το έργο τους στη συνέχεια. Δεν πρόκειται για κάποιον χώρο που θεωρείται (ή θεωρούταν για την ακρίβεια) κατεξοχήν επαναστατικός, αλλά για τη σύγχρονη πειραματική μουσική που για τον περισσότερο κόσμο θεωρείται ακαδημαϊκή και απολίτικη, πεποίθηση που και οι ίδιοι οι φορείς της προωθούν συνειδητά ή μη σήμερα. Κλείνοντας την εισαγωγή να σημειωθεί ότι δεν θα καταπιαστούμε με το συνολικό έργο τους, αλλά θα εστιάσουμε στην πολιτική τους δράση που καθόρισε τη σκέψη τους και την πορεία τους, χωρίς να αποτελέσει απλώς τις δάφνες ενός επαναστατικού παρελθόντος.

Η Else Marie Pade, πριν γίνει το πρώτο άτομο στη Δανία που ασχολήθηκε με την ηλεκτρονική μουσική και μία από τις κρυφές πρωτοπόρους του είδους, είχε πάρει μέρος στην αντίσταση εναντίον των Ναζί. Πιτσιρίκα ακόμη, έφτυσε ένα απόσπασμα Γερμανών που παρέλαυνε στο Aarhus, τον τόπο καταγωγής της, και κατάφερε να ξεφύγει καταδιωκόμενη από αυτούς στα στενά της πόλης. Το 1943 εντάσσεται σε μια γυναικεία αντιστασιακή ομάδα που είχε ως σκοπό τη διανομή παράνομου υλικού. Στη συνέχεια, εκπαιδεύτηκε στα όπλα και στα εκρηκτικά, ώστε σε περίπτωση αγγλικής επέμβασης αυτή και η ομάδα της να σαμποτάρουν τις γραμμές τηλεπικοινωνίας του κατακτητή. Τους πρόλαβε η επέμβαση στη Νορμανδία, και στα είκοσί της συλλαμβάνεται από την Γκεστάπο καθώς παρακολουθούσε κινήσεις των γερμανικών στρατευμάτων από μια οροφή ενός κτιρίου. Λόγω του εγκλεισμού της κλονίζεται η υγεία της, με αποτέλεσμα να μην μπορεί στη συνέχεια της ζωής της να συνεχίσει το πιάνο, αλλά να αφοσιωθεί στην πρώιμη ηλεκτρονική μουσική. Ως έγκλειστη, συνθέτει το πρώτο της κομμάτι καθώς βλέπει ένα άστρο να φωτίζει από το παράθυρο του κελιού της, το οποίο καταγράφει με κομμάτι της αλυσίδας της στον τοίχο. Δυστυχώς, το “You and I and The Stars” είναι δυσεύρετο για να πάρουμε μια γεύση από αυτό, αλλά υπάρχει μια άλλη σύνθεση που αναφέρεται σε έναν άλλο πόλεμο και είναι διαθέσιμη. Λέγεται “Se Det I Øjnene”, κυκλοφόρησε το 1970 και λογοκρίθηκε, γιατί, γραμμένο ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, έλεγε στους στίχους του “Ο Χίτλερ είναι ζωντανός, ζει μέσα στον Νίξον”.

 

 

Ο Γιάννης Ξενάκης ήταν τυχερός να κερδίσει την αναγνώριση εν ζωή ως ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της σύγχρονης κλασικής και πειραματικής μουσικής, αλλά ήταν ακόμη πιο τυχερός να ζήσει μετά από οβίδα των Άγγλων που σχεδόν τον πέτυχε στα Δεκεμβριανά το 1944 στα Εξάρχεια όντας στρατιώτης του ΕΛΑΣ και τον άφησε τυφλό από το ένα μάτι και παραμορφωμένο! Πριν από αυτό το γεγονός, είχε πολεμήσει στο μέτωπο της Αλβανίας, μετά ήταν μέλος της ΕΠΟΝ και πρόεδρός της στο Πολυτεχνείο και ενεργό μέλος της Αντίστασης.

Το 1947, λόγω της σκλήρυνσης του δεξιού καθεστώτος απέναντι στην Αριστερά, αναγκάζεται να φύγει για Ιταλία και έπειτα να εγκατασταθεί στο Παρίσι. Το γεγονός αυτό τον σημαδεύει, μιας και θεωρεί ότι όφειλε πολλά στον κόσμο που άφησε πίσω του αγωνιζόμενο, φυλακισμένο και βασανισμένο. Αυτό ήταν και η κινητήριά του δύναμη για να δημιουργήσει κάτι που να έχει σημασία και να μείνει στην ιστορία. Μετέπειτα, ο ίδιος κατέκρινε τον σταλινισμό και τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό και έφτασε το 1974 να αμνηστευθεί από την ελληνική κυβέρνηση, καθώς εκκρεμούσαν βαριές ποινές στο όνομά του λόγω της πολιτικής του δράσης.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Συνέντευξη Hail Spirit Noir

Μετά από τρία εξαιρετικά album, ήρθε επιτέλους η ώρα για τους Θεσσαλονικείς Hail Spirit Noir να σαλπάρουν για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, με πιο αξιοσημείωτο σταθμό της τη συμμετοχή τους στο Roadburn festival. Επίσημη έναρξη του tour αποτελεί το πρώτο τους headline live στην Αθήνα στις 20 Απριλίου, όπου το psychoprog black metal τους θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ανάμεσα σε βαλίτσες, πρόβες κι ετοιμασίες, ο Θεοχάρης βρήκε τον χρόνο για μια κουβέντα με το Against the Silence, κουβέντα που πρόλαβε να πάει στον Ηράκλειτο, τους Death SS και τα didgeridoo… Μην τολμήσετε να τους χάσετε!

Σας καλωσορίζουμε στο ats. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της πρώτης σας ευρωπαϊκής περιοδείας, δεν μπορώ παρά να ρωτήσω πώς αισθάνεται η μπάντα για το γεγονός.

Εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αγχωμένοι, αλλά πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Από την πρώτη μπάντα που έπαιξε ποτέ ο καθένας μας μέχρι και τώρα, μια περιοδεία είναι ένας από τους στόχους. Ήρθε η ώρα να τον πραγματοποιήσουμε!

Φαίνεται ότι έπειτα από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue έχετε επενδύσει αρκετά στο live κομμάτι. Ήταν για εσάς περισσότερο εσωτερική παρόρμηση ή μια απόφαση “στρατηγική’’ όσον αφορά το promotion της δουλειάς σας;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, να σου πω την αλήθεια. Live θέλαμε να κάνουμε από τότε που κυκλοφόρησε το Πνεύμα, αλλά το θέμα είναι ότι οι υποχρεώσεις τότε δεν μας επέτρεπαν ούτε να το σκεφτούμε. Στους Μάγους κάναμε πάλι μια προσπάθεια η οποία δεν ευδοκίμησε, αλλά όταν πλέον το πήραμε και απόφαση ότι αν θέλουμε η μπάντα να εξελιχθεί θα πρέπει οπωσδήποτε έστω και περιστασιακά να κάνουμε κάποιο live, βρήκαμε και τα κατάλληλα άτομα. Με τον Σάκη Μπαντή (Horizon’s End, Uthull), Cons Marg (Until Rain, Dustynation,) και Φοίβο (Agnes Vein, Katavasia, Freefall), θεωρώ ότι το live κομμάτι της μπάντας έδεσε και πλέον αποδίδουμε το υλικό μας επί σκηνής όπως του αξίζει. Και φυσικά τα live βοήθησαν σημαντικά να ακουστούν περισσότερο οι HSN. Άρα η απάντηση είναι τελικά και το ένα και το άλλο, χεχ.

Το δεύτερο live του tour σας είναι στο λατρεμένο Roadburn festival. Με δεδομένο τον εκλεκτικισμό του συγκεκριμένου festival, η συμμετοχή σας σε αυτό αποτελεί για εσάς περισσότερο μια δικαίωση ή μια καλή ευκαιρία να συστήσετε τη μουσική σας και σε ένα σχετικά ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κόσμο που ίσως δεν θα μας έδινε και τόση προσοχή υπό άλλες συνθήκες. Αν υπολογίσουμε ότι είμαστε και το πρώτο ελληνικό group που εμφανίζεται σε ένα τόσο καταξιωμένο φεστιβάλ, νομίζω είναι και τιμητικό το λιγότερο, και θα φροντίσουμε να το εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δικαίωση, ίσως περισσότερο αποτέλεσμα της δουλειάς που καταβάλλουμε και το πόσο σοβαρά παίρνουμε τους Noir οι ίδιοι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αποτελεί τιμή μας και μόνο για το πόσο αυστηρό είναι στην επιλογή των μπαντών που παίζουν… Σε ένα τέτοιο φεστιβάλ, που κοινό από όλον τον κόσμο το βάζει στο πρόγραμμά του να το παρακολουθήσει, είναι μια τεράστια ευκαιρία για εμάς να αγγίξουμε και άλλους. Επίσης είναι και μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία να δούμε μπάντες που υπό άλλες συνθήκες να μην τις βλέπαμε, χεχ!

Η live φιλοσοφία σας είναι να αποδίδεται το υλικό με πιστότητα ή να διαφοροποιείται επί σκηνής; Υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Τα κομμάτια δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια. Προβάροντας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μέρη που αυτοσχεδιάζοντας γίνονταν ακόμα πιο Noir, αν καταλαβαίνεις πώς το εννοώ, και βοηθούσαν κι εμάς τους ίδιους να μπούμε στο πετσί τους εντονότερα. Δίνει μια άλλη διάσταση στα live μας και κρατάει και το δικό μας ενδιαφέρον ζωντανό. Βοηθάει και το γεγονός ότι ο Χάρης, ο Demian κι εγώ παίζουμε μαζί τόσα χρόνια, από τους Bizarre ακόμα, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το τι θα κάνει ο καθένας μας. Νομίζω και για το κοινό από κάτω έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν ξεχειλώνουμε τα κομμάτια, μη φανταστείς, απλά όπου μας παίρνει βάζουμε και μια έκπληξη.

Κάνω μια λογική σκέψη: με το υλικό του επόμενου άλμπουμ να μην είναι, φαντάζομαι, ολοκληρωμένο, θα μπορούσε η συσσωρευμένη ενέργεια των live εμπειριών να συν-δημιουργήσει το μελλοντικό υλικό. Να συντελέσει δηλαδή στη δημιουργία περισσότερο επιθετικών ή πιασάρικων τραγουδιών ή ό,τι άλλο η μπάντα θεωρήσει ότι ήταν “πετυχημένο’’ επί σκηνής. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό; Μπορούν να επηρεάσουν οι fan την όποια μελλοντική σας κατεύθυνση;

Είναι πολύ νωρίς να σου πω το οτιδήποτε για το επόμενο album. Σίγουρα η εμπειρία των live κάπως θα επηρεάσει τη σύνθεση, αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο συνειδητό. Δεν λειτουργούμε έτσι, ειδικά ο Χάρης που είναι και ο βασικός συνθέτης. Για να μη λέμε και ψέματα, όλοι όσοι γράφουν μουσική θέλουν το υλικό τους να έχει απήχηση. Η σύνθεση έχει και λίγο την ικανοποίηση του εγωισμού του καθένα. Οπότε στο πίσω μέρος του μυαλού μας κάπου θα υπάρχει κι αυτό το δημιουργικό άγχος. Όμως δεν νομίζω ότι θα είναι καθοριστικός παράγοντας, όπως δεν υπήρξε και μέχρι τώρα.

Το “κρίσιμο’’ τρίτο album πέρασε. Θεωρείς ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής σας έχουν παγιωθεί ή υπάρχει χώρος για ριζικές διαφοροποιήσεις;

Θέλω να πιστεύω ότι πλέον έχουμε μια δικιά μας ταυτότητα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πούμε ότι «Τέλος. Αυτό ήταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα κινούμαστε πλέον». Νομίζω ότι ο πειραματισμός είναι κομμάτι του χαρακτήρα των HSN και αν λείψει, θα είναι φανερά αισθητό. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι ριζικές οι αλλαγές. Στην πραγματικότητα μπορεί στο τέλος να είναι και ελάχιστες. Γνωρίζοντάς μας, όμως, πιστεύω ότι, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το 4ο album, θα είναι όπως και τα 3 προηγούμενα, ξεχωριστό.

Προσωπικά θαυμάζω τον τρόπο που η μουσική σας πατάει ισομερώς σε δύο κόσμους, του psych και του black metal. H κριτική παγκοσμίως συχνά σας βαφτίζει τελικά prog. Αν και τελικά οι ορισμοί μοιάζουν ανούσιοι, αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η πρωταρχική πηγή της έμπνευσής σας; Θα στοιχημάτιζα στο black, αλλά ίσως να κάνω 100% λάθος.

Όταν ξεκίνησε ο Χάρης να κάνει τα πρώτα demo για τα κομμάτια που κατέληξαν να είναι το Πνεύμα, δεν υπήρχε σαφές πλάνο. Ξεκίνησε σαν συγκερασμός των Goblin, του prog rock των 70’s, σε συνδυασμό με την ψυχεδέλεια και το Black metal. Οπότε διάλεξε, είσαι ή 50% σωστός ή 50% λάθος, χεχ. Το prog νομίζω έμεινε λόγω του ότι ο συνδυασμός όλων αυτών παρέπεμπε στην ελευθερία που υπήρχε τότε στην ταυτόχρονη χρήση πολλών ειδών. Ή απλά γιατί είναι πιο εύκολο.

Έχοντας λιώσει τα album σας, έχω κάνει κάποιες διαισθητικές συνδέσεις. Θα ήθελα να μου πείτε αν όντως υπάρχει σύνδεση με τα παρακάτω ή αν απλώς τα φαντάζομαι. Πρώτον: στιχουργικά το εωσφορικό πνεύμα είναι ζωντανό, κατά τη γνώμη μου στην παράδοση των Milton και Blake, αποσκοπώντας στην αντιστροφή της συμβατικής ανθρώπινης σκέψης. Όλο αυτό μου μοιάζει τελικά αρκετά φιλοσοφικό, αρχαιοελληνικά φιλοσοφικό. Υπάρχει λοιπόν μια καλλιτεχνική σύνδεση με Πλάτωνα, Πυθαγόρα και Ηράκλειτο;

Υπάρχει στον βαθμό της αντισυμβατικότητας. Το Εωσφορικό πνεύμα που αναφέρεις είναι αυτό του Ανταγωνιστή, και ναι, είναι παρών στους στίχους και στη γενικότερη θεώρηση των Noir. Για την ακρίβεια, είναι το Spirit Noir. Αλλά το πώς το εννοούμε είναι κάτι πιο προσωπικό για τον κάθε έναν από μας. Από τους 3 αρχαίους που ανέφερες, νομίζω ότι το πνεύμα του Διαβόλου είναι πιο κοντά στον Ηράκλειτο, κυρίως για τον τρόπο της γραφής του. Παρότι ήταν γεμάτος λεπτομέρειες και επεξεργασμένος, κατάφερνε να είναι σαν γρίφος νοηματικά, σχεδόν απόκρυφος. Επίσης, διαβάζοντας το έργο του, αυτήν την έννοια της συνεχούς αλλαγής την αντιλαμβάνομαι σαν το Χάος στο οποίο πολλά βιβλία αποκρυφισμού αναφέρονται. Είναι ίσως μια πολύ πρωταρχική γνωριμία, αλλά ταυτόχρονα πάρα πολύ ιδιαίτερη.

Δεύτερον: Ιταλία, ιταλικές horror ταινίες στο πνεύμα του Dario Argento και πρωτόλειες black μπάντες τύπου Mortuary Drape.

Έμπνευση το λιγότερο τόσο σε θέματα αισθητικής όσο και μουσικής. Με τους Mortuary Drape η σύνδεση είναι λιγότερη από ό,τι της παράνοιας των Death SS. Η σύνδεση με τους Noir δεν είναι τόσο έντονη.

Η λατέρνα ψάρωσε πολύ κόσμο. Θα ψάχνετε πάντα για τέτοια απρόσμενα στοιχεία ή αυτό βασίζεται καθαρά στην έμπνευση της στιγμής;

Αναμενόμενο, καθώς σε πάρα πολλούς είναι ένα εντελώς άγνωστο όργανο. Ακόμα κι εδώ που την ξέρουμε, δεν νομίζω κανένας να το περίμενε να την ακούσει. Προσπαθούμε πάντα να έχουμε όσο το δυνατόν γίνεται πλούσια ενορχήστρωση. Συνήθως έχει να κάνει με την έμπνευση της στιγμής, γιατί τη λατέρνα πχ, δεν είναι και πολύ εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις. Ή το didgeridoo. Από τη στιγμή που θα καρφωθεί η ιδέα, θέλει αρκετή δουλειά μέχρι να τη θεωρήσουμε τελειοποιημένη. Κάτι θα μας έρθει και πάλι για το επόμενο φαντάζομαι, χωρίς όμως να είναι αυτοσκοπός.

Έχει περάσει 1,5 περίπου χρόνος από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue. Έχετε κάνει μια πρώτη αποτίμηση του album ή είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν σχέδια για τον διάδοχό του;

Θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ μας κι αυτό το πιστεύαμε εξ αρχής. Θα μου πεις, για κάθε πρόσφατη κυκλοφορία όλοι αυτό λένε. Όμως και λόγω των live είναι αυτό που μας έφερε και πιο κοντά στον κόσμο, κάτι το οποίο από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Πέρασε ο καιρός όντως. Ιδέες υπάρχουν, αλλά θα επικεντρωθούμε στο τέλος της περιοδείας και μετά από τα show που έχουμε ακόμα, όπως αυτό στο Horns Up στα Τρίκαλα και στο MetalGate Czech Death Fest στην Τσεχία, θα επικεντρωθούμε σε αυτό.

– Θεοχάρη, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτήν την κουβέντα και να ευχηθώ ολόψυχα ό,τι καλύτερο για την περιοδεία και ό,τι θα την ακολουθήσει.

Εμείς σ’ευχαριστούμε για την ενασχόλησή σου και την υποστήριξη. Ελπίζουμε να δούμε τους αναγνώστες σας στο live της Αθήνας στις 20/4. Θα τα ξαναπούμε στο μέλλον. Μέχρι τότε, το Σκοτεινό Πνεύμα σάς χαιρετά.

 

* Οι HSN θα εμφανιστούν την Παρασκευή 20.4 στο Temple μαζί με τους Mock the Mankind και Spineless. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας στο τελευταίο τους άλμπουμ. (view)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Prologue to history… Matterhorn/A Perfect Circle/ATME/The Mystery Of The Bulgarian Voices

Τον καταποντισμό νεοφερθέντων μουσικών κυκλοφοριών δεν μπορείς να τον αποφύγεις. Δεν υπάρχουν γωνιές να κρυφτείς, αδιάβροχα να προφυλαχτείς ή να τρέξεις μακριά. Άλλωστε για αυτό δεν είμαστε εδώ; Να βουτηχτούμε στα μέσα τους, να γίνουμε ένα, να τις αγαπήσουμε ή να τις αρνηθούμε;

Το ότι το 2018 είναι εδώ είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Τα καινούρια album που πέφτουν καταιγιστικά δίπλα μας μπορεί να μας χτυπήσουν κατακέφαλα αλλά μπορεί και μέσα στη θολούρα να περάσουν από δίπλα μας σαν σίφουνας, να μας προσπεράσουν θα έλεγα καλύτερα. (Η δεύτερη περίπτωση με στεναχωρεί πάντα.)

Στην ενότητα αυτή θα παρουσιάσω 4 διαφορετικά σχήματα από 4 διαφορετικές χώρες που έκαναν την είσοδό τους πριν λίγες μέρες με 2 ήδη τραγούδια/κομμάτια και που είναι ο προπομπός επερχόμενου ολοκληρωμένου album. Και στις 4 περιπτώσεις ξεπερνάμε το επίπεδο “πολλά υποσχόμενοι”, μιας και κατά τη γνώμη μου και το εσωτερικό μου κριτήριο θα τραβήξουν την προσοχή, θα παιχτούν και θα μπουν σε δισκοθήκες.

 

Το Matterhorn δεν είχα ιδέα ότι είναι ίσως από τις πιο εντυπωσιακές και επιβλητικές βουνοκορφές των Άλπεων. Καταλαμβάνει έκταση από την Ελβετία μέχρι και την Ιταλία. Είναι μια φανερή πλέον αγάπη του Νορβηγού μουσικού Tommy Sebastian Halseth. Έτσι ονομάζει το καινούριο του project Matterhorn. Μακριά πια από τη metal σκηνή (χωρίς βέβαια να την έχει απαρνηθεί κιόλας), ετοιμάζει κάτι νέο. Ήδη κυκλοφορεί το Aorta και Aorta pr2. Στο Aorta έχουμε ένα υπέροχο κομμάτι 8 λεπτών με καθαρά (φυσικά) dreamy φωνητικά και πολύ όμορφα lyrics.

Μια ματιά στους συντελεστές. Τorstein Parelius και Tommy Sebastian Halseth: lyrics / Tommy Sebastian Halseth: music & vocals / Rhys Marsh: all instruments & production featuring the Matterhorn choir. Τον Rhys Marsh τον έχω συνατήσει μουσικά πολλά χρόνια τώρα με προσωπικές του δουλειές, συνεργασίες, μπάντες, project συν ότι έχει και το Autumnsongs Recording Studio όπου εκεί έγινε και η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering του άλμπουμ Matterhorn. Τι θα ακούσεις; Ατμοσφαιρικό προοδευτικό ροκ με μια τάση εναλλακτικής διαδρομής. Στο Aorta pt2 θα ακούσεις το ίδιο κομμάτι με μικρές αλλαγές. Η διαφορά πέφτει στον χρόνο, που ακουμπά τα 5 λεπτά. Θα έλεγα ότι είναι πιο ατμοσφαιρικό. Εκπληκτικό video, φωνητικά με ηχώ και ένα κιθαριστικό σόλο που με σακάτεψε. Εδώ αλλάζουν λιγάκι οι συντελεστές και έχουμε: Torstein Parelius και Tommy Sebastian Halseth: lyrics / Tommy Sebastian Halseth: music & vocals / Rhys Marsh: Guitars / Tor Helge Skei: Production, loops και samples.

Οι μελωδίες θα σε πιάσουν από την αρχή. Είναι από αυτές που μπορείς να θυμάσαι. Τώρα όσο για τον τίτλο του άλμπουμ δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα, παρόλο που προσπάθησα να του αποσπάσω πληροφορίες του Tommy, εκείνος δεν “λύγισε” και μου είπε γελώντας: “Είναι μυστικό”. Περιμένω με ανυπομονησία την επίσημη κυκλοφορία, που δεν είναι ακόμα εξακριβωμένο πότε θα γίνει.

 

Η περίπτωση της εξάλειψης της γκρίνιας δεν παίζει πουθενά; Ήμαρτον δηλαδή. Το φαινόμενο της παγκόσμιας τρέλας, της εξάρτησης και του παραλογισμού έχουν φτάσει να δίνουν ένα kick περισσότερο στη διασημότητα μιας μπάντας από ό,τι το εν λόγω δισκογραφικό υλικό, right? Τον Νοέμβριο που μας πέρασε έκανε εντυπωσιακή είσοδο το The Doomed σαν πρώτο single και οι Αμερικανοί A Perfect Circle ήρθαν να αναστατώσουν τα ήσυχα νερά των οπαδών τους, καλά κοιμόντουσαν! (χαχαχαχα!) Απολαμβάνω τις περιπτώσεις φανατισμού και ενδελεχούς πνευματικού κολλήματος, που ουσιαστικά χωρίς λόγο πυροδοτεί ανεξέλεγκτες internet-ικές καταστάσεις. Περισσότερα post και ιστορίες θα δεις γραμμένες εκεί για τους Tool παρά για τους APC. Oι κόντρες να έρχονται βροχή και οι συγκρίσεις για το ποιο άλμπουμ υπερέχει ή υστερεί να μην έχουν τελειωμό. Το άκουσα το The Doomed πάρα πολλές φορές και αυτές όχι για να πεισθώ, απλώς μου άρεσε, ρε φίλε, πολύ. Τι σημασία έχει αν δεν μοιάζει, δεν θυμίζει ή ξεφεύγει. Δεν θέλω να μοιάζει και να θυμίζει. Θέλω να είναι φρέσκο, διαφορετικό και ιδιόμορφο. Θέλω να κουβαλάει όλη τη ζούρλα του Maynard με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ξεκίνησαν 18 χρόνια πριν και τα 14 περιμένουμε για άλμπουμ. Ε και; λέω εγώ. Ας είναι. Τότε θέλουν, τότε μπορούν και τότε γουστάρουν στην τελική. Δεν θέλω να κολυμπάω στα ίδια νερά όλη την ώρα, και ας υπάρχουν οι ειδήμονες (φοβεροί και τρομεροί πάντα όμως!) που κατηγορούν το καινούριο single άνευ έμπνευσης ή τη μουσική επίπεδη και ξέρω εγώ τι άλλο. Κάντε μας τη χάρη και ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.

1η Ιανουαρίου σκάει και το “Disillusioned” που τα σπάει κυριολεκτικά. “Dopamine”… ό,τι χρειαζόμαστε. Και από μουσικής πλευράς και από στίχους. Το κομμάτι έχει μελωδίες σκοτεινές και μελαγχολικές, αναπνέει. Τα φωνητικά είναι αυτά που πρέπει, με έκφραση και δυναμικές. Πολύ έντονες πιανιστικές γραμμές. Το ηλεκτρονικό στοιχείο είναι διάχυτο υποστηρίζοντας για άλλη μια φορά την εναλλακτική πλευρά της μπάντας. Περισσότερο rock και λιγότερο metal συν art hard rock και έχουμε το καινούριο πολυπόθητο δημιούργημα των APC. Δεν έχουν ανακοινώσει κάτι συγκεκριμένο για την επικείμενη κυκλοφορία, αλλά στο φλου κάπου στα μέσα του χρόνου θα κυκλοφορήσει το full studio album. Μέχρι στιγμής θα κυκλοφορήσει Limited-Edition Dual Groove The Doomed/Disillusioned 10” Vinyl. Στην αγορά 9 Μαρτίου 2018. Sit back and relax, φίλοι. Απολαύστε ό,τι σας δίνεται.

atme,againstthesilence.com

ATME… Ο δρόμος θα με βγάλει άλλη μια φορά στην Πολωνία. Τη χώρα με τις άπειρες μουσικές εκπλήξεις. Φυτώριο. Έφτασαν, λοιπόν, στα αυτάκια μου δύο κομμάτια. Τα “Trickster” και “(Un)cut Thoughts”. Κομματάρες και τα δύο. Το άλμπουμ ονομάζεται State Of Necessity και, ενώ έχει ηχογραφηθεί, έχουν βγει και κομμάτια στην κυκλοφορία, η επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ αναμένεται… όπου να ’ναι. Ένα self released debut album και οι υποσχέσεις για κάτι άκρως ελπιδοφόρο και εντυπωσιακό στέκονται στην πόρτα και περιμένουν να τους ανοίξεις. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δυναμισμό, σαφώς προοδευτικό ήχο. Ξεκάθαρα όργανα και η ηχογράφηση εκπληκτική. Ιδιαιτερότητα σημειώνεται στα φωνητικά του Luke Pawełoszek. Οk, ξέρω πως πολλοί ίσως να συγκρίνετε τα φωνητικά του αλλά και γενικότερα το στιλ της μουσικής και το ύφος των συνθέσεών τους με αυτή των Tool. Αν σας αρέσει, ακούστε αυτά τα 2 κομμάτια και απλώς ευχαριστηθείτε τα, αποφεύγοντας τις συγκρίσεις. Τα έχουμε πει αυτά. Σε μια δήλωσή τους στην προσωπική τους σελίδα στο fb γράφουν: “Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι το πρώτο μας LP, State Of Necessity, βρίσκεται τελικά στα χέρια μας! Ξέρουμε ότι περιμένατε για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά, όπως και εμείς, πρέπει να πιστέψετε ότι αξίζει τον κόπο. Για εμάς ήταν μακρύς ο δρόμος, γεμάτος από κύματα απροσδόκητων γεγονότων και προκλήσεων, μήνες που πέρασαν να δουλεύουμε το υλικό στην αίθουσα πρόβας και στο στούντιο, ώρες αδράνειας μπροστά στον υπολογιστή και πλήθος τηλεφώνων. Αυτή η εμπειρία μάς δίδαξε πολλά για τη δημιουργία και τη σύνθεση, αλλά και για τον εαυτό μας και γι’ αυτό πιστεύουμε ότι με την απελευθέρωση αυτού του άλμπουμ ανοίγουμε ένα νέο και σπουδαίο κεφάλαιο για τη μουσική μας. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους εσάς που δεν μας αφήσατε να απομακρυνθούμε από αυτό το μονοπάτι, τις οικογένειές μας, τους φίλους και μούσες μας και ειδικά εκείνους που υποστήριξαν το έργο μας. Σύντομα το State Of Necessity θα βρεθεί στα σπίτια σας στην πρώτη θέση”.

Αυτά τα λίγα προς το παρόν και αναμένουμε. Ενδιαφέρουσες καταστάσεις λαμβάνουν μέρος στις ανιαρές χειμωνιάτικες νύχτες μου.

 

Όταν τα ηνία τα χειρίζεται η Prophecy τότε δεν έχεις κανένα δικαίωμα όχι να αντιδράσεις αλλά ούτε καν να σκεφτείς: “Χμμμ, λες να αξίζει; Να το ακούσω; Τι να είναι;” Απαγορεύεται. Αποδεδειγμένα πια πατάμε play χωρίς ενδοιασμούς και αφηνόμαστε στα λεπτά που θα ακολουθήσουν. Οι The Mystery Of The Bulgarian Voices είναι πραγματικά η εξαιρετική, θαυμάσια και απίθανη μουσική ιστορία που φυτρώνει στα χώματα της Βουλγαρίας. Έχοντας μια ιστορία 60 χρόνων, χρωματίζουν με τις υπέροχες φωνές τους τη λαογραφία και τον πολιτισμό κατ’ επέκταση της χώρας. Η 4AD απλώς έβαλε το χεράκι της με την επανακυκλοφορία του Le Mystère des Voix Bulgares και που οι ηχογραφήσεις χρονολογούνται από το 1957, (άλλες πηγές μού δίνουν το 1952) για να γίνουν πιο γνωστές (οι βουλγάρικες φωνές) στο ευρύ κοινό. Πατώντας πάνω στην παράδοση και δίνοντας πολλές φορές μεταμοντέρνα στοιχεία, οι The Mystery Of The Bulgarian Voices μάς θυμίζουν πως η φωνή είναι το πιο ισχυρό, πολύπλευρο και ευέλικτο όργανο που δημιουργήθηκε ποτέ. Οι παραστάσεις του συγκροτήματος παρέχουν μια από τις πιο μοναδικές και συναρπαστικές εμπειρίες στη μουσική. Έχουν συνεργαστεί με αρκετούς μουσικούς, και κάποιοι μεταξύ των Kate Bush και VAST έχουν δανειστεί samples.

Τι έχουμε όμως σήμερα εδώ; Έχουμε το “Pora Sotunda” και είναι το πρώτο single-κυκλοφορία της Χορωδίας μετά από πάρα πολλά χρόνια. Αυτό όμως που ίσως να ξέφυγε σε πολλούς -αφού κυκλοφόρησε στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς- είναι η παρουσία της Lisa Gerrard (Dead Can Dance) μέσα σε αυτό. Η Θεά, το πλάσμα το μαγικό, το χαρισματικό, η Αγγελική φωνή, αυτή η υπόσταση που αιωρείται μεταξύ Γης και Ουρανού… Η ΦΩΝΗ λοιπόν μέσα στις άλλες υπέροχες φωνές. Αυτό που βγαίνει είναι απλώς συγκλονιστικό. Μπορείς να δεις και μια και δυο και χίλιες φορές το video του “Pora Sotunda”, που υπάρχει ήδη στο y-tube. Αριστούργημα. Η ίδια σε συνέντευξή της δηλώνει μαγεμένη και σχεδόν εκστασιασμένη, λέει, για τη γυναικεία χορωδία. “Αυτό είναι, αυτή είναι η κορυφή, δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από αυτό”.

Η άλλη πλευρά έχει το κομμάτι “Ganka”, το οποίο είναι εξίσου υπέροχο. Η αρμονία που σχετίζεται με κοινούς τόνους. Οι παράλληλες φωνές, όπου οι τραγουδίστριες επιλέγονται από τα χωριά της χώρας για την ομορφιά και την έκταση των -a cappella- φωνών τους. Οι επιρροές έρχονται από τα βάθη του χρόνου, από τη θρακική, βουλγαρική, οθωμανική και βυζαντινή ιστορία της Βουλγαρίας.

Το single κυκλοφορεί σε limited edition 7″ vinyl format μόνο (αν και νομίζω πως δεν υπάρχει πια ούτε κι αυτό, ξέρετε, φανατικοί, συλλέκτες…), αλλά εμείς οι υπομονετικοί θα περιμένουμε το άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει μέσα στο ’18, ναι; BooCheeMish ο τίτλος, λένε…

 

Eleni Liverakou Eriksson

 

Athens without answers

Ακούγεται περίεργο αλλά η Αθήνα, η οποία είναι μια μητρόπολη με όλη τη σημασία της λέξεως, δεν έχει πολυτραγουδηθεί, δείγμα ίσως της ακόμη πιο περίεργης αγάπης που νιώθουν οι κάτοικοί της για αυτή. Επίσης, η συνεχής γιγάντωσή της αποκαλύπτει μια σχέση μίσους της απέναντι στην άνιση, αλλά πλούσια ιστορία της. Αυτοκαταστροφική απέναντι στις φυσικές κληρονομιές της, άπληστη χωροταξικά, πάντοτε χαοτική, βρίσκει όμως μια ισορροπία ανάμεσα στο τι θα μπορούσε να είναι και τι έχει αποφύγει να γίνει. Γιατί, πέραν όλων των δεινών της, υπάρχουν και τα στοιχεία της που την κάνουν ευρηματική, φιλόξενη με τον δικό της τρόπο και ζωντανή με τη διττή έννοια του όρου.

Πολλές φορές η Αθήνα, όπως κάθε μεγαλούπολη, έχει μια ακατανόητη γλώσσα για να σου αποκαλύψει τα μυστικά της νοήματα και ως προς αυτό η punk/hc παράδοσή της έχει καταθέσει τον οβολό της για να περιγράψει πώς είναι να μένεις εδώ. Δεν είναι μόνο ότι αυτή η μουσική εμπεριέχει όλα, μα όλα, τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν πριν για την Αθήνα, αλλά επίσης συνεχίζει να βγάζει νέο υλικό που είναι σαν να μιλά για αυτή λες και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Εν είδει ενός καζαμία ψυχογεωγραφικού χαρακτήρα, λοιπόν, ας δούμε περιληπτικά τι έχουμε να περιμένουμε φέτος από την ιδιόμορφη αυτή φλέβα που κυλά στη μητρόπολη.

Ξεκίνημα με τους Ruined Families, την μπάντα που βροντοφώναξε ότι η Αθήνα δεν έχει απαντήσεις, κάτι που όσο τη ζεις, τόσο το νιώθεις στο πετσί σου. Η συγκεκριμένη μπάντα κινείται στους ρυθμούς του επόμενου βήματος μετά το αριστουργηματικό προπέρσινο άλμπουμ τους και προς αυτήν τη κατεύθυνση θα κυκλοφορήσει ένα split μέσα στο 2018 με μια φιλικά προσκείμενη μπάντα τους. Ως προς την υποστήριξη του αναμενόμενου νέου υλικού τους, θα έχουμε μια σειρά συναυλιών εντός και εκτός συνόρων, αλλά ακόμη είναι νωρίς να ειπωθεί κάτι παραπάνω.

 

 

Σειρά έχουν οι Αρχή του Τέλους. Ο προγραμματισμός βέβαια για τα ημεδαπά σχήματα δεν ήταν ποτέ το φόρτε τους, αλλά υπάρχει νέο υλικό της μπάντας και η διάθεση να το κυκλοφορήσει σε μορφή άλμπουμ μέσα στο νέο έτος. Ας θωρακιστούμε επ’ αυτού όμως με την κατάλληλη υπομονή, καλού κακού. Τώρα, για τους Youth Crusher, στη σύνθεση των οποίων συναντάμε μέλη των Cut Off, τα πράγματα είναι πιο απλά καθώς ανακοινώθηκε ότι σύντομα θα βγει το νέο demo EP της μπάντας ως συνέχεια της αντίστοιχης περσινής κυκλοφορίας τους. Επίσης στο πρόγραμμα τον Μάρτη είναι μια περιοδεία στην Ανατολική Ακτή των Η.Π.Α., οπότε ας ελπίσουμε να μην τους κρατήσουν εκεί οικόσιτους!

 

 

Υπάρχει μια μπάντα, σίγουρα όχι η μοναδική, που αποδεικνύει τη φιλόξενη φύση της Αθήνας η οποία συνοψίζεται στην εξής φράση: “έρχεσαι να μείνεις για λίγο και περνάς όλη σου τη ζωή εδώ χωρίς να το καταλάβεις”. Τα μέλη των Ομίχλη έχουν ως τόπο καταγωγής τη Θεσσαλονίκη, αλλά πλέον μένουν μόνιμα Αθήνα και δουλεύουν πάνω στο νιοστό άλμπουμ τους, το οποίο αναμένεται να βγει χοντρικά πριν το καλοκαίρι.

Για κλείσιμο έχουμε ένα πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα και την πρώτη του κυκλοφορία, δείγμα ότι αυτή η πόλη δεν θα κουραστεί ποτέ να εκκολάπτει το νέο. Νέο με τη μορφή του παλιού βεβαίως, μιας και οι Chain Cult, που αποτελούνται από μέλη των Αρχή του Τέλους, Dirty Wombs και Conspiracy Of Denial, παίζουν αυτό το σκοτεινό και γρήγορο post-punk το οποίο ως ρετρό άκουσμα έχει πέραση αυτές τις ημέρες. Για αυτόν τον λόγο χρειάζεται μια τέτοιου ύφους κυκλοφορία να εμπεριέχει κάτι το ιδιαίτερο για να ξεχωρίσει από τον σωρό, αν και βέβαια οι ομοιότητες με τον ήχο των Nervosas μόνο ως θετικό στοιχείο μπορούν να καταγραφούν. Η επίσημη, μάλιστα, ημερομηνία κυκλοφορίας ως η πρώτη Γενάρη υποδηλώνει τους καλύτερους οιωνούς για μια χρονιά στην οποία όλες οι πιθανότητες είναι εναντίον μας σε αυτή την πόλη που ζούμε.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης