Συνέντευξη Hail Spirit Noir

Μετά από τρία εξαιρετικά album, ήρθε επιτέλους η ώρα για τους Θεσσαλονικείς Hail Spirit Noir να σαλπάρουν για την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία, με πιο αξιοσημείωτο σταθμό της τη συμμετοχή τους στο Roadburn festival. Επίσημη έναρξη του tour αποτελεί το πρώτο τους headline live στην Αθήνα στις 20 Απριλίου, όπου το psychoprog black metal τους θα ξεκινήσει αυτό το ταξίδι. Ανάμεσα σε βαλίτσες, πρόβες κι ετοιμασίες, ο Θεοχάρης βρήκε τον χρόνο για μια κουβέντα με το Against the Silence, κουβέντα που πρόλαβε να πάει στον Ηράκλειτο, τους Death SS και τα didgeridoo… Μην τολμήσετε να τους χάσετε!

Σας καλωσορίζουμε στο ats. Λίγες μέρες πριν από την έναρξη της πρώτης σας ευρωπαϊκής περιοδείας, δεν μπορώ παρά να ρωτήσω πώς αισθάνεται η μπάντα για το γεγονός.

Εμείς ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Αγχωμένοι, αλλά πάρα πολύ ενθουσιασμένοι. Από την πρώτη μπάντα που έπαιξε ποτέ ο καθένας μας μέχρι και τώρα, μια περιοδεία είναι ένας από τους στόχους. Ήρθε η ώρα να τον πραγματοποιήσουμε!

Φαίνεται ότι έπειτα από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue έχετε επενδύσει αρκετά στο live κομμάτι. Ήταν για εσάς περισσότερο εσωτερική παρόρμηση ή μια απόφαση “στρατηγική’’ όσον αφορά το promotion της δουλειάς σας;

Ούτε το ένα ούτε το άλλο, να σου πω την αλήθεια. Live θέλαμε να κάνουμε από τότε που κυκλοφόρησε το Πνεύμα, αλλά το θέμα είναι ότι οι υποχρεώσεις τότε δεν μας επέτρεπαν ούτε να το σκεφτούμε. Στους Μάγους κάναμε πάλι μια προσπάθεια η οποία δεν ευδοκίμησε, αλλά όταν πλέον το πήραμε και απόφαση ότι αν θέλουμε η μπάντα να εξελιχθεί θα πρέπει οπωσδήποτε έστω και περιστασιακά να κάνουμε κάποιο live, βρήκαμε και τα κατάλληλα άτομα. Με τον Σάκη Μπαντή (Horizon’s End, Uthull), Cons Marg (Until Rain, Dustynation,) και Φοίβο (Agnes Vein, Katavasia, Freefall), θεωρώ ότι το live κομμάτι της μπάντας έδεσε και πλέον αποδίδουμε το υλικό μας επί σκηνής όπως του αξίζει. Και φυσικά τα live βοήθησαν σημαντικά να ακουστούν περισσότερο οι HSN. Άρα η απάντηση είναι τελικά και το ένα και το άλλο, χεχ.

Το δεύτερο live του tour σας είναι στο λατρεμένο Roadburn festival. Με δεδομένο τον εκλεκτικισμό του συγκεκριμένου festival, η συμμετοχή σας σε αυτό αποτελεί για εσάς περισσότερο μια δικαίωση ή μια καλή ευκαιρία να συστήσετε τη μουσική σας και σε ένα σχετικά ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία να προσεγγίσουμε κόσμο που ίσως δεν θα μας έδινε και τόση προσοχή υπό άλλες συνθήκες. Αν υπολογίσουμε ότι είμαστε και το πρώτο ελληνικό group που εμφανίζεται σε ένα τόσο καταξιωμένο φεστιβάλ, νομίζω είναι και τιμητικό το λιγότερο, και θα φροντίσουμε να το εκμεταλλευτούμε στο έπακρο. Δεν ξέρω αν θα το έλεγα δικαίωση, ίσως περισσότερο αποτέλεσμα της δουλειάς που καταβάλλουμε και το πόσο σοβαρά παίρνουμε τους Noir οι ίδιοι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αποτελεί τιμή μας και μόνο για το πόσο αυστηρό είναι στην επιλογή των μπαντών που παίζουν… Σε ένα τέτοιο φεστιβάλ, που κοινό από όλον τον κόσμο το βάζει στο πρόγραμμά του να το παρακολουθήσει, είναι μια τεράστια ευκαιρία για εμάς να αγγίξουμε και άλλους. Επίσης είναι και μια ακόμα καλύτερη ευκαιρία να δούμε μπάντες που υπό άλλες συνθήκες να μην τις βλέπαμε, χεχ!

Η live φιλοσοφία σας είναι να αποδίδεται το υλικό με πιστότητα ή να διαφοροποιείται επί σκηνής; Υπάρχει χώρος για αυτοσχεδιασμό;

Τα κομμάτια δεν είναι ποτέ ακριβώς ίδια. Προβάροντας διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν μέρη που αυτοσχεδιάζοντας γίνονταν ακόμα πιο Noir, αν καταλαβαίνεις πώς το εννοώ, και βοηθούσαν κι εμάς τους ίδιους να μπούμε στο πετσί τους εντονότερα. Δίνει μια άλλη διάσταση στα live μας και κρατάει και το δικό μας ενδιαφέρον ζωντανό. Βοηθάει και το γεγονός ότι ο Χάρης, ο Demian κι εγώ παίζουμε μαζί τόσα χρόνια, από τους Bizarre ακόμα, με αποτέλεσμα να αντιλαμβανόμαστε καλύτερα το τι θα κάνει ο καθένας μας. Νομίζω και για το κοινό από κάτω έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Δεν ξεχειλώνουμε τα κομμάτια, μη φανταστείς, απλά όπου μας παίρνει βάζουμε και μια έκπληξη.

Κάνω μια λογική σκέψη: με το υλικό του επόμενου άλμπουμ να μην είναι, φαντάζομαι, ολοκληρωμένο, θα μπορούσε η συσσωρευμένη ενέργεια των live εμπειριών να συν-δημιουργήσει το μελλοντικό υλικό. Να συντελέσει δηλαδή στη δημιουργία περισσότερο επιθετικών ή πιασάρικων τραγουδιών ή ό,τι άλλο η μπάντα θεωρήσει ότι ήταν “πετυχημένο’’ επί σκηνής. Θεωρείς ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό; Μπορούν να επηρεάσουν οι fan την όποια μελλοντική σας κατεύθυνση;

Είναι πολύ νωρίς να σου πω το οτιδήποτε για το επόμενο album. Σίγουρα η εμπειρία των live κάπως θα επηρεάσει τη σύνθεση, αλλά δεν νομίζω ότι θα είναι τόσο συνειδητό. Δεν λειτουργούμε έτσι, ειδικά ο Χάρης που είναι και ο βασικός συνθέτης. Για να μη λέμε και ψέματα, όλοι όσοι γράφουν μουσική θέλουν το υλικό τους να έχει απήχηση. Η σύνθεση έχει και λίγο την ικανοποίηση του εγωισμού του καθένα. Οπότε στο πίσω μέρος του μυαλού μας κάπου θα υπάρχει κι αυτό το δημιουργικό άγχος. Όμως δεν νομίζω ότι θα είναι καθοριστικός παράγοντας, όπως δεν υπήρξε και μέχρι τώρα.

Το “κρίσιμο’’ τρίτο album πέρασε. Θεωρείς ότι τα συστατικά στοιχεία της μουσικής σας έχουν παγιωθεί ή υπάρχει χώρος για ριζικές διαφοροποιήσεις;

Θέλω να πιστεύω ότι πλέον έχουμε μια δικιά μας ταυτότητα, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση να πούμε ότι «Τέλος. Αυτό ήταν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια θα κινούμαστε πλέον». Νομίζω ότι ο πειραματισμός είναι κομμάτι του χαρακτήρα των HSN και αν λείψει, θα είναι φανερά αισθητό. Δεν ξέρω κατά πόσο θα είναι ριζικές οι αλλαγές. Στην πραγματικότητα μπορεί στο τέλος να είναι και ελάχιστες. Γνωρίζοντάς μας, όμως, πιστεύω ότι, όταν με το καλό ολοκληρωθεί το 4ο album, θα είναι όπως και τα 3 προηγούμενα, ξεχωριστό.

Προσωπικά θαυμάζω τον τρόπο που η μουσική σας πατάει ισομερώς σε δύο κόσμους, του psych και του black metal. H κριτική παγκοσμίως συχνά σας βαφτίζει τελικά prog. Αν και τελικά οι ορισμοί μοιάζουν ανούσιοι, αναρωτιέμαι ποια είναι τελικά η πρωταρχική πηγή της έμπνευσής σας; Θα στοιχημάτιζα στο black, αλλά ίσως να κάνω 100% λάθος.

Όταν ξεκίνησε ο Χάρης να κάνει τα πρώτα demo για τα κομμάτια που κατέληξαν να είναι το Πνεύμα, δεν υπήρχε σαφές πλάνο. Ξεκίνησε σαν συγκερασμός των Goblin, του prog rock των 70’s, σε συνδυασμό με την ψυχεδέλεια και το Black metal. Οπότε διάλεξε, είσαι ή 50% σωστός ή 50% λάθος, χεχ. Το prog νομίζω έμεινε λόγω του ότι ο συνδυασμός όλων αυτών παρέπεμπε στην ελευθερία που υπήρχε τότε στην ταυτόχρονη χρήση πολλών ειδών. Ή απλά γιατί είναι πιο εύκολο.

Έχοντας λιώσει τα album σας, έχω κάνει κάποιες διαισθητικές συνδέσεις. Θα ήθελα να μου πείτε αν όντως υπάρχει σύνδεση με τα παρακάτω ή αν απλώς τα φαντάζομαι. Πρώτον: στιχουργικά το εωσφορικό πνεύμα είναι ζωντανό, κατά τη γνώμη μου στην παράδοση των Milton και Blake, αποσκοπώντας στην αντιστροφή της συμβατικής ανθρώπινης σκέψης. Όλο αυτό μου μοιάζει τελικά αρκετά φιλοσοφικό, αρχαιοελληνικά φιλοσοφικό. Υπάρχει λοιπόν μια καλλιτεχνική σύνδεση με Πλάτωνα, Πυθαγόρα και Ηράκλειτο;

Υπάρχει στον βαθμό της αντισυμβατικότητας. Το Εωσφορικό πνεύμα που αναφέρεις είναι αυτό του Ανταγωνιστή, και ναι, είναι παρών στους στίχους και στη γενικότερη θεώρηση των Noir. Για την ακρίβεια, είναι το Spirit Noir. Αλλά το πώς το εννοούμε είναι κάτι πιο προσωπικό για τον κάθε έναν από μας. Από τους 3 αρχαίους που ανέφερες, νομίζω ότι το πνεύμα του Διαβόλου είναι πιο κοντά στον Ηράκλειτο, κυρίως για τον τρόπο της γραφής του. Παρότι ήταν γεμάτος λεπτομέρειες και επεξεργασμένος, κατάφερνε να είναι σαν γρίφος νοηματικά, σχεδόν απόκρυφος. Επίσης, διαβάζοντας το έργο του, αυτήν την έννοια της συνεχούς αλλαγής την αντιλαμβάνομαι σαν το Χάος στο οποίο πολλά βιβλία αποκρυφισμού αναφέρονται. Είναι ίσως μια πολύ πρωταρχική γνωριμία, αλλά ταυτόχρονα πάρα πολύ ιδιαίτερη.

Δεύτερον: Ιταλία, ιταλικές horror ταινίες στο πνεύμα του Dario Argento και πρωτόλειες black μπάντες τύπου Mortuary Drape.

Έμπνευση το λιγότερο τόσο σε θέματα αισθητικής όσο και μουσικής. Με τους Mortuary Drape η σύνδεση είναι λιγότερη από ό,τι της παράνοιας των Death SS. Η σύνδεση με τους Noir δεν είναι τόσο έντονη.

Η λατέρνα ψάρωσε πολύ κόσμο. Θα ψάχνετε πάντα για τέτοια απρόσμενα στοιχεία ή αυτό βασίζεται καθαρά στην έμπνευση της στιγμής;

Αναμενόμενο, καθώς σε πάρα πολλούς είναι ένα εντελώς άγνωστο όργανο. Ακόμα κι εδώ που την ξέρουμε, δεν νομίζω κανένας να το περίμενε να την ακούσει. Προσπαθούμε πάντα να έχουμε όσο το δυνατόν γίνεται πλούσια ενορχήστρωση. Συνήθως έχει να κάνει με την έμπνευση της στιγμής, γιατί τη λατέρνα πχ, δεν είναι και πολύ εύκολο να τη χρησιμοποιήσεις. Ή το didgeridoo. Από τη στιγμή που θα καρφωθεί η ιδέα, θέλει αρκετή δουλειά μέχρι να τη θεωρήσουμε τελειοποιημένη. Κάτι θα μας έρθει και πάλι για το επόμενο φαντάζομαι, χωρίς όμως να είναι αυτοσκοπός.

Έχει περάσει 1,5 περίπου χρόνος από την κυκλοφορία του Mayhem In Blue. Έχετε κάνει μια πρώτη αποτίμηση του album ή είναι ακόμα νωρίς για κάτι τέτοιο; Υπάρχουν σχέδια για τον διάδοχό του;

Θεωρώ ότι είναι το πιο ολοκληρωμένο άλμπουμ μας κι αυτό το πιστεύαμε εξ αρχής. Θα μου πεις, για κάθε πρόσφατη κυκλοφορία όλοι αυτό λένε. Όμως και λόγω των live είναι αυτό που μας έφερε και πιο κοντά στον κόσμο, κάτι το οποίο από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Πέρασε ο καιρός όντως. Ιδέες υπάρχουν, αλλά θα επικεντρωθούμε στο τέλος της περιοδείας και μετά από τα show που έχουμε ακόμα, όπως αυτό στο Horns Up στα Τρίκαλα και στο MetalGate Czech Death Fest στην Τσεχία, θα επικεντρωθούμε σε αυτό.

– Θεοχάρη, δεν μπορώ παρά να ευχαριστήσω θερμά γι’ αυτήν την κουβέντα και να ευχηθώ ολόψυχα ό,τι καλύτερο για την περιοδεία και ό,τι θα την ακολουθήσει.

Εμείς σ’ευχαριστούμε για την ενασχόλησή σου και την υποστήριξη. Ελπίζουμε να δούμε τους αναγνώστες σας στο live της Αθήνας στις 20/4. Θα τα ξαναπούμε στο μέλλον. Μέχρι τότε, το Σκοτεινό Πνεύμα σάς χαιρετά.

 

* Οι HSN θα εμφανιστούν την Παρασκευή 20.4 στο Temple μαζί με τους Mock the Mankind και Spineless. Εδώ μπορείτε να διαβάσετε την κριτική μας στο τελευταίο τους άλμπουμ. (view)

 

Αντώνης Καλαμούτσος

 

Prologue to history… Matterhorn/A Perfect Circle/ATME/The Mystery Of The Bulgarian Voices

Τον καταποντισμό νεοφερθέντων μουσικών κυκλοφοριών δεν μπορείς να τον αποφύγεις. Δεν υπάρχουν γωνιές να κρυφτείς, αδιάβροχα να προφυλαχτείς ή να τρέξεις μακριά. Άλλωστε για αυτό δεν είμαστε εδώ; Να βουτηχτούμε στα μέσα τους, να γίνουμε ένα, να τις αγαπήσουμε ή να τις αρνηθούμε;

Το ότι το 2018 είναι εδώ είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο. Τα καινούρια album που πέφτουν καταιγιστικά δίπλα μας μπορεί να μας χτυπήσουν κατακέφαλα αλλά μπορεί και μέσα στη θολούρα να περάσουν από δίπλα μας σαν σίφουνας, να μας προσπεράσουν θα έλεγα καλύτερα. (Η δεύτερη περίπτωση με στεναχωρεί πάντα.)

Στην ενότητα αυτή θα παρουσιάσω 4 διαφορετικά σχήματα από 4 διαφορετικές χώρες που έκαναν την είσοδό τους πριν λίγες μέρες με 2 ήδη τραγούδια/κομμάτια και που είναι ο προπομπός επερχόμενου ολοκληρωμένου album. Και στις 4 περιπτώσεις ξεπερνάμε το επίπεδο “πολλά υποσχόμενοι”, μιας και κατά τη γνώμη μου και το εσωτερικό μου κριτήριο θα τραβήξουν την προσοχή, θα παιχτούν και θα μπουν σε δισκοθήκες.

 

Το Matterhorn δεν είχα ιδέα ότι είναι ίσως από τις πιο εντυπωσιακές και επιβλητικές βουνοκορφές των Άλπεων. Καταλαμβάνει έκταση από την Ελβετία μέχρι και την Ιταλία. Είναι μια φανερή πλέον αγάπη του Νορβηγού μουσικού Tommy Sebastian Halseth. Έτσι ονομάζει το καινούριο του project Matterhorn. Μακριά πια από τη metal σκηνή (χωρίς βέβαια να την έχει απαρνηθεί κιόλας), ετοιμάζει κάτι νέο. Ήδη κυκλοφορεί το Aorta και Aorta pr2. Στο Aorta έχουμε ένα υπέροχο κομμάτι 8 λεπτών με καθαρά (φυσικά) dreamy φωνητικά και πολύ όμορφα lyrics.

Μια ματιά στους συντελεστές. Τorstein Parelius και Tommy Sebastian Halseth: lyrics / Tommy Sebastian Halseth: music & vocals / Rhys Marsh: all instruments & production featuring the Matterhorn choir. Τον Rhys Marsh τον έχω συνατήσει μουσικά πολλά χρόνια τώρα με προσωπικές του δουλειές, συνεργασίες, μπάντες, project συν ότι έχει και το Autumnsongs Recording Studio όπου εκεί έγινε και η ηχογράφηση, η μίξη και το mastering του άλμπουμ Matterhorn. Τι θα ακούσεις; Ατμοσφαιρικό προοδευτικό ροκ με μια τάση εναλλακτικής διαδρομής. Στο Aorta pt2 θα ακούσεις το ίδιο κομμάτι με μικρές αλλαγές. Η διαφορά πέφτει στον χρόνο, που ακουμπά τα 5 λεπτά. Θα έλεγα ότι είναι πιο ατμοσφαιρικό. Εκπληκτικό video, φωνητικά με ηχώ και ένα κιθαριστικό σόλο που με σακάτεψε. Εδώ αλλάζουν λιγάκι οι συντελεστές και έχουμε: Torstein Parelius και Tommy Sebastian Halseth: lyrics / Tommy Sebastian Halseth: music & vocals / Rhys Marsh: Guitars / Tor Helge Skei: Production, loops και samples.

Οι μελωδίες θα σε πιάσουν από την αρχή. Είναι από αυτές που μπορείς να θυμάσαι. Τώρα όσο για τον τίτλο του άλμπουμ δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα, παρόλο που προσπάθησα να του αποσπάσω πληροφορίες του Tommy, εκείνος δεν “λύγισε” και μου είπε γελώντας: “Είναι μυστικό”. Περιμένω με ανυπομονησία την επίσημη κυκλοφορία, που δεν είναι ακόμα εξακριβωμένο πότε θα γίνει.

 

Η περίπτωση της εξάλειψης της γκρίνιας δεν παίζει πουθενά; Ήμαρτον δηλαδή. Το φαινόμενο της παγκόσμιας τρέλας, της εξάρτησης και του παραλογισμού έχουν φτάσει να δίνουν ένα kick περισσότερο στη διασημότητα μιας μπάντας από ό,τι το εν λόγω δισκογραφικό υλικό, right? Τον Νοέμβριο που μας πέρασε έκανε εντυπωσιακή είσοδο το The Doomed σαν πρώτο single και οι Αμερικανοί A Perfect Circle ήρθαν να αναστατώσουν τα ήσυχα νερά των οπαδών τους, καλά κοιμόντουσαν! (χαχαχαχα!) Απολαμβάνω τις περιπτώσεις φανατισμού και ενδελεχούς πνευματικού κολλήματος, που ουσιαστικά χωρίς λόγο πυροδοτεί ανεξέλεγκτες internet-ικές καταστάσεις. Περισσότερα post και ιστορίες θα δεις γραμμένες εκεί για τους Tool παρά για τους APC. Oι κόντρες να έρχονται βροχή και οι συγκρίσεις για το ποιο άλμπουμ υπερέχει ή υστερεί να μην έχουν τελειωμό. Το άκουσα το The Doomed πάρα πολλές φορές και αυτές όχι για να πεισθώ, απλώς μου άρεσε, ρε φίλε, πολύ. Τι σημασία έχει αν δεν μοιάζει, δεν θυμίζει ή ξεφεύγει. Δεν θέλω να μοιάζει και να θυμίζει. Θέλω να είναι φρέσκο, διαφορετικό και ιδιόμορφο. Θέλω να κουβαλάει όλη τη ζούρλα του Maynard με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ξεκίνησαν 18 χρόνια πριν και τα 14 περιμένουμε για άλμπουμ. Ε και; λέω εγώ. Ας είναι. Τότε θέλουν, τότε μπορούν και τότε γουστάρουν στην τελική. Δεν θέλω να κολυμπάω στα ίδια νερά όλη την ώρα, και ας υπάρχουν οι ειδήμονες (φοβεροί και τρομεροί πάντα όμως!) που κατηγορούν το καινούριο single άνευ έμπνευσης ή τη μουσική επίπεδη και ξέρω εγώ τι άλλο. Κάντε μας τη χάρη και ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα.

1η Ιανουαρίου σκάει και το “Disillusioned” που τα σπάει κυριολεκτικά. “Dopamine”… ό,τι χρειαζόμαστε. Και από μουσικής πλευράς και από στίχους. Το κομμάτι έχει μελωδίες σκοτεινές και μελαγχολικές, αναπνέει. Τα φωνητικά είναι αυτά που πρέπει, με έκφραση και δυναμικές. Πολύ έντονες πιανιστικές γραμμές. Το ηλεκτρονικό στοιχείο είναι διάχυτο υποστηρίζοντας για άλλη μια φορά την εναλλακτική πλευρά της μπάντας. Περισσότερο rock και λιγότερο metal συν art hard rock και έχουμε το καινούριο πολυπόθητο δημιούργημα των APC. Δεν έχουν ανακοινώσει κάτι συγκεκριμένο για την επικείμενη κυκλοφορία, αλλά στο φλου κάπου στα μέσα του χρόνου θα κυκλοφορήσει το full studio album. Μέχρι στιγμής θα κυκλοφορήσει Limited-Edition Dual Groove The Doomed/Disillusioned 10” Vinyl. Στην αγορά 9 Μαρτίου 2018. Sit back and relax, φίλοι. Απολαύστε ό,τι σας δίνεται.

atme,againstthesilence.com

ATME… Ο δρόμος θα με βγάλει άλλη μια φορά στην Πολωνία. Τη χώρα με τις άπειρες μουσικές εκπλήξεις. Φυτώριο. Έφτασαν, λοιπόν, στα αυτάκια μου δύο κομμάτια. Τα “Trickster” και “(Un)cut Thoughts”. Κομματάρες και τα δύο. Το άλμπουμ ονομάζεται State Of Necessity και, ενώ έχει ηχογραφηθεί, έχουν βγει και κομμάτια στην κυκλοφορία, η επίσημη κυκλοφορία του άλμπουμ αναμένεται… όπου να ’ναι. Ένα self released debut album και οι υποσχέσεις για κάτι άκρως ελπιδοφόρο και εντυπωσιακό στέκονται στην πόρτα και περιμένουν να τους ανοίξεις. Εδώ έχουμε να κάνουμε με δυναμισμό, σαφώς προοδευτικό ήχο. Ξεκάθαρα όργανα και η ηχογράφηση εκπληκτική. Ιδιαιτερότητα σημειώνεται στα φωνητικά του Luke Pawełoszek. Οk, ξέρω πως πολλοί ίσως να συγκρίνετε τα φωνητικά του αλλά και γενικότερα το στιλ της μουσικής και το ύφος των συνθέσεών τους με αυτή των Tool. Αν σας αρέσει, ακούστε αυτά τα 2 κομμάτια και απλώς ευχαριστηθείτε τα, αποφεύγοντας τις συγκρίσεις. Τα έχουμε πει αυτά. Σε μια δήλωσή τους στην προσωπική τους σελίδα στο fb γράφουν: “Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσουμε ότι το πρώτο μας LP, State Of Necessity, βρίσκεται τελικά στα χέρια μας! Ξέρουμε ότι περιμένατε για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά, όπως και εμείς, πρέπει να πιστέψετε ότι αξίζει τον κόπο. Για εμάς ήταν μακρύς ο δρόμος, γεμάτος από κύματα απροσδόκητων γεγονότων και προκλήσεων, μήνες που πέρασαν να δουλεύουμε το υλικό στην αίθουσα πρόβας και στο στούντιο, ώρες αδράνειας μπροστά στον υπολογιστή και πλήθος τηλεφώνων. Αυτή η εμπειρία μάς δίδαξε πολλά για τη δημιουργία και τη σύνθεση, αλλά και για τον εαυτό μας και γι’ αυτό πιστεύουμε ότι με την απελευθέρωση αυτού του άλμπουμ ανοίγουμε ένα νέο και σπουδαίο κεφάλαιο για τη μουσική μας. Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε όλους εσάς που δεν μας αφήσατε να απομακρυνθούμε από αυτό το μονοπάτι, τις οικογένειές μας, τους φίλους και μούσες μας και ειδικά εκείνους που υποστήριξαν το έργο μας. Σύντομα το State Of Necessity θα βρεθεί στα σπίτια σας στην πρώτη θέση”.

Αυτά τα λίγα προς το παρόν και αναμένουμε. Ενδιαφέρουσες καταστάσεις λαμβάνουν μέρος στις ανιαρές χειμωνιάτικες νύχτες μου.

 

Όταν τα ηνία τα χειρίζεται η Prophecy τότε δεν έχεις κανένα δικαίωμα όχι να αντιδράσεις αλλά ούτε καν να σκεφτείς: “Χμμμ, λες να αξίζει; Να το ακούσω; Τι να είναι;” Απαγορεύεται. Αποδεδειγμένα πια πατάμε play χωρίς ενδοιασμούς και αφηνόμαστε στα λεπτά που θα ακολουθήσουν. Οι The Mystery Of The Bulgarian Voices είναι πραγματικά η εξαιρετική, θαυμάσια και απίθανη μουσική ιστορία που φυτρώνει στα χώματα της Βουλγαρίας. Έχοντας μια ιστορία 60 χρόνων, χρωματίζουν με τις υπέροχες φωνές τους τη λαογραφία και τον πολιτισμό κατ’ επέκταση της χώρας. Η 4AD απλώς έβαλε το χεράκι της με την επανακυκλοφορία του Le Mystère des Voix Bulgares και που οι ηχογραφήσεις χρονολογούνται από το 1957, (άλλες πηγές μού δίνουν το 1952) για να γίνουν πιο γνωστές (οι βουλγάρικες φωνές) στο ευρύ κοινό. Πατώντας πάνω στην παράδοση και δίνοντας πολλές φορές μεταμοντέρνα στοιχεία, οι The Mystery Of The Bulgarian Voices μάς θυμίζουν πως η φωνή είναι το πιο ισχυρό, πολύπλευρο και ευέλικτο όργανο που δημιουργήθηκε ποτέ. Οι παραστάσεις του συγκροτήματος παρέχουν μια από τις πιο μοναδικές και συναρπαστικές εμπειρίες στη μουσική. Έχουν συνεργαστεί με αρκετούς μουσικούς, και κάποιοι μεταξύ των Kate Bush και VAST έχουν δανειστεί samples.

Τι έχουμε όμως σήμερα εδώ; Έχουμε το “Pora Sotunda” και είναι το πρώτο single-κυκλοφορία της Χορωδίας μετά από πάρα πολλά χρόνια. Αυτό όμως που ίσως να ξέφυγε σε πολλούς -αφού κυκλοφόρησε στα τέλη της προηγούμενης χρονιάς- είναι η παρουσία της Lisa Gerrard (Dead Can Dance) μέσα σε αυτό. Η Θεά, το πλάσμα το μαγικό, το χαρισματικό, η Αγγελική φωνή, αυτή η υπόσταση που αιωρείται μεταξύ Γης και Ουρανού… Η ΦΩΝΗ λοιπόν μέσα στις άλλες υπέροχες φωνές. Αυτό που βγαίνει είναι απλώς συγκλονιστικό. Μπορείς να δεις και μια και δυο και χίλιες φορές το video του “Pora Sotunda”, που υπάρχει ήδη στο y-tube. Αριστούργημα. Η ίδια σε συνέντευξή της δηλώνει μαγεμένη και σχεδόν εκστασιασμένη, λέει, για τη γυναικεία χορωδία. “Αυτό είναι, αυτή είναι η κορυφή, δεν υπάρχει τίποτα άλλο πέρα από αυτό”.

Η άλλη πλευρά έχει το κομμάτι “Ganka”, το οποίο είναι εξίσου υπέροχο. Η αρμονία που σχετίζεται με κοινούς τόνους. Οι παράλληλες φωνές, όπου οι τραγουδίστριες επιλέγονται από τα χωριά της χώρας για την ομορφιά και την έκταση των -a cappella- φωνών τους. Οι επιρροές έρχονται από τα βάθη του χρόνου, από τη θρακική, βουλγαρική, οθωμανική και βυζαντινή ιστορία της Βουλγαρίας.

Το single κυκλοφορεί σε limited edition 7″ vinyl format μόνο (αν και νομίζω πως δεν υπάρχει πια ούτε κι αυτό, ξέρετε, φανατικοί, συλλέκτες…), αλλά εμείς οι υπομονετικοί θα περιμένουμε το άλμπουμ που θα κυκλοφορήσει μέσα στο ’18, ναι; BooCheeMish ο τίτλος, λένε…

 

Eleni Liverakou Eriksson

 

Athens without answers

Ακούγεται περίεργο αλλά η Αθήνα, η οποία είναι μια μητρόπολη με όλη τη σημασία της λέξεως, δεν έχει πολυτραγουδηθεί, δείγμα ίσως της ακόμη πιο περίεργης αγάπης που νιώθουν οι κάτοικοί της για αυτή. Επίσης, η συνεχής γιγάντωσή της αποκαλύπτει μια σχέση μίσους της απέναντι στην άνιση, αλλά πλούσια ιστορία της. Αυτοκαταστροφική απέναντι στις φυσικές κληρονομιές της, άπληστη χωροταξικά, πάντοτε χαοτική, βρίσκει όμως μια ισορροπία ανάμεσα στο τι θα μπορούσε να είναι και τι έχει αποφύγει να γίνει. Γιατί, πέραν όλων των δεινών της, υπάρχουν και τα στοιχεία της που την κάνουν ευρηματική, φιλόξενη με τον δικό της τρόπο και ζωντανή με τη διττή έννοια του όρου.

Πολλές φορές η Αθήνα, όπως κάθε μεγαλούπολη, έχει μια ακατανόητη γλώσσα για να σου αποκαλύψει τα μυστικά της νοήματα και ως προς αυτό η punk/hc παράδοσή της έχει καταθέσει τον οβολό της για να περιγράψει πώς είναι να μένεις εδώ. Δεν είναι μόνο ότι αυτή η μουσική εμπεριέχει όλα, μα όλα, τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν πριν για την Αθήνα, αλλά επίσης συνεχίζει να βγάζει νέο υλικό που είναι σαν να μιλά για αυτή λες και δεν θα μπορούσε να συμβεί αλλιώς. Εν είδει ενός καζαμία ψυχογεωγραφικού χαρακτήρα, λοιπόν, ας δούμε περιληπτικά τι έχουμε να περιμένουμε φέτος από την ιδιόμορφη αυτή φλέβα που κυλά στη μητρόπολη.

Ξεκίνημα με τους Ruined Families, την μπάντα που βροντοφώναξε ότι η Αθήνα δεν έχει απαντήσεις, κάτι που όσο τη ζεις, τόσο το νιώθεις στο πετσί σου. Η συγκεκριμένη μπάντα κινείται στους ρυθμούς του επόμενου βήματος μετά το αριστουργηματικό προπέρσινο άλμπουμ τους και προς αυτήν τη κατεύθυνση θα κυκλοφορήσει ένα split μέσα στο 2018 με μια φιλικά προσκείμενη μπάντα τους. Ως προς την υποστήριξη του αναμενόμενου νέου υλικού τους, θα έχουμε μια σειρά συναυλιών εντός και εκτός συνόρων, αλλά ακόμη είναι νωρίς να ειπωθεί κάτι παραπάνω.

 

 

Σειρά έχουν οι Αρχή του Τέλους. Ο προγραμματισμός βέβαια για τα ημεδαπά σχήματα δεν ήταν ποτέ το φόρτε τους, αλλά υπάρχει νέο υλικό της μπάντας και η διάθεση να το κυκλοφορήσει σε μορφή άλμπουμ μέσα στο νέο έτος. Ας θωρακιστούμε επ’ αυτού όμως με την κατάλληλη υπομονή, καλού κακού. Τώρα, για τους Youth Crusher, στη σύνθεση των οποίων συναντάμε μέλη των Cut Off, τα πράγματα είναι πιο απλά καθώς ανακοινώθηκε ότι σύντομα θα βγει το νέο demo EP της μπάντας ως συνέχεια της αντίστοιχης περσινής κυκλοφορίας τους. Επίσης στο πρόγραμμα τον Μάρτη είναι μια περιοδεία στην Ανατολική Ακτή των Η.Π.Α., οπότε ας ελπίσουμε να μην τους κρατήσουν εκεί οικόσιτους!

 

 

Υπάρχει μια μπάντα, σίγουρα όχι η μοναδική, που αποδεικνύει τη φιλόξενη φύση της Αθήνας η οποία συνοψίζεται στην εξής φράση: “έρχεσαι να μείνεις για λίγο και περνάς όλη σου τη ζωή εδώ χωρίς να το καταλάβεις”. Τα μέλη των Ομίχλη έχουν ως τόπο καταγωγής τη Θεσσαλονίκη, αλλά πλέον μένουν μόνιμα Αθήνα και δουλεύουν πάνω στο νιοστό άλμπουμ τους, το οποίο αναμένεται να βγει χοντρικά πριν το καλοκαίρι.

Για κλείσιμο έχουμε ένα πρωτοεμφανιζόμενο σχήμα και την πρώτη του κυκλοφορία, δείγμα ότι αυτή η πόλη δεν θα κουραστεί ποτέ να εκκολάπτει το νέο. Νέο με τη μορφή του παλιού βεβαίως, μιας και οι Chain Cult, που αποτελούνται από μέλη των Αρχή του Τέλους, Dirty Wombs και Conspiracy Of Denial, παίζουν αυτό το σκοτεινό και γρήγορο post-punk το οποίο ως ρετρό άκουσμα έχει πέραση αυτές τις ημέρες. Για αυτόν τον λόγο χρειάζεται μια τέτοιου ύφους κυκλοφορία να εμπεριέχει κάτι το ιδιαίτερο για να ξεχωρίσει από τον σωρό, αν και βέβαια οι ομοιότητες με τον ήχο των Nervosas μόνο ως θετικό στοιχείο μπορούν να καταγραφούν. Η επίσημη, μάλιστα, ημερομηνία κυκλοφορίας ως η πρώτη Γενάρη υποδηλώνει τους καλύτερους οιωνούς για μια χρονιά στην οποία όλες οι πιθανότητες είναι εναντίον μας σε αυτή την πόλη που ζούμε.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed/Aluk Todolo, Chronoboros Live

King Dude, Skull & Dawn, The Dark Red Seed live at Temple 11.11.17

Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα θα έβγαζε αρκετό κόσμο από τη δύσκολη θέση να βρει το κουράγιο να ξεκινήσει μόν@ για μια συναυλία, έχοντας ήδη εισπράξει τις αρνήσεις φίλων να τ@ν ακολουθήσουν. Γιατί τελικά το χάσμα μεταξύ βαρεμάρας του να βρίσκεσαι μόν@ κάπου και απόλαυσης του να βρίσκεσαι στο ίδιο κάπου δεν είναι τόσο απροσπέλαστο όσο το νομίζουμε.

Ένα απτό παράδειγμα ήταν η συναυλία των εγκαινίων του Temple το Σάββατο που μας πέρασε. Αρχικά τα τρία ονόματα που την απάρτιζαν είχαν μια ρητή σχέση μεταξύ τους σε επίπεδο σχέσεων και φυσικά όσον αφορά την ίδια τη μουσική. Στο συγκεκριμένο μέρος, το να ανοίξει η συναυλία με κάποιον με μια κιθάρα, ένα “τα ’χω με τον εαυτό μου” ύφος και μια στρωτή φωνή δεν ήταν καθόλου άσχημη ιδέα. Ειδικά όταν ο συγκεκριμένος κιθαρίστας του King Dude, ο The Dark Red Seed ντε, ορθώς σκέφτηκε ότι, αφού θα τον δούμε και μετά με το εν λόγω σχήμα, δεν χρειάζεται ολομόναχος πάνω από μισή ώρα.

Στη συνέχεια, οι Αθηναίοι Skull & Dawn αποτέλεσαν κατ’ εμέ το κλου της βραδιάς. Για μια ώρα κυριάρχησε στο σετ τους μια εορταστική διάθεση με αυτό το dark folk, americana, desert, κάτι που έχει ιδιαίτερη απήχηση στα μέρη μας. Ειδικά δε στη διασκευή τους στο “Papa Won’t Leave You, Henry” του γνωστού από την Αυστραλία, η νύχτα ήρθε και τους έδωσε το χέρι τιμητικά. Μόνη μου ένσταση στο καθ’ όλα άρτιο πρόγραμμά τους είναι ότι το συγκεκριμένο παλαιομοδίτικο στιλ μουσικής απαιτεί το ανάλογο κατανυκτικό και, θα έλεγα, ερωτικό ύφος, το οποίο οι συγκεκριμένοι συνειδητά φαντάζομαι είχαν αμελήσει. Δηλαδή θα μπορούσε σε στιγμές να υπερέχει μια ενδοσκοπική ματιά στο υλικό τους, αντί της πάρτι διάθεσης, υποκειμενικά μιλώντας.

Ο King Dude τώρα, παίρνοντας τη σκυτάλη από το τελευταίο κομμάτι των S&D που αφορούσε τον ίδιο, έπαιξε όπως περίπου τον περίμενα. Υπήρξαν κάποιες εξάρσεις, οι οποίες λόγω και της δεμένης μπάντας σε έβαζαν στο κόλπο, αλλά δυστυχώς το υλικό του σε γενικές γραμμές δεν σε κράταγε συνεχώς σε εγρήγορση. Ομολογώ πάντως ότι, αν και το στιλ “Michael Gira στο μικρόφωνο/σκοτεινό rock ‘n roll γύρω γύρω” δεν ακούγεται ως και το πιο πολλά υποσχόμενο, εντούτοις ήταν η όλη βραδιά που έδινε μια ευχαρίστηση του να μην είσαι κλεισμένος μέσα, αλλά να είσαι εκεί όπου διαδραματιζόντουσαν όλα αυτά. Οπότε, γυρίζοντας πίσω σκέφτηκα ότι… Κάποια στιγμή πρέπει να γραφτεί ένα βιβλίο πάνω στην τέχνη του να πηγαίνεις μόν@ σε συναυλίες. Το συγκεκριμένο σύγγραμμα…

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Aluk Todolo, Chronoboros live at Temple 12.11.17

Ίσως να παραείναι “βολικό”, αλλά ήμουν πάντοτε από τους ανθρώπους που όταν περνούν καλά σε μια συναυλία και τύχει κατά τη διάρκειά της να δουν την αφίσα μίας επερχόμενης, σχεδόν αυτόματα θέλουν να ’ναι παρόντες και σε αυτή. Λειτουργούμε με προϊδεασμούς παρά με παρορμήσεις, θα έλεγε κανείς.

Έτσι, λοιπόν, όταν κατά τη δεύτερη μέρα του Fraternity of Sound έπεσε το μάτι μου πάνω στην αφίσα για τη συναυλία των Aluk Todolo με (τότε) opening act τους Omega Monolith, ήξερα ότι πρέπει να βρεθώ στο Temple, Κυριακή (αουτς), από τις 8.

Και βρέθηκα. Στο ενδιάμεσο οι Omega Monolith είχαν αντικατασταθεί από τους Chronoboros, το πρόγραμμα των οποίων και πετσοκόπηκε στο μισάωρο σχεδόν λόγω τεχνικού προβλήματος, που δεν μας επέτρεψε να μπούμε στον χώρο στην καθορισμένη ώρα.

Αμέσως ο κοκκινόμαυρος χωροχρόνος του Temple γέμισε με τους επιθετικότατους ήχους των ντραμς, που κατακερμάτισαν την παρουσία της κιθάρας και του μπάσου. Οφείλω σε αυτό το σημείο να ομολογήσω ότι δεν έχω καταφέρει μέχρι και σήμερα να εκτιμήσω τα φωνητικά που συναντώνται στο hardcore και προτίμησα να κρατήσω στον νου μου τις πιο sludge και τις ακόμα σπανιότερες μελωδικές στιγμές των Chronoboros.

Αν κάτι, πάντως, έκανε κατανοητή τη συνύπαρξη των δύο αυτών σχημάτων, ήταν η αδιαμφισβήτη επικυριαρχία των ντραμερ στον ήχο, αλλά και τη σκηνική παρουσία.

Μες στο μισάωρο που περιμέναμε καρτερικά την εμφάνιση των Aluk Todolo, με τα αυτιά μας να βουίζουν, τα μάτια μας άρχισαν να σκανάρουν τον χώρο για να σταθούν στην πανέμορφη εικόνα που προσφέρει ο γυάλινος “θόλος” του Temple. Και ενώ είχαμε αρχίσει να βυθιζόμαστε, τα φώτα κλείνουν και μένει μόνο μια λάμπα κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή να φωτίζει τον χώρο και το σήμα των Aluk Todolo να το συντροφεύει συμμετρικά.

Ώσπου η μελωδία εξερράγη στον εγκέφαλό μας. Θα περίμενε κανείς να είναι κάπως “διαδικαστικό” το να έχεις μπροστά σου μια μπάντα να παίζει τα κομμάτια ενός συγκεκριμένου άλμπουμ της, αλλά η εμπειρία μάς έκανε να νιώσουμε τόσα πολύ περισσότερα από αυτό.

Η απίστευτη σκηνική παρουσία του ντραμερ, Αntoine Ηadjioannou (τι λέγαμε;), με την πιο αλλόκοσμη έκφραση που έχω αντικρίσει ποτέ, σε συνδυασμό με την απαραίτητη θεατρικότητα του κιθαρίστα, Shantidas Riedacker, και τη σχεδόν διασκεδαστική διακριτικότητα του μπασίστα, Matthieu Canaguie, έκαναν το Occult Rock να δίνει ήχο στο ίδιο το κόνσεπτ της μυσταγωγίας.

Μόνο έτσι μπορώ να το αποδώσω, μόνο έτσι εγγράφηκε στο μυαλό μου το χάος που ξέρασαν με τόση μαεστρία στα κύτταρά μας. Come back, anytime.

 

Victoria L.

Fraternity Of Sound Opening Rites – Club Night

Το να πηγαίνεις σε μια συναυλία με ονόματα που δεν πολυξέρεις είναι σαν να σκας σε πρώτο ραντεβού. Αυτή η αίσθηση ότι δεν ξέρεις τι ακριβώς να περιμένεις προσθέτει έναν τόνο μυστηρίου και ίντριγκας, και κάπως έτσι ένιωθα πηγαίνοντας στο άνοιγμα του FOS. Η αλήθεια είναι ότι ούτε τι κόσμο θα συναντούσα ήξερα, και φάνηκε τελικά πως αρκετ@ γνωστ@ μου έχουν πιο διευρυμένα γούστα από ό,τι νόμιζα. Επίσης, το φτηνό εισιτήριο σε σχέση με τις επόμενες ημέρες του φεστιβάλ, μιας και τα ονόματα ήταν χαμηλότερου βεληνεκούς, έκανε κάποιο λίγο κόσμο να δώσει το “παρών” μόνο τη συγκεκριμένη βραδιά, αντί των άλλων. Και κάπως έτσι εγένετο φως…

…Ή για την ακρίβεια σκοτάδι, μιας και αυτό απαιτούν οι περιστάσεις του πρώτου ραντεβού. Ο Dead Gum έδωσε το εναρκτήριο κάλεσμα με ένα drone/ambient σετ, το οποίο ταίριαζε ιδανικά εκείνη τη στιγμή που ένα φεγγάρι παραμόνευε πίσω και πάνω από αυτόν στα τζάμια. Η Puce Mary ακολούθησε, και πολύ νωρίς νιώσαμε ένα συγκινησιακό ντου, μη αναμενόμενο. Όταν βλέπεις μια μουσικό να ψιθυρίζει στην αρχή του live τα λόγια μιας προηχογραφημένης φωνής που ακούγεται πάνω στα ερεβώδη ηχοκύματά της, τότε ξέρεις ότι τίποτα δεν θα πάει στραβά στη συνέχεια. Ειδικά όταν πήρε το μικρόφωνο, φτύνοντας στίχους με έναν υποβλητικό τρόπο και παραδόξως στο υπόβαθρο ενός μαζικού θορύβου, καταλάβαμε για τα καλά ποιο όνομα θα ξεχώριζε εκείνη τη βραδιά στα νέον φώτα του εγκεφάλου μας.

Από το ζεστό στο κρύο θα χαρακτήριζα τη συνέχεια, με τον Colin Potter των Nurse With Wound να κουράζει με τον θόρυβό του, όπως μόνο οι μπαρμπάδες ξέρουν όταν έρχονται σε οικογενειακές μαζώξεις και λένε “Να, εγώ εδώ θα κάτσω με τη νεολαία!”. Θα επέμενα στο χάσμα γενεών, αλλά και ο νεαρός Croatian Amor, που τον γνώριζα μουσικά ως Loke Rahbek, δεν μου έκανε καμία φοβερή εντύπωση. Βέβαια, οφείλω να παραδεχθώ ότι ανήκα στη μειονότητα, γιατί το καλοδουλεμένο του political concept με τη μουσική και τα βίντεο, το οποίο θύμισε Oneohtrix Point Never, κέντρισε το ενδιαφέρον αρκετού κόσμου.

Η νύχτα έτρεχε κι άντε να την προλάβεις, οπότε αν και δεν ξέφυγε χρονικά στο πρόγραμμα η εμφάνιση του τελευταίου της βραδιάς Jay Glass Dubs, ήταν ωστόσο λίγο αργά για να ρισκάρω να μην προλάβω το τελευταίο τρένο. Όσο άκουσα προσπάθησα να το κρατήσω για τη διαδρομή της επιστροφής…

…και, ξανά μέσα σε ούτε ένα εικοσιτετράωρο, πίσω στο The Temple για το Club Night του FOS. Αφού νόμισα ότι απλώς ξεκουράστηκα σπίτι για να αντέξω το ξενύχτι που προμηνυόταν. Ο Zorz μας έβαλε στο κλίμα με τα βινύλιά του και ένα γλυκό techno, χωρίς να είναι techno σετ. Στη συνέχεια, ο Bill Kouligas βγήκε με δικό του νέο υλικό, το οποίο, αν και είχε ωραίες στιγμές, μου φάνηκε αρκετά περίπλοκο για να ταιριάζει με μια βραδιά που είχε τον χαρακτήρα “κλαμπ” μπροστά. Ο Zorz πάλι εμφανίστηκε στα decks, και μάλιστα παίζοντας αυτήν τη φορά κανονική techno αρκετών bpm για να μη μας έρθει απότομα ο ερχομός του JK Flesh (αυτού του συμπαθητικού τύπου των Godflesh). Ένα άρτιο live industrial-techno σετ μας βάρεσε κατακούτελα κάνοντάς με να σκέφτομαι πόσο ταίριαζε αυτό που ακουγόταν στον συγκεκριμένο χώρο, και μάλιστα με τόσο καλό ήχο να βγαίνει από τα άγια ηχεία. Ακόμη πιο πολύ ταίριαζε η συνέχεια με τους Kondaktor και 3.14 (ο σωσίας του Dave Gahan; Ίσως). Απλό και ξερό techno b2b επιλογών, όπου προσωπικά με έκανε να νιώσω ότι βρίσκομαι σε κάποιο μεγάλο κλαμπ ακούγοντας κάποιο γνωστό όνομα του χώρου. Το ξημέρωμα όμως δεν καταλαβαίνει τίποτα, οπότε η επιστροφή σπίτι είχε αυτό ως φόντο, όπως εξάλλου κάθε έξοδο σε κλαμπ οφείλει να έχει.

 

Μπάμπης Κολτράνης

 

Fraternity Of Sound Festival Days 1-2

FOS Day 1

 Αναμένοντας το Fraternity of Sound festival από την ανακοίνωση του μέχρι και σήμερα το ρολόι άρχισε να μετρά αντίστροφα. Μαζί του έτρεχαν και σκόρπιες σκέψεις όπως πώς κατάφεραν και μάζεψαν έναν τέτοιο πλούτο ξεχωριστής μουσικής, με τόσες ιδιόμορφες μπάντες σε τόσες λίγες μέρες; Ποια είναι η χρυσή τομή σε τέτοιες περιπτώσεις; Τουτέστιν, πού θα πρώτο-πάω και πώς θα μείνω νηφάλιος αρκετά ώστε να έχω πλήρη επίγνωση της εμπειρίας; Γιατί δεν έχει γίνει κάτι ανάλογο τόσο καιρό; Υπάρχω άραγε; Μωρέ, μήπως να γίνω βοσκός; Και αλλά τέτοια πολλά!

 Και φτάνει η πολυπόθητη πρώτη μέρα του φεστιβάλ (αν εξαιρέσουμε το εναρκτήριο πάρτι). Έπειτα από μια αγχωτική εβδομάδα φτάνει η Παρασκευή. Και μετά από μια αγχωτική ήμερα φτάνει η ώρα 18:00. Ήταν σαν να χτύπησε το τελευταίο κουδούνι στο σχολείο και να έφυγα τρέχοντας. Μετά από δυο νόστιμες μπίρες κάπου στο κέντρο, κατηφόρισα προς το φεστιβάλ. Η αναμονή έχει φτάσει στο τέλος της.

 Αγαπημένος ήχος η πρώτη νότα από τους Maggot Heart και την εξαιρετική Linnea Olsson. Οι σκοτεινές διαθέσεις άλλαζαν συνεχώς θέση με τη noise rock αισθητικη, σαν έναν όμορφο αυτιστικό κυματισμό της θάλασσας. Ο κόσμος λίγος στην αρχή, με την Olsson να αστειεύεται για την αναλογία γυναικών αντρών, αλλά αυτό δεν έδειχνε να πτοεί την μπάντα. Πολύ καλό σετ, με τις heavy metal επιρροές από τους Oath, την προηγούμενη μπάντα της Olsson, να γυροφέρνει τον χώρο σαν φάντασμα.

 Ακολουθούν οι ντόπιοι Kooba Tercu. Προσωπικά, δεν τους είχα ακούσει και ήταν πολύ καλή έκπληξη. Με tribal διαθέσεις και γρήγορες εναλλαγές σε ένα είδους-αρχές-moby punk/rock (τι;;) η ατμόσφαιρα άρχισε να ζεσταίνει και τα πρώτα κουνήματα των κεφαλών άρχισαν να δίνουν τον ρυθμό. Ο πειραματισμός τους μόνο σε κακό δεν τους βγήκε. Από ψηλά στα χαμηλά και από τα λίγα στα πολλά. Η αγνότητα της παρθένας Αφρικής γνώρισε τη μητρόπολη. Και από τα σπλάχνα της βγήκε η μουσική και η διάθεση της μπάντας. Όμορφη και ηλεκτρισμένη, προκλητική και δυναμική!

 Και με αυτή τη διάθεση δίνουν τη σκυτάλη στους Circle. Με μια μικρή καθυστέρηση για soundcheck, οι πρώτες νότες ακούγονται. Και αμέσως καταλαβαίνεις την εκρηκτική διάθεσή τους. Οι περίεργοι τύποι με τα φωσφοριζέ κολάν κατάφεραν να μας στήσουν στον τοίχο με τη δαιμονισμένη συμπεριφορά τους. Άψογες εκτελέσεις, φοβερά δεμένη μπάντα και trippy καταστάσεις έφεραν τη βραδιά στα ίσια της και την έπιασαν απ’ τον λαιμό, λέγοντάς της, κοίτα να δεις, εμείς κάνουμε κουμάντο τώρα! Προσωπικά, ήταν η καλύτερη έκπληξη της ημέρας.

 Σειρά έχουν οι Nurse with wound. Μεγάλη εναλλαγή διάθεσης. Η κατάσταση πιο μαύρη και από την πιο σκοτεινή απόχρωση του μαύρου. Η ψυχολογία, από την ανεβαστική εμπειρία της προηγούμενης μπάντας, κατέβηκε στο πιο βαθύ σημείο της γης. Το μείγμα noise/industrial με πειραγμένα samples είναι ό,τι πρέπει για σιρόπι ενάντια στην ευτυχία. Δυο φορές τη μέρα, μετά το φαγητό, και η κατάθλιψη είναι εγγυημένη. Το γεγονός ότι μου έβγαλε τόσα μαύρα συναισθήματα στη λίγη ώρα που παίξανε μου ήταν κάτι πολύ πρωτόγνωρο και πρωτόγονο. Αφού τελείωσαν η γεύση που άφησαν ήταν πικρή, αλλά αναλογιζόμενος την εμπειρία μετέπειτα, μπορώ να πω με ασφάλεια ότι ήταν από τις πιο περίεργες και όμορφες που έχω ζήσει.

 Και τέλος, οι πολυ αναμενόμενοι Soft Moon! Από την πρώτη κιόλας νότα βγήκε η post-punk αισθητική και μου αφαίρεσε κάπως πρώιμα την εμπειρία την προηγούμενης μπάντας. Η ένταση και η χορευτική διάθεση δεν σταμάτησε ούτε λεπτό, με τον frontman της μπάντας να μην αφήνει το κοινό να πάρει ανάσα. Ακόρεστη ενέργεια, επιληπτικός φωτισμός και άψογος ήχος ήρθαν και έδεσαν τον γλυκό. Αν και η κούραση είχε έρθει και είχε καθίσει, νομίζω η ενέργεια της μπάντας ήταν ό,τι έπρεπε για να κρατήσει το κοινό λίγο ακόμα όρθιο.

 Εν τέλει, και χωρίς φανφάρες πια, η όλη εμπειρία τους φεστιβάλ ήταν από τις καλύτερες που έχω ζήσει και μακάρι στο μέλλον να ακολουθήσουν πολλές τέτοιες διοργανώσεις!

ichie

FOS Day 2: Θα μετράς τις μέρες σου σε μπασογραμμές

 Αν ξεκινήσουμε αμέσως αμέσως με την παραδοχή ότι το Fraternity of Sound Festival στήθηκε με σκοπό να συγκεράσει διάφορα μουσικά είδη φιλοξενώντας τόσο εγχώρια όσο και ξένα σχήματα σχετικά “αδικημένα” (αν το δίκαιο μετριέται με δόσεις αναγνωρισιμότητας), θα διαφωνήσω.

 Όταν ακούστηκαν ονόματα όπως Nurse With Wound και Ben Frost πολλοί σύντροφοι έκοψαν το πρωινό γάλα και τη βραδινή βότκα για να καταθέσουν τον οβολό τους για ένα τετραήμερο εξοντωτικής χαράς. Αλλά σε αυτό το κειμενάκι θα περιοριστούμε στις εντυπώσεις από τη δεύτερη μέρα της διοργάνωσης – μια μέρα άτυπα αφιερωμένη στις μπασογραμμές που μετουσιώνουν το νευρικό σύστημά σου σε κλωστές άφαντου puppeteer.

 Και εξηγούμαι αμέσως.

 Όταν ξεκινάς με την kraftwerkική (kudos σε συνοδοιπόρο της βραδιάς για το επίθετο) σκηνική παρουσία των Pharaoh Overload και είναι μόλις εφτά το απόγευμα, ήδη περνάς ένα πανέμορφο απόγευμα. Τίποτε δεν είναι καλύτερο από την επαναληψιμότητα ενός ριφ που μοιάζει να φτιάχτηκε για να συντονίσει τον εγκέφαλό σου σε άλλη κοσμική συχνότητα ώστε να σε προετοιμάσει για την εμφάνιση των Omega Monolith, η οποία δεν ήταν (για ακόμη μια φορά) τίποτε λιγότερο από καθηλωτική.

 Oι Omega Monolith –από τα εγχώρια σχήματα που έχουν κατακτήσει τη δεξιότητα της σωστής κορύφωσης– με την παντελή έλλειψη φωνητικών και την ήπια σκηνική τους παρουσία δημιούργησαν ένα κλίμα μυσταγωγίας ικανό να διαταραχθεί μόνο από τη βίαιη “χορωδία” των Ghold που τους διαδέχθηκαν.

 Ένας μικρός τυφώνας στην όχθη που προσωπικά αρχίζω να διακρίνω ως sludge μας πήρε και μας σήκωσε χωρίς περιττό growling ή περιττά ακροβατικά στη σκηνή. Βαρύς, επιβλητικός ήχος, άπειρη ζωντάνια στα φωνητικά και το “Partaken Incarnate” να βουίζει ακόμα στα αυτιά μου, παρά την απίστευτη συνέχεια που έδωσαν στη βραδιά οι Unsane.

 Με τους Unsane το κοινό απέκτησε υφή μάζας και σείστηκε ρυθμικά η πλειονότητα των σήμερα, θαρρώ, καταρρακωμένων αυχένων. Επίσης, με τους Unsane διαπιστώσαμε πως, αν “αυτό που κάνεις” ταυτίζεται με αυτό που γουστάρεις, η δυναμικότητα που μεταδίδεις αποκτά χαρακτηριστικά ηλεκτρισμού. Και θα μπορούσες να χεις μείνει παντελώς ικανοποιήμέν@ αν δεν…

 …περίμενες τους Godflesh, για τους οποίους δεν θα πω πολλά, πέρα από το ότι αν υπήρχαν metal disco (ή αν υπάρχουν και δεν το ξέρω) είναι έγκλημα να μην είναι headliners πάντα και παντού.

Cheers to them all!

Victoria L.

Live Slowdive/Afformance

 Ας προσπεράσω τον τυπικό πρόλογο που συνδέει ψυχογεωγραφικά μια συναυλία με τον τόπο διεξαγωγής της, αν και η Αθήνα τη συγκεκριμένη βραδιά που μας ήρθαν οι Slowdive είχε κάτι το όμορφα αδιευκρίνιστο στην ατμόσφαιρά της. Τουτέστιν, ήταν όλα ιδανικά για να ξεκινήσει η φετινή συναυλιακή σεζόν. Πόσο μάλλον όταν η μπάντα που κάνει την αρχή είναι η συγκεκριμένη. Πρόσφατα είχα γράψει για το νέο τους άλμπουμ και όχι μόνο, οπότε φαντάζομαι ότι δεν χρειάζεται να γράψω κάτι παραπάνω για να σας βάλω στο κλίμα. Ταυτόχρονα ηχούσαν στα αυτιά μου οι θετικότατες εντυπώσεις που άφησαν πέρσι με τη συμμετοχή τους σε φεστιβάλ εκεί στα παράλια της Αττικής, οπότε εγώ ο αλλεργικός με τα τυχάρπαστα συναυλιακά γεγονότα τέτοιου είδους δεν είχα πλέον καμία δικαιολογία για να τους χάσω.

 Η πρώτη εντύπωσή μου φτάνοντας στο Fuzz ήταν ότι είχε πολύ κόσμο και μάλιστα αρκετή πιτσιρικαρία. Ίσως για κάποι@ ελιτιστ@ς αυτό να θεωρείται αρνητικό γεγονός, αλλά ασχέτως αν ο περισσότερος ή έστω κάποιος κόσμος τούς έμαθε από το ραδιόφωνο που παίζει τα νέα τους χιτάκια (κι όμως ναι), ή τους ανακάλυψε φέτος καθώς όλα τα μουσικά μέσα παγκοσμίως εκθείασαν το πρόσφατό τους άλμπουμ, μια πετυχημένη εμπορικά συναυλία τέτοιου είδους είναι ένα θετικό γεγονός για όλ@ς και από όλες τις απόψεις. Εξάλλου, το Ρόδον στις συναυλίες των dEUS πχ, το γέμιζαν μόνο ψαγμένα τυπάκια της τότε εποχής; Δεν νομίζω.

 Τη συναυλία άνοιξαν οι Αθηναίοι Afformance και για μισή ώρα κέρδισαν την αποδοχή του κόσμου που ήδη είχε μπει σε μεγάλο βαθμό και στον χώρο, αλλά και στο κλίμα της βραδιάς. Δικαίως συνέβη αυτό καθώς το καλογυαλισμένο post rock των Afformance συμβιώνει άνετα με τον σκοτεινό και ατμοσφαιρικό ήχο των Slowdive. “Είμαστε μια ωραία ατμόσφαιρα” ήδη από την αρχή της βραδιάς λοιπόν, ασχέτως αν τυπάκια όπως εγώ δεν συγκινούμαστε πλέον με ένα απλώς καλοπαιγμένο και λυρικότατο post rock, αλλά ζητάμε και το κάτι (σχεδόν αγεωγράφητο) παραπάνω. Όσο για τα νέα τους κομμάτια που θα συμπεριληφθούν στα δύο, ζωή να ‘χουνε, νέα τους άλμπουμ, θύμισαν αυτά του προκάτοχου τους, αλλά σίγουρα θέλω να τα ακούσω πιο προσεκτικά, γιατί υπό τις παρούσες συνθήκες ομολογώ ότι δεν με ενθουσίασαν.

 Για αυτές τις παρούσες συνθήκες θα μπορούσαν να γραφτούν πολλές αράδες με βάση την εμπειρία που ζήσαμε απολαμβάνοντας τους Slowdive. Για ενενήντα λεπτά και περίπου από την αρχή της εμφάνισης τους, κατάφεραν να παίζουν άρπα με τις ευαίσθητες χορδές μας. Δεν νομίζω να ήμουν μόνο εγώ που βούρκωσα σε καναδύο κομμάτια, προφανώς παλιά, δείγμα του ότι έβγαλαν ένα πάθος ανόθευτο. Ήταν σαν μια μπάντα να απαιτεί αυτό που δεν της δόθηκε στα ντουζένια της και εν τέλει να το παίρνει δικαιωματικά. Το θέμα δεν ήταν μόνο οι φοβερές και τόσο λιτές συνθέσεις τους, κάτι το οποίο γνωρίζαμε μια χαρά, αλλά η ενέργεια που μας μετέδωσαν. Κάτι σαν να ακούγαμε πρώτη φορά τα μελλοντικά αγαπημένα μας κομμάτια! Μπορεί το κόστος της ενέργειας αυτής να ήταν κάποια φάλτσα της Rachel Ann Goswell και ένα-δύο χαμένα ακόρντα στο διάστημα, αλλά δεν νομίζω να ενοχλήθηκε κάποι@ από τέτοιες λεπτομέρειες. Επίσης, να σημειώσω ότι ο κόσμος βοήθησε στο όλο τελετουργικό, μιας και σπάνισε το άσχετο κουβεντολόι γύρω μας (μια φορά έκανα παρατήρηση στους δίπλα μου και αυτοί μετά από λίγο σιωπηλοί μετέβησαν πιο μπροστά για να ζήσουν από πιο κοντά τη συναυλία!). Τα σμάρτφον δεν κατέκλυσαν τη θέα και τα σφυρίγματα που θυμίζουν Κυριακή στο χωριό το Πάσχα όπως έτσι ξαφνικά εμφανιζόντουσαν, με τον ίδιο τρόπο αφανιζόντουσαν στη γλυκιά οχλοβοή της βραδιάς.

 Επιστρέφοντας στην ίδια την μπάντα, θετική έκπληξη αποτέλεσε η επιλογή να παίξουν ένα δύσκολο συναυλιακά κομμάτι όπως το “Dagger”, αν και γενικά το να μιλήσουμε για το setlist θα ήταν κάτι το περιττό, καθώς ό,τι και να έπαιζαν πάλι στο τέλος η ίδια μαγεία θα έμενε. Μάλιστα τα τέσσερα καλύτερα νέα κομμάτια από το άνισο τελευταίο τους άλμπουμ που έπαιξαν, κράτησαν μια ισορροπία μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος τους, με την έννοια ότι δεν βγήκαν απλώς να μας θυμίσουν τα παλιά τους μεγαλεία. Το βασικό νόημα είναι ότι τα μεγαλεία τους ως μπάντα, μάλλον τα ζουν σήμερα, με τη γενικότερη αποδοχή που έχουν κερδίσει. Αυτή η συναυλία πιθανόν πριν από δύο δεκαετίες να μάζευε ελάχιστο κόσμο, αλλά τώρα ήταν το “the place to be” ακόμη και για κόσμο που δεν κατάφερε τελικά να είναι εκεί. Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας πάντως, οι Slowdive παραμένουν μια μπάντα χαμηλών τόνων με μουσική που δεν φτιάχτηκε για να πουληθεί σε πρώτη φάση, αλλά για να μας ωθήσει σε αργές βουτιές μέσα της, όσο σκοτεινός κι ας είναι ο βυθός της. Και κατ’ οίκον κατά μόνας και με παρέα σε συναυλίες όπως η συγκεκριμένη.

Μπάμπης Κολτράνης