Techno Athens by night

Εδώ και καιρό, η Αθήνα προσφέρει αμέτρητες επιλογές συναυλιακών και βραδινών συγκινήσεων. Μπορεί τα μεγάλα ονόματα να έρχονται μόνο όταν βαράει ο ήλιος κατακούτελα για να αντλήσουν την κατάλληλη δόση βιταμίνης D, καθώς και τις αντίστοιχες αμοιβές που τους αναλογούν, αλλά σε αυτό που (αυτο)αποκαλείται underground γίνεται ο κακός χαμός όλον το χρόνο! Αυτό αφορά όλα, σχεδόν, τα μουσικά είδη και, ακολούθως, όλα τα γούστα. Τους επόμενους μήνες, βδομάδες, μέρες, παρατηρείται μια μαζική επίθεση techno ονομάτων που θα εμφανιστούν στην πόλη κι αυτό έχει από μόνο του ένα ενδιαφέρον. Είναι ο πολύς κόσμος που ασχολείται με το σχετικό άθλημα (βλ. clubbing), είναι το είδος σε άνθηση ή συμβαίνει κάτι άλλο, αδιόρατο; Μήπως η ίδια η πόλη θέλγει τα χορευτικά και ανηλεή, ρυθμικά μοτίβα και δεν το έχουμε πάρει χαμπάρι; Ας ψηλαφίσουμε τα σχετικά ονόματα που θα έρθουν, μπας και βρούμε μια κάποια άκρη, σε μια πόλη που άκρη δεν βρίσκεται, έτσι κι αλλιώς!

Αν δεν θυμάστε τίποτα από το ντεμπούτο του Βρετανού Tommy Four Seven με τον τίτλο Primate πίσω στο 2011, μην ανησυχήσετε για την αδύναμη μνήμη σας, γιατί, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε αφήσει και κάτι σημαντικό που να κρατηθεί ως ανάμνηση, έστω και αναιμική. Η πρόγευση του επερχόμενου άλμπουμ, όμως, είναι αρκούντως δυνατή, για να μας κάνει να ελπίζουμε ότι κάτι – πιθανόν – να αξίζει στον Απρίλη που θα μας έρθει, οσονούπω.

Η ολλανδική Mord είναι ίσως, το κορυφαίο αυτή τη στιγμή label στο χώρο του techno και το ημεδαπό ντουέτο Jokasti & Nek με την κυκλοφορία του πρόπερσι, έκανε ένα σχετικό μπαμ, σπάζοντας αυτή την αίσθηση ότι από ονόματα πάμε καλά στα μέρη μας, αλλά από κυκλοφορίες δεν ακούμε και τίποτα το τρομερό. Η συνέχεια φαντάζει ανάλογη, ακούγοντας το νέο του EP και ανυπομονώντας να τους δούμε από κοντά στα μέσα του μήνα, μαζί με ένα πλήθος άλλων ονομάτων της τοπικής σκηνής για ζέσταμα.

Για τον Perc τα έχουμε ξαναπεί, οπότε δεν μένει τίποτα άλλο, μόνο η 22.2 για ένα καταραμένο ραντεβού κάπου στο κέντρο αυτής της πόλης (βλ. six dogs). Στις 28.2 εμφανίζεται ο Max Cooper στην Αγγλικανική εκκλησία με το στοίχημα να παραμένει ανοικτό, κατά πόσο μπορεί να δεθεί στον χώρο εκείνον η χορευτική-ηλεκτρονική μουσική με τα λείψανα μιας απαρχαιωμένης αποικιοκρατικής αισθητικής.

Στο καπάκι, αρχές του μήνα, εμφανίζεται ο Luke Slater με τον οποίο έχουμε ανοικτούς λογαριασμούς, με την καλή έννοια. Πρώτη μέρα της άνοιξης είναι αυτή, αξίζει ένα σχετικό ξεβίδωμα! Και έπεται ο Ancient Methods στο Temple και η Amelie Lens, ως πρόγευση του ADD Festival και ως αντίδοτο στις ελληνάδικες βραδιές στον Βοτανικό όπου και θα εμφανιστεί. Τον Μάη εξάλλου, έχουμε το ίδιο το φεστιβάλ που πέρσι στο ντεμπούτο του άφησε θετικά σχόλια. Ας μην παραθέσουμε τα ονόματα που έχουν ήδη βγει για αυτό κι ας αρκεστούμε στο γεγονός ότι θα ανακοινωθούν κι άλλα! Συν όλα αυτά, έχουμε και την πρώτη έκδοση του Sonar Festival τον Οκτώβρη στην Αθήνα και μαντεύουμε ότι το είδος για το οποίο μιλάμε δεν θα μείνει παραπονεμένο. Υπερπληθώρα και πλούτος ή υπερβολή και εξάντληση; Θα φανεί στην κατάσταση που θα μας αφήσουν όλες αυτές οι βραδιές για το καλοκαίρι που, μοιραία, θα ακολουθήσει.

Μπάμπης Κολτράνης

Όψεις του Αισώπου: για τον Χρήστο Ζυγομαλά

Είναι κάποιες συνδέσεις που, απλά αδυνατώ να εξηγήσω, με λογικούς όρους, τουλάχιστον. Εν προκειμένω λοιπόν, ήταν ο Χρήστος που αρχικά με συνάντησε. Έχοντας τότε ως αφορμή την παρουσίαση του πρώτου μου βιβλίου. Σε μια εποχή που φαντάζει μακρινή, χωρίς στην πραγματικότητα να είναι. Μάλιστα, εξαιτίας του Χρήστου κράτησα ένα ενθύμιο από εκείνη τη νύχτα: καθώς είχε την πρόνοια να ηχογραφήσει τα τεκταινόμενα. Χωρίς ακόμα να το γνωρίζω, επιπρόσθετα, εκείνη η συνάντηση υπήρξε η απαρχή της μορφοποίησης του σχηματισμού της Ιερής Γεωμετρίας. Και, συνεπώς, η καταγραφή της ήταν ένα εξόχως σημαντικό δώρο, εκ μέρους του Χρήστου. Από εκείνα τα δώρα που βασικά, δε θέλεις να μοιραστείς. Αφού η κατοχή του είναι αυτόφωτα πολύτιμη.

Η σύνδεση με την προγενέστερη πορεία του Χρήστου αναπόφευκτα κυλά ως μια ροή συνέχειας. Συνέχειας αισθητικής, στη βάση των χαοτικά ελεύθερων δημιουργιών των Exarchia Square Band. Ή ακόμα, περνώντας μέσα από την οδό των μελαγχολικά δομημένων προσωπικών του κομματιών. Που μέσα στην αδήριτη απλότητά τους, συνένωναν τις δονήσεις πολλών ταξιδιών και θαυμάτων. Δεν υπάρχει λόγος να απαριθμήσω συνολικά την πορεία του Ζυγομαλά εδώ, προφανώς. Το πέρασμα του από διάφορα στερεώματα λειτούργησε πάντοτε με συνεκτικό στοιχείο την ομορφιά. Αυτή ήταν, θαρρώ, η πυξίδα του, ο γνώμονας που καθόριζε την πορεία της πλεύσης του. Στο διηνεκές.

Θραύσματα αυτής της διαδρομής άλλωστε, έχουν ήδη εξιστορηθεί από τον ίδιο τον δρώντα. Και οπωσδήποτε από την πλευρά μου, άνετα θα παρέπεμπα στο έντονα προσωπικό βιβλίο του. Με τον εύγλωττα ακέραιο τίτλο «Η μπαλάντα της Πλατείας». Εκεί, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, αποχαιρετά συντρόφισσες και συντρόφους. Και συνομιλεί με τις εποχές του, απρόσκοπτα. Διαβάζοντας το, είχα την αίσθηση ότι επρόκειτο για ένα κύκνειο άσμα. Όχι όμως, υπό τη μορφή κάποιου είδους απολογισμού, μα απεναντίας, ως σπονδή που στηρίζεται στη μεστότητα του μύθου. Και των πολλαπλών επιπέδων πραγματικότητας που εμπεριέχει αυτός. Μια ενοποίηση που στέκει ως απολύτως ενδεικτική της σχέσης του ως συγγραφέα, με την ίδια την έννοια της ομορφιάς. Και το πως αυτή μετουσιώνεται σε συναίσθηση και εμπειρία. Μέσα από την κατάβαση, στον αέναο κύκλο των σφαιρών.

Η άδολη προσφορά του Χρήστου δεν περιορίζεται στις σχετιζόμενες με τις τέχνες παρουσίες του. Πηγάζει σθεναρά από μια βαθύτερη, ανήσυχη φλόγα που περιεργάζεται το ύφος του δασκάλου, υιοθετώντας τον άσπιλο σαρκασμό του μαθητή. Οι συνθήκες αυτής της ενότητας στέκονται στον πυρήνα των έργων που αφιέρωσε σε αυτή την ύπαρξη. Ατέρμονα εκρηκτικές, ήσαν. Σαν ανατροπή που εκτυλίσσεται.

Δε θα ήθελα πάντως, να αποτολμήσω μια σκιαγράφηση που θα παραπέμπει σε αγιογραφία, ούτε σε χρονικό μιας περιοχής. Είναι δεδομένο ότι βρεθήκαμε και συναντηθήκαμε στα Εξάρχεια. Είναι επίσης, δεδομένο ότι κι αυτές οι συναντήσεις αποτελούν μέρος της προαναφερθείσας συνέχειας. Το να τοποθετήσω όμως, το Χρήστο αυστηρά σε αυτό το πλαίσιο, θα αποστερούσε κομμάτι της δέουσας προσοχής. Η οποία θα όφειλε, αντιθέτως να επικεντρωθεί στο ιδιαίτερο και μοναδικά αποκαλυπτικό ύφος του, που είναι ολότελα εμφανές στα δημιουργήματα του. Είτε πρόκειται για λέξεις, είτε για ήχους, είτε ακόμα και για εικόνες. Είναι παρούσες και θα είναι, εσαεί. Όντας κληροδοτήματά του στο Επέκεινα.

Έχω την αίσθηση πως η έσχατη συνάντηση μου με αυτόν, ήταν ενδεικτική της ζεστασιάς που τον συνόδευε. Απόρροια, ενδεχομένως της ένθερμης φύσης του. Μα και των εμπειριών που είχε συλλέξει, κατεβαίνοντας. Η ολοκληρωμένη ηχώ των επιτευγμάτων του λοιπόν, είναι η αγάπη. Η αγάπη με την οποία περιέβαλλε τις οντότητες. Η γλυκύτητα την οποία επέδειξε απέναντι στα σημαίνοντα.

Είναι ηγεμονικά αξιοσημείωτο: κάποιες περιπλανήσεις, ενώ εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, εν τέλει συγκλίνουν αρμονικά, απολήγοντας στην αβίαστη ταύτιση. Ταύτιση που απομακρύνεται από την προσκόλληση, επιλέγοντας αντιθέτως, το μονοπάτι των αισθητικών- και όχι μόνο- συγγενειών. Σε αυτό το πλαίσιο θα αποτιμούσα τη σχέση μου με τον Χρήστο. Και τη βαθιά εκτίμηση που τρέφω για το σύνολο του έργου του. Έτσι λοιπόν, δε θα έλεγα πως η θλίψη αποτελεί το κυρίαρχο συναίσθημα μου, απέναντι στο γεγονός αυτής της αναχώρησης. Είναι το χαμόγελο του χαιρετισμού, που θερμαίνει την αύρα της απογείωσης. Ως συνέχεια της πληρότητας. Σε μια διάσταση όπου διαμένουν οι εκλάμψεις μας.

Κάπως έτσι λοιπόν, ο Χρήστος Ζυγομαλάς το επέλεξε συνειδητά: στήριξε την υπόθεση του στο τίποτα. Παραμένοντας αναλλοίωτα αιχμηρός, στο μονοπάτι που διένυσε. Εκεί, όπου η σκιά γίνεται φως. Ολόψυχα τον ευχαριστώ, για αυτές- μα και για άλλες- αποδράσεις.


# Επισυνάπτω κάποιες κυκλοφορίες του, ενδεικτικά:

«Πολιτεία», self- released, 1981

«Άσπρο- Μαύρο», self- released, 1984

«Απ’ τη Σμύρνη Στην Αθήνα», Molon Lave

Και, πέρα από κάποιες από τις μουσικές του κυκλοφορίες που παρατέθηκαν ως άνω, προσθέτω εδώ και κάποια από τα βιβλία του. Ας τονιστεί όμως ότι πρόκειται για κάποια εξ αυτών και ουχί για συνολική εργογραφία. Η συνεισφορά του στις underground εκδοτικές απόπειρες είναι ανώφελο να αποτιμηθεί, εδώ. Ιδού, λοιπόν:

«Cantos Desperados», αυτοέκδοση, 2011

«Η Μπαλάντα της Πλατείας», Ρενιέρη, 2018

«Η Μυγοσκοτώστρα», Bibliotheque, 2019

Giorgos Kanavos

Καζαμίας 2019 (Γενάρης – Απρίλης)

Γενάρης

Ξεκίνημα από ένα σημείο που δεν είναι ποτέ αφετηριακό. Νέα αρχή, όχι σε όλα, αλλά σε κάποια τουλάχιστον, στα μουσικά ας πούμε. Το μόνιμο άγχος της αναγνώρισης μέσα στο χάος θα συνεχίζεται με αμείωτη ένταση για την γκάμα των δημιουργών που θεωρούν ότι οτιδήποτε βγάζουν είναι άξιο κυκλοφορίας προς τα έξω, για όλ@ς δηλαδή, σήμερα! Για παράδειγμα, οι MMD παρουσιάζουν τέλη Γενάρη στο γνωστό ναό την τελευταία τους δουλειά που ανάθεμα κι αν ακούστηκε πουθενά από τον Σεπτέμβρη που κυκλοφόρησε. Μπας και περίμενε όλος ο κόσμος την προβολή της ταινίας που αυτή η μουσική, ζωντανά παιγμένη, φτιάχτηκε για να συνοδεύει;! Θα δείξει.

Πάντως, την ίδια σχεδόν, ημέρα κυκλοφορεί το πρώτο soundtrack που έχει την σφραγίδα του James Holden για το πολιτικό και άκρως ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ “A Cambodian Spring”. Άραγε, την ιστορία που διαπραγματεύεται το φιλμ αυτό την είδαμε ποτέ στις ειδήσεις; Επίσης, προς τα τέλη Γενάρη κυκλοφορεί νέο άλμπουμ από τον Jay Glass Dubs στην Bokeh Versions και ακολουθεί το πρώτο διαθέσιμο κομμάτι του:

 
 
 

Φλεβάρης

Μετά το άπλωμα των πλάνων και τον αρχικό ενθουσιασμό έρχεται η πραγματικότητα. Οι διαψεύσεις βέβαια, έχουν πάντα καλοκαιρινό χρώμα, οπότε είναι ακόμη νωρίς για να τα βάψουμε μαύρα ή λευκά, αν προτιμάτε την αντιστροφή της γνωστής ποιήτριας. Μαύρο βέβαια, θα ντύνει τις επικείμενες εμφανίσεις των Slapshot σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, με την πρωτοτυπία ότι άλλοι διοργανωτές κινούν τα ηνία της πρώτης εμφάνισης και άλλοι της δεύτερης! Ας ελπίσουμε ότι δεν θα υπάρξει κάποιο θέμα με την μπάντα, γιατί ο Choke – ο τραγουδιστής της ντε- και το μόνο μέλος από την αρχική σύνθεση τους, δεν έχει και την καλύτερη φήμη ως ο ψυχραιμότερος (βλ. κυνηγητό σε ναζί, χώσιμο σε κατάληψη που φιλοξενήθηκε για ένα live στην Αγγλία και πολλά άλλα). Λογικά και το νέο άλμπουμ του Evan Caminiti των Barn Owl θα έχει το σκουράκι του κι αυτό, αλλά σε εντελώς άλλο μήκος κύματος. Επίσης, οι Xiu Xiu, ο Bob Mould και οι Teeth Of The Sea θα προσπαθήσουν να δώσουν περισσότερους χρωματισμούς κι ένα ενδιαφέρον στο μήνα με τις νέες τους δουλειές γιατί έρχεται και η άνοιξη! Πριν κλείσει ο μήνας, θα βγει στις οθόνες και η νέα ταινία του Φατίχ Ακίν Der Goldene Handshuh, οπότε όλα καλά!

 

 

Μάρτης

Αφήστε τα ζώδια, γιατί ο πιο ανορθόδοξος μήνας βρήκε μάλλον, το άλμπουμ που θα τον εκφράσει. Οι Snapped Ankles βγάζουν την πρώτη μέρα του μήνα το νέο τους πόνημα και το μοναδικό δείγμα που έχουμε εύκαιρο είναι καλούτσικο για τα δικά μας στάνταρ και αριστουργηματικό για αυτά που μας έχει συνηθίσει η Βρετανία εδώ και πολλά χρόνια! Από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού ο Helado Negro από το άγνωστο πουθενά και οι Lambchop από το γνωστό παντού κάνουν ήπια την μετάβαση στην καλοκαιρία που, κάποια στιγμή, θα έρθει κι αυτή. Συναυλιακά ο μήνας ξεκινά με δύο εμφανίσεις των Sad Lovers & The Giants στο γνωστό υπόγειο των Εξαρχείων και η ελπίδα να ξεφύγουν λίγο από την προβλεψιμότητα των συνομήλικων τους σχημάτων που ζουν μια νέα εφηβεία αυτή την εποχή μένει να πεθάνει τελευταία!

 

Απρίλης

Οι πτήσεις πάνω από την Ευρώπη με μπαγκάζια μουσικά όργανα, όλο και θα πληθαίνουν. Το Borderline, που διοργανώνει η φιλόπτωχος εταιρία που δεν αφήνει τίποτα άστεγο, θα δώσει ένα άλλο χρώμα στα μουσικά της πόλης. Ακραιφνής πειραματισμός θα φέρει σε αμηχανία mainstream μουσικούς συντάκτες που προμηθεύθηκαν προσκλήσεις για την κάλυψη του φεστιβάλ. Κάπως έτσι, αποδεικνύεται πόσο δύσκολο είναι για τα εν λόγω άτομα, όχι μόνο να φτάνουν νωρίς στην ώρα τους για να δουν τα αποκαλούμενα “support”, αλλά να πρέπει να μένουν μέχρι τέλους σε συναυλία που όχι μόνο δεν έχει κιθάρες, αλλά ούτε καν μελωδίες! Έλεος κάπου!

Έχουμε και την δύσμοιρη την Record Store Day προς το τέλος του μήνα που αντί να αναβιώσει την αγάπη μας προς το βινύλιο θα αποτελέσει την ταφόπλακα του. Ο φετιχισμός των εμπορευμάτων συναντά την μανία της κατανάλωσης και το νόημα κάπου αναζητείται στο μεράκι κάποιων μικρών που αντιμετωπίζουν το όλο θέμα ως παιχνίδι με την κλασσική έννοια και όχι ως παιχνίδι στις πλάτες άλλων, μουσικών ή μουσικόφιλων! Τον δυναμικό δίσκο του μήνα μη ξεχάσουμε: Jaws – The Ceiling 5.4!

 

 

January

A beginning from a point that is hardly ever a starting point. New start, not in everything, but just in some, let’s say in music. The constant anxiety of recognition within the chaos will be continued with unbearable intensity for the music producers who believe that everything they write is worthy of public release, and that applies to all of them! For example, MMD are presenting at the end of January at the known Temple their latest work which wasn’t heard almost anywhere since September when it was officially released. Was it because everyone was waiting for the screening of the film which this album was made to accompany? We’ll see. However, almost on the same day, the first soundtrack bearing James Holden’s signature will be released. It’s the musical score composed for “A Cambodian Spring”, a political documentary, painting the picture of story which no media ever covered! There is also a new release from Jay Glass Dubs on Bokeh Visions coming up on late January and here is its first song.

February

After the unveiling of the plans and the initial enthusiasm, here comes reality. Disenchantment always has a summer shade on it, so it is still early for black and white predictions. Eventually, though, black will be the colour to characterise the two upcoming Slapshot gigs in Athens and Thessaloniki with the novelty that this time it will not be the same organising company responsible for making both concerts happen. Let’s hope that no problemwil occur because of that since Choke, the singer of the band and the only remaining original member, is not exactly the calmest guy, rumour has it (see a hunting down on nazis, an argument with a British squat which was meant to accommodate them among others). Logically, Evan Caminiti’s new album will have its own dark aesthetics but in a totally different and unique way. We‘ll also have new releases from Bob Mould, Xiu Xiu and Teeth Of The Sea that will show us more colours and a whole fresh interest in new music as spring prevails. Before this month ends, Fatih Akin’s new film, called Der Goldene Handshuh, will be released,so everything will be fine!

March

Don’t listen what the zodiac signs tell us, as the album to signify the most unorthodox month has been found. On the first day of March, Snapped Ankles release their new work and the only sneak peek available, is simply good for our standards and a masterpiece for the ones that Britain usually has presented it us with during the past years! On the other side of the ocean, Helado Negro hailing from the unknown and Lambchop from the known, make a smooth transition towards summer which won’t be far for long. This month has also two Sad Lovers and Giants concerts in store for us at the famous basement in Exarheia with the hope that they‘ll avoid the predictability of a revisited adolescence that other bands of their era seem to have dived into.

April

Flights above Europe with luggage full of instruments will be more and more frequent. Borderline festival, which is held by the well known philanthropist company, will give a whole new colour in the music affairs of the city. Acute experimentalism will bring about confusion and puzzlement to mainstream music columnists who already got the necessary passes to cover the fest. And this will prove how difficult it will be for these columnists who not only must not be late and catch the opening support acts, but also to see this through and stay till the very end of these concerts that not only lack guitars but melodies too!

We also have this miserable Record Store Day at the end of this month who instead of reviving our love towards vinyl, it will be its gravestone. The fetishising of products meets the mania of consumption and the whole meaning of this may only be found among the persistent love of some small record lovers who face this subject as a game with its classic notion and not as a game on the backs of others, musicians or music lovers.Let’s also not forget the dynamic album of the month: Jaws – The Ceiling 5.4!

Μπάμπης Κολτράνης/Bob Coltrane

The shape of dark to come in 2019

Κάπου έχουν ήδη στολίσει γιορτινά κάθε πρόσοψη κτιρίου, τα φώτα αναβοσβήνουν σε έναν άγνωστο ρυθμό και οι ευχές ετοιμάζονται να εκτοξευθούν με τον ίδιο τρόπο, όπως και κάθε χρόνο τέτοια εποχή. Κάπου, όχι όμως εδώ, καθώς ψάχνουμε στα σκοτάδια κάτι που να φωτίσει την επόμενη μέρα. Ούτε ιερό, ούτε όσιο σε αυτή την διαδικασία της αναζήτησης, παρά μόνο μια δίψα για την δύναμη που, ενώ απορρέει από το σκότος, αποβαίνει λυτρωτική και οξυγονούχα. Αν δεν το καταλάβατε, μιλάμε για την μουσική που θα έρθει με το νέο έτος για να αποτελέσει, όχι απλώς ένα όνομα ή τίτλο, αλλά κάτι το σωτήριο που θα μας γεμίσει ενθουσιασμό. Προβλέψεις δεν κάνουμε, απλώς υποθέσεις, οπότε ας δούμε τι ξεχωρίζει ως τώρα από την μεριά των σκοτεινών ακουσμάτων που είναι να μας χτυπήσουν την πόρτα ως άλλοι μάγοι με τα δώρα.

Το μυστήριο με τους Boy Harsher μένει να συνεχιστεί, καθώς και με το νέο τους άσμα-προπομπό του Careful που θα βγει αρχές Φλεβάρη, νιώθεις ότι αυτό που ακούς δεν είναι δα και τόσο πρωτότυπο, αλλά ταυτόχρονα σου γεννά μέσα σου έναν εθισμό! Στον ήχο, στη φωνή, στο ρυθμό και στα κενά που συγκολλούν τα πάντα σφιχτά σαν να ήταν κλειστά μάτια στο σκοτάδι.

 

 

Ο περίεργος αυτός τύπος που κρατά στα χέρια του τις τύχες ενός από τα πιο πρωτοποριακά label στο σύγχρονο ήχο, έχει έτοιμο το επόμενο του χτύπημα ως Croatian Amor. Όπως αναμενόταν, το πρώτο δείγμα συσκοτίζει αυτό που μπορούμε να περιμένουμε από το σύνολο των νέων του συνθέσεων, αν και η συνεισφορά της τραγουδίστριας των HTRK, μόνο ως ελπιδοφόρο στοιχείο μπορεί να θεωρηθεί. Αν του χρόνου τέτοια εποχή, το Isa βρίσκεται στις λίστες με τα καλύτερα του 2019 μην εκπλαγείτε και μη ξεχάσετε ποιος το πρόβλεψε πρώτος!

 

 

Ναι, υπάρχει το παρελθόν που πολλές φορές καλύτερα να το αφήνεις εκεί που ήταν και υπάρχει το παρόν που δυσκολεύεται να βρει μια θέση να βολευτεί. Ασχέτως του κανόνα, η Cosey Fanni Tutti των ύψιστων Throbbing Gristle μάλλον ετοιμάζει μια έκπληξη. Το Tutti αναμένεται να είναι η εξαίρεση στις ζόμπι κυκλοφορίες των τελευταίων χρόνων της Mute με βάση και αυτό που ακούμε στο πρώτο σύντομο δείγμα του επερχόμενου δίσκου.

 

 

Δεν έχουμε όμως, μόνο αυτά τα ονόματα. Υπάρχουν οι HTRK, οι Second Still, ο Siavash Amini με τον Matt Finney και τόσα άλλα που πιθανόν αγνοούμε την ύπαρξη τους και που ετοιμάζονται να εμπλουτίσουν το επόμενο έτος με νέα αναζωογονητικά άλμπουμ. Αμήν!

 

Somewhere they have already decorated festive the façade of every building, the lights flash at an unknown rhythm and wishes are ready to be launched as it happens every year. Somewhere, but not here, as weare looking for something in the darkness, something to illuminate next day. There is nothing sacred in this process, but the thirst for a specific power that, although it issues from gloom, it turns out redeeming. In case you didn’t get it, we are talking about music which will be released next year, so as toconstitute not only a name or a title but something that will bring us enthusiasm.We don’t make forecasts, just assumptions, whereat lets see what stands outuntil now, from the dark stuff to come in 2019.

The mystery with Boy Harsher goes on as the new song of their upcoming album Careful which will be out on February, makes you feel that you don’t listen something original, but at the same time it sounds so addictive like the rest of their work! In sound, in voice, in rhythm and in between the gaps that splice, everything as if they were eyes closed in the dark.

This strange guy who holds in his hands one of the most innovative labels in contemporary music, has a new album as Croatian Amor coming up on January. As it was expected, the first available song obfuscates what is there to come as a whole, although the contribution of HTRK’s singer is a promising one. If next year, this time of season, Isa is in the lists of the greatest albums of 2019, don’t be surprised and remember who predicted that first!

Yes, there is the past that in many cases it is better to be left where it was and there is the present that finds it difficult toplace itself. Regardless of the rule, Cosey Fanni Tutti of the mighty Throbbing Gristle may prepare a surprise for us. Tuttiis expected to be the exception among the zombie releases of Mute the last fewyears, as we can tell, by listening the first sample of it.

Besides all that we have HTRK, Second Still, Siavash Amini with Matt Finney and many others, which we may ignore, that they areready to fill next year with refreshing albums. Amen!

 

Μπάμπης Κολτράνης

Madder Mortem Interview

Το νέο τους album Marrow ήταν η αφορμή της συζήτησης, αυτό που ο Αντώνης Καλαμούτσος και το Against the Silence δεν περίμεναν όμως ήταν το πόσο αυθόρμητη συνομιλήτρια θα αποδεικνυόταν η Agnete Kirgevaag. Χωρίς περιστροφές στα λόγια, με πάθος, χιούμορ, ειλικρίνεια και αυτοκριτική, η Agnete μιλάει για όλα, σε μια συνέντευξη γεμάτη άποψη, περηφάνια, με πολλή μουσική και πολλή λογοτεχνία!

43065896_10209493650537368_1816332379464138752_n

Agnete, καλωσόρισες στο Against the Silence! Λοιπόν, έβδομο άλμπουμ για τους Madder Mortem με το Marrow να έχει ήδη κυκλοφορήσει εδώ και λίγες μέρες κι αισθάνομαι έναν μεγάλο ενθουσιασμό γύρω του! Μπορείς να μας περιγράψεις την ατμόσφαιρα και τα συναισθήματα μέσα από το στρατόπεδο της μπάντας;

Κατ’ αρχάς, ευχαριστούμε πολύ που μας καλέσατε!

Λοιπόν, υπήρχε μεγάλη ανυπομονησία για αυτήν την κυκλοφορία, αφού είμαστε πολύ περήφανοι για το άλμπουμ και δεν βλέπαμε την ώρα να το μοιραστούμε με τον κόσμο. Υπάρχει πάντα και μια μικρή νευρικότητα, ξέρεις, αν θα καταλάβουν οι άνθρωποι τι θέλουμε να κάνουμε και αν θα συμφωνήσουν με τις επιλογές μας. Όταν γράφουμε ένα τραγούδι σκεφτόμαστε μόνο τη δική μας αίσθηση για αυτό, όταν είναι όμως έτοιμο να βγει στον κόσμο ευχόμαστε όπως είναι φυσικό να τύχει θετικής αποδοχής.

Με ποιους τρόπους θεωρείς ότι το Marrow διαφοροποιείται από τα προηγούμενα άλμπουμ ή προσθέτει καινούρια στοιχεία στη μουσική σας;

Περισσότερο από καθετί άλλο, στο Marrow δώσαμε μεγάλη έμφαση στην τραγουδοποιία. Αυτό υπήρχε ως φυσική διαδικασία εδώ και πολύ καιρό, αλλά αυτήν τη φορά βάλαμε πραγματικά την ιδέα πίσω από κάθε τραγούδι στη θέση του οδηγού. Κατά κάποιο τρόπο, είναι λίγο πιο απαλό από άλλα άλμπουμ που έχουμε κάνει, αλλά σίγουρα φέρνει στην επιφάνεια όλες τις αναφορές και το στιλ μας.

Από την αρχή, οι Madder Mortem ήταν πάντα πολύ δύσκολο να κατηγοριοποιηθούν, πιθανόν επηρεάζοντας αρνητικά και τις πιθανότητες για δημοφιλία. Οι νεότερες γενιές οπαδών δεν νοιάζονται όμως πολύ για τα είδη και τις ταμπέλες. Θεωρείς ότι ίσως τώρα η μουσική σας έχει περισσότερες πιθανότητες να εκτιμηθεί από ό,τι πριν από 20 χρόνια;

Σίγουρα, ναι! Σκεφτόμουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. Φαίνεται ότι η προσβασιμότητα σε κάθε είδος μουσικής που συνόδευσε την έκρηξη του διαδικτύου συνέβαλε πολύ στο να μην ασχολούνται πολύ οι ακροατές με τα είδη αλλά με το να τσεκάρουν καινούρια πράγματα. Για εμάς αυτό είναι φοβερά θετικό. Όπως είπες κι εσύ, δεν αισθανόμαστε άνετα με καμία κατηγοριοποίηση, η μουσική μας είναι μουσική που πρέπει κανείς να ακούσει για να κρίνει αν του αρέσει ή όχι. Βασικά, είναι αδύνατο να βρει κανείς τρεις εύκολες λέξεις για να περιγράψει ένα τόσο εκλεκτικό μείγμα από στιλ και διαθέσεις, νομίζω. Επιπλέον, υπάρχει ένα έντονο progressive κύμα αυτήν τη στιγμή τόσο στο metal όσο και στον εναλλακτικό ήχο, οπότε σίγουρα, πιστεύω ότι ήρθε η ώρα μας.

Ακόμα μια σημαντική δραστηριότητα ήταν η πρόσφατη crowdfunding καμπάνια σας για την επερχόμενη επέτειο των 20 χρόνων από την κυκλοφορία του ντεμπούτου σας Mercury. Μπορείς να μας δώσεις τις βασικές λεπτομέρειες;

Η καμπάνια τελείωσε μόλις πρόσφατα και τώρα αρχίζουμε να παίρνουμε φωτογραφίες από οπαδούς που λαμβάνουν τα “προνόμιά” τους. Το 2019 συμπληρώνονται 20 χρόνια από την κυκλοφορία του Mercury και ο αρχικός στόχος της καμπάνιας ήταν να ετοιμάσουμε μια ειδική επανέκδοση με bonus καινούριες εκτελέσεις τραγουδιών και να στήσουμε ένα επετειακό live με διάφορους καλεσμένους, visual και τα λοιπά. Αυτό που δεν περιμέναμε ήταν η τρομερή υποδοχή και η τρελή αγάπη και υποστήριξη που πήρε αυτή η καμπάνια από τους Madder Marrow, τους φίλους και υποστηρικτές μας. Πιάσαμε τον στόχο μας, βάλαμε έναν νέο εκτεταμένο στόχο, τον φτάσαμε κι αυτόν, οπότε θα κάνουμε κι ένα ντοκιμαντέρ που θα δείχνει όλη την ιστορία μας.

Αυτό που με ενθουσιάζει περισσότερο αυτήν τη στιγμή είναι ότι ζητάμε από τους οπαδούς μας να συμμετέχουν στο ντοκιμαντέρ με το να βιντεοσκοπούν τους εαυτούς τους λέγοντας τη δική τους ιστορία για το πώς βρήκαν τους Madder Mortem ή άλλες αστείες, παράξενες ή θλιμμένες ιστορίες – σκεφτήκαμε ότι αυτός θα ήταν ένας ενδιαφέρων τρόπος να ανιχνεύσουμε την εξέλιξή μας αυτά τα 20 χρόνια. Αυτό επίσης θα δώσει έμφαση στο ότι δεν θα ήμασταν εδώ τώρα να γιορτάζουμε αυτήν την επέτειο χωρίς την υποστήριξη όλων εκείνων που άνοιξαν την καρδιά τους στη μουσική μας. Γι’ αυτό σκεφτήκαμε ότι θα είναι και διασκεδαστικό και ταιριαστό η διευρυμένη Madder οικογένεια να παίξει μεγάλο ρόλο στο ντοκιμαντέρ!

Σχετικά με την όλη ιδέα του crowdfunding, φαντάζομαι ότι θα πρέπει να μοιάζει λίγο παράξενη για μια μπάντα που είχε συνηθίσει να λειτουργεί με τον “παλιομοδίτικο” ’90s τρόπο. Ήταν μια εύκολη απόφαση ή είχατε δεύτερες σκέψεις κατά τη διάρκεια;

Η μουσική βιομηχανία έχει αλλάξει πάρα πολύ από τότε που ξεκινήσαμε. Όταν αρχίσαμε να κυκλοφορούμε άλμπουμ, η προώθηση ήταν ευθύνη της εταιρείας και ως καλλιτέχνης, έπρεπε απλώς να απαντάς στις συνεντεύξεις που σου έστελνε η εταιρεία, να πας στις περιοδείες που πρότεινε και να επιστρέψεις για να κάνεις μουσική. Τώρα είναι εντελώς διαφορετικά. Με την απώλεια εισοδημάτων που επέφερε το streaming και το downloading για τις εταιρείες, ελάχιστες είναι σε θέση να επενδύουν σε περιοδείες και τα χρήματα για προώθηση είναι πολύ περιορισμένα.

Ήμασταν κι εμείς αργοί, δεν είχαμε εκμεταλλευτεί τα social media μέχρι πέρσι που προωθήσαμε την περιοδεία μας με τους Soen. Γινόμαστε όμως κι εμείς πολύ καλύτεροι και η crowdfunding καμπάνια ήταν μια καλή μαθησιακή εμπειρία. Θέλει πολλή δουλειά να στήσεις μια καμπάνια σαν αυτήν, και μόνο η ποσότητα συγγραφής κειμένων και επεξεργασίας φωτογραφιών για παράδειγμα, για να μην αναφέρω τη δυσκολία του να στέλνεις προϊόντα σε όλον τον κόσμο. Είναι όμως το είδος της δουλειάς που οι περισσότερες μπάντες θα μπορούσαν να κάνουν, πιστεύω.

Αυτό που ευχαριστήθηκα περισσότερο είναι ότι συνδεθήκαμε περισσότερο με τη metal κοινότητα κι ειδικά με τη Madder κοινότητα εκεί έξω. Οι οπαδοί μας είναι μια φανταστική ομάδα ανθρώπων, ανοιχτόμυαλοι, ειλικρινείς, γενναιόδωροι. Πέρασα πολλές ώρες αυτό το καλοκαίρι να μιλάω με ανθρώπους, να ακούω τις σκέψεις τους γι’ αυτό που κάνουμε, ποια τραγούδια τους αρέσουν και κάθε είδους άλλη ιστορία. Νομίζω ότι ειδικά μετά από εκείνο το μακρύ, εκνευριστικό διάλειμμα που είχαμε ανάμεσα στο Eight Ways και το Red In Tooth And Claw, ήταν τόοοοσο καλό για εμάς που θυμηθήκαμε ότι η μουσική μας μετράει για πολύ, πολύ κόσμο, πέρσι στην περιοδεία και φέτος με την καμπάνια. Έχουμε καινούρια κινητήρια δύναμη που μας σπρώχνει να φτιάχνουμε νέα μουσική αλλά και να προσπαθούμε να τραβήξουμε την προσοχή που πιστεύουμε ότι αξίζει η μουσική μας. Σε μεγάλο βαθμό αυτή η δύναμη έρχεται από τους τρομερούς οπαδούς μας και τη συνεχιζόμενη υποστήριξή τους.

Ας επιστρέψουμε στο Marrow. Έχω την αίσθηση ότι το άλμπουμ έχει ιδιαίτερη σημασία για σας στιχουργικά. Το δελτίο τύπου αναφέρει: “Το άλμπουμ αναφέρεται στο να μένεις κοντά στην ουσία σου. Στις ιδέες, στις σκέψεις και στις αξίες σου. Να μένεις πιστός στις ρίζες σου – στο μεδούλι σου (Marrow)”. Δεν θα μπορούσα παρά να συμφωνώ. Μπορείς να μας δώσεις μερικές λεπτομέρειες για το όλο concept; Ποιες είναι αυτές οι αξίες για την μπάντα και για εσένα προσωπικά;

Το βασικό θέμα των στίχων έχει νομίζω μεγάλη σχέση με το μεγάλο κενό πριν το Red In Tooth And Claw. Δεν το καταλάβαινα ενώ συνέβαινε, αλλά η σχετική αδρανοποίηση της μπάντας ήταν κάτι σκληρό για μένα. Τώρα, κοιτώντας πίσω, βλέπω ότι έχανα σιγά σιγά τον εαυτό μου σε διάφορες ανιαρές και κοινότοπες ασχολίες, που είναι ωραίες κι ευχάριστες αλλά δεν έχουν καμιά σημαντικότητα. Ήταν έξυπνη κίνηση τότε προκειμένου να μην τρελαθώ από τα νεύρα μου, αλλά ταυτόχρονα τραβιόμουν πίσω στις σκιές και άρχιζα να συμβιβάζομαι με κάτι λιγότερο από αυτό που πραγματικά ήθελα. Οι στίχοι, λοιπόν, επικεντρώνονται στο να είσαι κοντά στον εαυτό σου, στην πραγματική σου φύση και τα όνειρά σου και στο να μην αναλώνεσαι στο τι θέλουν οι άλλοι από εσένα. Επίσης, γύρω από το Marrow υπάρχει μια επείγουσα αίσθηση που θεωρώ ότι έρχεται από το ότι είμαστε αρκετά μεγάλοι για να μπορούμε να αγκαλιάσουμε την ιδέα ότι οι μέρες μας είναι μετρημένες κι ότι η ζωή είναι μικρή κι εύθραυστη, πολύ μικρή για να την περνάει κανείς με χλιαρά και μισοτελειωμένα πράγματα. Ας είναι κανείς όλα όσα είναι.

Πιστεύω ότι οι στίχοι σας είναι ένα από τα δυνατά σας σημεία. Πάντα ανοιχτοί σε διάφορες ερμηνείες, με δυνατές μεταφορές και συμβολισμούς, τολμώ να πω ότι έχουν μια φιλοσοφική αύρα. Πάντα ήθελα να σε ρωτήσω ποιοι είναι οι αγαπημένοι σου συγγραφείς, ποιητές ή στιχουργοί – οι άνθρωποι που ίσως να επηρέασαν τη στιχουργική πλευρά της μπάντας.

Ευχαριστώ πολύ! Βάζω πάντα πολλή σκέψη στους στίχους μου και οι στίχοι είναι πολύ σημαντικοί για μένα όταν ακούω μουσική.

Υπήρξα αρκετά τυχερή στο ότι μπόρεσα να σπουδάσω Αγγλική Λογοτεχνία για αρκετά χρόνια, κι έτσι γνώρισα πολλούς ποιητές που “έμειναν” μαζί μου και πραγματικά αγαπώ, όπως οι Emily Dickinson, Eliot, Auden, Yeats, Hausman. Από Νορβηγούς ποιητές, πάντα αγαπούσα τους Andre Bjerke, Gunvor Hofmo και Inger Hagerup – τείνω να ευχαριστιέμαι δομικά συντηρητική ποίηση, ίσως γιατί πάντα φαντάζομαι ποίηση μαζί με μουσική και απλώς ζητάω απλές στροφές με απλή ρίμα και απλό ρυθμό. Η παλιά Norse ποίηση, όπως η Edda, με έχει επηρεάσει επίσης πάρα πολύ και πολύ συχνά χρησιμοποιώ συγκεκριμένα στιλ από αυτήν, όπως τις παρηχήσεις και τους δυνατούς ρυθμούς.

Σχετικά με συγγραφείς, η λίστα θα έβγαινε πολύ μεγάλη οπότε απλώς θα αναφέρω μερικούς που θεωρώ πως σχετίζονται με το άλμπουμ. Το Bloody Chamber της Angela Carter ήταν τεράστια επιρροή για τους στίχους του “White snow, red shadows” και νομίζω ότι οποιοσδήποτε ενδιαφέρεται για σύντομες ιστορίες, παραμύθια και διακειμενικότητα πρέπει να διαβάσει αυτήν τη συλλογή. Είναι συνεχώς στα όρια της πραγματικότητας, άλλες φορές απαλά και άλλες όχι παραμορφώνει την αντίληψή σου με το να αλλάζει την προκατάληψη, προσπαθώντας να σε σαγηνεύσει μέσα στην ιστορία. Πρέπει επίσης να αναφέρω τον Terry Pratchett, ο οποίος νομίζω πως καταλάβαινε τους ανθρώπους περισσότερο από κάθε άλλον συγγραφέα. Τα διηγήματά του φωτίζουν την ανθρώπινη υποκρισία, τις αυταπάτες και την σκληρότητά μας, από την άλλη όμως έχει μια τρυφερή ματιά για τους απλούς ανθρώπους. Δεν ξέρω αν αυτό βγάζει νόημα, απλώς διαβάστε τα βιβλία του, ειδικά αυτά με τους Granny Weatherwax, Sam Vimes και Tiffany Aching. Είναι το είδος των βιβλίων που θα έδινα σε ένα παιδί για να διδαχτεί ηθική, συμπόνια και υπευθυνότητα και μεγάλο μέρος αυτής της “κρατήσου στον εαυτό σου” φιλοσοφίας του Marrow προέρχεται από την Granny Weatherwax. Όταν έμαθα ότι ο Pratchett πέθανε, έκατσα κι έκλαψα.

Κι όσο για τα καταπληκτικά σου φωνητικά; Για κάποιο λόγο πάντα πίστευα ότι είσαι η Grace Slick (Jefferson Airplane) του heavy metal! Αγαπημένοι τραγουδιστές/τραγουδίστριες;

Ξανά, σ’ ευχαριστώ! Μου πήρε πολλά χρόνια εξάσκησης για να φτάσω στο σημείο που είμαι τώρα, είμαι χαρούμενη πια με το όργανό μου και σε γενικές γραμμές μπορώ να κάνω με αυτό ό,τι επιθυμώ, πράγμα που είναι πολύ άνετο.

Τραγουδιστές που πραγματικά απολαμβάνω; Mike Patton, Annie Lenox, Chris Cornell, Robert Plant, Dio, James Hetfield, Dalbello, Freddie Mercury (σε ποιον δεν αρέσει;), Bon Scott, Morten Harket, Gillian Welch, Frida και Agneta από τους ABBA.

Αν προεκτείνω τις προηγούμενες ερωτήσεις και προς τη μουσική, νομίζω ότι οι καλά κρυμμένες κλασικές και folk σας επιρροές γίνονται όλο και πιο εμφανείς όσο περνάει ο καιρός. Έχετε σκεφτεί ποτέ να φτιάξετε ένα άλμπουμ με εντελώς διαφορετική κατεύθυνση ή ενορχήστρωση, ένα folk άλμπουμ για παράδειγμα;

Μάλλον όχι. Δεν σκεφτόμαστε και πολύ τι θέλουμε να κάνουμε, ξεκινάμε να φτιάχνουμε κάτι και στη συνέχεια βλέπουμε προς τα πού πάει. Έχουμε μιλήσει πολύ όμως για το πόσο ενοχλητικό είναι που κάποιοι κάνουν copy-paste από folk ή κλασικά μέρη πάνω σε metal σημεία χωρίς καλά καλά να τα καταλαβαίνουν – καταλήγεις να παίζεις μια folk μελωδία με power chords χωρίς τίποτα άλλο να λειτουργεί σύμφωνα με την αίσθηση ή το στιλ του κομματιού κι αυτό είναι πολύ ενοχλητικό. Το να είσαι επηρεασμένος από κάτι σημαίνει ότι προσπαθείς να καταλάβεις τι συμβαίνει σε εκείνον τον “κόσμο” κι έπειτα να χρησιμοποιείς τα εργαλεία του για να φτιάξεις κάτι δικό σου, οτιδήποτε άλλο είναι βασικά διασκευή, κάτι εντελώς διαφορετικό. Για παράδειγμα, το πρώτο riff του “Underdogs” από το Red In Tooth And Claw: παλεύαμε να βρούμε την κατάλληλη ισορροπία και η λύση αποδείχτηκε ότι ήταν να σκεφτούμε πώς έγραφε ο Bach τις φούγκες για Όργανο κι εφαρμόσαμε αυτούς τους μηχανισμούς στο δικό μας ηχητικό τοπίο. Εκείνο το σημείο είναι πολύ μπαρόκ σε δομή και χτίσιμο, οπότε η μπαρόκ προσέγγιση μας οδήγησε στο κατάλληλο μονοπάτι.

Και τώρα μερικές ευαίσθητες ερωτήσεις. Πάντα είχατε αρκετά προβλήματα με συχνές αλλαγές στο line up σας, καμιά μπάντα δεν το θέλει αυτό. Πιστεύεις ότι αυτό σας επηρέασε αρνητικά – με μεγαλύτερα διαστήματα αδράνειας ή ανεπιθύμητες αλλαγές στον ήχο για παράδειγμα; Ή κρατάτε τη θετική του πλευρά, ξέρεις, καινούριοι άνθρωποι, καινούριες επιρροές και τα λοιπά;

Γενικά θα προτιμούσαμε να μην έχουμε τόσες αλλαγές γιατί είναι επιβλαβείς για την ορμή της μπάντας. Δεν είχα ποτέ ιδιαίτερες ανησυχίες για τον ήχο μας γιατί πάντα βρίσκαμε φοβερούς μουσικούς, το να πρέπει να μάθουν όμως όλα τα παλιά μας τραγούδια παίρνει πάρα πολύ χρόνο και δεν είναι πάντα πολύ δημιουργικό για τους υπόλοιπους από εμάς. Δεν είχαμε πάντως κακούς χωρισμούς και είμαστε φίλοι με όλα τα πρώην μέλη μας, για την ακρίβεια ελπίζουμε να τους φέρουμε όλους στην σκηνή στο επετειακό μας live του χρόνου!

Δεύτερο άλμπουμ με την Dark Essence και φαίνεται ότι πιστεύουν πολύ σε εσάς! Στο παρελθόν συνεργαστήκατε με μερικά πολύ γνωστά label, μήπως νιώσατε ποτέ ότι είχατε έλλειψη προσοχής;

Αυτό είναι δύσκολο να το ξέρεις, αλήθεια. Όντως νιώσαμε ότι η Century Media θα προτιμούσε να είμαστε ένα διαφορετικό είδος μπάντας κι όταν έφυγαν οι Hammy και Lisa από την Peaceville νιώσαμε μόνοι μας σε σχέση με την καινούρια διεύθυνση εκεί. Από την άλλη όμως, είναι δύσκολο να δω τα πράγματα από την οπτική της δισκογραφικής. Έχουμε πολύ καλή συνεργασία με την Dark Essence μέχρι τώρα και είναι πολύ άνετο να είμαστε σε Νορβηγικό label για αλλαγή.

25 χρόνια Madder Mortem, ένα πραγματικά σημαντικό επίτευγμα. Μήπως έχεις μια αγαπημένη ή χειρότερη ανάμνηση;

Η χειρότερη ανάμνηση ήταν μάλλον εκείνη η στιγμή που βρισκόμασταν στις αφίξεις στο Mexico City περιμένοντας τα όργανά μας και αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι δεν έρχονται…

Υπήρξαν πολλές αγαπημένες στιγμές πάντως, κάποιες στο στούντιο, κάποιες στη σκηνή, κάποιες στις πρόβες. Όλες οι διαφορετικές πλευρές της ζωής μιας μπάντας έχουν διαφορετικό συναίσθημα και δεν θα μπορούσα με τίποτα να διαλέξω μία έναντι της άλλης, τις χρειάζεσαι όλες. Αν το αναλύσεις όμως πολύ, η κύρια κινητήρια δύναμη και η κύρια ικανοποίηση είναι να φτιάχνεις μουσική, αυτό το συναίσθημα ότι έφτιαξες κάτι μοναδικό, ειλικρινές και αληθινό, μετά να το παίζεις και να μένεις μαζί του για λίγο.

Σας έχω δει μόνο μια φορά live, πριν καμιά δεκαριά χρόνια στην Αθήνα κι ήταν ένα τρομερό live! Έχετε σχέδια για περιοδεία; Ποια είναι τα σχέδια σας για το άμεσο μέλλον;

Έχουμε ήδη ένα πρόχειρο πρόγραμμα για τις επανηχογραφήσεις του Mercury για Φεβρουάριο/Μάρτιο, αλλά αυτές οι ημερομηνίες μπορεί να μετακινηθούν εξαιτίας καινούριων live date και ούτω καθεξής. Σίγουρα πάντως προγραμματίζουμε μια μικρή headline περιοδεία, την πρώτη μας, για τον Δεκέμβριο. Φυσικά υπάρχουν πολλές ανασφάλειες, αφού δεν έχουμε ξανακάνει περιοδεία ως headliner, στ’ αλήθεια όμως ανυπομονούμε. Για να κρατήσουμε χαμηλά το κόστος, μάλλον θα παραμείνουμε στην κεντρική Ευρώπη και δεν θα υπάρξουν ημερομηνίες για τη νότια Ευρώπη μέχρι ίσως του χρόνου. Θέλουμε όμως πολύ να επιστρέψουμε στην Ελλάδα, εκείνες οι δύο συναυλίες ήταν αξέχαστες! Αα, θυμήθηκα κι άλλη μια κακή ανάμνηση, το ότι περίμενα τον Oddi, που είχε σπάσει τον αστράγαλο του, σε ένα νοσοκομείο την τελευταία μας νύχτα στην Αθήνα, ενώ η υπόλοιπη μπάντα έτρωγε σε ένα καλό εστιατόριο…

Πριν σε ευχαριστήσω, πρότεινέ μας κάτι καινούριο και σπουδαίο, μπάντα, βιβλίο, ταινία, οτιδήποτε!

Αν δεν το έχετε κάνει ήδη, τσεκάρετε τη γαλλική σειρά Les Revenants, το είχε πρόσφατα στο Νορβηγικό Netflix κι ήταν σπουδαία ανακάλυψη για μένα. Διαβάζω κυρίως για το μεταπτυχιακό μου, οπότε δεν ξέρω πολλά καινούρια βιβλία, διαβάστε όμως τα διηγήματα του Donald Barthelme, για όποιον του αρέσει, θα βρει πολλή παραξενιά. Από μουσική, θα πρότεινα το “Distant Light” του Εσθονού συνθέτη Peteris Vasks, ένα πανέμορφο κοντσέρτο για βιολί, που όταν το άκουσα πρώτη φορά με έκανε να κλαίω σαν μωρό.

Agnete, σε ευχαριστώ από καρδιάς για αυτήν τη συζήτηση και ευχόμαστε καλή επιτυχία στο Marrow και σε όλους εσάς μέσα στην οικογένεια των Madder Mortem!

Ευχαριστούμε πάρα πολύ! Ελπίζουμε να ανταμώσουμε σύντομα ξανά με τη μεγάλη Madder οικογένεια μας στην Ελλάδα!

43018949_10209493654377464_4041738983460306944_n

 

Their new album Marrow was the reason for this interview but what Antonis Kalamoutsos and Against the Silence didn’t expect was to find out how spontaneous Agnete Kirgevaag really is conversationalist. With no fear in her words, with passion, humor, sincerity and even self-criticism, Agnete talked about everything, in an interview full of attitude, pride, with lots of music and literature!

 

Agnete, welcome at Against the Silence! So, album number 7 for Madder Mortem, as Marrow was officially released on the 21st of September and I sense a great enthusiasm for it. Can you describe to us the mood and the feelings from inside the Madders camp? Is the anticipation high as always?

Well, thank you so much for inviting us in!

We’ve been very much looking forward to the release, since we’re so proud of this album and really wanted to share it with the world. And there’s always a tiny bit of nerves as well – will people get what we have been trying to do, will they enjoy the choices we’ve made. We never think about anything else but our own sense of the song while we’re writing, but when it’s all complete and ready to go out in the world, we naturally hope that it will be well received.

In which ways do you think Marrow is different from your previous albums or adds new elements to your music?

More than anything, I think there’s an emphasis on songwriting on Marrow, which I feel has been a natural development for a long time, but this time around we’ve really put the idea of the song in the driver’s seat. I think Marrow is in some ways more subtle than other albums we’ve done, and it certainly maxes out the span of references and styles.

Since the beginning, Madder Mortem has always been very hard to categorise, probably affecting the band’s possible popularity. Younger generations of fans don’t seem to care about genres anymore, do you think that maybe now your music has a better chance of getting understood and appreciated than 20 years ago?

Yes, indeed! I’ve been thinking the same thing; it seems like the accessibility of all kinds of music that came with the Internet explosion really served to make listeners less occupied with genre, and more interested in checking out new stuff. For us, that’s just super positive. As you said, we’ve never fit neatly into any category, and the music we make is music you have to hear to know if you like it or not – it’s basically impossible to make a useful three-word description of such a eclectic mix of styles and moods, I think. In addition, there’s quite a progressive wave going on at the moment, both in metal and in the alternative scene, so I definitely think our time has come.

Another very important activity is your ongoing crowdfunding campaign celebrating the 20 years anniversary of your debut album Mercury. Can you please give us all the basic details about it?

The crowdfunding campaign has ended, and we’re starting to get pictures and posts from people as they receive their perks. 2019 will be the 20th anniversary for our first album, Mercury and the goal of the campaign was originally to do a special re-release of that album, including reworked versions of the songs as bonus material, and to put on a special anniversary live show with guests and visual elements and so on. What we didn’t expect was the amazing reception and crazy amounts of love and support the campaign was greeted with by the Madder Marrow, our supporters and friends, and we reached our goal, set a new stretch goal and reached that too – so we’ll also be doing a documentary to share our whole history.

The part I’m most excited about at the moment, is that we’ll be asking our fans to participate in the documentary by filming themselves and telling the story of how they found Madder Mortem, or other funny, strange or sad stories – we thought that would be a really interesting way of tracking our development through those 20 years. And that will also emphasise that we would never have been here now, celebrating this anniversary, without the support from all those who have opened their hearts to our music. So we thought it would be both fun and fitting to make sure the extended Madder family will play a big part in the documentary!

Regarding the concept of crowdfunding campaigns, I guess it must feel quite strange for a band that was used in doing things in the “old-fashioned” 90’s ways. Was it an easy decision for you or did you had second thoughts along the way?

The music industry has changed so much since we started out. When we started releasing albums, promotion was the label’s responsibility, and as an artist, you were just supposed to answer the inties the label sent you, go on the tours they suggested, and then turn back to making music. This is completely different now – with the loss of income that streaming and downloading meant for the labels, very few labels are willing to invest in touring anymore, and the promotion budgets will certainly be limited.

And we’ve been sort of slow to catch on as well, we didn’t really start taking charge of our social media presence until last year, to promote the tours with Soen. But we’re getting a lot better at it, and this crowdfunding campaign has been a very good learning experience. It’s a lot of work to set up a campaign like this, just the amount of image editing and copywriting required, for example, not to mention the complexities of shipping perks worldwide, but it’s a kind of work that is possible to do for most bands, I think.

What I’ve really enjoyed most about this whole experience, is engaging with the metal community more, and particularly the Madder community out there. Our fans are an amazing group of people; open-minded and honest and generous, and I’ve spent a lot of hours this summer just chatting with people, hearing what they think about what we do, which songs they like the best, all kinds of stories. I think especially since we had that long, frustrating break between “Eight Ways” and “RITAC”, it has been sooooooo good for us to be reminded that our music matters a lot to a lot of people, both through the tours last year and the campaign now. We’ve got a whole new drive to push ourselves, both with new music and with trying to get the attention I honestly think our music deserves. And that drive is to a large extent thanks to our amazing fans and their continued support.

Back to Marrow. I have this feeling that this album stands for something special for you, lyrically. The press release states: “The album is about sticking to the essence of yourself. Your ideas, your thoughts, your values. To stay true to your roots – your Marrow”. I couldn’t agree more! Can you give us more details about this concept? Which are these values for the band and you personally?

This main theme of the lyrics has a lot to do with the long break we had before “RITAC”, I think. I didn’t really realise it at the time, but the relative inactivity of the band was really hard for me. Looking back now, I see how I was slowly losing myself in the sort of humdrum, mundane activities that are all very nice and pleasant, but don’t really matter. It was probably the smartest thing to do at the time, to keep myself from going crazy with frustration, but at the same time, I was sort of receding back into the shadows, starting to settle for something less than what I really wanted. And so a lot of these lyrics are centered around holding on to yourself, staying true to your nature and your dreams and not letting yourself be molded around the wishes of other people. There is also this urgency in Marrow that I think comes from being old enough to truly embrace the idea that our days are numbered, that life is short and fragile, much too short to be spent on lukewarm existence and half-assed commitment. Be all you are.

I think that lyrics are a key strength of Madder Mortem. Always open to different explanations and with strong symbolisms and metaphors, I would dare to say that there is even a philosophical aura sometimes. I always wanted to ask you who are your favourite authors, poets or lyricists – the people that may have influenced the lyrical aspect of the band.

Thank you! I put a lot of thought into my lyrics, and lyrics are very important to me when I listen to music.

I’ve been fortunate enough to be able to study English literature for a number of years, and that introduced me to a lot of writers and poets that have stayed with me and that I truly love, like Emily Dickinson, Eliot, Auden, Yeats, Housman. For Norwegian poets, I’ve always loved André Bjerke, Gunvor Hofmo and Inger Hagerup – I tend to enjoy quite conservative poetry structure-wise, perhaps because I always imagine poetry put to music and then wish for a clear stanza structure and some form of rhyme and rhythm. The old Norse poetry, like the Edda, has also been a huge influence, I often borrow style markers like alliteration and a kind of stomping rhythm from those verses.

For authors, that would be a too-long list, I think, so I’ll just mention a couple that I think are very relevant for this album. Angela Carter’s “The Bloody Chamber” was a huge inspiration for the lyrical approach to “White Snow, Red Shadows”, and I think anyone with an interest in short stories, fairy tales or intertextuality really should read that collection – it’s constantly right on the edge of reality, and subtly and not-so-subtly distorting your perception by tweaking your preconceptions and sort of seducing you into the stories. I also need to mention Terry Pratchett, who I think understood people better than most other authors, and who was able to tell stories that shine a very harsh light on humanity’s pretense, our illusions and our cruelty, but at the same time has such a gentle, loving eye for the common people – I don’t know if this makes sense, but just go read his books, particularly the ones about Granny Weatherwax, Sam Vimes or Tiffany Aching – to me, these books are what I would give a child to read to teach them morals, compassion and responsibility, and a lot of the “hold on to yourself” way of thinking that runs through Marrow is exemplified in Granny Weatherwax. When I heard that Pratchett died, I sat down and cried.

As for your amazing vocals? For some unexplained reason, I always believed that you are the Grace Slick (Jefferson Airplane) of heavy metal! Favourite singers?

Again, thank you! It’s taken a lot of years of practice to get here, but I’m quite happy with my instrument now, and I can generally get my voice to do what I want it to, which is very comfortable.

Singers I really like: Mike Patton, Annie Lennox, Chris Cornell, Robert Plant, Dio, James Hetfield, Dalbello, Freddie Mercury (who doesn’t?), Bon Scott, Morten Harket, Gillian Welch, Frida and Agneta from ABBA.

Somehow extending the previous questions to music, I think that folk and classical influences are getting clearer as time goes by, well hidden under the surface. Have you ever thought of composing an album of an entirely different direction or instrumentation, a folk album for example?

Not really. We don’t really think much about what we want to make, we just sort of start making it and then see what we end up with. Though we have talked a lot about how annoying it is when people sort of try to copy-paste folk or classical influences on to metal without really understanding it – you end up with power chords playing a folk melody while nothing else really is really working with the feeling or the style of the music, and that really bothers me. Being influenced by something means trying to understand how things work in that world and then using those tools to make something that’s your own – anything else is really just doing a cover song, which is something else. Take the opening riff from “Underdogs” from “RITAC”, for instance – we were struggling with getting the production and balance right there, and the solution turned out to be trying to think in terms of how Bach’s organ fugues work and applying those mechanisms to our own soundscape. The arrangement on that part of the song is very baroque in structure and build, and so a baroque approach turned out to lead us on to the right path.

Now a couple of sensitive questions. There was always trouble with many line-up changes over the years, no band wants that. Would you say that this affected you in a negative way – let’s say longer periods of not being active or undesired changes in the band’s sound? Or do you keep the positive aspect of it – new people, new influences, attitudes etc?

I think we’d in general prefer to not have line-up changes, because it is so detrimental to the band’s momentum. I’ve never had any worries about the sound, because we’ve always been able to find amazing new musicians to work with, but just introducing new members to some of our back catalogue takes forever, and is not always that motivating for the rest of us. On the other hand, we haven’t really had any bad break-ups, and we’re still friends with all our ex-members – we’re even hoping to be able to bring almost all previous band members on stage for the anniversary show next year!

Second album with Dark Essence and they seem to believe in you very much! You had worked with some well-known labels in the past, did you ever suffer from lack of attention?

That’s hard to say, really. We did feel that Century Media would have liked us to be a different band than we were, and after Hammy and Lisa left Peaceville, we did feel quite on our own with the new administration there. But then again, it’s always hard to know what it’s like from the label’s perspective. We’ve had a really good collaboration with Dark Essence this far, and it’s very comfortable to have a Norwegian label, for a change.

25 years of Madder Mortem, a great achievement indeed. Do you have a special favourite or worst memory?

I think the worst memory would probably be the moment when we were standing in the arrivals hall in Mexico City, waiting for our instruments, and slowly realising they weren’t coming …

There have been a lot of favourite moments, though – some in the studio, some on stage, and some of them in the rehearsal room. All the different aspects of band life have a different vibe and feel, and I’d have real trouble choosing one over the other, you need all parts of it. But if you really get down to it, the main drive and the main satisfaction is making music, the feeling that you’ve created something that’s unique and honest and true, and then playing it and just being in it for a while.

I have seen you live only once, almost 10 years ago in Athens, Greece and it was a night to remember! Do you have any tour plans? Please tell us what will be the bands near future actions.

We’ve set a tentative recording schedule for the Mercury reworks for February/March, but that might have to be moved, depending on live schedules and so on. But first we’re setting up to do a short headliner tour, our first, in December. Naturally there are a lot of uncertainties, since we’ve never gone out as headliner before, but we’re really looking forward to it. To keep costs down, we’ll stick to Central Europe, and so I think there ’ll be no Southern European dates at all until maybe next year. But we’d really love to get back to Greece, those two gigs were really unforgettable! Oh, that reminds me of another “worst memory” for me personally: Spending the last night in Athens waiting for Oddi (who broke his ankle) outside the hospital, while the rest of the band were enjoying a farewell meal at a good restaurant …

Before I thank you, please recommend to us something new and great, band, book, film, whatever!

If you haven’t already, you should check out the French series Les Revenants (was on Norwegian Netflix, at least), that was a great find for me. I’m currently reading mostly for my MA program, so not a lot of new books, but check out for instance the short stories of Donald Barthelme, for anyone who’s into that – expect weirdness. And for music, I’d recommend “Distant Light” by Estonian composer Peteris Vasks – a beautiful violin concerto that had me crying like a baby in my seat when I heard it for the first time.

I want to thank you from the bottom of my heart for this conversation and we wish the very best of success to Marrow and to everyone in the Madder Mortem family!

Thank you so much! I hope we’ll soon be able to have a big Madder family reunion in Greece!

Antonis Kalamoutsos

 

Wolves In The Throne Room

Diadem Of 12 Stars (Vendlus Records, 2006)

Αν το demo κατέχει ξεχωριστή θέση στη δισκογραφία κάθε μπάντας ως το απαύγασμα ενός ακατέργαστου ενθουσιασμού που με τα χρόνια θα υποστεί τη ζύμωση και την εκλέπτυνση που απαιτείται για να “αποδειχθεί” η καλλιτεχνική αξία των δημιουργών του, τότε η πρώτη full length κυκλοφορία δεν μπορεί παρά να αποτελεί το σημείο αναφοράς στο οποίο πάντοτε θα επιστρέφει ο ακροατής.

Στην περίπτωση των WITTR, τη θέση αυτή κατέχει το Diadem Of 12 Stars τόσο επάξια και διακριτά που ενδεχομένως η εισαγωγή να περιττεύει. Μια νεοφερμένη τότε μπάντα εισέρχεται στη black metal σκηνή της Αμερικής, με ξεκάθαρη πρόθεση να διακριθεί από την ωμότητα που καθιέρωσε το είδος στη μαμά Νορβηγία. Μέσα σε τέσσερις μακροσκελείς συνθέσεις, τα “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars”, συνολικής διάρκειας μίας ώρας, οι WITTR αναμειγνύουν doom ριφάκια με φολκ ιντερλούδια, γυναικεία μελωδικά φωνητικά με σπουδές στο growling, τον δοκιμασμένο πειραματισμό μπαντών όπως οι Εmperor και οι Enslaved και με τη δική τους συνθετική φαρέτρα. Ειδικά κατά τη διάρκεια του εξαιρετικού, κατ’ εμέ, δεύτερου μέρους του “Face in a Night Time Mirror”, η έξαψη που δημιουργείται στον ακροατή είναι τέτοια που δεν μπορεί παρά να προμηνύει την ήδη δεκαετή πορεία της μπάντας που έχει ήδη αποδειχθεί αντίστοιχα πολυεπίπεδη και εξελίξιμη.

 

 

Βικτώρια Λαμπροπούλου

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

Η βροχή που πέφτει στην αρχή του δίσκου είναι σαν να εγκυμονεί το πρόσφορο έδαφος που άφησε το ντεμπούτο της μπάντας. Όπως πάντα κάθε γέννα κουβαλά την απόλυτη ελπίδα για αυτό που θα γεννηθεί, και το Two Hunters είναι η απόδειξη ότι το απόλυτο έργο ενός ονόματος δεν χρειάζεται πολλά χρόνια για να κυοφορηθεί. Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή το πού παραπέμπει κάτι και ας απολαύσουμε έναν δίσκο ανεπιτήδευτα άρτιο από όλες τις απόψεις.

Μια απίστευτη ισορροπία τέμνει τα μελωδικά μέρη με τα άγρια, κάνοντας τα θέματα να φτιάχτηκαν για να παίζουν αέναα σε έναν άλλο κόσμο. Μόνο που ο κόσμος του Two Hunters όσο γήινος στην αίσθησή του κι αν προσλαμβάνεται, άλλο τόσο απόκοσμος είναι. Ανήκει αλλού, στο επέκεινα, σε μια ουτοπία που φοβόμαστε, γιατί χρειάζεται θάρρος να την αγγίξουμε. Για αυτό οφείλουμε να διαβούμε τα ωμά και σκληρά του ίχνη, ώστε ακολουθώντας την καταστροφή να χτίσουμε κάτι σαν αυτό που περιγράφουν οι στίχοι που κλείνουν το άλμπουμ… “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Black Cascade (Southern Lord, 2009)

Για τους WITTR το black metal είναι η ωδή στην καταιγίδα και στο σκοτάδι που καλύπτει τα πυκνά δάση, δίπλα σε θάλασσες και ωκεανούς. Στο τρίτο άλμπουμ τους Black Cascade κυριαρχεί η σκοτεινή, κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, σε απόλυτη αισθητική αρμονία με τις μορφές που απεικονίζονται στο εξώφυλλο. Πριν ηχήσει η πρώτη νότα ακούς τον ήχο της βροχής και μπαίνεις κατευθείαν στην κατανυκτική και μυστικιστική ατμόσφαιρα των Λύκων. Κι αρχίζει αμέσως μετά, ο ηχητικός καταιγισμός ήχων απλών, ωμών και απογυμνωμένων από κάθε τι περιττό.

Τα drums του Aaron Weaver δίνουν τον ρυθμό, τα synthesizer εισβάλλουν στη μέση του “Wanderer Above the Sea of Fog”, οι κιθάρες δίνουν την απαραίτητη ένταση, ενώ η φωνή του Nathan Weaver προσδίδει στο τραγούδι απόκοσμες διαστάσεις. Και νιώθεις το σκοτάδι να σε αγκαλιάζει μελωδικά, την ιδιαίτερη πινελιά των WITTR, που προσδίδει στη black metal μουσική τη μεγαλοπρέπεια που της αξίζει. Το “Ex Cathedra” δηλώνει ακριβώς αυτήν τη μεγαλοπρέπεια χωρίς την υπεροψία και την επιβολή εξουσίας που δείχνει ο τίτλος, ενώ το “Ahrimanic Trance” ξεκινά δυναμικά και καταλήγει με έναν ιδιαίτερο τρόπο, σαν να ξεθωριάζουν οι κιθάρες σταδιακά, σαν να ξεφτίζουν. Ζεστό συναίσθημα σε κρύο μέταλλο η αίσθηση που δημιουργεί το “Crystal Ammunition”, στοιχειωμένες μελωδικές κραυγές που αναδεικνύουν την ομορφιά της αγριότητας ή την αγριάδα της ομορφιάς.

Ακόμα κι αν κυκλοφόρησε μετά το υπέροχο Two Hunters, το Black Cascade έχει τη δική του σκοτεινή γοητεία.

 

 

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage (Southern Lord, 2011)

Αν και τόσο χρονικά όσο και δημιουργικά βρίσκεται σ’ ένα μεταβατικό στάδιο, μεταξύ των δύο πυλώνων Two Hunters και Celestite –κάτι που μου έφερε στο μυαλό εικόνες από τα δυο επιβλητικά αγάλματα των βασιλιάδων της Gondor (για τους γνώστες του κόσμου του Άρχοντα των δαχτυλιδιών, Argonath)– το Celestial Lineage καταφέρνει να κάνει τον ανυποψίαστο ακροατή να κοντοσταθεί. Ισορροπώντας μεταξύ των πιο “εμπορικών” riff του Two Hunters και την υποβλητική dark ambience του Celestite, ο εν λόγω δίσκος ξεκινά με αλλόκοσμα, κατανυκτικά γυναικεία φωνητικά που σε παρασύρουν σε μια θύελλα εναλλαγών μεταξύ δυνατού μπλακ μέταλ και καθαρτήριων διαλειμμάτων, αφήνοντας κάθε φορά μια αίσθηση καταιγίδας που κόπασε. Το ύφος αυτό συμπυκνώνεται στο “Astral Blood”, το κορυφαίο, ίσως, κομμάτι αυτού του δίσκου, τα ήρεμα σημεία του οποίου είναι απλώς αποχαυνωτικά.

Στο νοητό timeline πάνω στο οποίο καρφιτσώνονται αυτά τα τρία album, ο ακροατής καλείται να διαβάσει τα ίχνη της δημιουργικής πορείας του συγκροτήματος. Ίσως το Celestial Lineage να μην είναι ό,τι καλύτερο έχουν να επιδείξουν οι WITTR σε σύγκριση με τα εκατέρωθεν άλμπουμ, τουλάχιστον κατά την ταπεινή άποψη της γράφουσας, μα αξίζει να ακουστεί ως το αποτύπωμα της μετάβασης από τις κιθάρες στα synth. Από το πιο “καθαρό” στο πιο ατμοσφαιρικό/πειραματικό μπλακ.

 

 

phren

Celestite (Artemisia Records, 2014)

Ήρθε κάποτε η ώρα γι’ αυτήν την παράξενη αγέλη να πάψει να κοιτά ολόγυρα τα δάση, να υψώσει το κεφάλι και να κοιτάξει προς τον ουρανό. Κι ενώ η εξερεύνηση είχε ήδη ξεκινήσει 3 χρόνια πριν με όρους σύνθεσης των παραδοσιακών black και των space στοιχείων, το Celestite σηματοδότησε την ολική εγκατάλειψη όχι μόνο της black αλλά και της κιθαριστικής φόρμας συνολικά. Οι WITTR το είχαν πει καθαρά τότε: το Celestite θα αποτελούσε ένα πείραμα και τη συνέχεια/συμπληρωματική ματιά πάνω στο Celestial Lineage, ένα είδος αδερφικού άλμπουμ. Παρ’ όλες τις προειδοποιήσεις, όμως, πολλοί metal fan βιάστηκαν να απογοητευτούν, ως και να πανικοβληθούν.

Τα αναλογικά synth που ντύνουν τις, ως επί το πλείστον, μακροσκελείς συνθέσεις χαράζουν μια ευθεία γραμμή με τα ’70s και τη μεγάλη κληρονομιά των Tangerine Dream και των space rock ατενίσεων μάλλον, παρά με την ambient/electronica, σε μια λεπτομέρεια που έχει τη σημασία της. Τα παραμορφωμένα drone ταυτόχρονα αποτελούν μια διαρκή υπενθύμιση των καταβολών της μπάντας και του γεγονότος ότι, ναι, κάπως, κάπου στο βάθος χτυπάει μια black metal καρδιά. Το Celestite δεν είναι ένα πραγματικά σπουδαίο άλμπουμ, αλλά έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον κι εμπλουτίζει σημαντικά την προσωπική μυθολογία των WITTR, κι αν το τοποθετήσει κανείς στο σύνολο της δισκογραφίας τους, πιθανόν θα του μοιάζει σαν τη Μεγάλη Κόκκινη Κηλίδα στην επιφάνεια του πλανήτη Δία – η μικρή σε κλίμακα απόκλιση από την κανονικότητα, που όμως χαρακτηρίζει το σύνολο και χαράζεται στο μυαλό του παρατηρητή.

 

 

Antonis Kalamoutsos


Diadem Of 12 Stars

If it were to be said that a demo holds a separate post in each band’s discography – being the result of raw enthusiasm that is set to be processed and refined through the course of years so as to stand as evidence of its creators’ artistic value – then it goes without saying that each band’s first full length release stands as the reference mark for the listener to return to.

In the case of Wolves In The Throne Room, it is Diadem Of 12 Stars that holds that position in such a worthy and distinct manner that perhaps an introduction was poorly needed. A then newcomer in America’s black metal scene, WITTR came out with a clear intent to distinguish themselves from the absolute crudeness that the kind’s homeland, Norway, introduced. The album’s four lengthy compositions “Queen of Borrowed Light”, “Face in a Night Time Mirror (Part 1)”, “Face in a Night Time Mirror (Part 2)” και “(A Shimmering Radiance) Diadem of 12 Stars” manage, within a total duration of an hour, to mix doom riffs with folk interludes, melodic female vocals with a study on growling, the already established experimentation of band such as Emperor and Enslaved with WITTR’s own compositional quiver. Especially during the, in my opinion, exquisite second half of “Face in a Night Time Mirror”, the excitement created is such that one cannot but foresee the long-lasting presence of the band which has proven to be equally multilayered and evolving.

Viktoria L.

Two Hunters (Southern Lord, 2007)

The rain that’s pouring down at the beginning of the album seems to be utilizing the fertile ground of the band’s debut. As always, a birth holds an absolute hope regarding that which is to be born. Baring that in mind Two Hunters proves us that the most distinct work of a band needn’t wait many years to come to life. Let us all forget for a second whatever references there may be involved and just enjoy an album that is unintentionally even in every way.

An incredible balance intersects the melodic parts from the raw ones making each composition seem like it’s destined to be incessantly played in another world. However, even though the world of Two Hunters feels so close to heart, it is equally outlandish. It belongs in another land, the land beyond, a eutopia that scares us because it needs a display of courage on our part. This is why we must follow its raw and tough tracks in order to build of the existing destruction just like the closing lyrics of the album suggest…. “I will lay down my bones among the rocks and roots of the deepest hollow next to the streambed/The quiet hum of the earth’s dreaming is my new song/When I awake, the world will be born anew”.

Black Cascade

For Wolves in the Throne Room, black metal is the ode to the storm and the darkness, that covers the dense forests, next to seas and oceans. Their third album, Black Cascade, is dominated by darkness and claustrophobic atmosphere, in complete aesthetic harmony with the figures depicted on the cover. Even before the music begins, you can hear the sound of pouring rain and so you are entering directly into the devilish and mystical atmosphere of the Wolves. And it begins immediately, the sound burst of simple and raw sounds, stripped of everything that is unnecessary.

Aaron Weaver’s drums are setting the rhythm, the synthesizers invade in the middle of “Wanderer Above the Sea of ​​Fog,” the guitars are giving the necessary intensity, while Nathan Weaver’s voice gives the song a mysterious dimension. You can feel the darkness embracing you, the special touch of WITTR, which gives black metal music the grandiosity it deserves. “Ex Cathedra” reveals that sense of magnificence and dominion, free from arrogance, while “Ahrimanic Trance” starts dynamically and ends in a special way, as if the guitars were fading away gradually, as if they were breaking off. The sensation “Crystal Ammunition” leaves you with, is similar to that of the warmness embracing a cold metal· haunted melodic cries highlighting the beauty of savagery or the wildness of beauty.

Even though it was released after the superior Two Hunters, Black Cascade has its own dark charm.

Sylvia Ioannou

Celestial Lineage

Although both chronologically and creatively Celestial Lineage finds itself among the two pillars of the band, named Two Hunters and Celestite – something that brought to mind images and visions of the two imposing statues at the borders of Gondor (to those familiar with the Lord of the Rings, the “Argonath”) – and succeeds in luring in its audience. Balancing between the more “commercial” riffs of Two Hunters and the evocative dark ambience that Celestite conjures, this album begins with enticingly eerie female vocals that swoosh you in a hurricane of interchanging black metal and cathartic intermissions, leaving each time a feeling or an image of a receding storm. The essence of all these is captured in “Astral Blood”, maybe the best track in this album, the calm/clean parts of which are simply captivating.

Through the mental timeline on which these albums are pinned, the listener can follow the trace of the creative process of the band. It may be the case that Celestial Lineage is not the best weapon in the WITTR’s inventory, at least according to the writer’s humble opinion, but it’s worth a listen as the footprint of the transition from guitar-dominated sounds to a more synth-endorsing sonic exploration. From norm-abiding black metal to the realms of atmospheric/experimental black metal.

phren

Celestite

There came finally a time for this strange wolf pack to stop wandering in the woods, to raise their heads and gaze at the skies. And while this new exploration had already begun 3 years before this, in terms of combining traditional black metal and space elements, Celestite signaled the detachment from all extreme – and generally guitar oriented – musical forms. WITTR had stated clearly that this album would be just an experiment, a sequel and an addition to Celestial Lineage, as a kind of a sibling. Despite the warnings, black metal purists were disappointed, panicked even.

A detail of great significance is that the analogue synths that dress the lengthy compositions draw a straight line with the ’70s and the great heritage of Tangerine Dream and other space rock observations of that era, rather than with ambient/electronica. At the same time, distorted guitar drones are there to remind the band’s origins and the fact that somehow, somewhere in the deep there’s a black metal heart beating. Celestite is not a truly exceptional album, but it is of great special interest and it enriches the personal mythology of WITTR significantly. And if it is to be appreciated relatively with their entire discography, it looks like that Giant Red Spot in Jupiter’s surface – the short scale divergence from normality that characterises the whole and is being intensively carved in the beholder’s mind.

Antonis Kalamoutsos

 

Werckmeister Harmóniák by Bela Tarr

Η γλυκιά μελαγχολία της κινηματογραφικής Αντίστασης

Δεν χρειάζεται κανείς να είναι κριτικός κινηματογράφου για να μπορεί να δηλώσει με αίσθημα ασφάλειας ότι το Werckmeister Harmóniák του οραματιστή Ούγγρου δημιουργού Bela Tarr αποτελεί μια σπάνιας ομορφιάς κινηματογραφική εμπειρία. Δεκαοκτώ χρόνια από την κυκλοφορία του, το φιλμ έχει ήδη βρει τη θέση του ανάμεσα στα καλύτερα του τρέχοντος αιώνα, θέση την οποία υποψιάζομαι ότι μπορεί να κρατήσει μέχρι αυτός να εκπνεύσει. Εδώ, όμως, δεν μας αφορούν οι λίστες: αν θεωρήσουμε ότι κοινό και κριτικοί δεν πατάνε πάντα στο ίδιο έδαφος, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το γεγονός ότι όποιος “απλός” και “ μη-σινεφίλ” γνωρίζω να το είδε, ένιωσε το ίδιο ακριβώς δέος. Ένα δέος που προκύπτει από τον συνδυασμό μιας ύψιστης αισθητικής κινηματογράφησης με μια μοναδική και αντισυμβατική αφηγηματικότητα, που παγιδεύει τον θεατή σε ένα ονειρικά αινιγματικό σύμπαν.

Οι πρώτες και βασικές πληροφορίες για το φιλμ θα αφορούσαν το γεγονός ότι είναι βασισμένο στη νουβέλα The Melancholy of Resistance του Laszlo Krasznahorkai κι ότι αποτελείται από 39 μακράς διάρκειας μονοκάμερα πλάνα. Είναι προφανές ότι ο εχθρός του αργού, σιωπηλού αγγελοπουλικού σινεμά θα νιώσει αμέσως μια πρώτη απέχθεια γι’ αυτήν την πληροφορία. Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι, αφού τα 39 αυτά πλάνα του Tarr δεν στοχεύουν τόσο στην αισθητική ανάδειξη της ίδιας της κινηματογραφικής τέχνης και ούτε κατά διάνοια δεν τα επιτάσσει μια κάποια μορφή κουλτούρας. Αντίθετα, σκοπεύουν να σε μετατρέψουν σε σκιά και να σε σύρουν μαζί τους δίπλα στον Janos, βασικό χαρακτήρα της ταινίας (χαμηλόφωνη μα μεγαλειώδης ερμηνεία από τον Lars Rudolph), σε αυτό το ανώνυμο και απομονωμένο από τον χώρο και τον χρόνο ουγγρικό χωριό. Ένα ξεχασμένο μέρος του οποίου η απροσδιόριστη τάξη απειλείται και τελικά ταράσσεται από την επίσης απροσδιόριστη παρουσία ενός ξενόφερτου τσίρκου που έχει ως βασική ατραξιόν το τεράστιο σώμα μιας νεκρής φάλαινας. Τα γεγονότα που εκτυλίσσονται γύρω από αυτήν την παράξενη απειλή αποτελούν κι έναν δημιουργικό θρίαμβο της τέχνης της αφήγησης, αφού η τάξη, η ρήξη, η αντίσταση και η εξέγερση της τοπικής κοινωνίας σπανίως απεικονίζονται. Αντίθετα, η ταινία ρέει κυρίως με την υπόνοια και τον αντίκτυπο των γεγονότων. Η υπόνοια αυτή δεν οικοδομεί μόνο ένα μυστηριώδες κοινωνικό περιβάλλον, αλλά ταυτόχρονα αφήνει όλον τον χώρο στον θεατή να αποκωδικοποιήσει και να κατανοήσει αυτά που παρακολουθεί σχεδόν κατά το δοκούν.

Τα παραπάνω έχουν σαν αποτέλεσμα το Werckmeister Harmóniák να διαθέτει πολλαπλά στρώματα ανάγνωσης. Όλοι μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η ταινία συγκροτεί μια “πολιτική αλληγορία-σχόλιο στην κομμουνιστική Ευρώπη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο’’ κι εκεί εστιάζει η κριτική ανάλυση. Ναι, είναι προφανές, το έργο του Tarr είναι όμως πολύ πιο πολυπρισματικό και θα αδικηθεί αν δεν θεαθεί κι από άλλες οπτικές. Το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της ταινίας είναι σημαντικό φυσικά, αν και ο Tarr δεν παίρνει θέση ή έστω δεν παίρνει τη θέση που θα περίμενε κανείς… Ο φιλοσοφικός στοχασμός του φιλμ είναι, θεωρώ, πολύ πιο ευρύς τελικά, ένας στοχασμός που στρέφεται ταυτόχρονα στα ψηλά και στα χαμηλά με τον ίδιο σεβασμό. Στοχασμός που αφορά τον Θεό αλλά και την πεσιμιστική μονοτονία της καθημερινότητας, τον φόβο του αγνώστου αλλά και την ανθρώπινη ατολμία, το εύθραυστο των ανθρώπινων σχέσεων, την απανθρωπιά και τη μαζοποίηση αλλά και τη γλύκα του ονείρου, τον έμφυτο θαυμασμό προς το νέο, την αέναη αντίσταση. Ο κόσμος του Werckmeister Harmóniák είναι εξίσου νατουραλιστικός και ονειρικός, δημιουργώντας τελικά έναν παχύ ιστό, από τον οποίο, εθισμένος, δεν μπορείς αλλά και δεν θέλεις να δραπετεύσεις. Το τελικό μήνυμα της ταινίας –αν φυσικά υφίσταται κάτι τέτοιο– κρύβεται κατά την άποψή μου σε δύο σκηνές, χωρίς spoiler: στο ηλιακό σύστημα της εναρκτήριας σκηνής και στον υπερφυσικό μονόλογο του δευτεραγωνιστή, όπου αναλύεται η θεωρία του μουσικού θεωρητικού του μπαρόκ Andreas Werckmeister. Η αμφισβήτησή της και το αίτημα για ανασκευή της οριοθετεί τελικά την κύρια αξίωση του φιλμ: Το ότι η υπάρχουσα και καθιερωμένη κοσμοθεωρία μας είναι λάθος, ότι πρέπει να την ξαναφτιάξουμε κι ότι μέσα σε αυτήν τη χιλιοτσαλακωμένη κι ελαττωματική μας ύπαρξη φωλιάζει ζεστά το Μεγάλο και το Υψηλό.

Δεν θα μπορούσα τελικά να απαντήσω αν το Werckmeister Harmóniák συγκροτεί ένα λυρικό όνειρο ή έναν ζωντανό εφιάλτη. Υπάρχει αλήθεια και στα δύο, αλήθεια απόλυτη σαν το άσπρο και το μαύρο του φιλμ. Είναι όμως μια αλήθεια ελεύθερη και όχι επεξεργασμένη, σκληρή και ευγενική. Με απόλυτο συνένοχο την εκπληκτική μινιμαλιστική μουσική του Mihaly Vig, ανεβαίνουμε κι εμείς, κουρασμένοι αλλά με ελπίδα, το απότομο στριφογυριστό μονοπάτι πλάι στον Janos, διψώντας να τρομοκρατηθούμε με κάθε Αλλαγή. Οι στροφές δεν ξέρεις ποτέ τι θα αποκαλύψουν, μάτια και ψυχή πρέπει να είναι σε επιφυλακή. Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί είναι να μας ζεστάνει λίγο περισσότερο αυτός ο γέρος ήλιος και να νιώσουμε την ανάταση του να είσαι μικρός ή τη μελαγχολία του να είσαι μεγάλος.

Το Werckmeister Harmóniák ζητά την ψυχή σου για να σ’ την επιστρέψει πλουσιότερη, αν το τολμάς.

 

 

Αντώνης Καλαμούτσος