John Zorn – Chick Corea & Gary Burton – Jorge Pardo

John Zorn – Nosferatu (tzadik)

 

 

Σε λίγο καιρό δεν θα αναφερόμαστε μάλλον σε βιβλία που ενέπνευσαν ταινίες, αλλά σε βιβλία ή ταινίες που αποτέλεσαν τη βάση θεματικών δίσκων. Τα τελευταία χρόνια, μόνο τις δουλειές του John Zorn να παραθέσουμε, θα βρούμε δεκάδες δείγματα σύνδεσης της μουσικής με κάθε άλλη πτυχή των τεχνών και των γραμμάτων. Φέτος έχει ήδη κυκλοφορήσει το Mount Analogue και το πρόσφατο The Gnostic Preludes, το οποίο χαρακτηριζόταν από την παρουσία του κιθαρίστα Bill Frisel, αλλά και από την μονότονη φύση του.

Ο τρίτος κατά σειρά φετινός δίσκος του προέρχεται από μια μουσική επένδυση πάνω στην θεατρική απόδοση του πασίγνωστου έργου του Bram Stoke, Nosferatu. Επιτέλους ο Zorn ξαναπιάνει το alto σαξόφωνο του, χωρίς να αφήνει τη λιωμένη από την χρήση θέση του συνθέτη-μαέστρου, και βγάζει αυτήν την περισσότερο μελωδική εδώ, αλλά και κατά στιγμές τραχιά αίσθηση του ιδιαίτερου παιξίματος του. Ευτυχής συγκυρία αποτελεί η συμμετοχή της τόσο σημαντικής μορφής του Bill Laswell στο μπάσο, όπως και του Rob Burger στο πιάνο και του Kevin Norton στο βιμπράφωνο.

Δεν θέλει και πολύ μια δουλειά, ώστε να μην αντέξει κάτω από το βάρος των ονομάτων των συντελεστών της, κάτι που έχουμε δει πολλάκις στη μουσική. Εδώ όμως το οξυγόνο που δίνουν τα άλλοτε σκοτεινά και άλλοτε γλυκά ατμοσφαιρικά ιντερλούδια και το καθόλου επιδεικτικό ξετύλιγμα εύηχων αυτοσχεδιασμών σφραγίζουν έναν πανέμορφο δίσκο. Με εξαίρεση το παράταιρο μεταλλίζον “The Battle Of Good And Evil”, όλα ντύνουν γλυκά με το μαύρο της νύχτας τον πρωταγωνιστή Nosferatu, με ορισμένα κομμάτια όπως τα “The Stalking”, ”Fatal Sunrise” και “Renfield” να κολλάνε στο μυαλό σαν κατάρα.

 

 

Chick Corea & Gary Burton – Hot House (concord jazz)

 

 

Τελικά στη jazz είτε πας στα θυμαράκια νέος, συνήθως από καταχρήσεις, είτε θα ξεχνάνε να σε καλέσουν στο ταξίδι που δεν έχει γυρισμό, με συνέπεια η μουσική να καθίσταται κάτι παραπάνω από ένα μόνιμο αποκούμπι για ιδιότροπους ή μη γέροντες. Κοιτάζοντας πάντως τους σχεδόν εβδομηντάχρονους Chick Corea και Gary Burton, δεν τους κάνεις για παροπλισμένους συνταξιούχους, αφού εδώ πολλές δεκαετίες κυκλοφορούν μουσική και περιοδεύουν συνέχεια. Ρίχνοντας μάλιστα μια ματιά στα βιογραφικά τους, σε πιάνει ένας ίλιγγος με τα 23 βραβεία Grammy, τις συνεργασίες με μορφές μαμούθ στον χώρο της jazz, τις εφευρετικές τους τεχνοτροπίες και τις πολλές κατευθύνσεις των έργων τους. Ο Gary, μάλιστα, αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις, όπου η δημόσια παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του δεν επέδρασε αρνητικά στη μουσική του πορεία.

Για να γιορτάσουν τη συνεργασία τους που κλείνει 40 χρόνια, δημιούργησαν έναν «κρυστάλλινο» δίσκο γεμάτο διασκευές από μη κλασσικά jazz θέματα. Παίζοντάς τα πρώτα σε συναυλίες και έπειτα μπαίνοντας στο στούντιο, δούλεψαν με προσοχή επιφυλάσσοντάς μας δύο εκπλήξεις: τη διασκευή του “Eleanor Rigby” των Beatles στα όρια του αγνώριστου και την ολόφρεσκη σύνθεση “Mozart Goes Dancing” που αποδεικνύει πόσο βιρτουόζος μπορεί να είναι Chick, αφού καταφέρνει να συγχωνεύσει τη jazz με την κλασσική μουσική δωματίου.

Πέρα από την αυστηρότητα των παρτιτούρων και το αριστοτεχνικό παίξιμο των δύο τους, το Hot House προσφέρει κάτι παραπάνω από τροφή για μελέτη σε αυτούς που θα του αφοσιωθούν και κλείνει (;) με τίμιο τρόπο την γιορτή των 40 χρόνων από τότε που χρονολογείται η πρώτη συνεργασία τους.

 

 

Jorge Pardo – Huellas (cabra/Jorgepardo.com)

 

 

Ο Μαδριλένος αυτός σαξοφωνίστας-φλαουτίστας δεν έχει τίποτα άλλο στο μυαλό του από το ανακάτεμα της flamenco και της jazz βγάζοντας κάτι νέο. Χωρίς να απαρνιέται τις ρίζες του, συνεχώς φέρνει στοιχεία της μοντέρνας jazz έχοντας καταφέρει να καθιερωθεί μέσα από πλήθος συνεργασιών, που περιλαμβάνουν και τον προαναφερθέντα Chick Corea, ως μια από τις εξέχουσες μορφές στον χώρο της -κατά μια έννοια- ethnic jazz μουσικής.

Στο διάρκειας δυο ωρών διπλό νέο του album μαζεύει μουσικά ό,τι έχει κάνει, αφήνει έξω την κάπως στείρα επαγγελματικότητα προηγούμενων δουλειών και την υπερβολική κατά περιπτώσεις σύνδεση με την παράδοση και βγάζει ένα χυμώδες, μεσογειακό και άρτιο αποτέλεσμα. Είναι και η εξαμελής μπάντα (που σε περιπτώσεις γίνεται και οκταμελής) που γεμίζει τον ήχο δίνοντας έναν συναυλιακό τόνο στην απόδοση των συνθέσεων του Pardo. Χωρίς καμία «κοιλιά» στον δίσκο, με το τέμπο να εναλλάσσεται συνεχώς και στο “Los Juncos” να ακούμε γυναικεία φωνητικά, πραγματικά αφήνεσαι στις μελωδίες και ακολουθείς με την φαντασία σου τα ίχνη σε μια έρημο που είσαι σίγουρος πως οδηγεί σε καταγάλανη παραλία. Η ιδανική ίσως υπόκρουση σε πλατείες νησιών κάτω από την σκιά ξεχασμένων από τον χρόνο πλατανιών. Καλός ο Θ. Παπακωνσταντίνου, δεν αντιλέγω, αλλά και μια αλλαγή δεν βλάπτει.

 

 

Μπάμπης Κολτράνης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s